ΣΥΡΙΑ: Εκεχειρία – ελιγμός για επανεξέταση «συμμαχιών» και τακτικής

Από τη συνάντηση του προέδρου της Συρίας Μπασάρ Ασαντ με τον Λακχντάρ Μπραχίμι στη Δαμασκό 

Μια δοκιμαστική και σύντομη κατάπαυση πυρός τέθηκε σε εφαρμογή, τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων, στη Συρία, αρχής γενομένης από χτες τα ξημερώματα, πρώτη ημέρα της τριήμερης μουσουλμανικής γιορτής Αϊντ αλ Αντχα. Πρόκειται για το αποτέλεσμα ενός μαραθωνίου διπλωματικών επαφών στις οποίες προχώρησε τις τελευταίες εβδομάδες ο ειδικός διαμεσολαβητής του ΟΗΕ και του Αραβικού Συνδέσμου, Λακχντάρ Μπραχίμι, επισκεπτόμενος σειρά χωρών στην περιοχή που ασκούν επιρροή στις εξελίξεις εντός Συρίας και έχουν, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, συμπαραταχθεί είτε με το συριακό καθεστώς είτε με τις αντικαθεστωτικές οργανώσεις (Σ. Αραβία, Ιράκ, Τουρκία, Ιορδανία, Λίβανος, Ιράν, Αίγυπτος και Συρία).

Την υποστήριξή τους στον Μπραχίμι έσπευσαν να εκφράσουν όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είτε η κάθε μία μόνη της είτε μέσα από τα όργανα στα οποία συμμετέχουν, όπως είναι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και ο Αραβικός Σύνδεσμος. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια εκεχειρία, η οποία δεν έχει διαμορφωμένο πολιτικό πλαίσιο, ούτε μηχανισμό εφαρμογής πέραν των διακηρυγμένων προθέσεων τήρησής της από τη Δαμασκό και από τμήμα των αντικαθεστωτικών οργανώσεων, αν και οι δύο πλευρές διακηρύσσουν το δικαίωμά τους να «απαντήσουν σε προκλήσεις». Παράλληλα, δεν είναι καθόλου σαφές ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της εκεχειρίας αυτής, που τυπικώς λήγει τη Δευτέρα τα ξημερώματα, και υπό ποιες προϋποθέσεις ή με ποιον τρόπο αυτό θα εφαρμοστεί.

Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν έντονα την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια επανάληψη της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί με το σχέδιο εκεχειρίας που είχε προωθήσει ο προκάτοχος του Μπραχίμι, Κόφι Ανάν, αλλά προς το χειρότερο. Επί της ουσίας, εκείνο το σχέδιο ουδέποτε εφαρμόστηκε κανονικά από τον περασμένο Απρίλη οπότε θεωρητικώς τέθηκε σε ισχύ μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού, οπότε και κατέρρευσε τυπικώς.

Επιπλέον, εκείνο το σχέδιο προέβλεπε ότι η εκεχειρία θα χρησιμοποιηθεί ως έδαφος για την έναρξη ενός πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στη συριακή ηγεσία και τους αντικαθεστωτικούς, με στόχο την εξεύρεση ενός κοινά αποδεκτού πλαισίου μετάβασης στο οποίο θα μπορούσε να εμπεριέχεται η αποχώρηση Ασαντ από την εξουσία, αλλά χωρίς να είναι προαπαιτούμενο. Αυτό άλλωστε ήταν το σημείο που είχε προκαλέσει τη σφοδρή αντίδραση αρκετών αντικαθεστωτικών οργανώσεων, με αιχμή το -προβαλλόμενο ως ναυαρχίδα των αντικαθεστωτικών- Εθνικό Συριακό Συμβούλιο, του οποίου κορμός είναι οι ισλαμιστές «Αδελφοί Μουσουλμάνοι». Τώρα, το σχέδιο Μπραχίμι πέρα από ευχολόγια και γενικολογίες περί αναγκαιότητας έναρξης πολιτικού διαλόγου δεν εμπεριέχει τίποτε συγκεκριμένο ή τουλάχιστον τίποτα τέτοιο δεν έχει έρθει στο φως της δημοσιότητας.

 

Επανεκτίμηση τακτικής και ανακατατάξεις

Η ασάφεια αυτή δημιουργεί έντονα την εντύπωση ότι η όλη διαμεσολαβητική πρωτοβουλία του Μπραχίμι, δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν ελιγμό στον οποίο συναινούν ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που εμπλέκονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στα τεκταινόμενα στη Συρία, προκειμένου να κερδίσουν χρόνο και να αποτιμηθεί η κατάσταση ως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, περίπου 20 μήνες μετά την έναρξη των συγκρούσεων. Σε ένα τέτοιο συμπέρασμα οδηγεί και το γεγονός ότι ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες παρατηρείται εντονότατη κινητικότητα στους κόλπους των αντικαθεστωτικών και περισσότερο από ποτέ άλλοτε στο παρελθόν, δημοσιοποιούνται διαφωνίες και διαφοροποιήσεις.

Προφανώς, δεν είναι διόλου τυχαίο το ότι μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία και δίκτυα, όπως το «Ασοσιέιτεντ Πρες» και το «αλ Αραμπίγια», όχι μόνο αναφέρονται πια σαφώς στη δράση ισλαμιστικών οργανώσεων που αποτελούνται κυρίως από ξένους μισθοφόρους τζιχαντιστές (μαχητές του λεγόμενου ιερού πολέμου), αλλά τους διαχωρίζουν από άλλες ένοπλες ομάδες αντικαθεστωτικών με θρησκευτικό μανδύα, καταγράφοντας, μάλιστα, και επιφυλάξεις, αν όχι ανησυχία, για τη στάση των «έμπειρων και φανατικών αυτών μαχητών» την «επόμενη μέρα». Και αυτό παρά το ότι μέχρι πρότινος ακόμη και οι καταγγελίες για την παρουσία τους και τον εξοπλισμό τους, κυρίως από πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου, χαρακτηρίζονταν ως προπαγάνδα της Δαμασκού.

Η αλλαγή αυτή πιθανότατα αντανακλά τη δυσφορία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων από την αποτυχία ένωσης των αντικαθεστωτικών οργανώσεων υπό μία διοίκηση, γεγονός που θα τις καθιστούσε πιο εύκολα ελεγχόμενες και πιο εύκολα χειραγωγήσιμες στην κατεύθυνση της προώθησης των σχεδιασμών τους. Πιθανότατα να αντανακλά και τις έντονες επιφυλάξεις που έχουν δημιουργηθεί από το χάος που πρακτικά επικρατεί στη Λιβύη, περισσότερο από ένα χρόνο μετά την ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι διά της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, παρά το γεγονός ότι εκεί οι αντικαθεστωτικοί «εντάχθηκαν σε ενιαία συμμαχία».
Επιδίωξη για μη επανάληψη του χαοτικού σεναρίου της Λιβύης

Όπως, όμως, αποδείχτηκε στην περίπτωση της Λιβύης η κάθε οργάνωση είχε διαφορετικά κίνητρα και στόχους -ιδιαίτερα οι οργανώσεις με θρησκευτικό μανδύα- τους οποίους συνεχίζει ενόπλως να επιδιώκει μέχρι σήμερα παρατείνοντας τα μαρτύρια του λιβυκού λαού και προκαλώντας πονοκέφαλο στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τα μονοπώλιά τους καθώς παρατείνεται η αστάθεια στη χώρα και δεν μπορούν να γίνουν ασφαλείς και αποδοτικές επενδύσεις. Μια τέτοια προοπτική δεν ενθουσιάζει καμία από τις ξένες δυνάμεις που εμπλέκονται στη Συρία, με τον οποιονδήποτε τρόπο, γιατί το ενδεχόμενο επικράτησης χάους στη χώρα είναι ξεκάθαρο ότι εγκυμονεί πολύ περισσότερες συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή από ό,τι η κατάσταση στη Λιβύη, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης και λόγω της ποικιλίας εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων στο έδαφός της.

Ήδη, η παρατεινόμενη και κλιμακούμενη ένταση εντός Συρίας μοιάζει σταδιακά να περνά τα σύνορα της χώρας τόσο προς βορρά στην Τουρκία όσο και προς τα δυτικά στο Λίβανο. Για ορισμένους η όξυνση στην τουρκο-συριακή μεθόριο και η αναζωπύρωση της δράσης των Κούρδων μαχητών του ΡΚΚ μπορεί, ίσως, να θεωρηθεί συνέπεια της άμεσης εμπλοκής της Άγκυρας στα τεκταινόμενα στη Συρία, λόγω της απροκάλυπτης στήριξής της προς τους Σύρους «Αδελφούς Μουσουλμάνους», το Εθνικό Συριακό Συμβούλιο και όποιες οργανώσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ένοπλο σκέλος τους.

Όμως, η αιματηρή βομβιστική επίθεση, την περασμένη εβδομάδα, σε «χριστιανική» συνοικία στο κέντρο της Βηρυτού με στόχο τον αρχηγό της υπηρεσίας Πληροφοριών και Εσωτερικής Ασφάλειας, συνεργάτη των πολιτικών συμμάχων των ιμπεριαλιστών εντός Λιβάνου και αντίπαλο του συριακού καθεστώτος και όσων δυνάμεων το στηρίζουν, όπως π.χ. η σιιτική «Χεζμπολάχ» που αποτελεί τον κορμό του νυν υπουργικού συμβουλίου, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ευρύτερη περιοχή. Ο Λίβανος έχει ιστορικούς δεσμούς με τη Συρία από την εποχή της αποικιοκρατίας, λειτουργεί σαν καθρέφτης των εξελίξεων στη γείτονα χώρα, και το κυριότερο σε κοινωνικό επίπεδο αποτελεί, όπως, η Συρία και άλλες γειτονικές χώρες, π.χ. το Ιράκ, το Μπαχρέιν κ.ά., ένα μωσαϊκό θρησκευτικών κοινοτήτων, στη βάση των οποίων συχνά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στήριξαν την προώθηση των σχεδιασμών τους αναζωπυρώνοντας διχαστικές λογικές, για παράδειγμα ο 15ετής εφιαλτικός εμφύλιος στο Λίβανο.

Η διάχυση των, με θρησκευτικό μανδύα, συγκρούσεων εκτός των συριακών συνόρων απειλεί να τινάξει στον αέρα ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή και αν όχι να δυσχεράνει, τουλάχιστον να περιπλέξει την ταχύτερη προώθηση των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών με επίκεντρο το Ιράν, μαλακό υπογάστριο της Συρίας και απώτερο στόχο τη διασφάλιση μεγαλύτερου ελέγχου και σημαντικότερων ερεισμάτων στη, γεωστρατηγικά και ενεργειακά, πολύτιμη ευρεία Μέση Ανατολή. Μια τέτοια προοπτική, καθώς και η αναγκαιότητα επανεξέτασης συμμαχιών και αντιμετώπισης αναδυόμενων παραγόντων που επιδιώκουν να παίξουν ρόλο ανεξέλεγκτα, όπως π.χ. οι ισλαμιστικές οργανώσεις των ξένων τζιχαντιστών στο εσωτερικό της Συρίας, είναι πιθανότατα ο λόγος της αγαστής συναίνεσης που όλοι επέδειξαν στην, παντελώς έωλη και ασαφή, «πρωτοβουλία» εκεχειρίας του Μπραχίμι. Μια εκεχειρία που είναι εξαιρετικά αβέβαιο τελικά αν θα επιβιώσει έστω και αυτές τις τρεις ημέρες της μουσουλμανικής γιορτής Αϊντ αλ Αντχα.

 

Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ

Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 27 Οκτωβρίου 2012
 

 

Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

 
της Σιας Αναγνωστοπούλου

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γιʼ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γιʼ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σʼ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.
Η Σία Αναγνωστοπούλου διδάσκει ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Δημοσίευση: Ενθέματα εφημερίδας Αυγή στις 21 Οκτωβρίου 2012

Βολικές εκρήξεις, επιλεκτικές σιωπές και μάχες από τη Λιβύη μέχρι το Λίβανο

 

Οι άξονες των αντιπαραθέσεων στον αραβικό κόσμο κινήθηκαν και πάλι γύρω από την Λιβύη και τον ευρύτερο πια χώρο της Συρίας-Λιβάνου. Αξίζει, πάντως, να αναφερθεί και η αυξανόμενη ένταση σε Κουβέιτ και Ιορδανία.

Στη Λιβύη, οι δυνάμεις του καθεστώτος και οι ένοπλοι της Μισράτα συνέχισαν την πολιορκία της Bani Walid, η οποία είναι και κέντρο των κανταφικών, αλλά και το συμβολικό λίκνο μια από τις μεγαλύτερες φυλές της χώρας, της Warfalla. Η πολιορκία συμπεριλάμβανε τόσο αποκλεισμό των προμηθειών ιατροφαρμακευτικών ειδών, όσο και βομβαρδισμό της περιοχής. Τα δυτικά ΜΜΕ δεν είδαν, δεν άκουσαν. H Human Rights Watch οδήγησε τον παραλογισμό στα άκρα: λόγω της επέμβασης της υπέρ των ισλαμιστών στη Συρία, θεώρησε, προφανώς, ότι έπρεπε να πει και κάτι για τη Λιβύη, για να μην φανεί εξόφθαλμα όργανο της δυτικής πολιτικής. Έτσι, την ίδια στιγμή κατά την οποία  η Bani Walid ήταν υπό πολιορκία, η Human Rights Watch αναγνώρισε ότι η δολοφονία του Καντάφι και περισσότερων από 60 υποστηρικτών του, που ήταν μαζί του την στιγμή της σύλληψης του πέρσι, ήταν έγκλημα πολέμου. Και κουβέντα για την πολιορκία της πόλης σήμερα.

Το καθεστώς της Τρίπολης φαίνεται να έσπρωξε, κάπως, την πολιορκία εν μέρει, γιατί οι ένοπλοι της Μισράτα ήθελαν εκδίκηση, μετά τον θάνατο του ατόμου που συνέλαβε τον Καντάφι, αλλά και γιατί, προφανώς, νοιώθουν ότι μεγάλες περιοχές είναι πλέον ανεξέλεγκτες. Έτσι, ξαφνικά, η Λιβύη ξανάζησε τα σενάρια του περσινού πολέμου με θεαματικές ανακοινώσεις που μετά διαψεύδονται: στην αρχή ανακοινώθηκε και πάλι ότι συνελήφθη ο εκπρόσωπος τύπου του Καντάφι, Ι. Μούσα. Μετά, αφέθηκε να νοηθεί ότι ήταν ψέμα και τελικά, ο ίδιος ο Μούσα δημοσιοποίησε διάψευση μέσω του ίντερνετ. Μετά, ανακοινώθηκε για μια ακόμα φορά ότι σκοτώθηκε ο Χαμίς Καντάφι (ο θάνατος του πρέπει να έχει ανακοινωθεί τουλάχιστον πέντε φορές μέχρι στιγμής). Δεν υπήρξε και πάλι τεκμηρίωση. Αντίθετα, όταν προβλήθηκαν από μη-δυτικά ΜΜΕ, καταγγελίες για χρήση απαγορευμένων όπλων από τους επιτιθεμένους στην BaniWalid, τα δυτικά ΜΜΕ το έκαναν γάργαρα. Ενώ στην Συρία… Το αποκορύφωμα της δυτικής υποκρισίας ήταν την Τρίτη όταν οι ΗΠΑ μπλόκαραν εισήγηση της Ρωσίας για έκκληση από το Συμβούλιο Ασφαλείας για ειρηνική λύση της πολιορκίας της πόλης.

http://rt.com/news/us-russia-libya-statement-068/

Σε σχέση με τις αντιπαραθέσεις στην Λιβύη αξίζουν δυο αναφορές: τα έξτρα μέτρα που πήρε το καθεστώς στην Τρίπολη, φοβούμενο έκρηξη επεισοδίων, λόγω της πολιορκίας της κανταφικής πόλης, αλλά και μια έκρηξη οργής… στη Βεγγάζη. Διαδηλωτές μπήκαν στα γραφεία τηλεοπτικού σταθμού, ο οποίος υποστήριζε την επίθεση ενάντια στην Bani Walid και τα έκαναν γυαλιά καρφιά. Προφανώς, οι κανταφικοί δεν βρίσκονται μόνο στην Bani Walid.

http://rt.com/news/libya-benghazi-tv-storm-947/

Στην άλλη πλευρά του αραβικού κόσμου, η πιο ενδιαφέρουσα και ύποπτη είδηση ήταν η δολοφονία με αυτοκίνητο-βόμβα ενός αξιωματικού των μυστικών υπηρεσιών του Λιβάνου, ο οποίος ήταν κοντά  στην σουνιτική αντιπολίτευση. Η επίθεση στη χριστιανική συνοικία της Βηρυτού ήταν, από μόνη της, ύποπτη. Τί θα είχε να κερδίσει, είτε η Συρία, είτε οι υποστηρικτές της στο Λίβανο, από μια τέτοια επίθεση;

Έμοιαζε, μάλλον, με μια προβοκάτσια που προσπαθούσε να αναδημιουργήσει ένα κλίμα, όπως μετά την δολοφονία του Χαρίρι. Το ότι οι ΗΠΑ προθυμοποιήθηκαν, αμέσως, να «βοηθήσουν» στην έρευνα, ενώ η Γαλλία κατηγόρησε, χωρίς τεκμήρια, τη Συρία ήταν εκφραστικές κινήσεις. Όπως, όμως ,παρατήρησε και ο σχολιαστής στο Angry ArabNews, η εικόνα στην κηδεία ήταν άβολη για τα δυτικά ΜΜΕ. Ναι, έγιναν επεισόδια, αλλά έπρεπε οι κάμερες να είναι προσεκτικές. Υπήρχαν πολλές σημαίες της Αλ Κάιντα, τις οποίες, προφανώς, δεν έπρεπε να δουν τα δυτικά ακροατήρια – και είναι αμφίβολο αν το λιβανέζικο χριστιανικό ακροατήριο ενθουσιάστηκε, επίσης.

Ενώ στο Λίβανο, η ένταση ανέβηκε και πάλι, στη Συρία η ένοπλη αντιπολίτευση συνέχισε να προσπαθεί να υπονομεύσει τις προσπάθειες του μεσολαβητή. Η τακτική δεν είναι νέα – η ισλαμική αντιπολίτευση θέλει επέμβαση, ακριβώς, διότι δεν μπορεί, ούτε στρατιωτικά, ούτε με βάση τη στήριξη του πληθυσμού να επικρατήσει. Και οι επεμβάσεις δεν γίνονται επικρατήσει εκεχειρία και διάλογος. Οπότε, όπως κάνει από την αρχή της κρίσης, η ισλαμική αντιπολίτευση υπονομεύει κάθε προσπάθεια για ανεξάρτητους παρατηρητές και μεσολαβητές. Η εικόνα που θέλει να μεταδώσει, προφανώς, είναι μόνο αυτή που κατασκευάζεται από τα ΜΜΕ των εμιράτων και ότι αναπαράγεται από τα δυτικά ΜΜΕ. Το ότι μια έκρηξη βόμβας στο κέντρο της Δαμασκού, σκότωσε ανάλογο αριθμό ανθρώπων, όπως η έκρηξη στη Βηρυτό δεν αρκούσε, φυσικά, για να καταδικαστεί από την Δύση. Υπάρχει, προφανώς, καλή και κακή έκρηξη αυτοκινήτου βόμβας και καλά και κακά θύματα.

Στο κόσμο των μοναρχιών και των εμιράτων συνεχίζονται οι τριγμοί. Στην Ιορδανία, η κυβέρνηση ανακοίνωσε με φανφάρες ότι συνέλαβε ισλαμιστές – δηλαδή τους ίδιους που αν πολεμούσαν στη Συρία θα τους ονόμαζε ήρωες. Πιο ενδιαφέρουσα ήταν η κατάσταση στο Κουβέιτ, όπου άρχισαν να γίνονται και μαζικές διαδηλώσεις. Την περασμένη εβδομάδα, μερικοί διαδηλωτές παραβίασαν ένα ταμπού – πρόσβαλαν δημόσια τον εμίρη, μιλώντας για αυτόν «χωρίς σεβασμό». Η Μοναρχία αντέδρασε, βέβαια, αλλά το ίδιο και η αντιπολίτευση – ένα αμάλγαμα ισλαμιστών, φιλελεύθερων και μελών διαφόρων φυλών-: έτσι οργανώθηκαν διαδηλώσεις, παρά την απαγόρευση. Και παρά την προσπάθεια της αστυνομίας να διαλύσει τις συγκεντρώσεις, εντούτοις οι διαδηλωτές άρχισαν να εφαρμόζουν τις πρακτικές άλλων χωρών – να διαλύονται από ένα μέρος και να ανασυγκροτούνται σε άλλο. Οι αναφορές έκαναν λόγο για δεκάδες χιλιάδες σε διάφορα σημεία της πόλης, οπότε, ίσως, εδώ έχουμε το δεύτερο σημείο μαζικών κινητοποιήσεων, μετά το Μπαχρέιν τον κόσμο των αραβικών μοναρχιών.

http://www.euronews.com/newswires/1698974-policefireteargasatkuwaitprotesters/
 

Δημοσίευση: Δέφτερη Ανάγνωση 23 Οκτωβρίου 2012

Μάχη ενάντια στην ισλαμική απειλή στην Αίγυπτο

 

ΜΟΑΤΑΖ ΜΑΧΜΟΥΝΤ ΖΑΚ ΕΛ ΧΕΦΝΑΟΥΙ

Δίνουμε μάχη ενάντια στην ισλαμική απειλή στην Αίγυπτο

Πρώτιστο μέλημα του ΚΚ Αιγύπτου η σφυρηλάτηση ενός κοσμικού μετώπου έναντι του ισλαμικού φασιστικού σκοταδισμού για ολοκλήρωση της εθνικο-δημοκρατικής επανάστασης

 

Προτεραιότητα για τους κομμουνιστές στην Αίγυπτο είναι η πάλη ενάντια στην ισλαμική απειλή των «Αδερφών Μουσουλμάνων» υπογραμμίζει στη «Χ» ο Μοατάζ Μαχμούντ Ζακ Ελ Χεφναουί, μέλος του Πολιτικού Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Αιγύπτου. Ο Αιγύπτιος κομμουνιστής τονίζει ότι στόχος είναι η σφυρηλάτηση ενός κοσμικού ενωμένου μετώπου ενάντια στον ισλαμικό φασιστικό σκοταδισμό με στόχο την ολοκλήρωση της εθνικο-δημοκρατικής επανάστασης που ξεκίνησε με την εξέγερση ενάντια στο καθεστώς του Χόσνι Μουμπάρακ. Ο Ελ Χεφναουί επισημαίνει ότι αυτή η επανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί και ότι απλά οι ισλαμιστές αντικατέστησαν τον Μουμπάρακ συμμαχώντας με τις ΗΠΑ και συνεχίζοντας την ίδια νεοφιλελεύθερη και αντιλαϊκή πολιτική. Το στέλεχος του ΚΚ Αιγύπτου αναλύει επίσης την πολιτική κατάσταση στη χώρα του και τους συνεχιζόμενους ταξικούς αγώνες των εργαζομένων για δικαίωση της περσινής επανάστασης, δίνοντας έμφαση στη συγκρότηση του κοσμικού μετώπου της αριστερής συμμαχίας μαζί με φιλελεύθερους και εθνικούς νασσεριστές.
 
Συνέντευξη στον Νικόλα Νικόλα

Με ποια αισθήματα βρεθήκατε στην Κύπρο;

Θέλω να ευχαριστήσω το ΑΚΕΛ για την πρόσκλησή του να συμμετέχουμε στις «Ημέρες Μελέτης» της GUE/NGL στη Λευκωσία. Μας δόθηκε η ευκαιρία να πούμε τις απόψεις μας για την εκρηκτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή και να εκφράσουμε την κάθετη αντίθεσή μας ενάντια στις ιμπεριαλιστικές μεθοδεύσεις και την ξένη εισβολή στην όποια κυρίαρχη χώρα υπό την όποια πρόφαση. Ηταν πολύ σημαντική ευκαιρία για μας επίσης να δούμε από κοντά και να ενημερωθούμε για τη δράση του ΑΚΕΛ και να εκφράσουμε την αλληλεγγύη μας στον αγώνα σας για απαλλαγή από την κατοχή και επανένωση της Κύπρου στη βάση των ψηφισμάτων των ΗΕ.

Ποια είναι σήμερα η πολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο μετά την ανατροπή του Μουμπάρακ και τη νίκη των ισλαμιστών στις εκλογές;

Προτού αναφερθώ στη σημερινή κατάσταση πρέπει να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα σε σχέση με την επανάσταση του λαού ενάντια στο καθεστώς Μουμπάρακ. Από την αρχή της επανάστασής μας, στην πρωτοπορία του αγώνα βρέθηκαν οι αριστερές και δημοκρατικές εθνικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων των κομμουνιστών. Ο λαός γέμισε τις πλατείες και τους δρόμους απαιτώντας την πτώση του Μουμπάρακ και την εγκαθίδρυση ενός νέου δημοκρατικού και κοινωνικά δίκαιου καθεστώτος. Καθυστερημένα οι ισλαμιστές θυμήθηκαν να κινητοποιηθούν και επιδίωξαν να ποδηγετήσουν την επανάσταση και να καρπωθούν τη λαϊκή πάλη ενάντια στο καθεστώς. Οι ισλαμιστές των «Αδερφών Μουσουλμάνων» έκαναν μια κρυφή συμφωνία με την ηγεσία του στρατού για να ανέλθουν στην εξουσία αντικαθιστώντας τον Μουμπάρακ. Μέσα από αυτή τη συμφωνία ανακοινώθηκε ότι μετά την πτώση του Μουμπάρακ η πορεία θα ξεκινούσε άμεσα με εκλογές. Η θέση του ΚΚ και της συμμαχίας της Αριστεράς ήταν αντίθετη. Θα έπρεπε να αρχίσουμε με την αντιπροσωπευτική σύσταση μιας συνταγματικής συνέλευσης, η οποία θα δημιουργούσε ένα νέο σύνταγμα που θα τίθετο στο λαό προς έγκριση. Δημιουργώντας νέες δημοκρατικές δομές θα έπρεπε να οδηγηθούμε σε γενικές εκλογές. Όμως στρατός και ισλαμιστές αρνήθηκαν και έγιναν πρώτα εκλογές.

Οι ισλαμιστές ήταν το πιο οργανωμένο κίνημα στην Αίγυπτο. Δεν είναι απλά ένα κόμμα. Εχουν περίπλοκες δομές και μυστικές ένοπλες δυνάμεις. Στις εκλογές κέρδισαν 76% των εδρών της Βουλής, ενώ οι εθνικές και αριστερές δυνάμεις κέρδισαν 22% με το υπόλοιπο 2% να μένει σε δυνάμεις του προηγούμενου καθεστώτος. Ως ΚΚ Αιγύπτου αρνηθήκαμε να συμμετάσχουμε αφού από θέση αρχής διακηρύτταμε ότι δεν ήταν ορθή η προσφυγή στις κάλπες πριν να συγκροτηθεί το νέο σύνταγμα. Ζητήσαμε από το λαό να απέχει. Αλλες αριστερές δυνάμεις συμμετείχαν στις εκλογές μέσα από τη συμμαχία «Η Επανάσταση συνεχίζεται» και πήραν 9 έδρες.

Μέσα από το νέο κοινοβούλιο εξέλεξαν μια 100μελής συνταγματική επιτροπή με τη συντριπτική πλειοψηφία των ισλαμιστών. Οι δημοκρατικές δυνάμεις προσφύγαμε στο δικαστήριο και ακυρώσαμε ως μη νόμιμη αυτή την επιτροπή. Δημιούργησαν μια νέα επιτροπή στην οποία και πάλι έχουν την πλειοψηφία, αν και μικρότερη. Αυτή η επιτροπή λειτουργεί τώρα αλλά έχουμε προσφύγει ξανά στη δικαιοσύνη και ευελπιστούμε ότι η απόφαση θα είναι εκ νέου ακυρωτική. Είναι πολύ σημαντική για μας η σύνταξη του νέου συντάγματος. Αγωνιζόμαστε για να μην επιτραπεί η συγγραφή ενός θρησκευτικού ισλαμικού συντάγματος.

Πέραν αυτών των διεργασιών, ακολούθησαν οι προεδρικές εκλογές με τις οποίες ανήλθε στην εξουσία ο ισλαμιστής Μοχάμεντ Μόρσι. Δεν επιτρέπουν την αντίθεση στο ισλαμικό πρόγραμμα που προωθεί ό,τι πιο αντιδραστικό και σκοταδιστικό στην Αίγυπτο. Παρόλη την προσπάθειά τους για να μην υπάρξει αντίδραση και αμφισβήτηση έχουμε στην Αίγυπτο καθημερινά δεκάδες απεργίες και διαδηλώσεις στα εργοστάσια, στους δρόμους και έξω από τα Υπουργεία. Επιμένουμε να λέμε ότι οι ισλαμιστές είναι ίδιοι με το καθεστώς Μουμπάρακ και συνεχίζουμε τον αγώνα μας ενάντια στην οικονομική και κοινωνική πολιτική τους. Ακολουθούν την ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική με το προηγούμενο καθεστώς.

Πώς βλέπετε τη στάση των ΗΠΑ ως προς τους ισλαμιστές;

Γνωρίζουμε ότι οι ΗΠΑ υποστηρίζουν τους ισλαμιστές στην Αίγυπτο. Έχουν προωθήσει την αντικατάσταση του συμμάχου τους Μουμπάρακ με τους ισλαμιστές. Εμείς αντιστεκόμαστε σε αυτό και αγωνιζόμαστε καθημερινά ενάντια στους ισλαμιστές. Από την αρχή της επανάστασης, οι Αμερικανοί σε μια κίνηση ελιγμού δήλωσαν ότι ο Μουμπάρακ πρέπει να φύγει. Οι ΗΠΑ δεν αρνήθηκαν την άνοδο των «Αδερφών Μουσουλμάνων» στην εξουσία. Αντίθετα απλά τους έθεσαν κάποιους όρους, πριν ακόμη την πτώση του Μουμπάρακ. Αυτοί οι όροι αφορούσαν τις συμφωνίες της Αιγύπτου με τις ΗΠΑ και την ειρηνευτική συμφωνία με το Ισραήλ. Αμέσως την επόμενη μέρα οι ισλαμιστές διακήρυξαν ότι ουδέποτε θα αμφισβητήσουν αυτές τις συμφωνίες! Μέσα σε μια νύκτα οι «Αδερφοί Μουσουλμάνοι» άλλαξαν μια διαχρονική θέση τους ενάντια στη συμφωνία με το Ισραήλ… Λίγο πριν την επανάσταση οι «Αδερφοί Μουσουλμάνοι» δήλωναν ότι οι «ΗΠΑ είναι ο διάβολος», το «Ισραήλ πρέπει να καταστραφεί» και η συμφωνία πρέπει να ακυρωθεί! Αυτή η σημαντικότατη αλλαγή κατεύθυνσης καταδεικνύει ότι οι ισλαμιστές για να ανέλθουν στην εξουσία δήλωσαν υποταγή στις ΗΠΑ και παραδέχθηκαν ότι χωρίς την έγκριση και την υποστήριξη της Ουάσινγκτον δεν μπορούσαν να πάρουν το κοινοβούλιο.

Δική μας θέση είναι η αναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας με το Ισραήλ. Να κρατήσουμε και να ενισχύσουμε όσα υπερασπίζονται την ασφάλεια του λαού μας και να αλλάξουμε τα αρνητικά που στρέφονται ενάντια στους Παλαιστίνιους. Παράλληλα εμείς αντιστεκόμαστε στις αμερικανικές μεθοδεύσεις και απαιτούμε πραγματική ανεξαρτησία της Αιγύπτου χωρίς τις ΗΠΑ να ποδηγετούν την πατρίδα μας.

Ευρύτερα οι εξεγέρσεις των αραβικών λαών ενάντια σε τυραννικά καθεστώτα έχει αλλάξει κατά πολύ την κατάσταση στην όλη περιοχή. Οι αλλαγές δεν έφεραν αλλαγές στον κοινωνικο-οικονομικό τομέα και στην υπόταξη στον ιμπεριαλισμό, αφού ΗΠΑ και ΕΕ συντάσσονται πλέον με φασιστικές και αντιδραστικές θρησκευτικές δυνάμεις σε Αίγυπτο, Τυνησία, Λιβύη και Υεμένη προς αντικατάσταση των παλιών τους συμμάχων. Οι ίδιες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τώρα στηρίζουν αντιδραστικές ισλαμικές δυνάμεις στη Συρία με εξοπλισμούς και εισαγωγή ξένων τζιχαντιστών στη χώρα.

Τελικά η επανάσταση των Αιγυπτίων πέτυχε, απέτυχε ή συνεχίζεται;

Δεν είναι αλήθεια ότι οι ισλαμιστές έκλεψαν την επανάσταση του λαού. Επιχειρούν να το πράξουν, αλλά ο αγώνας των λαϊκών δυνάμεων συνεχίζεται για να αποτραπεί κάτι τέτοιο.

Αυτοί που λένε ότι η επανάσταση πέτυχε είναι οι ισλαμιστές. Θεωρούν ότι η σημερινή κατάσταση είναι το αποτέλεσμα της εξέγερσης του λαού. Για το ΚΚ η επανάσταση δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι στόχοι μας δεν έχουν υλοποιηθεί. Δεν είναι αρκετή η αντικατάσταση του Μουμπάρακ από τους ισλαμιστές. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα δημοκρατικό κράτος. Η επαναστατική δράση συνεχίζεται καθημερινά στους δρόμους και τις πλατείες για ολοκλήρωση της εθνικής δημοκρατικής επανάστασής μας. Αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο. Στόχος μας για την ώρα δεν είναι η κοινωνική επανάσταση. Προέχει η υπεράσπιση της πραγματικής ανεξαρτησίας και η δημιουργία μιας πραγματικής δημοκρατίας που θα ολοκληρώνει το στάδιο της εθνικο-δημοκρατικής επανάστασης.

Ενας άλλος κίνδυνος που έχουμε να αντιμετωπίσουμε πέραν της απειλής του ισλαμικού κράτους είναι οι μεθοδεύσεις για αξιοποίηση από ξένους και ντόπιους των θρησκευτικών διαχωρισμών. Με όλα αυτά στοχεύουν στο διχασμό του λαού της Αιγύπτου. Τρανταχτό παράδειγμα είναι ότι κάθε φορά που εντείνεται η ταξική πάλη, δημιουργείται τεχνητή ένταση και επεισόδια ανάμεσα σε μουσουλμάνους και κόπτες χριστιανούς. Τα παραδείγματα είναι πολλά και μιλούν από μόνα τους. Οι ισλαμιστές προωθούν το θρησκευτικό σεκταρισμό για να αποφύγουν την κριτική για τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές τους.

Πώς προχωράτε για να αντιμετωπίσετε τους ισλαμιστές;

Πρόσφατα οι αριστερές δυνάμεις ανακοινώσαμε επίσημα τη σύσταση μιας αριστερής συμμαχίας, ενώ βρισκόμαστε σε διάλογο για ένα ευρύτερο μέτωπο με τη συμμετοχή των εθνικών δυνάμεων και των φιλελεύθερων. Στόχος μας είναι να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τους ισλαμιστές στις επόμενες κάλπες. Οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν όταν ολοκληρωθεί το νέο σύνταγμα και εγκριθεί με δημοψήφισμα. Πιστεύουμε ότι οι νέες εκλογές θα γίνουν στους επόμενους 6 με 8 μήνες. Για αυτό προετοιμαζόμαστε για να ενισχύσουμε τη δύναμη των κοσμικών δυνάμεων σε αυτό το μικρό διάστημα.

Πρέπει να πω ότι ήδη έχουμε συμφωνήσει σε ένα κοινό εκλογικό πρόγραμμα για το μέτωπο των κοσμικών δυνάμεων με τη συμμετοχή των πατριωτικών εθνικών δυνάμεων, των φιλελεύθερων και της αριστερής συμμαχίας. Είναι το κοσμικό πρόγραμμα έναντι των ισλαμιστών. Η πρόκληση που έχουμε τώρα μπροστά μας είναι το δύσκολο έργο να διαμοιράσουμε τις θέσεις των υποψηφίων στις κοινές εκλογικές μας λίστες. Μιλάμε για πολλά κόμματα σε κάθε ομάδα ή συνασπισμό που συμμετέχουν σε ένα ακόμη πιο ευρύ τριμερές μέτωπο. Οπότε μιλούμε για μια πολύ περίπλοκη προσπάθεια. Πιστεύω όμως ότι θα πετύχουμε γιατί είναι αναγκαιότητα να αντισταθούμε. Εάν το πετύχουμε θα κατεβούμε μαζί στις εκλογές με στόχο να κερδίσουμε το 40% των εδρών στη Βουλή και κάτι περισσότερο στη γερουσία. Κάτι τέτοιο θα μας επιτρέψει να έχουμε μια καλύτερη ισορροπία δυνάμεων για να αντισταθούμε στους ισλαμιστές.

Ποια είναι η σύσταση της αριστερής συμμαχίας που έχει συμφωνηθεί;

Πέραν από το ΚΚ Αιγύπτου, στην Αίγυπτο έχουμε ακόμη τρία κύρια μαρξιστικά κόμματα. Πρόκειται για το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα Σοσιαλιστικής Λαϊκής Συμμαχίας και το Κόμμα Εθνικής Προοδευτικής Ενότητας (Ταγκάμου). Το Ταγκάμου δημιουργήθηκε το 1977 ως νόμιμη βιτρίνα των κομμουνιστών που ήταν στην παρανομία, αλλά αργότερα συνέχισε τη δράση του χωριστά από το ΚΚ. Αυτά τα τέσσερα κόμματα είναι η ραχοκοκκαλιά του αριστερού «Επαναστατικού Δημοκρατικού Συνασπισμού» που συγκροτήθηκε πριν λίγες μέρες στις 19 Σεπτεμβρίου. Σε αυτό το συνασπισμό συμμετέχουν ακόμη έξι μικρότερα κόμματα.

Αυτά τα δέκα κόμματα μέσα από το συνασπισμό τους είναι για μας το πρώτο βήμα για τη σύσταση ενός ευρύτερου συνασπισμού κοσμικών δυνάμεων με στόχο την ολοκλήρωση της εθνικο-δημοκρατικής επανάστασης. Ως ΚΚ Αιγύπτου πρωτοστατούμε στην προσπάθεια για συνεργασία με τους φιλελεύθερους και τις εθνικές πατριωτικές δυνάμεις.

Ποιοι είναι οι διαχωρισμοί και η φύση των υπόλοιπων δύο συνιστωσών του ευρύτερου δημοκρατικού μετώπου;

Στο στρατόπεδο των φιλελεύθερων υπάρχουν τρία κύρια κόμματα. Το σημαντικότερο είναι το παλαιότερο και σε ιστορία. Πρόκειται για το «Κόμμα Νέα Εκπροσώπηση» που είναι ένα κεντροδεξιό εθνικιστικό κοσμικό κόμμα. Εμείς θέλουμε συνεργασία με τα δύο κόμματα των φιλελευθέρων, αλλά όχι με το τρίτο που ιδρύθηκε πρόσφατα. Θεωρούμε το νέο φιλελεύθερο κόμμα επικίνδυνο και έτοιμο να συνεργαστεί με τους ισλαμιστές ξεγελώντας μας.

Στο δε στρατόπεδο των εθνικών δυνάμεων βρίσκουμε πέντε κυρίως κόμματα των νασσεριστών και των σοσιαλδημοκρατών. Τα πέντε κόμματα έχουν κατορθώσει πρόσφατα να συνενωθούν σε ένα συνασπισμό.

Πρέπει λοιπόν να υλοποιήσουμε αυτό το κοινό μέτωπο αριστεράς, φιλελεύθερων και εθνικών και σε συνεργασία με τα συνδικάτα, το κίνημα των αγροτών και άλλες κοινωνικές οργανώσεις και κινήματα και να ριχθούμε στη μάχη των εκλογών ενάντια στην ισλαμιστική απειλή. Κοινός μας στόχος είναι μια κοσμική Αίγυπτος ενάντια στον ισλαμικό σκοταδισμό.

Οπως έχω αναφέρει προηγουμένως έχουμε συμφωνήσει στο πρόγραμμα και απομένει η συμφωνία για τη συμμετοχή στις εκλογικές λίστες. Εμείς ως ΚΚ Αιγύπτου θέτουμε ως όρο για αυτή τη διαδικασία την ικανότητα των υποψηφίων, την εισήγηση της κάθε υποψηφιότητας από τουλάχιστον ένα άλλο κόμμα πέραν του δικού του και το να γίνει η συμφωνία σε εθνικό επίπεδο. Δηλαδή να υπάρξει συμφωνία όχι μόνο για το κοινοβούλιο, αλλά και για τη γερουσία και για τις τοπικές Αρχές. Ετσι θα λυθούν και τα όποια προβλήματα. Οταν ένα στέλεχος ενός κόμματος έχει απέναντί του στην περιφέρειά του ένα πιο ικανό στέλεχος άλλου κόμματος, τότε θα μπορεί να διεκδικήσει έδρα αντί για τη Βουλή, για τη Γερουσία ή να υπηρετήσει από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ετσι θεωρούμε ότι είναι πιο εύκολο να έχουμε μια διευθέτηση ανάμεσα σε τόσα πολλά διαφορετικά κόμματα.

Ποια είναι η κατάσταση με τη νομιμότητα του ΚΚ Αιγύπτου σήμερα μετά από δεκαετίες παρανομίας;

Το κόμμα μας ιδρύθηκε το 1921 λίγο πριν τερματιστεί η βρετανική κατοχή. Ηταν νόμιμο για τρία χρόνια όταν κηρυχθήκαμε παράνομοι από τη μοναρχική κυβέρνηση. Ο ηγέτης του κόμματός μας συνελήφθη και δολοφονήθηκε. Από το 1924 το ΚΚ λειτούργησε σε αντίξοες παράνομες συνθήκες μέχρι το 1952 χωρίς να λυγίσει. Είχαμε επαφές με προοδευτικούς αξιωματικούς του στρατού για ανατροπή του καθεστώτος και δημιουργία ενός σοσιαλιστικού κράτος. Με το κίνημα του Νάσσερ η συμφωνία αυτή ανατράπηκε και η νομιμότητά μας ήταν πολύ μικρή. Μόλις μερικούς μήνες Το 1958 εξαπολύθηκε μαζική επίθεση ενάντια στα μέλη μας. Συνελήφθηκαν 1000 κομμουνιστές και ρίχθηκαν στα κελιά. Περισσότεροι από 50 κομμουνιστές εκτελέστηκαν. Το 1963 ο Νάσσερ μάς ανακοίνωσε ότι εάν θέλαμε θα έπρεπε να ενταχθούμε στο δικό του κόμμα που ήταν το μόνο νόμιμο στη χώρα. Μερικοί το έπραξαν και άλλοι αρνήθηκαν και συνέχισαν τη δράση του ΚΚ στην παρανομία. Στον πόλεμο του 1967 με το Ισραήλ τα πράγματα χαλάρωσαν κάπως αφού ο Νάσσερ διακήρυξε ότι δεν είναι ώρα για πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά ώρα ενότητας. Δεν διστάσαμε ούτε στιγμή να αγωνιστούμε για την πατρίδα μας και για δύο χρόνια λειτουργήσαμε νόμιμα. Την περίοδο του καθεστώτος του Σαντάτ που ακολούθησε το 1970 εξαπολύθηκε νέα καταδίωξη των κομμουνιστών. Το 1975 αποφασίσαμε να ανασυγκροτήσουμε στην παρανομία το ΚΚ. Οι καταδιώξεις και η παρανομία συνεχίστηκαν και επί του καθεστώτος Μουμπάρακ που διαδέχθηκε τον Σαντάτ. Με το ξέσπασμα της περσινής επανάστασης ανακοινώσαμε δημόσια ότι θα λειτουργούμε πλέον νόμιμα.

Πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχουμε ζητήσει άδεια για να λειτουργούμε ως νόμιμο πολιτικό κόμμα. Είμαστε εδώ, έχουμε τα γραφεία μας, έχουμε την εφημερίδα μας και έχουμε δράση ανάμεσα στους εργαζόμενους και το λαό. Οι ηγέτες μας είναι στο προσκήνιο και δραστηριοποιούνται όπως όλα τα μέλη μας ανοικτά στους αγώνες του λαού μας. Κάποιοι σύντροφοί μας λένε ότι πρέπει να αποταθούμε και επίσημα για να νομιμοποιηθούμε μέσα από αίτημα μας για να πάρουμε άδεια λειτουργίας ως κόμμα. Το ζήτημα είναι ότι για να γίνει αυτό θα πρέπει σύμφωνα με το νόμο να παραδώσουμε μια λίστα με 5000 μέλη μας. Δεν έχουμε πρόβλημα με τον αριθμό των μελών μας που ξεπερνούν τα 5000. Το ζήτημα είναι εάν πρέπει να δώσουμε στον εχθρό τα στοιχεία 5000 μελών μας. Η πρότερη πείρα μας θέτει κινδύνους ότι σε ενδεχόμενη νέα καταδίωξη των κομμουνιστών απλά θα έχουμε παραδώσει στους διώκτες μας 5000 συντρόφους.

Το όλο ζήτημα για το εάν θα αποταθούμε για επίσημη άδεια λειτουργίας, δηλαδή για κρατική αναγνώριση της νομιμότητάς μας, θα τεθεί στο επερχόμενο συνέδριο του ΚΚ Αιγύπτου που θα πραγματοποιηθεί μάλλον τον Ιανουάριο. Εμείς διακηρύσσουμε όμως ότι είτε με αυτό το χαρτί είτε χωρίς αυτό, το ΚΚ είναι νόμιμο μέσα στο λαό και λειτουργεί κανονικά σπάζοντας στην πράξη την πολυετή παρανομία του.

Αναδημοσίευση από Χαραυγή, 21 Οκτωβρίου 2012

Τουρκοκυπριακές προοδευτικές διεκδικήσεις: Μια κυπριακή υπόθεση

Μήνας, Ιανουάριος του έτους 2011. Το μεγάλο πανό με την επιγραφή «Άγκυρα δε θέλουμε τα λεφτά σου, τα οικονομικά σου πακέτα, τους δημόσιους σου υπαλλήλους» έμπαινε στην πλατεία Ινονού στην κατεχόμενη Λευκωσία. Αυτό το πανό, ακολουθούσε ένα άλλο… «Αυτή η χώρα είναι δική μας, εμείς θα την διοικήσουμε», συνοδευόμενα και τα δύο όχι από εκατοντάδες, αλλά από χιλιάδες Τουρκοκύπριων συμπατριωτών μας. Το σκηνικό επαναλήφθηκε με μεγαλύτερη ένταση, τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου.

Η πλειοψηφία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ξαναβρέθηκε στους δρόμους, υψώνοντας τη φωνή της ενάντια στην κατοχική παρουσία της Τουρκίας. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν διαμαρτυρήθηκε για κάποιες «μειωμένες οικονομικές παροχές», όπως έντεχνα προσπάθησαν κάποιοι να πλασάρουν τόσο στην Τουρκία, όσο και στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Αντίθετα, η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βροντοφώναξε ενάντια στην καταρράκωση της αξιοπρέπειας της, ενάντια στον κίνδυνο αφανισμού της, ενάντια στην απειλή να μην γίνεται πλέον διακριτή ως μια πολιτική-κυπριακή κοινότητα. Με λίγα λόγια βροντοφώναξε αυτό που και ο κάθε προοδευτικός Ελληνοκύπριος έχει κρυμμένο στη συνείδησή του: ότι η επίλυση του Κυπριακού, προϋποθέτει την άρση της κατοχής, αλλά και την ισότιμη ανάδειξη των δύο κοινοτήτων ως πρωταγωνιστών στην ιστορία της κοινής τους πατρίδας.

Εάν πρόκειται λοιπόν να εντοπίσουμε σφαιρικά και ολοκληρωμένα τις προοπτικές συμβίωσης 38 χρόνια μετά, θα πρέπει μεταξύ άλλων να εκτιμήσουμε τις εξελίξεις ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μέσα από ένα ορθό ιστορικό πλαίσιο. Κάτι τέτοιο θα μας προσφέρει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε τις ιδεολογικές τάσεις που αναπτύσσονται στα κατεχόμενα, τάσεις που αντανακλούν στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, στην Τουρκία, αλλά και στο ίδιο το Κυπριακό πρόβλημα. Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουμε ακόμα να εντοπίσουμε κοινά αιτήματα και διεκδικήσεις που κρατούν ζωντανή την προοπτική της επανένωσης και της συμβίωσης.

Η εισβολή του 1974 και η μετέπειτα εντατικοποίηση στη δημιουργία χωριστών δομών εξουσίας, ήταν παράγοντας που δημιούργησαν μια νέα κοινωνική πραγματικότητα για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Σε ιδεολογικό επίπεδο, το ψευδοκράτος συνιστούσε από την αρχή ένα εργαλείο για την εγκαθίδρυση της βάσης νομιμοποίησης ενός χωριστού τουρκοκυπριακού λαού, ενώ την ίδια στιγμή νομιμοποιούσε την εισβολή ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Παράλληλα και αντιφατικά, το παράνομο κράτος έδινε μεγαλύτερη δυνατότητα στον Ντενκτάς να ενισχύει την αντίληψη ότι οι Τουρκοκύπριοι ήταν μια προέκταση του τουρκικού έθνους και ο ίδιος εκπρόσωπος τους ενώπιον του τουρκικού κράτους. «Χάρη στο Θεό τώρα έχω το κράτος μου, έχω τη χώρα μου, έχω το λαό μου» αναφώνησε ο Ντενκτάς στις 17 Νοεμβρίου 1983 στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, πιστοποιώντας ακριβώς τα πιο πάνω[1].

Από την άλλη, το ψευδοκράτος επαναοριοθέτησε τον εθνικισμό με τρόπο που να εμποδίζονται όλες οι φυγόκεντρες δυναμικές εκ μέρους της αριστερής αντιπολίτευσης. Οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων μετά την εισβολή λόγω του εποικισμού, η σχετική άνοδος του συνδικαλιστικού κινήματος, καθώς και η διαφοροποίηση στο Κυπριακό που παρουσίαζαν κόμματα όπως το Ρεπουμπλικανικό, ήταν δεδομένα που αμφισβητούσαν το ρόλο του Ντενκτάς, αλλά και το ρόλο της Τουρκίας. Συνεπώς μια «νέα» δομή, μέσα σε ένα επαναοριοθετημένο ιδεολογικό πλαίσιο θα διασφάλιζε την ιδεολογική μονοκρατορία Ντενκτάς και θα απονομιμοποιούσε ως μη εθνικές-ως αντεθνικές, όλες τις άλλες δυνάμεις. 

Σε κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο, η νέα αυτή πραγματικότητα παρήγαγε τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις μέσα από μια δομή «πλιάτσικου» στο επίκεντρο του οποίου ήταν ο διαμοιρασμός των ελληνοκυπριακών περιουσιών. Αυτή η διαδικασία με τη σειρά της αναπαρήγαγε μια συγκεκριμένη τάξη πραγμάτων, μια συγκεκριμένη ισορροπία ισχύος πάνω στα «πολεμικά λάφυρα». Όμως την ίδια στιγμή, η βάση της κοινωνίας αποτελούσε και μια εστία μόνιμης αβεβαιότητας για τους Τουρκοκύπριους, οι οποίοι σταδιακά συνειδητοποίησαν ότι αντί να αρχίσουν μια καινούργια ζωή, συνέχισαν να ζουν εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις αναμνήσεις των Ελληνοκύπριων ιδιοκτητών. Σε αυτό το επίπεδο, βασική συνιστώσα ήταν και ο εποικισμός. Μια πολιτική πράξη που μετατράπηκε άμεσα σε μια απειλητική εξέλιξη για την πολιτική και πολιτισμική ύπαρξη των Τουρκοκυπρίων.

Αποτελεί όμως αναντίλεκτο γεγονός ότι η δημιουργία χωριστών δομών και η λειτουργία τους επί του εδάφους για τόσα πολλά χρόνια, κορύφωσε και μια διαδικασία ανάπτυξης χωριστής τουρκοκυπριακής συνείδησης εξουσίας. Ο βίαιος γεωγραφικός διαχωρισμός του 1974, επιτάχυνε την προηγούμενη διαδικασία οικοδόμησης χωριστών δομών και έστω υπό αντιρρήσεις δημιουργούσε μια απάντηση στην ανάγκη αυτοδιοίκησης των Τουρκοκυπρίων. Σταδιακά το λεγόμενο κράτος, οι θεσμοί, τα σύμβολά του, η εντελώς χωριστή από τους Ελληνοκύπριους κοινωνικό-οικονομική δραστηριότητα, μετατράπηκαν σε καθημερινότητα αλλά και δυναμική ενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων.

Όμως η διεκδίκηση των Τουρκοκυπρίων για αυτοδιοίκηση δεν μπορούσε, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσα από το δημιούργημα της κατοχής. Ο εποικισμός, η βαθιά οικονομική και πολιτική εξάρτηση από την Τουρκία, η αυταρχικότητα της ακροδεξιάς και η παντελώς ελεύθερη δραστηριοποίηση του παρακράτους που κατέπνιγε τις προοδευτικές φωνές, ξεμπροστιάζουν ενώπιον μας μια σημαντική αντίφαση: Ενώ από τη μια το ψευδοκράτος συνέβαλε στην ενίσχυση μιας χωριστής τουρκοκυπριακής συνείδησης εξουσίας, από την άλλη το ίδιο το ψευδοκράτος υπονόμευσε τόσο την συνείδηση όσο και την ταυτότητα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Σήμερα λοιπόν είμαστε μάρτυρες της φωνής εκείνης, η οποία μπροστά στον κίνδυνο αφανισμού της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, εμφανίζεται στο δημόσιο χώρο υπογραμμίζοντας την ανάγκη, την υποχρέωση σεβασμού προς την τιμή και την αξιοπρέπεια των Κυπρίων. Συνεπώς η διεκδίκηση της τιμής και της αξιοπρέπειας των Τουρκοκυπρίων απέναντι στην Τουρκία, είναι διεκδίκηση προοδευτική, δημοκρατική και πάνω από όλα κυπριακή υπόθεση.

Το υποβόσκον μήνυμα των αντιδράσεων των συμπατριωτών μας, έτσι όπως εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια είναι το εξής: οι κατοχικές δομές που υποτίθεται πως δημιουργήθηκαν για να εκφράσουν μια χωριστή εθνική βούληση, ενός χωριστού λαού στην Κύπρο, τούτη την ώρα υποβιβάζουν τους Τουρκοκύπριους σε αριθμητική και πολιτική μειονότητα, ακυρώνουν τη βούληση τους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιδιαίτερα οι μαζικές κινητοποιήσεις του προηγούμενου χρόνου, έχουν το χαρακτήρα της αμφισβήτησης των κατοχικών δομών. Οι κινητοποιήσεις αυτές επανέφεραν στο προσκήνιο τη συνειδητοποίηση ότι ένα χωριστό κράτος στην Κύπρο, μπορεί να αποτελεί κέντρο εξουσίας, όμως δεν είναι ούτε βιώσιμο, ούτε τουρκοκυπριακής «προέλευσης».

Παράλληλα, η κραυγή αγωνίας των διαδηλωτών έχει αμφισβητήσει σε μεγάλο βαθμό τον ακροδεξιάς έμπνευσης λεγόμενο εθνοσωτήριο ρόλο της Τουρκίας. Μπορεί η προοδευτική μερίδα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας να μην έχει εισέλθει σε μια ολοκληρωτική απονομιμοποίηση του 1974, άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο λόγω των προηγούμενων γεγονότων, όμως ξεκάθαρα απονομιμοποιεί την ακραία ιδεολογία του 1974 και όλων αυτών που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα.  

Με βάση τα πιο πάνω, σήμερα φαίνεται ότι μια μεγάλη μερίδα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας προσπαθεί να ανατρέψει τις εθνικιστικές αρχές της τουρκικότητας της κοινότητας. Διεκδικεί να αναγνωρίζεται και να παίρνει τη θέση της ως υποκείμενο στην κυπριακή ιστορία. Διεκδικεί δηλαδή την κυπριακότητα της ταυτότητάς της. Έτσι την ίδια στιγμή, συνειδητά ή ασυνείδητα, διεκδικεί και τον περιορισμό του ρόλου της Τουρκίας στην ίδια την κυπριακή ιστορία. Συνεπώς θα μπορούσαμε να πούμε ότι σήμερα, μια πολύ μεγάλη μερίδα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με την Τουρκία και να ανατρέψει οριστικά την καταπιεστική ισορροπία «διοικητή-διοικούμενου».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε στον ορίζοντα της Κύπρου, κοινά αιτήματα και διεκδικήσεις με την προοδευτική, δημοκρατική μερίδα των Ελληνοκυπρίων. Οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στα κατεχόμενα, τουλάχιστον αυτές που αφορούν στην τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση, θέτουν επί τάπητος ξανά το ζήτημα του να μετατρέψουμε την Κύπρο ξανά στην κοινή πατρίδα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Αυτές οι διαδικασίες υπογραμμίζουν ότι παρά τα προβλήματα και τις απογοητεύσεις, παρά τα πισωγυρίσματα και τα αδιέξοδα, σήμερα 38 χρόνια μετά ακόμα υπάρχουν οι βάσεις πάνω στις οποίες Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μπορούν να χτίσουν το κοινό τους μέλλον. Τα κοινά αιτήματα και διεκδικήσεις των δύο κοινοτήτων, έτσι όπως καταγράφονται, ξεπερνούν τα όρια μιας διευθέτησης νομικού περιεχομένου στο τραπέζι των συνομιλιών. Ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια μιας τυπικής λύσης στο χαρτί. Αυτά τα αιτήματα τονίζουν ότι η πραγματική και ουσιαστική επίλυση του Κυπριακού θα επιτευχθεί όταν η ομοσπονδιακή λύση πέραν από αποδεχτή στο χαρτί, μετατραπεί και σε αναγνωρίσιμη ως μια δημοκρατική και προοδευτική πολιτική διεκδίκηση. Γιατί η ομοσπονδιακή επανένωση του τόπου και του λαού μας, μετά τα τραγικά γεγονότα, ήταν, είναι και θα πρέπει να παραμείνει μια υπόθεση νοοτροπίας, αξιών και οράματος για το μέλλον της κοινής μας πατρίδας.

Μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία η οποία θα κατοχυρώνει τόσο τα ατομικά, όσο και τα συλλογικά δικαιώματα, μια ομοσπονδία που στα πλαίσια της πολιτικής ισότητας θα δημιουργεί κοινά και συνενωτικά πεδία δραστηριοποίησης των Κυπρίων,  είναι σήμερα παρά ποτέ, αναγκαία διεκδίκηση. Μια τέτοια λύση θα ικανοποιήσει τις ανάγκες και τους φόβους των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, θα εγγυηθεί την προστασία της κυπριακής τους ταυτότητας και θα σεβαστεί την εθνοτική τους καταγωγή, θα ανοίξει δρόμους συνεργασίας και θα οικοδομήσει βάσεις για την κοινή δράση του λαού μας.

 

Νίκος Μούδουρος

Το κείμενο αυτό βασίζεται σε ομιλία που κατατέθηκε στην εκδήλωση επαναπροσέγγισης με θέμα «38 χρόνια μετά, δυνατότητες συμβίωσης» της επαρχιακής επιτροπής ΑΚΕΛ Πάφου

22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2012 


[1] Παρατίθεται στο Σία Αναγνωστοπούλου, Τουρκικός Εκσυγχρονισμός, Αθήνα 2004, σ. 219

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ: Συνεργασία, διαξιφισμοί και αντιτιθέμενα συμφέροντα

Ο Οργανισμός με πρωταγωνιστές την Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν διεκδικεί διεθνή ρόλο

Ολοκληρώθηκαν την περασμένη Τρίτη οι εργασίες της 12ης Συνόδου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας που διεξήχθησαν στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, με στόχο την παραπέρα ανάπτυξη των οικονομικών και εμπορικών δεσμών των χωρών – μελών του Οργανισμού, που συμπεριλαμβάνουν επτά ασιατικές χώρες και τρεις ευρασιατικές. Ο συγκεκριμένος Οργανισμός δημιουργήθηκε το 1985 από την Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν για την «προώθηση οικονομικής, τεχνικής και πολιτιστικής συνεργασίας», ενώ μετά τη ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και τη διάλυση του ενιαίου κράτους, εντάχθηκαν σ’ αυτόν το φθινόπωρο του 1992, οι πρώην σοσιαλιστικές Δημοκρατίες του Αζερμπαϊτζάν, του Καζακστάν, του Κιργιστάν, του Τατζικιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Ουζμπεκιστάν όπως επίσης και το Αφγανιστάν.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε η προώθηση των συμφερόντων των μονοπωλιακών ομίλων της κάθε χώρας, με έμφαση στις εμπορικές συναλλαγές και στις ενεργειακές υποδομές, στη δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου έως το 2015, καθώς και στη δημιουργία Περιφερειακού Ταμείου, που θα έχει στόχο την άμεση ανταπόκριση και βοήθεια σε περίπτωση ξαφνικής αλλαγής των τιμών στα τρόφιμα σε μια χώρα. Σημειώθηκε από τους παρευρισκόμενους πως οι βασικοί κίνδυνοι που υπάρχουν στην περιοχή είναι η «τρομοκρατία», η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός, η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και η διακίνηση ναρκωτικών. Καμία αναφορά, τουλάχιστον, με βάση όσα δημοσιεύτηκαν στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, δεν υπήρξε για τη συνεχιζόμενη κατοχή στο Αφγανιστάν, τις αμερικανικές επιθέσεις στο Πακιστάν, τις πιέσεις κατά του Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, ούτε για τη φτώχεια και εξαθλίωση των λαών αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες.

Προτεραιότητα η οικονομική ανάπτυξη

Παίρνοντας το λόγο, ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ, η χώρα του οποίου παρέλαβε την προεδρία του Οργανισμού από την Τουρκία, υποστήριξε πως «η αλληλεγγύη μας, οι κοινές μας προσπάθειες θα μας φέρουν νέα ανάπτυξη, νέα επιτεύγματα, για την ευημερία των λαών μας». Πρόσθεσε πως «δεν θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε πραγματική ανεξαρτησία χωρίς μια ισχυρή οικονομία. Θα είναι δύσκολο να δημιουργήσουμε καλές συνθήκες διαβίωσης χωρίς μια δυναμική οικονομική βάση, σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις στον 21ο αιώνα. Ενας από τους βασικούς στόχους του Οργανισμού είναι η ενθάρρυνση οικονομικής ανάπτυξης στις χώρες μας».

Από τη μεριά του, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε πως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας είναι ένας πολύ σημαντικός οργανισμός για την επέκταση της οικονομικής συνεργασίας των μελών του, καθώς «καλύπτει χώρες που ο συνολικός πληθυσμός τους ξεπερνά τα 400 εκατομμύρια ανθρώπους». Πρόσθεσε πως στη σύνοδο υιοθετήθηκε το σχέδιο δράσης έως το 2015 και αποφασίστηκε να αυξηθεί το εμπόριο κατά 20% ανάμεσα στα κράτη – μέλη. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απόφαση να δοθεί στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, ψευδοκράτος, το καθεστώς του παρατηρητή του οργανισμού. Για την ανάδειξη των προτεραιοτήτων της περιφερειακής οικονομικής συνεργασίας έκανε λόγο και ο υπουργός Εξωτερικών του Αζερμπαϊτζάν, Αλμαρ Μαμεντιάροφ και στην ίδια ρότα κινήθηκε και η ομιλία του Προέδρου του Τατζικιστάν, Εμομάλι Ραχμόν.

Για τα ζητήματα της λεγόμενης «τρομοκρατίας» μίλησαν τόσο ο Πρόεδρος του Πακιστάν Ασίφ Αλί Ζαρντάρι όσο και ο Πρόεδρος του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζάι. Ο δεύτερος, μάλιστα, αναφερόμενος σε οργανώσεις του τύπου «Αλ Κάιντα» έκανε έκκληση στους παρευρισκόμενους να αποτρέπουν τη διακίνηση όπλων και άλλων υλικών που μπορεί να αξιοποιήσουν τρομοκράτες στο Αφγανιστάν. Από τη μεριά του, ο Ιρανός Πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ πρότεινε τη δημιουργία πολιτικού φόρουμ μέσα στον Οργανισμό, ώστε να συντονίζονται οι ενέργειες σε διεθνές επίπεδο, να βοηθιούνται οι χώρες – μέλη να επιλύουν τις διαφορές τους.

Συνάντηση Ερντογάν – Αχμαντινετζάντ

Στο περιθώριο της Συνόδου πραγματοποιήθηκαν διάφορες διμερείς συναντήσεις. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν αυτή του Ερντογάν με τον Αχμαντινετζάντ την περασμένη Τρίτη όπου συζήτησαν για τις εξελίξεις στη Συρία και αντάλλαξαν απόψεις σχετικά με την πρόσφατη επίσκεψη του ειδικού απεσταλμένου του Αραβικού Συνδέσμου – ΟΗΕ Λακχντάρ Μπραχίμι όσο και τη δημιουργία νέου διαύλου επικοινωνίας μέσω των υπουργείων Εξωτερικών της Τουρκίας και του Ιράν για την εντατικοποίηση του διαλόγου και τη συνεργασία για τη λήξη της αιματοχυσίας στη Συρία. Ο Ερντογάν πρότεινε τη δημιουργία τριμερούς μηχανισμού, για να ασχοληθεί με τις συγκρούσεις της Συρίας, που μπορεί να αποτελείται, όπως είπε, από την Τουρκία, το Ιράν και την Αίγυπτο, ή την Τουρκία, το Ιράν και τη Ρωσία. Από τη μεριά του, ο Αχμαντινετζάντ υποστήριξε πως η καλύτερη λύση στο πρόβλημα είναι η διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών.

Συνεργασία και ανταγωνισμοί

Η συνεργασία αυτών των χωρών στα πλαίσια του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας αποτελεί μέρος του σχεδίου των κυρίαρχων δυνάμεων να εξασφαλίσουν παραπέρα κέρδη για το κεφάλαιο, σε βάρος των λαών τους. Ωστόσο, υπάρχουν και ανταγωνισμοί και διαξιφισμοί ανάμεσα στις ίδιες χώρες, τόσο όσον αφορά τον ενεργειακό πλούτο της περιοχής της Κασπίας Θάλασσας, που περιβάλλεται από πέντε χώρες (Αζερμπαϊτζάν, Ιράν, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν και Ρωσία), όσο και για την προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων.

Πρόσφατα (14/10) ο «Ριζοσπάστης» είχε δημοσιεύσει άρθρο όπου αναδεικνύονται τα συμφέροντα των διάφορων χωρών της περιοχής για τον πλούτο της Κασπίας, όπου, όπως σημειώνεται «κάτω από τα 371 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα που καταλαμβάνουν τα νερά της Κασπίας υπολογίζεται πως βρίσκονται 10 δισεκατομμύρια τόνοι πετρελαίου, ενώ οι ποσότητες φυσικού αερίου μετριούνται σε δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα».

Η Κασπία αποτελεί σημαντικό δίαυλο μεταφοράς από την Κεντρική Ασία προς την Ευρώπη, από τη Ρωσία και το Καζακστάν προς την περιοχή του Περσικού. Το καθεστώς της Κασπίας δεν έχει ξεκαθαριστεί, παρ’ όλο που υπάρχουν διάφορες διμερείς συμφωνίες (Ρωσία, Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν), οι οποίες όμως δεν αναγνωρίζονται από το Ιράν και το Τουρκμενιστάν. Ιδιαίτερης σημασίας για την ευρύτερη περιοχή είναι και οι αμερικανο-ισραηλινές απειλές κατά του Ιράν, αλλά και η ένοπλη σύγκρουση στη γειτονική Συρία και η θέση που παίρνει κάθε χώρα – μέλος του Οργανισμού. Δεν είναι τυχαίο πως στην περιοχή της Κασπίας υπάρχει έντονη στρατιωτικοποίηση με στρατιωτικά γυμνάσια (Τουρκμενιστάν, Ρωσία), ισχυρούς στρατιωτικούς στόλους (Ιράν, Ρωσία, Καζακστάν), αλλά και ανάπτυξη ξένων στρατιωτικών σταθμών – βάσεων, όπως αυτής στο Αζερμπαϊτζάν με τη δημιουργία 7 αμερικανικών σταθμών ραντάρ.

Αναδημοσίευση από Ριζοσπάστη, 20 Οκτωβρίου 2012

Αποκάλυψη των «μηδενικών προβλημάτων»

Στα δεξιά της κύριας εισόδου του παλατιού Τόπκαπι στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει η επιγραφή «Η σκιά του Θεού (δικαιοσύνης) στη γη». Στα αριστερά της κύριας εισόδου αναγράφεται το εξής «Το καταφύγιο των καταπιεσμένων». Οι συγκεκριμένες επιγραφές του οθωμανικού παλατιού παραπέμπουν ευθέως σε μια αυτοκρατορικού, επεκτατικού τύπου αντίληψη για «τη δικαιοσύνη και το ήθος», τη διάδοση των οποίων ανέλαβε πριν μερικούς αιώνες η Υψηλή Πύλη. Σήμερα οι επιγραφές αυτές φαντάζουν επίκαιρες όσο ποτέ προηγουμένως, τοποθετούμενες στα ευρύτερα ιδεολογικά πλαίσια της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Όμως σε μια προσπάθεια ερμηνείας των αδιεξόδων που προκαλεί σήμερα η τουρκική εξωτερική πολιτική και των συνεπειών που έχουν για την πατρίδα μας, θα ήταν λάθος να χρησιμοποιηθεί ως μοναδικό πλαίσιο αυτό που πολλοί ονόμασαν ως «νεο-οθωμανισμό». Μάλιστα χωρίς να δίνεται συγκεκριμένο περιεχόμενο στον όρο. Εάν ο στόχος είναι να μελετηθούν σφαιρικά τα δομικά προβλήματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής τότε θα πρέπει μεταξύ άλλων να αποκωδικοποιηθεί η βασική κοσμοαντίληψη του πολιτικού Ισλάμ, το οποίο κυβερνά την Τουρκία τα τελευταία χρόνια.

Εκείνο που διεκδικεί σε πρώτο πλάνο η Τουρκία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης είναι η αναδιαμόρφωση των παγκόσμιων δομών με τρόπο που αυτές να συμπεριλάβουν τον ισλαμικό πολιτισμό και τη γεωγραφία του. Δηλαδή το μέρος εκείνο του κόσμου που η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να εκπροσωπήσει. Αυτός ο στόχος αποτελείται από δύο βασικούς άξονες. Στον πρώτο άξονα, η Άγκυρα στοχεύει σε μια καινούργια «ανάγνωση» της παγκόσμιας ιστορίας έτσι που να αντικατοπτρίζει τις νέες ισορροπίες ισχύος του 21ου αιώνα. Με λίγα λόγια διεκδικεί όπως ο ισλαμικός πολιτισμός και η Ανατολή να αναδειχθούν ως ένα κομμάτι του σύγχρονου οικουμενικού πολιτισμού. «Το παρελθόν της ανθρωπότητας δεν αποτελείται μόνο από την Ευρώπη και την Αμερική. Οι άνθρωποι από την Ασία, την Αφρική, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και τη Λατινική Αμερική, έχουν το δικαίωμα να πάρουν τη θέση τους στη διήγηση της ιστορίας», υπογράμμιζε ο Έρντογαν πρόσφατα στη Σύνοδο του Παγκόσμιου Φόρουμ Κωνσταντινούπολης.

Στο δεύτερο άξονα, η Τουρκία διεκδικεί να ενσωματώσει τον ισλαμικό κόσμο, τουλάχιστον το κομμάτι που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί, στις παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες. Στο σημείο αυτό, κρύβεται η βαθιά πεποίθηση ότι η Δύση δεν αποτελεί πλέον το κέντρο του κόσμου. Η βιομηχανική παραγωγή και το εμπόριο, συνεπώς και ένα σημαντικό κομμάτι του διεθνούς κεφαλαίου, μετακινείται προς την Ανατολή, παρασύροντας τις ισορροπίες ισχύος και δημιουργώντας νέα κέντρα εξουσίας στην «πρώην περιφέρεια». Καθόλου τυχαία λοιπόν, τα τελευταία χρόνια η Τουρκία τονίζει την ανάγκη για αλλαγή της δομής του ΟΗΕ, δείχνοντας ως καλύτερο παράδειγμα την σύνοδο των G-20. Συνεπώς εκείνο που διεκδικεί η Άγκυρα δεν είναι η ανατροπή του περιεχομένου των διεθνών σχέσεων και της οικονομίας, αλλά η διεύρυνσή του με την ενσωμάτωση του ισλαμικού κόσμου.

Οι δύο αυτοί βασικοί άξονες δεν έμειναν στο θεωρητικό επίπεδο. Αντίθετα, κάτω από το σύνθημα των «μηδενικών προβλημάτων», η Τουρκία επιδίωξε να τους θέσει σε εφαρμογή ιδιαίτερα στην πρώην οθωμανική γεωγραφία: Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Βαλκάνια. Δηλαδή σε μια συγκεκριμένη περιοχή που θεωρεί ότι διαθέτει ιστορικές και πολιτισμικές προσβάσεις. Διαμέσου της λεγόμενης ήπιας δύναμης (soft power) η τουρκική κυβέρνηση επιδίωξε να καταργήσει όλα τα εμπόδια για την εξαγωγή του «δικού της» μοντέλου κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού, αυξάνοντας την νομιμοποίηση των πράξεών της: Η στρατιωτική επιβολή, έδωσε τη θέση της στη δημόσια διπλωματία και στην «αγοραπωλησία» ενός «τουρκικού ονείρου» στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Στο σημείο αυτό γεννήθηκαν οι αντιφάσεις. Το δόγμα των μηδενικών προβλημάτων δεν ήταν ένα δόγμα ειρήνευσης με τους γείτονες, αλλά ένα εργαλείο μεγιστοποίησης επιρροής. Οι ανακατατάξεις στην περιοχή, αλλά και η αλαζονεία που χαρακτηρίζει την Άγκυρα φαίνεται πλέον να υψώνουν νέα εμπόδια με αποτέλεσμα, μετά την «ήπια δύναμη» να εμφανίζεται τώρα η «σκληρή» στρατιωτική έκφραση στην τουρκο-συριακή μεθόριο.

Δυστυχώς οι ανταγωνισμοί στην περιοχή φαίνεται να βαθαίνουν. Πέραν και έξω από τα πλαίσια που προσπαθούν να επιβάλουν οι «επίσημες» ανακοινώσεις, επί του εδάφους διεξάγεται ένας ακήρυχτος πόλεμος, θύματα του οποίου είναι για μια ακόμα φορά οι λαοί της περιοχής. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, χρειάζεται μεγαλύτερη ένταση στην προσπάθεια κατανόησης των κυρίαρχων αντιλήψεων στην Τουρκία σήμερα. Κάτι τέτοιο θα προσφέρει και στην προσπάθεια αποκάλυψης των πολύπλοκων διαδικασιών που επικρατούν στα κατεχόμενα, συμβάλλοντας θετικά στην επιδίωξη επανένωσης του τόπου και του λαού μας.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσίευση: Καθημερινή Κύπρου, Cyprus News (http://cyprusnews.eu/)
21 Οκτωβρίου 2012

Η θέση της Τουρκίας στο παγκόσμιο σύστημα

Του Οικονομολόγου Μαχφί Εγιλμέζ

«Βλέποντας τη θέση της Τουρκίας στο παγκόσμιο σύστημα, μπορεί κάποιος χρησιμοποιώντας μερικούς οικονομικούς δείκτες, να κάνει διάφορες συγκρίσεις. Μέσα από αυτό το άρθρο προσπάθησα να κάνω μια περιεκτική σύγκριση. Σε αυτές τις συγκρίσεις ο αριθμός των χωρών δεν είναι ο ίδιος. Ο λόγος είναι διότι από μερικές χώρες δεν υπήρχαν πληροφορίες ή δεδομένα για όλα τα θέματα σύγκρισης. Τα δεδομένα δε που χρησιμοποιήθηκαν στις συγκρίσεις είναι τα πιο πρόσφατα. Σε μερικά θέματα όμως, μπορεί να υπάρχουν μερικές διαφορές. 
 
Σε  σύνολο 227 χωρών από άποψη Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π.), η Τουρκία καταλαμβάνει την 17η θέση. Βάσει αυτού η Τουρκία συγκαταλέγεται μεταξύ των πλουσιοτέρων οικονομιών του κόσμου.
 
Αναφορικά με το κατά κεφαλήν εισόδημα, η Τουρκία σε σύνολο 226 χωρών καταλαμβάνει την 86η θέση. Βλέποντας αυτό μπορούμε να πούμε ότι το ατομικό εισόδημα κάποιου στην Τουρκία βρίσκεται σε μια μέση κατάσταση.
 
Όσον αφορά το ρυθμό ανάπτυξης του Α.Ε.Π., σε σύνολο 226 χωρών, η Τουρκία βρίσκεται στη 15ηθέση. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η οικονομία της Τουρκίας βρίσκεται μεταξύ των πιο ραγδαία αναπτυσσομένων οικονομιών.
 
Όσον αφορά τον πληθυσμό, σε σύνολο 238 χωρών η Τουρκία βρίσκεται στη 17η θέση. Δεν είναι λάθος να πούμε ότι ο πληθυσμός της Τουρκίας είναι μεγάλος.
 
Ωστόσο, σε ότι αφορά το ρυθμό αύξησης του πληθυσμού, η Τουρκία σε σύνολο 230 χωρών παρουσιάζεται στην 98η θέση. Φαίνεται δηλαδή ότι η Τουρκία άρχισε να ελέγχει τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού.
 
Όσον αφορά τον μέσο όρο ζωής, η Τουρκία σε σύνολο 221 χωρών βρίσκεται στην 125η θέση. Σε αυτό το θέμα η Τουρκία έχει να καλύψει μεγάλη απόσταση.

Όσον αφορά το δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης (αποτελεί συγκερασμό τριών δεικτών), η Τουρκία σε σύνολο 187 χωρών καταλαμβάνει την 92η θέση. Η Τουρκία είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση όσον αφορά την ανθρώπινη ανάπτυξη.
 
Η Τουρκία καταλαμβάνει την 152η θέση από τις 222 χώρες με τον πιο ψηλό πληθωρισμό (ξεκινώντας από τον χαμηλότερο και καταλήγοντας στον ψηλότερο πληθωρισμό). Υπάρχουν δηλαδή 151 χώρες με ψηλότερο και 70 χώρες με χαμηλότερο πληθωρισμό. Παρ’ όλες τις προσπάθειες, η Τουρκία ακόμα δεν έχει καταφέρει να επιτύχει κάποια σημαντική και μόνιμη επιτυχία όσον αφορά στο θέμα του πληθωρισμού.
 
Τοποθετώντας τις 136 χώρες σύμφωνα με την ανισότητα στην κατανομή των εσόδων (αρχίζοντας από τη μεγαλύτερη ανισότητα και καταλήγοντας στη μικρότερη), η Τουρκία βρίσκεται στην 59η θέση με την χειρότερη κατανομή εσόδων. Δηλαδή υπάρχουν 58 χώρες με χειρότερη κατανομή εσόδων και 77 χώρες με καλύτερη κατανομή εσόδων από την Τουρκία. Η Τουρκία χρειάζεται να διανύσει αρκετή απόσταση ακόμα μέχρι να μπορέσει ρυθμίσει την κατανομή των εσόδων της.
 
Όσον αφορά το ποσοστό ανεργίας, η Τουρκία καταλαμβάνει την 108η θέση από 200 χώρες (αρχίζοντας από το πιο ψηλό ποσοστό και καταλήγοντας στο πιο χαμηλό ποσοστό ανεργίας). Δηλαδή 107 χώρες έχουν χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας και 92 χώρες έχουν ψηλότερο ποσοστό. Αν και η Τουρκία το τελευταίο διάστημα έχει κάνει κάποια θετικά βήματα στο θέμα της ανεργίας, ο χρόνος είναι αυτός που θα δείξει πόσο θα διαρκέσει αυτό.
 
Όσον αφορά στην εξισορρόπηση του προϋπολογισμού, η Τουρκία καταλαμβάνει την 67η θέση από τις 212 χώρες (αρχίζοντας από την καλύτερη και καταλήγοντας στη χειρότερη εξισορρόπηση). Δηλαδή 66 χώρες έχουν καλύτερα εξισορροπημένο και 145 έχουν χειρότερα εξισορροπημένο προϋπολογισμό. Παρά το γεγονός ότι η μεγαλύτερη επιτυχία της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια είναι η διατήρηση ενός πειθαρχημένου προϋπολογισμού η όσον το δυνατόν μεγαλύτερη αύξηση εσόδων παράλληλα με τον όσον το δυνατόν μεγαλύτερο περιορισμό των εξόδων), υπάρχουν ακόμα 66 χώρες οι οποίες βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 81η θέση στον κατάλογο των 145 χωρών από απόψεως όγκου του δημόσιου χρέους.
 
Η Τουρκία καταλαμβάνει την 134η θέση από τις 163 χώρες στον κατάλογο που αφορά τις δαπάνες για την παιδεία (από τις πολλές στις λίγες). Είναι ξεκάθαρο ότι ένα από τα θέματα, στο οποίο είμαστε αδύνατοι και πρέπει να κάνουμε περισσότερα βήματα, είναι ο τομέας της παιδείας.
 
Η Τουρκία καταλαμβάνει την 14η θέση από τις 172 χώρες στον κατάλογο που αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες.13 χώρες δαπάνησαν περισσότερα από την Τουρκία στον τομέα αυτό και 158 χώρες λιγότερα από αυτήν. Αν και υπάρχει ειδικός λόγος, δεν είναι ορθό να δαπανείς περισσότερα στον τομέα των εξοπλισμών και λιγότερα στον τομέα της παιδείας.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 74η θέση στον τομέα της καινοτομίας σε σύγκριση με άλλες 140 χώρες. Φαίνεται από εδώ ότι οι Τούρκοι υστερούν στον τομέα της καινοτομίας.
 
Στην ταξινόμηση 192 χωρών από απόψεως σταθερότητας, η Τουρκία βρίσκεται στην 191η θέση. Αυτό καταδεικνύει συνοπτικά την κατάσταση και ότι όλοι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να εξευρεθούν λύσεις.  Η Τουρκία θα πρέπει να ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 32η  θέση ανάμεσα σε 222 χώρες στον τομέα των εξαγωγών.  
 
Στον τομέα των εισαγωγών η Τουρκία βρίσκεται στην 22η θέση σε 222 χώρες
 
Σχετικά με τα συναλλαγματικά αποθέματα και τα αποθέματα χρυσού, η Τουρκία βρίσκεται στην 26η θέση, ανάμεσα σε 160 χώρες, (από την ψηλότερη στη χαμηλότερη θέση). Υπάρχουν 25 χώρες των οποίων τα συναλλαγματικά αποθέματα και τα αποθέματα χρυσού βρίσκονται σε υψηλότερη θέση από αυτά της Τουρκίας και 134 χώρες των οποίων η οικονομία τους είναι ασθενέστερη από την Τουρκία. Παρόλο που η Τουρκία έχει ένα αρκετά υψηλό αριθμό αποθέματος, ο αριθμός αυτός δεν θεωρείται ικανοποιητικός και στόχος της Τουρκίας είναι η αύξηση των αποθεμάτων.
 
Όσον αφορά το ύψος του εξωτερικού χρέους, η Τουρκία βρίσκεται στην 29η θέση, ανάμεσα σε 204 χώρες (από το ψηλότερο στο χαμηλότερο εξωτερικό χρέος). Το εξωτερικό χρέος 28 χωρών είναι μεγαλύτερο από εκείνο της Τουρκίας και 175  χωρών είναι μικρότερο. Το γεγονός ότι η Τουρκία, η οποία φαίνεται να έχει επιλύσει το πρόβλημα του δανεισμού της, βρίσκεται στην 29η θέση όσον αφορά το εξωτερικό χρέος, καταδεικνύει ότι υπάρχει αρκετός δρόμος που θα πρέπει να διανυθεί και στον τομέα αυτό.
 
Όσον αφορά τη διεθνή ανταγωνιστική δύναμη, η Τουρκία βρίσκεται στην 43η θέση, σε σύνολο 144 χωρών (από την ψηλότερη στην χαμηλότερη θέση). Η διεθνής ανταγωνιστική δύναμη 42 χωρών είναι μεγαλύτερη από την Τουρκία, ενώ 101 χωρών είναι μικρότερη. Σχετικά με τη διεθνή ανταγωνιστική δύναμη, η Τουρκία τα τελευταία χρόνια προχώρησε αρκετά, ωστόσο πρέπει να συνεχίσει, αυξάνοντας περισσότερο τις προσπάθειές της αυτές.             
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 23η θέση, σε σύνολο 134 χωρών, σε ότι αφορά το μέγεθος του σιδηροδρομικού δικτύου. Υπάρχουν δηλαδή 22 χώρες που έχουν μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δίκτυο από την Τουρκία και 111 χώρες που έχουν μικρότερο. Οι επενδύσεις στον τομέα αυτό παρουσίασαν ύφεση για ένα διάστημα, όμως σήμερα επανήλθαν στο παγκόσμιο προσκήνιο, στο πλαίσιο των γρήγορων τρένων. Η συνέχιση των επενδύσεων στους σιδηρόδρομους καθίσταται αναγκαία.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 19η θέση, σε σύνολο 221 χωρών, σε ότι αφορά το μέγεθος του οδικού δικτύου που υπάρχει στη χώρα. Υπάρχουν δηλαδή 18 χώρες που έχουν μεγαλύτερο οδικό δίκτυο από την Τουρκία και 202 χώρες που έχουν μικρότερο. Το οδικό δίκτυο δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως η εναλλακτική επιλογή του σιδηροδρομικού δικτύου.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 18η θέση, σε σύνολο 156 χωρών, σε ότι αφορά τον εμπορικό στόλο που διαθέτει η χώρα. Υπάρχουν δηλαδή 17 χώρες που διαθέτουν μεγαλύτερο εμπορικό στόλο και 138 χώρες που διαθέτουν  μικρότερο. Εάν ληφθεί υπόψη ότι η Τουρκία αποτελεί μια χώρα που περιβρέχεται από θάλασσα, τότε φαίνεται ότι υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος να διανυθεί στον τομέα αυτό. 
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 21η θέση, σε σύνολο 215 χωρών, σε ότι αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Υπάρχουν δηλαδή 20 χώρες που παράγουν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από την Τουρκία και 194 χώρες που παράγουν λιγότερη. Αυτό είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά δεδομένα για την Τουρκία και αποτελεί επίσης και μια σημαντική απόδειξη για τη βιομηχανική εξέλιξη της χώρας.
 
Σ’ ότι αφορά τον αριθμό χρηστών κινητής τηλεφωνίας, η Τουρκία βρίσκεται στην 21ηθέση μεταξύ 218 χωρών. Οι χρήστες κινητής τηλεφωνίας σε 20 χώρες είναι πιο πολλοί από ότι στην Τουρκία, ενώ σε 197 χώρες είναι λιγότεροι από ότι στην Τουρκία. Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί το πλέον γνωστό δεδομένο.
 
Σ’ ότι αφορά τον αριθμό χρηστών διαδικτύου, η Τουρκία βρίσκεται στην 15ηθέση μεταξύ 216 χωρών. Ο αριθμός των χρηστών διαδικτύου σε 14 χώρες είναι μεγαλύτερος από αυτόν στην Τουρκία, ενώ σε 201 χώρες ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος από ότι στην Τουρκία. Πιστεύω ότι και αυτό αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά δεδομένα. Είμαι της άποψης ότι πρέπει να διερευνηθεί από κοινωνιολογικής απόψεως η θέση της Τουρκίας στις πρώτες θέσεις σ’ ότι αφορά τη χρήση κινητής τηλεφωνίας και διαδικτύου».
 
 

Από την διαδικτυακή εφημερίδα Τ24, 6.9.2012
http://t24.com.tr

Κάτι αλλάζει στο φαντασιακό της «Ταχρίρ»

Από τη Λιβύη στο Μπαχρέιν, οι αραβικές κινητοποιήσεις αποκτούν εσωτερικές διαφοροποιήσεις

Οι συγκρούσεις, την Παρασκευή 12/10, στην πλατεία Ταχρίρ ήταν σημαντικές, ιδιαίτερα για τον συμβολισμό τους. Εκείνη την ημέρα συγκλίνουν στην πλατεία δυο πορείες: την μια την οργάνωναν αριστερές και κοσμικές ομάδες – όπως το κίνημα της 6ηςΑπριλίου – ενώ από την άλλη ήταν οι οπαδοί της μουσουλμανικής αδελφότητας. Το αίτημα ήταν κοινό – διαμαρτύρονταν γιατί το δικαστήριο είχε αποφασίσει την αθώωση των κατηγορούμενων για επίθεση στους διαδηλωτές το 2011, κατά την διάρκεια των κινητοποιήσεων για ανατροπή του Μουμπάρακ. Σύντομα, όμως, οι δυο συγκεντρώσεις εξελίχθηκαν σε ανοιχτή αντιπαράθεση, φέρνοντας στην επιφάνεια το ρήγμα που όλο και βαθαίνει ανάμεσα στους κοσμικούς και τους ισλαμιστές. Τα συνθήματα που ενόχλησαν ιδιαίτερα τους ισλαμιστές είχαν ακριβώς να κάνουν με τον νέο ηγέτη της χώρας και την υπακοή του στους «πνευματικούς ηγέτες» της αδελφότητας.

Τα σύμβολα της αντιπαράθεσης ήταν ενδιαφέροντα, επίσης: από την μια ένα πλήθος ντυμένο κοσμικά και από την άλλη το συντηρητικό πλήθος των ισλαμιστών με τις μαντίλες. Και στο πρώτο πλήθος, κυκλοφορήσαν και οι φωτογραφίες του Νάσερ. Η αντιπαράθεση του Μορσι με τον Γ. Εισαγγελέα κατέληξε σε ήττα του προέδρου. Μετά από την στήριξη του Γ. Εισαγγελέα από τους δικαστές και την κατακραυγή ότι ο Μόρσι προσπαθούσε να επιβάλει τις απόψεις του, ο ηγέτης της μουσουλμανικής αδελφότητας αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Οι συγκρούσεις στην Ταχρίρ έδειχναν ότι ακόμα και όσοι θεωρούσαν ένοχους τους κατηγορούμενους δεν συμφωνούσαν, πια, με το Μόρσι. Είναι αυτή η επανεμφάνιση της κοσμικής αριστεράς που ενδεχομενως να σηματοδοτήσει τις επόμενες εξελίξεις.

Ανάλογα, σε σχέση με τις διαφοροποιήσεις, σε άλλο μοτίβο είχαμε και στη Λιβύη. Το κοινοβούλιο που εκλέγηκε το καλοκαίρι διαφημίστηκε μεν στα Δυτικά ΜΜΕ, ότι δεν χαρακτηρίζονταν από την επικράτηση των ισλαμιστών – όπως την Αίγυπτο και την Τυνησία. Όμως, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες για σύσταση «κυβέρνησης», οι ισλαμιστές που είχαν πάρει πολύ λιγότερους ψήφους, φάνηκαν να έχουν το πάνω χέρι μέσα από εξαγορές και τοπικές συμμαχίες, αφού η μεγάλη πλειοψηφία όσων εκλέγηκαν ήταν ουσιαστικά ανεξάρτητοι, με στόχο, είτε την προσωπική τους ανέλιξη, είτε την αντιπροσώπευση των κοινοτήτων τους. Και σε αυτό το πλαίσιο, τα χρήματα του Κατάρ έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αλλαγή ισορροπιών. Αυτό οδήγησε ουσιαστικά στον αποκλεισμό των υποτιθέμενων κοσμικών του πρώην ηγέτη της αντιπολίτευσης – και όρων υπουργού του Καντάφι -] Τζιμπρίλ.

Αυτό, όμως, κράτησε και πάλιν πολύ λίγο. Καθώς, η κατάσταση στη χώρα παραμένει ανεξέλεγκτη με τους ενόπλους, εμφανίστηκαν δυο νέα ζητήματα: ένοπλοι από τη Μισράτα απειλούσαν να επιτεθούν στην κανταφική πόλη Bani Walid, ενώ διαμαρτυρόμενοι από μια άλλη δυτική πόλη, την Ζαουϊγια, εισέβαλαν στη συνέλευση των αντιπρόσωπων, απαιτώντας να ξαναγινεί η κατανομή των υπουργείων. Τελικά, απορρίφθηκε όχι μόνο η εισήγηση για υπουργούς, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Την, Κυριακή επιλέγηκε άλλος. Στη Δύση μπορεί να θεωρούν την Λιβύη, ήδη ένα αποτυχημένο κράτος – με τεράστιο πλούτο όμως που χρειάζεται «διαχείριση» –  αλλά μέρος του ζητήματος είναι ότι οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις (κανταφικών και αντικανταφικών, κοσμικών και ισλαμιστών) θα συνεχίσουν να διαπλέκονται με τα τοπικά, ιστορικά, αλλά και τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα και δυναμικές δημιουργώντας ένα κοκτέιλ το οποίο η Δύση, μάλλον, δεν θα μπορεί να ελέγχει εύκολα – όπως φαίνεται, ήδη, στο Μάλι και όπως φάνηκε με την δολοφονία του αμερικανού πρέσβη στη Βεγγάζη.

Ήδη, η απογοήτευση ενός Γάλλου, μέλους του διπλωματικού σώματος είναι εκφραστική.

http://www.counterpunch.org/2012/10/09/the-hijacking-of-libyan-democracy/

Οι ανησυχίες, πάντως, για τις διαφοροποιήσεις δεν εστιάζουν μόνο στην βόρεια Αφρική. Ήδη, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εκδώσαν και ανακοίνωση, ότι συνέλαβαν ισλαμιστές και η βασική τους θέση, που αντικατοπτρίζει και την θέση των Σαουδαράβων, είναι ότι η μουσουλμανική αδελφότητα δεν εκπροσωπεί το «σωστό Ισλάμ» και ότι είναι επικίνδυνη για τους «θεσμούς» – εννοεί τη μοναρχία. Έτσι, καθώς, απλώνονται οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε κοσμικούς/αριστερούς και ισλαμιστές, η παράμετρος των εσωτερικών συγκρούσεων στο ίδιο το ισλαμικό κινημα/χωρο αρχίζει να αναδύεται, επίσης.

Ήδη, στο Μπαχρέιν όπου το 70% του πληθυσμού είναι σιήτες που διοικούνται από ένα σουνίτη βασιλιά, οι κινητοποιήσεις  συνεχίζονται, παρά την καταστολή. Και εκεί, βέβαια, εκτός από τις ενδοισλαμικές διαφωνίες υπάρχει και η γεωπολιτική αντιπαράθεση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας.

Αναδημοσίευση από Δεφτερη Ανάγνωση, 16.10.2012

www.defterianaynosi.com
 

Στο «βούρκο» της Μέσης Ανατολής

Η Άγκυρα προσπαθεί, αλλά το γεωπολιτικό πλαίσιο δεν φαίνεται να βοηθά: η συριακή εκστρατεία σε αδιέξοδο

 
Ο Economist το παραδέχθηκε στην έκδοση αυτής τη εβδομάδας: no sidelooks set to win soon – καμιά πλευρά δεν φαίνεται να μπορεί να νικήσει σύντομα. Αυτό, όμως για την Δύση είναι μάλλον μια απογοητευτική διαπίστωση μετά τις θριαμβολογίες και τις τόσες θεαματικές προσπάθειες. Η ίδια η επιχείρηση των επιθέσεων στη Δαμασκό και το Χαλέπι το καλοκαίρι κρίνεται από πολλούς, όχι απλώς ως αποτυχημένη, αλλά και ως αιτία υποχώρησης: η αντιπολίτευση αναγκάστηκε να βασιστεί στους ξένους ισλαμιστές, οι οποίοι δημιούργησαν ένα έντονο φόβο στο εσωτερικό της Συρίας, τόσο με την πρακτική τους, όσο και τις προοπτικές της χώρας σε περίπτωση νίκης της αντιπολίτευσης. Από την άλλη, το «καθεστώς» έδειξε ανθεκτικότητα και είναι σαφές ότι, παρά τις μάχες σε μερικές περιοχές, η ελπίδα των δυτικών και των μοναρχιών του κόλπου για γρήγορη και θεαματική νίκη, φαίνεται να προσκρούει σε ένα τείχος αντίστασης – το οποίο φαίνεται να μπορεί να συμβαδίσει, ενδεχομένως και με ευρύτερες τάσεις στην περιοχή. Οι εξελίξεις της εβδομάδας ήταν χαρακτηριστικές.

Η πιο θεαματική ήταν επίσκεψη του πρωθυπουργού του Ιράκ στη Ρωσία και η συμφωνία 4.2 δις για αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο κ. Μαλικι, ο Ιρακινός πρωθυπουργός, η χώρα του έχει ήδη συμφωνίες με τις ΗΠΑ και το Ιράν, αλλά δεν θέλει να είναι σε μονοπωλιακή εξάρτηση από καμιά πηγή. Αυτά, όμως, είναι απλά ευφημισμός. Η ήττα των ΗΠΑ είναι κάτι περισσότερο από κραυγαλέα. Εισέβαλαν στο Ιράκ για να ανατρέψουν ένα Άραβα ηγέτη που «απειλούσε το Ισραήλ», ήταν φίλος της Μόσχας και ο οποίος είχε εθνικοποιήσει το πετρέλαιο της χώρας. Μετά από μια αιματηρή εισβολή και μια κατοχική περίοδο που οδήγησε την εικόνα των ΗΠΑ στην πιο δραματική απαξίωση από την εποχή του Βιετνάμ, το «νέο Ιράκ» διοικείται από σιήτες συμμάχους της Τεχεράνης, οι οποίοι αναζητούν πια επιστροφή στις συμμαχίες με την Μόσχα – στρατιωτικά, αλλά και οικονομικά. Η άμεση αιτία είναι, σαφώς, το συριακό. Για την ιρακινή ηγεσία η όλη προσπάθεια της Δύσης, αλλά και των εμιράτων στην Συρία στρέφεται ενάντια στους σιήτες και στον «άξονα της αντίστασης» – στη Δύση – στον οποίο ανήκουν οι βασικοί σύμμαχοι του Ιράκ  – Ιράν, Συρία. Κατά συνέπεια, η ραγδαία μετακίνηση της σιητικής ηγεσίας προς τη Μόσχα είναι και μια προειδοποίηση προς τη Δύση.

Σίγουρα στην περιοχή έκανε αισθητή εντύπωση η μη εισβολή της Τουρκίας ή του Νάτο στην Συρία. Μια φήμη που κυκλοφόρησε στα ρωσικά ΜΜΕ και διαχύθηκε στον αραβικό κόσμο, ήταν ότι στις αρχές του Οκτώβρη μετά το επεισόδιο με τον όλμο που δήθεν έριξε ο συριακός στρατός στην Τουρκία – το επεισόδιο αμφισβητείται και από του τούρκους δημοσιογράφους πλέον – η Ρωσία απείλησε με άμεση εμπλοκή στη σύρραξη με δυνάμεις πεζοναυτών, αν η Τουρκία ή το Νατο έκαναν μονομερή εισβολή στην Συρία. Θα περάσει καιρός να μάθουμε τι έγινε εκείνες τις μοιραίες νύχτες της 3ηςπρος 4η Οκτωβρίου, αλλά η φήμη που συνοδεύει την κατάσταση αναδημιουργεί μια εικόνα της Ρωσίας, η οποία παρέβηκε το 1956 για να πιέσει τους αγγλογάλλους να αποχωρήσουν από το Σουέζ.

Ήδη, η σύρραξη φαίνεται να είναι ευρύτερη. Το κουρδικό κίνημα συνεχίζει τις επιθέσεις, ενώ ο Ερτογαν φαίνεται να αντιμετωπίζει πια και εσωτερικές πιέσεις ενάντια στον «πόλεμο». Το συριακό απειλεί να μετατραπεί στο εσωτερικό της Τουρκίας, σε ένα σημείο αντιπαράθεσης γύρω από το οποίο μπορεί να συσπειρωθεί – για πρώτη ίσως φορά – τόσο η κεμαλικη κοσμική αριστερά, όσο και το κουρδικό κίνημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία, μάλλον, αποφάσισε να κάνει επίδειξη δύναμης με την υποχρεωτική προσγείωση του συριακού αεροπλάνου με την δικαιολογία ότι μετέφερε οπλισμό. Έμοιαζε με μια θεαματική επίδειξη για να επιβεβαιώσει την τούρκικη εμπλοκή – αλλά ίσως και για να απαντήσει στη στάση της Μόσχας, η οποία φαίνεται να βάζει τροχοπέδη στην στρατηγική Ερτογάν. Πάντως, η Ρωσία διεκδικεί και ένα ρόλο απέναντι στην Τουρκία: όταν οι Κούρδοι αντάρτες ανατίναξαν ένα αγωγό, η Ρωσία αύξησε τη ροή φυσικού αερίου στους δικούς της αγωγούς προς την Τουρκία. Και ο Ερτογάν έστειλε και συγχαρητήρια στα γενέθλια του Πούτιν. Όταν, όμως, ο Ερτογάν δοκίμασε να το παίξει « περιφερειακή δύναμη», ο Πούτιν τον άφησε μετέωρο, αναβάλλοντας την επίσκεψη του.

Στην Ιορδανία, τα σύννεφα φαίνονται να πυκνώνουν, επίσης, επικίνδυνα: οι Αμερικανοί έστειλαν μεν στρατιωτικούς συμβούλους για να «βοηθήσουν» με τους «Σύρους πρόσφυγες», αλλά για όσους παρακολουθούν την περιοχή, μάλλον το ζήτημα στην χώρα είναι μια εν δυνάμει έκρηξη. Ήδη, ο βασιλιάς ξαναδιάλυσε το κοινοβούλιο, σε μια ακόμα προσπάθεια να εκτονώσει την κρίση. Ωστόσο, τα προβλήματα είναι βαθύτερα – το ΔΝΤ θέλει περικοπές και τερματισμό των επιδοτήσεων, ενώ το Βασίλειο δεν έχει ακριβώς και την μεγαλύτερη νομιμότητα, αφού ο βασιλιάς επιβιώνει ως ένα είδος συμβιβασμού διάφορων ομάδων, που ανήκουν στην μειοψηφία – πέρα από την παλαιστινιακή πλειοψηφία. Ήδη, εκτός από τους τοπικούς ισλαμιστές, και μια μικρή ακόμα αριστερά, έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται κόμματα με βάση την  κοινότητα των Βεδουίνων ή  οι οποίοι ήταν η βάση στήριξης της μοναρχίας. Η πρόσφατη μαζική συγκέντρωση των ισλαμιστών  – γύρω στις 60,000 – μάλλον δείχνει μια κινητικότητα που ούτε η Δύση, ούτε η Τουρκία μπορεί να αγνοήσει.

Παρά δίπλα στο Λίβανο είχαμε και την πρώτη πτήση μη επανδρωμένου αεροπλάνου από την Χιζμπολλάχ. Μια έμμεση απάντηση του λιβανέζικου νότου στο Ισραήλ, αλλά και στο σουννιτικό μπλοκ, με το οποίο ταυτίζεται πρόσφατα, τόσο η Δύση όσο και η Τουρκία.
 
 
Αναδημοσίευση από Δέφτερη Ανάγνωση, 16.10.2012
 


 
Αρέσει σε %d bloggers: