Οχήματα καταστολής και ένα τουρκοκυπριακό «δίδαγμα»

 

Μια σημαντική εξέλιξη στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία ελάχιστα έχει συζητηθεί στην Ελληνοκυπριακή, είναι η επιτυχής ακύρωση της εισαγωγής των ΤΟΜΑ από την Τουρκία στα κατεχόμενα. Κάποια διευκρινιστικά στοιχεία: ΤΟΜΑ είναι τα αρχικά της ονομασίας των οχημάτων «παρέμβασης» σε κοινωνικά γεγονότα που διαθέτει η τουρκική αστυνομία. Πρόσφατα έγιναν ιδιαίτερα γνωστά για τις «επιδόσεις» τους στην βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων στην Τουρκία με αφορμή τα γεγονότα του Γκεζί. Η εταιρεία που κατασκευάζει και εμπορεύεται τα ΤΟΜΑ ανήκει στον πρώην βουλευτή του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), Ισμαήλ Κατμερτζί και τώρα εκτελεστικός διευθυντής της είναι ο γιος του Μεχμέτ. Ένα τέτοιο όχημα στοιχίζει περίπου 340 χιλιάδες δολάρια και η τεχνολογική του «καινοτομία» επικεντρώνεται στην «ικανότητα» του να χρησιμοποιεί μεγάλες ποσότητες νερού και χημικών ενάντια στους διαδηλωτές. Αποτελεί το «καμάρι» των τουρκικών δυνάμεων καταστολής.

Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα το ζήτημα της εισαγωγής τέτοιων οχημάτων στα κατεχόμενα, αποτελούσε ζήτημα σοβαρών αντιπαραθέσεων. Η δράση, αλλά και το ευρύτερο ιδεολογικό φορτίο των οχημάτων αυτών στα γεγονότα του Γκεζί, αποτέλεσαν ικανοποιητικό υλικό για τη δημιουργία μιας ευρύτατης κοινωνικής αντίδρασης στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Άλλωστε είναι ακριβώς αυτά τα δύο στοιχεία που κάνουν τη σημασία που είχε η υπόθεση της έλευσης των ΤΟΜΑ στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα να είναι πολύπλοκη. Με λίγα λόγια η επιτυχία ενός μεγάλου τουρκοκυπριακού συνασπισμού αντίστασης στην εισαγωγή των ΤΟΜΑ, είναι μια εξέλιξη ιδιαίτερα χαρακτηριστική των ανακατατάξεων στις σχέσεις της κοινότητας με την Άγκυρα.  

Ποιο είναι όμως το ιδεολογικό υπόστρωμα των οχημάτων καταστολής που στη συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει και τη σημασία της ακύρωσης εισαγωγής τους; Μια βαθύτερη ανάλυση της λειτουργίας των ΤΟΜΑ στα γεγονότα Γκεζί, αναδεικνύει την αθέατη και θεατή βία που ενεργοποιήθηκε για να υπερασπιστεί την κυρίαρχη αντίληψη στον ευρύτερο δημόσιο χώρο. Η βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων και ο πρωταγωνιστικός ρόλος των ΤΟΜΑ, έδειξαν τα όρια της κυβέρνησης ΑΚΡ απέναντι στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας της από την εναλλακτική αντιπολίτευση στην Τουρκία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πάρκου Γκεζί και της πλατείας Τάξιμ, οι διαδηλωτές διεκδίκησαν τη διατήρηση του ευρύτερου χώρου ως ενός πεδίου κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας. Επομένως, έθεσαν εμπόδια στην εμπορευματοποίηση και στην υποταγή του στα ιδεολογικά νάματα του ΑΚΡ.

Η βία επιστρατεύθηκε για να ανατρέψει αυτή την «απειλή», αφού οι μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων κτυπούσε την κεντρική φλέβα των ιδεολογικών και οικονομικών επιδιώξεων του πολιτικού Ισλάμ αναφορικά με τον μετασχηματισμό του αστικού χώρου. Η ίδια η αστυνομία και τα «σύγχρονα» της οχήματα μετατράπηκαν έτσι σε θεματοφύλακες του νέου καθεστώτος, σε εγγυητές της συνέχισης της προσπάθειας για να πάρει «πολεοδομική όψη» η νέα Τουρκία του ΑΚΡ. Ο Πρωθυπουργός Έρντογαν κατέγραψε με το δικό του τρόπο το ιδεολογικό υπόβαθρο της καταστολής: Στις 17 Ιουνίου 2013 δήλωσε «Η αστυνομία μας απέναντι από ένα συστηματικό κίνημα βίας επέδειξε δημοκρατική συμπεριφορά και πέρασε τις εξετάσεις της δημοκρατίας με άριστα… Η χρήση δακρυγόνων είναι το πιο φυσικό της δικαίωμα». Ενώ στις 24 Ιουνίου 2013 υποστήριξε ότι «Στα συλλαλητήρια ‘σεβασμού της εθνικής βούλησης’ το έθνος υπερασπίστηκε την αστυνομία του, έδειξε με ειλικρίνεια την εμπιστοσύνη και την αγάπη του προς την αστυνομία. Γιατί αυτή η αστυνομία είναι η αστυνομία του έθνους. Πίσω από αυτή την αστυνομία είναι το ίδιο το έθνος». Υπό αυτή την έννοια εάν κάποτε ο όρος «θεματοφύλακας» αφορούσε κατά αποκλειστικότητα τον τουρκικό στρατό στο ρεπουμπλικανικό-κοσμικό πλαίσιο εξουσίας, τώρα τα οχήματα καταστολής και το αστυνομικό σώμα, μετατράπηκαν σε νέους θεματοφύλακες μιας νέας Τουρκίας: της Τουρκίας του ΑΚΡ,  η οποία σταδιακά κάνει την χωροταξική της εμφάνιση στη νέα πλατεία Τάξιμ.

Η κοινωνική και πολιτική αντίσταση των Τουρκοκυπρίων φανερώνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας διαφωνεί με την «εισαγωγή» και «επιβολή» αυτής της νέας Τουρκίας στην Κύπρο. Η αντίδραση των Τουρκοκυπρίων δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας αναθεωρεί το ρόλο της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Επομένως διεκδικεί την αλλαγή του ρόλου της Τουρκίας στην ίδια την ιστορική εξέλιξη της κοινότητας. Μάλιστα προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, η τουρκοκυπριακή «αντιπολίτευση» στα ΤΟΜΑ, κατέγραψε αιτήματα και διεκδικήσεις στο δημόσιο χώρο αντίθετα προς τη βούληση του «ηγεμόνα». Τέτοια γεγονότα είναι βεβαίως μικρά σε πολιτικό εκτόπισμα. Σίγουρα δεν επιλύουν τα μεγάλα προβλήματα ύπαρξης της κοινότητας στην Κύπρο, ούτε μπορούν να θεωρηθούν ανατρεπτικά των σχέσεων εξάρτησης που επιβάλλει η Τουρκία. Είναι όμως διαφωτιστικά μιας σημαντικής δυναμικής εντός της Τουρκοκυπριακής κοινότητας που ωριμάζει και διατυπώνει πολιτικά αιτήματα απέναντι στην Άγκυρα σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, το οποίο προκύπτει κυρίως από την αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των κατεχομένων από την Τουρκία.

Νίκος Μούδουρος
26.9.2013
 

Cyprus News

TOMA Kıbrıslılar İçin Bir Ders



Nikos Moudouros

26 EYLÜL 2013
TOMA’ların Kıbrıs Türk toplumu için gelmesi konusunda yaşanan gelişmeler son derece önemli ve karışık.
Kuşkusuz bu olayın öneminin karışık nedeni ile ilgili çok şeyler yazıldı, söylendi. O yüzden bu yazıda zaten kamuoyunun gündemine gelenleri tekrarlamak istemiyorum.
Ama TOMA konusunun sembolizmi içerisinden, gerek Kıbrıslı Türkler gerekse de Kıbrıslı Rumlar için aynı zamanda öğretici de olan olayın bir başka ideolojik hipotezinin mutlaka altının çizilmesi gerekiyor.

Kıbrıslı Türklerin TOMA’ların varlığına karşı toplumsal ve siyasi direnişlerinin etkililiği, toplumun varoluşu ile ilgili temel sorunları çözmeyebilir, ama Ankara ile ilişkilerinde, yeni bir dönüm noktası oluşturur.
Aslında bu konu, özellikle 2013 yazından beri, Türkiye’de TOMA’ların beraberinde taşıdıkları ideolojik yükten ortaya çıkıyor.
TOMA’ların GEZİ olaylarında kullanımının daha derin bir analizi yapılırsa, kamuoyundaki egemen görüşün savunulması için  kullanılan, görünmeyen ve görünen şiddeti kanıtlamaktadır.
Hareketlerin kaba kuvvet kullanılarak bastırılması ve TOMA’ların rolü, AKP hükümetinin Türkiye’deki alternatif muhalefet tarafından egemenliğine karşı kuşku duyulması karşısındaki sınırları  göstermiştir.
Bu anlamda, TOMAlar, bugün Türkiye’de inşa edilmekte olan “yeni” politika, ideoloji ve ekonomik yönetimin “yeni” emanetçilerine dönüşmüştür.
Aşamalı olarak yeni Taksim meydanının bayındırlığını yapan, yeni Türkiye’nin sözcülerinden birine dönüşmüşlerdir.
Sonuçta, Kıbrıslı Türklerin toplumsal ve siyasi direnişi gösteriyor ki, toplumun büyük bir bölümü bu yeni Türkiye’nin Kıbrıs’a “girmesine” ve “bazı şeyleri zorla kabul ettirmesine” karşıdır.
Kıbrıslı Türkler’in direnişi, toplumun büyük bir bölümünün, Türkiye’nin Kıbrıs tarihinin bütünündeki rolünü yeniden gözden geçirdiğini gösteriyor.
Yani, toplumun tarihi gelişiminde Türkiye’nin rolünün değişimini istiyor.
TOMA konusu gibi olaylar, küçük konular olabilir. Fakat Kıbrıs Türk toplumu içinde öneli bir dinamizm için aydınlatıcıdır ki, Kıbrıslı Rumların bunu küçümsememeleri gerekir.
Aksine, Kıbrıslı Rumlar, bu “küçük” olayları ortak bir Kıbrıs’ta Kıbrıslı Türklerle ilişkilerinin demokratik olarak yenilenmesi fırsatı olarak algılamalıdırlar.

Το τέλος της αυτοκρατορικής λογικής, το τέλος της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης (1919-1922)

Διάλεξη του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κύπρου, με ομιλήτρια την καθηγήτρια Σία Αναγνωστοπούλου
10 Σεπτεμβρίου 2013
 

Διάλεξη: Η ιστορικότητα των όρων "μιλλέτ", έθνος, γένος, κλπ. στην ελληνική ιστοριογραφία

Μεταπτυχιακό Σεμινάριο

Το Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

σας Προσκαλεί στο μεταπτυχιακό σεμινάριο:

 
Η ιστορικότητα των όρων «μιλλέτ», έθνος, γένος, κλπ. στην ελληνική ιστοριογραφία

 
*

Ομιλήτρια:

 
Σία Αναγνωστοπούλου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα

 

Σύντομο περιεχόμενο

Μια από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές στην προσπάθειά τους να πραγματευτούν την πολύπλοκη ιστορία του οθωμανικού 19ου αιώνα είναι η ορολογία που πρέπει να χρησιμοποιήσουν προκειμένου να αποδώσουν έννοιες των οποίων το περιεχόμενο είναι ιδιαίτερα ρευστό εκείνη την περίοδο. Η σύγχυση και η ρευστότητα που επικρατεί αποτυπώνεται στην ιστοριογραφία της εποχής. Με παράδειγμα την ελληνική ιστοριογραφία γίνεται προσπάθεια για εντοπισμό της ρευστότητας των όρων, της διαδικασία σταθεροποίησης του περιεχομένου τους και, τέλος, των ιδεολογικών ρευμάτων που οι αλλαγές που υφίστανται αντανακλούν.

 

Σύντομο βιογραφικό

Η Σία Αναγνωστοπούλου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στην École des hautes études en sciences sociales (EHESS), στο Παρίσι (1993). Δίδαξε στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου (1995-2003) και σήμερα είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης και το Πανεπιστήμιο Σορβόννης. Έχει δημοσιεύσει στα ελληνικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα τουρκικά για θέματα που αφορούν την οθωμανική και τουρκική ιστορία, την ιστορία της αποικιοκρατίας και την ιστορία της Κύπρου.

 

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

7:00 μ.μ.

Αίθουσα Α106, Κεντρικά Κτίρια

Πανεπιστήμιο Κύπροy

Το τέλος της αυτοκρατορικής λογικής, το τέλος της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης, 1919-1922

 
Το Τμημα Τουρκικων και Μεσανατολικων Σπουδων σας Προσκαλει

στη διαλεξη:

 

Το τέλος της αυτοκρατορικής λογικής, το τέλος της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης, 1919-1922

Ομιλήτρια:

*
Σία Αναγνωστοπούλου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα

 

Σύντομο περιεχόμενο

Πολλά έχουν γραφτεί για το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως κατά την κρίσιμη περίοδο μεταξύ 1919-1922. Για τις εθνικές ιστοριογραφίες, τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική, η περίοδος έχει αποτελέσει το πρόσφορο έδαφος για τη θεμελίωση των εθνικών αφηγήσεων, περί δράματος και καταστροφής στην πρώτη περίπτωση, περί αγώνων μέχρι εσχάτων του έθνους στη δεύτερη. Λίγη ωστόσο σημασία έχει δοθεί στις αλλαγές που υφίστανται μέχρι να καταρρεύσουν ολοσχερώς στους θεσμούς και την Πόλη που εξέφραζαν μια αυτοκρατορική λογική περί εξουσίας. Το πως αυτοί οι θεσμοί και η αυτοκρατορική πρωτεύουσα αντιμετωπίζουν αυτή τη βίαιη πλέον επαφή με την εθνική λογική περί εξουσίας, το πως αντιστέκονται ή αμύνονται απέναντι σε αυτή. Το παράδειγμα που θα χρησιμοποιήσω σε αυτή τη διάλεξη είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Θα προσπαθήσω να εντοπίσω τη διαδικασία μέσα από την οποία προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα η οποία ορίζεται πλέον από τις αρχές Ουίλσων. Η «μάχη» που δίνει το Πατριαρχείο εκείνη την περίοδο αντανακλά τις μεταλλάξεις που υφίστανται οι αυτοκρατορικοί θεσμοί και μαζί τους η ίδια η Κωνσταντινούπολη.

Σύντομο βιογραφικό

Η Σία Αναγνωστοπούλου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στην École des hautes études en sciences sociales (EHESS), στο Παρίσι (1993). Δίδαξε στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου (1995-2003) και σήμερα είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης και το Πανεπιστήμιο Σορβόννης. Έχει δημοσιεύσει στα ελληνικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα τουρκικά για θέματα που αφορούν την οθωμανική και τουρκική ιστορία, την ιστορία της αποικιοκρατίας και την ιστορία της Κύπρου.

 

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

 7:30 μ.μ.

Αίθουσα A019, Κεντρικά Κτίρια

(Καλλιπόλεως)

Πανεπιστήμιο Κύπροy

AKP Modelinin “Kıbrıs Versiyonu”: Neoliberalizm ve Kıbrıs Türk Toplumu

 
İslamcı Türk entelektüel Ali Bulaç, ZAMAN gazetesindeki köşesinde, siyasal islamın geleneksel Kıbrıs algısının özelliklerinden bahsettiği yazısında şunları söylüyor: “Kıbrıs’taki Türk müdahalesinin büyük bir coşku dalgasıyla karşılaşmasından hemen sonra, Halepli yaşlı bir amca,… bunun nedenlerinden en önemlisini bana şöyle açıklar; ona göre bu, 300 yıl sonra ilk kez adadaki Müslüman nüfusun ada toprağının bir parçasını –hem de küçük bir parçasını- Hristiyanların elinden almasıydı.”[1].

Yukardaki alıntıya göre, “Hristiyanların elinden alınan” küçük bir toprağı fethetmek, Türk siyasal İslam’ının algısında şekillenen, birbirinden tamamen farklı bu iki dünya arasındaki rekabette şeref meselesiydi. Bununla birlikte, Adalet ve Kalkınma Partisi’nin Kıbrıs’a ilişkin bugünkü stratejisini daha iyi anlamak için, bu stratejinin doğru bir tarihsel bağlam içine oturtulması gerekir. Kıbrıs’ın kuzeyinde yürütülen politikayı çözebilmek, en azından kısaca da olsa AKP’nin dünya görüşününün, açımlanmasını gerektirir –ki bu da, Soğuk Savaş, Eylül 2001 terörist saldırıları ve neoliberal yeniden yapılandırmalardan etkilenmiş ve onlar tarafından şekillenmiştir.

Neredeyse 11 yıl hükümet ettikten sonra, AKP’nin, 21.nci yüzyılın yeni dengelerini yansıtacak, onun bir parçası olacak yeni bir uluslararası dünya düzeni talebi içindededir. AKP’nin küresel dengelere dair yaptığı yeni okumanın arkasında, Batı’nın, artık dünyanın egemen siyasal ve ekonomik merkezi olmadığı inancı yatıyor. Bu düşünceye göre, 21nci yüzyıl, ticaretin, endüstriyel üretimin ve bunların sonucunda da bir kısım sermayenin Batıdan Doğuya kaymasıyla karakterize oluyor. Bu değişim ise sırasıyla, Türkiye’nin bölgesel devingenliğinin (ya da bölgedeki hareketliliğinin) çerçevesini tanımlayarak “ulusal coğrafyanın” daha ideolojik bir derinlikte anlaşılmasını etkilemiştir [2].

Bizim iddiamıza göre, AKP, İslam dünyasının, küresel rekabet içindeki konumunu ve bu konuma dair talepleri yükselterek, onun “muazzam gücü”nü yeniden üretecek süreçlerle ilişkili olarak görmektedir.  Başbakan Erdoğan’ın baş danışmanı İbrahim Kalın, Türkiye’nin bugüne kadarki dünyayı Batı-merkezli okuma ve yorumlamaya dair sorgulamaların kendisine arka çıktığını, desteklediğini öne sürüyor. Ve Kalın diyor ki; şimdi bölgede desteklenmesi gereken yeni bir Türk tarihi var[3]. Bu tarihsel anlayış yeni bir “coğrafik tasavvur”un yaratılmasını gerektirir, ki bu da sınırların geleneksel kavrayışının ortadan kaldırılabilmesini gerektirir. Kalın’ın sözleri yine oldukça aydınlatıcı: “Ulusal devleti korumanın en iyi yolu, o yokmuş gibi davranmak, hem senin sınırlarına hem de ötekilerin sınırlarına saygı duymak, fakat aynı zamanda da onlar yokmuşçasına hareket edebilmektir.”[4]

Böylece, Türkiye’nin global ekonomik yapılara entegrasyonunu sağlayacak ve Türk-İslam etkisi altında olacak bir bölge, bir jeopolitik alan ortaya çıkmıştır. Bir “ticari ülke olarak Türkiye, amaçlarını teşvik eden bir makine haline dönüşmüş İslam ve ekonomi ile birlikte, geniş bir alanı kaplayan komşu bölgelerinin ticarileşmesini yürüten lider olmak hedefindedir. Türkiye, kendi modernizasyon sürecini Müslüman Arap dünyasına ihraç etmeye çalışmaktadır. Aynı zamanda da kendini, bugüne kadar Kapitalist Batı Dünyası olarak bilinen birlikteliğe, entegre olmaya çalışan uluslararası  (Müslüman) bloğun temsilcisi olarak değiştirmekte. [5]. Dolayısıyla Türkiye, kültürel ve tarihi bağı olduğu düşünülen geniş bir bölgeye neoliberal modernizasyonu kolaylaştırmak için sürekli bir arayış içindedir.

Dolayısıyla bu teorik çerçeve içinde AKP’nin Kıbrıs’ta ve özellikli olarak Kıbrıslı Türk toplumunda yeniden yapılandırma ve üretme politikalarına bakmamız gerekmektedir. İlk ve en kolay belirleme partinin 2002, 2007 ve 2011’deki seçim öncesi programlarına bakarak anlayabiliriz. 2002’de iki egemen devlete dayalı Belçika modelinden, 2007 ve 2011’de Doğu Akdeniz’deki dengenin korunmasının gerekliliği ve KKTC’nin güçlendirilmesine yönelik açık bir değişim olduğunu söyleyebiliriz.  Peki, AKP’nin Kuzey Kıbrıs’taki yeniden yapılandırma projesinin altında yatan niyet nedir?

Türkiye Başbakanı, Kıbrıslı Türk basın mensuplarına, Haziran 2011 seçimlerindeki sloganı başka sözcüklerle tekrar edercesine, “Ustalık dönemi Kıbrıs’a da yansımalıdır” açıklamasını yaptı. Kıbrıs ve spesifik olarak Kuzey sınırları Türk-İslam modernizasyon projesinin “veri girişi” alanına dönmüştür. Nihai amaç, Kuzeydeki “eski rejimi”in yapılarını, yeni bir ideolojik çerçeve içinde farklı siyasi aktörler tarafından temsil edilecek bir düzenle değiştirmektir. Sonuç olarak, “ustalık” Kıbrıs’ta AKP’nin siyasi karakteristiklerinin ve ideolojisinin Kıbrıslı şivesidir. Bu İslam dininin neoliberal yönetimle yaptığı evliliktir.

Erdoğan’ın Kıbrıs’ını oluşturmak için uygulanan plan, Kıbrıslı Türk gazeteciler tarafından da eleştirildiği gibi, Kıbrıs’ın kuzeyindeki yapıları, basit teknokratik ekonomik değişikliklerin ötesinde bir şekilde bütünlüklü olarak değiştirmektedir. Bu plan, Kıbrıslı Türk toplumunun yargılarını önceden var olan bütün “iç gerçekliğine” dokunacak biçimde bütünlüklü bir değişimden geçirmektedir.

Eski Türkiye elçisi Şakir Fakılı 2010 yılında şöyle demişti: “Bugün KKTC 1980lerin başındaki Türkiye’yi andırıyor. Zarar yapan kamu işletmeleri ve yavaş hareket eden bürokrasi özel sektör karşısındaki engelleri oluşturuyor. Türkiye’nin bu engellerden kurtulduğu gibi KKTC’nin de bu engelleri aşma gücü vardır”. [7]. Buradaki sembolizm aşılmaz durumdadır: Kıbrıs Türk cemaati Türkiye’de Özal dönemi başlayan ancak Erdoğan hükümeti döneminde zirveye çıkan ve istikrara kavuşan aynı neoliberal reformlar yolunu izlemelidir. Bunun yanı sıra, birçok Türk İşadamı Derneklerinin raporlarında görüldüğü üzere Türkiye’nin yeni toplumsal gerçekliği Kıbrıs’ın kuzeyindeki devlet müdahalesine dayanan köhne kalkınma modeliyle bir arada yer alamaz [8].

Kıbrısın kuzeyinde yeni bir rejim kurmanın yansıması ekonomik protokoller, bir diğer deyişle “yeni hükümet modeli”dir. Temel amaçlar arasında finansman açığını düşürmek, memurların sayısını önemli ölçüde azaltmak, devletin üretimden çekilmesi ve yatırım yapması için özel sektörün teşvik edilmesi yer alır.[9].

Burada önemli bir açıklama yapılmalı: Ankara tarafından bağışlanan fonlar azalmadı, aksine arttı ama yönelimlerini değiştirdi (2001de 201 milyon dolar, 2009da 600 milyon dolar ve 2014-2015te de 1.2 milyar dolara çıkması bekleniyor)[10]. Yukarıdakinin uygulama sonuçlarından birisi de bütün göstergeleriyle Türk sermayesinin görünürlüğünü artırmaktır. İş grupları, firmalar turizm, inşaat ve enerji sektörüne akın ettiler. Türkiye’den Yatırım Danışma Konseyi gibi farklı kurumlar takdim edilirken, Türkiye’nin önemli işadamı derneklerinin de Kıbrıs’ın kuzeyinde yeniden bir hareketlilik içinde olduğu görülüyor.

Aynı bağlamda Kıbrıslı Türklerin önceden deneyimlemediği bir gelişme de yaşanıyor:  o da İslami turizm ve eğlence, ümmetçilik ve dini eğitim gayretleriyle kendini ifade eden İslami sermayenin Kıbrıs’ta faaliyet göstermesidir.

Erdoğan Kıbrıslı Türkler arasında böylesi bir stratejiyi geliştirmenin bilinçli bir tercih olduğunu şu sözlerle açıkladı: “Kuzey Kıbrıs Türk ve Müslüman bir ülkedir. Bu özelliklerden ötürü gurur duymalı ve tanıtımını yapmalıyız. Kıbrıs Rum tarafının kiliseye bu kadar adanmışlık gösterdiği bir zamanda, daha fazla câmi inşa ederek ve dini eğitimi geliştirmek suretiyle kültürel kimliğimizin daha çok farkında olmalıyız” [11]

Bu nedenle kapsamlı bir “toplumsal mühendislik” stratejisine şahit olmaktayız. Kıbrıslı Türkler arasında İslami faaliyetin pekiştirilmesi, bir yandan nüfusun niteliğindeki değişikliği yansıtmaktadır. Öte yandan, sözkonusu muhafazakar değişiklik, inşa edilmekte olan yeni siyasi rejimin temeline eşlik eden planlı bir ideolojik müdahaledir……

Bu noktada,  gelişmelere dair ikinci temel gözlem, kurulan yeni yapılar ve İslam arasındaki diyalektik ilişkiyi su yüzüne çıkarmaktadır. Kıbrıslı-Türk sağ kanat Ulusal Birlik Partisi (UBP) liderliğince uygulamaya konulan siyasi programa göre, devletin yenilenmiş yapıları İslam’ın siyasal çerçevenin bir bileşeni olmasında önemli bir role haizdir. Bu yapılar, gerçekte seküler olan bir toplumda dinin güçlenmesinin “normalleştirilmesi” için çabalamalı ve aynı zamanda ideolojik dönüşümün “barışçıl” olması için, ortaya çıkabilecek herhangi bir yeni siyasi faktörle çalışabilmelidirler. Bu bağlamda geliştirilen önlemler şunlardır: İlahiyat Okulu içeren bir İslami kompleksin Lefkoşa’ya inşası, Yakın Doğu Üniversitesi’ne İlahiyat fakültesi kurulması, Kuran kursları ve Eğitim Bakanlığı altında İslamı İlahiyat eğitimi konularından sorumlu bir bölümün kurulması.

Söz konusu süreç, ne barışçıl ne de sakin bir şekilde seyretmiştir. Bu süreç daha çok anlaşmazlık ve çatışmalarla karakterize olmaktadır. Toplumun seküler özelliğinin korunması için verilen çaba özelikle örgütlü öğretmenler, sendika hareketleri ve ilerici siyasi partiler tarafından yansıtılmıştır . Ancak Müslümanlaştırmaya karşı direnişin çok daha geniş çevreler tarafından destek aldığı da açık bir gerçektir. Kıbrıslı Türkler tarafından yapılan protestolar yalnızca sözkonusu gelişmeye ilişkin tekil bir hadise değildir. Aksine, örgütsel ve ideolojik formasyonunda kendini oldukça dinamik bir şekilde göstermekte olan günümüz Türkiye’sine karşı olan muhalefeti göstermektedir.

İlerici Kıbrıslı Türklerin konu hakkındaki tepkileri önemlidir çünkü onlar Kıbrıslı kimliklerinin korunmasını ön planda tutmuş, Türk hegemonyasının yeni çerçevesini sorgulamışlardır. Bu açıdan bakıldığında, toplumun Ankara ile olan mevcut koşullardaki ilişkisinin yasallaşmasını reddetmiş ve böylelikle Türkiye’nin Kıbrıs’ın kendi tarihine ilişkin rolünü sınırlama talebinde bulunmuşlardır.

Bu tepkiler Kıbrıslı Rum toplumu tarafından küçümsenmemelidir. Aynı zamanda “Kıbrıslı Türklerin iç meselesi” şeklinde de algılanmamalıdır. Protestolar Kıbrıslı bağlamı çerçevesinde ele alınıp, Kıbrıslı şartlarında değerlendirilmeli ve iki Kıbrıslı toplum arasındaki ilişkinin demokratik bir şekilde yenilenmesini hedefleyen yaratıcı bir diyalog için yeni bir alan oluşturmalıdır.

————-

 

[1] Ali Bulaç, “Kıbrıs için savaşmak”, newspaper Zaman, 14 July 2010.

[2] Bülent Aras, Hakan Fidan, “Turkey and Eurasia: Frontiers of a New Geographic Imagination”, New Perspectives on Turkey, 40, 2009, p. 197. (pp. 195-217).
[3] İbrahim Kalın, “Soft Power and Public Diplomacy in Turkey”, Perceptions, Autumn 2011, Vol. XVI, No. 3, pp. 11,21. (pp. 5–23)
[4] İbrahim Kalın, “Turkey and the Middle East: Ideology or Geo-Politics?”, Private View, Autumn 2008, p. 26. (pp. 26-35)
[5] Avraham Burg, “Pax Turcica: The Rise of Muslim Democracies in the Middle East”,http://www.haaretz.com/print-edition/features/pax-turcica-the-rise-of-muslim-democracies-in-the-middle-east.premium-1.470450, 17 October 2012.
[6] “2012’ye kadar bitmezse, başımızın çaresine bakacağız”, newspaper Yeni Düzen, 19 July 2011. “Güzelyurt’u vermem”, newspaper Haberdar, 19 July 2011.
[7] “Hantal bir bürokrasi”, newspaper Kıbrıs, 24 May 2010.
[8] TÜSİAD-İŞAD, “Avrupa Birliği kapı aralığına sıkışmış bir ülke: Kuzey Kıbrıs”, March 2009, pp. 59-60.
[9] “Acı reçetede neler var?”, newspaper Yeni Düzen, 1 July 2010.
[10] Kıbrıs Postası, “TC’den KKTC’ye 1998–2010 yılları arasında 6 milyar 191 milyon TL”, 11 September 2010. Journal KUZEY, “Türkiye’den KKTC’ye 6 Milyar”, Vol. 13, December 2010, pp. 18,19.
[11] Aysu Basri Akter, “Sırada Külliyeli Kolej”, newspaper Yeni Düzen, 2 February 2012.
 

Nikos Mouduros

 

Διάλεξη του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κύπρου

 
Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κύπρου

 Διαλέξεις Χειμερινού Εξαμήνου 2013/2014

«Το τέλος της αυτοκρατορικής λογικής, το τέλος της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης (1919-1922)»

Ομιλήτρια: Σία Αναγνωστοπούλου

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αίθουσα Α019, Κεντρικά Κτίρια (Καλλιπόλεως) Πανεπιστημίου Κύπρου

Ώρα: 19:30

Muhafazakâr Demokrasi’nin Parti Kimliği: Başka Bir Türk Modernleşmesi Mi? (6-Son)

22 Ağustos 2013

AKP’nin ideolojik çalışmalarında ifade edildiği şekilde, kapitalist kalkınma sürecinde Türkiye’nin yerel, geleneksel değerlerinin öne çıkarılması büyük derecede Ziya Gökalp’ın teorilerine dönüşü teşkil ediyordu. Türkçülüğün Esasları eserinde, Gökalp Türk milletinin modernleşmesi sürecinde medeniyetin benimsenmesinin ama aynı zamanda kültürünün korunmasının da gerekliliğinin altını çizerek, medeniyet ve kültürü birbirinden ayırmıştı. Somut olarak, Gökalp kültürün, bir milletin sosyal hayatlarının uyumlu bir bütünü olduğunu, medeniyetin ise aynı ekonomik gelişmişlik düzeyine sahip geniş bir milletler grubunun sosyal hayatlarının ortak bir bütünü  olduğunu savunuyordu. Örneğin Avrupa ve ABD’nin kalkınma düzeyi ortak bir Batı medeniyetini, yani bilimleri ve teknolojiyi yaratıyordu.

Gökalp’a göre, bu süreçte aynı medeniyete ait başka milletlerin kültüründen bazı öğeler benimsense de, bir toplumun milli kültürünün bir uluslararası medeniyete ait olmasını engellememektedir. Ancak kendisinin vurguladığı gibi, “hiçbir zaman, gönlümüzü onlara (bu kültürlere) vermeyeceğiz… Bizim için dünya güzeli, milli kültürümüzün güzelliğinden ibarettir. Biz, medeniyet, irfan, ekonomi ve tehzip açılarından Avrupa milletlerinden çok geri kalmış olduğumuzu inkâr etmeyiz ve medeniyetçe onlara yetişmek için bütün gücümüzle çalışacağız. Fakat kültür açısından hiçbir milleti kendimizden üstün görmeyiz”. Türkiye’nin kendi geleneksel değerlerini, “milli kültürünü” koruyarak, Batı medeniyeti düzeyine ulaşması gereksinimi Gökalp tarafından şu üç boyutta özetlendi: “Türk milletindenim. İslam ümmetindenim. Batı medeniyetindenim”.

“Medeniyet” ile “kültür”ü birbirinden ayıran bir ifade, arzulanan evrensel değerler düzeyine ulaşma sürecinde toplumun “yerel” güçlerinin değerlendirilmesinin altını çizen AKP’nin ideolojik arayışlarında da gözlendi. Bu, partinin programında “Temel insan hak ve özgürlükleri, insanlığın yüzyıllar boyu süren mücadeleleri sonucu elde edilmiş kazanımıdır. Bu özgürlüklerin düzeyi medeni bir toplum olmanın göstergesidir. Medeni dünyanın bir parçası olan Türkiye’nin temel hak ve özgürlükler açısından hak ettiği konuma getirilmesi, toplumumuzun da beklentisidir. Dolayısıyla atılacak adımlar, uluslararası kuruluşlar istediği için değil insanımız bu hak ve özgürlüklere layık olduğu için atılmalıdır” şeklinde kaydedildi. Dolayısıyla, partiye göre, kendine özgü geleneksel değerler, “milli kültür” insan hakları ve özgürlükler gibi evrensel değerleri güvence altına alabilecek dinamizmi teşkil edebilir.

Geleneksel değerlerin öne çıkaran bu kapitalist modernleşme çabasının temel bir parametresinin, bireysel mülkiyet gibi toplumsal yapıların öneminin korunmasından geçtiği elbette ki dikkatten kaçmamalıdır. Nitekim Gökalp’ın teorisinin temel boyutu toplumun modernleşmesi yolunda “milli burjuvazinin”, yani “milli kültürün” taşıyıcısı olacak bir burjuva sınıfının belirleyici rolüdür. Bu anlamda, Türk siyasal yaşamında ortaya çıkan ve Erdoğan’ın partisine yansıyan muhafazakârlık, kapitalizm ile çatışma halinde değildir. Tam tersine, serbest pazar kavramına ve kapitalizmin gelişmesinin yarattığı tüm siyasi, ekonomik ve sosyal koşullara tamamen uyumludur. AKP programında partinin ekonomi anlayışı “Türkiye, genç ve dinamik nüfusu, zengin doğal kaynakları, girişimci ruhlu insanları, tarihi ve tabii güzellikleri ve jeostratejik konumu nedeniyle büyük bir ekonomik kalkınma potansiyeline sahiptir” şeklinde vurgulanmaktadır. Böylece kapitalizmin gelişiminde şart olan girişimcilik milletin geleneksel değerlerinden birine, “milli kültürün” temel bir öğesine dönüştürülmektedir. Bu dinamizmin taşıyıcısı ise, daima din de dâhil olmak üzere, “milli, geleneksel değerleri” daha iyi ifade edebilen bir burjuva sınıfı olmalıdır.

MÜSİAD üyesi iş adamlarını tanımlamak için ilk olarak MÜSİAD Başkanı Erol Yaşar tarafından söylenen “gerçek burjuva sınıfı” kavramı bu noktada özel bir anlam kazanmaktadır. AKP’nin kurulmasıyla beraber söz verdiği bu yeni, alternatif modernleşmenin merkezinde Müslüman iş adamları bulunuyordu. “Milli değerleri” daha iyi temsil edebilecek ve Türkiye’nin “medeni dünya düzeyinde” yerini teminat altına alacak bir kuruma dönüşebilecek burjuva sınıfı kesimi bu kesimdi. Nitekim Erol Yaşar’ın MÜSİAD’ın kuruluş şeklini anlatım tarzı da kayda değerdir: “MÜSİAD bir ihtiyaçtan doğdu. 1980ler Türkiye’sinde özel sektör öne çıkmıştı. 80li yılların sonuna geldiğimiz zaman iş dünyasını temsilen iki kurum öne çıkıyordu. Bir tanesi TOBB, biri de özel sektörü temsil ettiği gözlenen TÜSİAD’dı. Ama milli sermaye dediğimiz ‘sermayenin’ sahip olduğu değerleri temsil eden bir kurum yoktu… Bunu kim temsil edecek diye arkadaşlarla bir araya gelip konuştuğumuzda MÜSİAD’ı kurma kararı verdik”.
Bitti…

Kaynaklar:

 

http://www.bseef.org/speaker/dr-zbigniew-brzezinski [Giriş tarihi 30 Eylül 2010]. En bilinen kitaplarından biri Avrasya bölgesinde Amerikan egemenliğinin devamının önemini analiz ettiği “Büyük Satranç” isimli kitabıdır.

Zbigniew Brzezinski, Büyük Satranç, Atina 1998, s. 90.
Ahmad, The Quest, s. 178.
•TESEV, “Geniş Orta Doğu ve Kuzey Afrika’da Demokratikleşme Tartışması: Türkiye’den Sivil bir Tespit”, TESEV İstanbul Çalışması, 25-27 Ιουνίου 2004, ve Çağrı Erhan “Broader Middle East and North Africa Initiative and Beyond”, Perceptions, 10 (2005) 160-164.
Galal Amin, The Illusion of Progress in the Arab World. A Critique of Western Misconstructions, Cairo 2006, s. 31-61.
•Nuri Yeşilyurt, Atay Akdevelioğlu, “AKP Döneminde Türkiye’nin Ortadoğu Politikası”, Uzgel ve Duru (edit.), AKP Kitabı, s. 385–389. Michael Hudson, “The United States in the Middle East”, Louise Fawcett (edit.), International Relations of the Middle East, Oxford 2005, s. 301-303.
•“Hükümet Beceriksiz”, Yeni Şafak gazetesi, 23 Eylül 2001.
•Graham Fuller, “Turkey: A True Model for the Muslim Future”, Newsweek, 3 Kasım 2004. Graham Fuller, “Turkey’s Strategic Model: Myths and Realities”, The Washington Quarterly, 27/3, (2004) 51-52.
http://www.csis.org.
• “Türkiye örnek olabilir”, Yeni Şafak gazetesi, 30 Ocak 2002.
Nasuhi Güngör, Yenilikçi Hareket, Ankara 2005, s. 81-101 ve s. 106-123.
•“Erdoğan Davos Seferinde”, Yeni Şafak gazetesi, 25 Ocak 2002.
•John O. Voll, “Islam and Democracy: Is Modernization a Barrier?”, (edit.) Shireen T. Hunter, Huma Malık, Modernization, Democracy, and Islam, Washington 2005, s. 88.
•“İmamın Kızı Öğretmen Olmak İsteyince…”, Radikal gazetesi, 16 Haziran 2008.
Voll, “Islam and Democracy”, s. 85.
•“Huntington Asla Haklı Çıkmayacak”, Yeni Şafak gazetesi, 24 Eylül 2001.
• “Modernlik ile Müslüman Olmak Arasında Tercih Yapmak Gerekmiyor”, Zaman gazetesi, 25 Haziran 2010.
•“Batı ve Modernite Artık Aynı Şey Değil”, Radikal gazetesi, 15 Haziran 2008.
• Binnaz Toprak, “A Secular Democracy in the Muslim World: The Turkish Model”, (edit.) Hunter, Malık, Modernization, s. 277.
• Yusuf Tekin, Birol Akgün, “İslamcılar-Demokrasi İlişkisinin Tarihi Seyri”, (edit.) Bora και Gültekingil, Modern Türkiye’de, s. 659.
• “Batı ve Modernite Artık Aynı Şey Değil”, Radikal gazetesi, 15 Haziran 2008.
•Yusuf Tekin, Birol Akgün, “İslamcılar-Demokrasi İlişkisinin Tarihi Seyri”, (edit.) Bora και Gültekingil, Modern Türkiye’de, s. 661.
•Zafer Özcan, “İktidarı Buldu Şimdi Kimliğini Arıyor”, Aksiyon, 517 (2004) bkz. http://www.aksiyon.com.tr [Giriş tarihi 15 Temmuz 2010].
•Ali Bayramoğlu, Ferda Balancar, Çağdaşlık Hurafe Kaldırmaz. Demokratikleşme Sürecinde Dindar ve Laikler, İstanbul 2006, s. 37-38.
•Nuh Yılmaz, “İslamcılık, AKP, Siyaset”, (edit.) Bora και Gültekingil, Modern Türkiye’de, s. 615.
•“Erdoğan: Milli Görüş Gömleğini 28 Şubat’ta çıkardık”, Akşam gazetesi, 14 Ağustos 2003.
•İlhan Uzgel, “AKP: Neoliberal Dönüşümün Yeni Aktörü”, (edit.) Uzgel και Duru, AKP Kitabı, s. 22.
•“Din adına parti kurmak dine kötülük yapmaktır”, Hürriyet gazetesi, 11 Ocak 2004.
•Özcan, “İktidarı Buldu”, http://www.aksiyon.com.tr [Giriş tarihi 15 Temmuz 2010].
•“Muhafazakâr Demokrasi Manifestosu”, Yeni Şafak gazetesi, 11 Ocak 2004.
•Örgün Erler, “Yeni Muhafazakârlık, AKP ve Muhafazakâr Demokrat Kimliği”, Stratejik Öngörü, 10 (2007) 130.
•“Muhafazakâr Demokrasi Manifestosu”, Yeni Şafak gazetesi, 11 Ocak 2004.
•Fikret Bila, “Gül: Partimiz hazır”, Milliyet gazetesi, 22 Haziran 2001.
•Nuray Mert, “Sağ-Sol Siyaset Ayrımı ve Yeni Muhafazakârlık”, Toplumbilim, Yeni Sağ, Aşırı Sağ Özel Sayısı, (1997) 58.
•Yalçın Akdoğan, “Adalet ve Kalkınma Partisi”, (edit.) Bora και Gültekingil, Modern Türkiye’de, s. 628.
Abacis, Islam Light, s. 94
•Yalçın Akdoğan, “Muhafazakâr Demokrat Siyasal Kimliğin Önemi ve Siyasal Islamcılıktan Farkı”, (edit.) Yavuz, AK Parti, s. 63.
•Yalçın Akdoğan, “Merkez-Çevre ekseninde AK Parti”, Yeni Şafak gazetesi, 18 Aralık 2003.
•Muhafazakâr demokrasi konulu uluslararası sempozyumda Erdoğan tarafından yapılan konuşmadan bölümler. “Din adına parti kurmak dine kötülük yapmaktır”, Hürriyet gazetesi, 11 Ocak 2004. “Muhafazakâr Demokrasi Manifestosu”, Yeni Şafak gazetesi, 11 Ocak 2004
•AKP 2002 Seçim Beyannamesi, “Her Şey Türkiye İçin”, http://www.akparti.org.tr [Giriş tarihi 10 Temmuz 2010].
•“Muhafazakâr Demokrasi Manifestosu”, Yeni Şafak gazetesi, 11 Ocak 2004.
•Ziya Gökalp, Türkçülüğün Esasları (Günümüz Türkçesiyle), (edit.) Mahir Ünlü, Yusuf Çotunsöken, İnkilap, İstanbul 1988, s. 24–25.
• Gökalp, Türkçülüğün Esasları, s. 94 ve s. 96–97.
• Gökalp, Türkçülüğün Esasları, s. 60.
•AKP Programı, http://www.akparti.org.tr/program_79.html [Giriş tarihi 10 Temmuz 2010].
•Özgün Erler, “Yeni Muhafazakârlık, AKP ve Muhafazakâr Demokrat Kimliği”, Stratejik Öngörü, 10 (2007) 126–127.
•Gökalp, Türkçülüğün Esasları, s. XIV.
•“Gerçek burjuvazi” kavramının anlamı için bkz. İkinci Kısım, Başlık 1: Türkiye’de İslamcı sermayenin güçlendirilme ve örgütlenme faktörü olarak neoliberal küreselleşme.
•“Muhafazakâr MÜSİAD, Metroseksüel Olabilir mi?”, Milliyet gazetesi, 10 Nisan 2004.

 

Nikos Moudouros

Η «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» και οι προεκτάσεις της

Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα

 

Η «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» και οι προεκτάσεις της

«Ορκίζομαι στην τιμή και την αξιοπρέπειά μου ότι θα προστατεύσω την ύπαρξη και την ανεξαρτησία του κράτους, την αδιαίρετη ακεραιότητα του λαού και της πατρίδας, την χωρίς όρους και προϋποθέσεις κυριαρχία του λαού, ότι θα παραμείνω αφοσιωμένος στις αρχές του δημοκρατικού, κοσμικού, κοινωνικού κράτους δικαίου και στις αρχές του Ατατούρκ, ότι θα προσπαθήσω για την ευημερία και την ευτυχία του λαού μου, ότι δε θα διαχωριστώ από το ιδανικό ο κάθε άνθρωπος να επωφελείται από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες, ότι δε θα διαχωριστώ από την αφοσίωση προς το Σύνταγμα»[1].

Τα πιο πάνω αποτελούν τον κανονικό-συμβατικό όρκο που καλούνται να εκφωνήσουν οι Τουρκοκύπριοι εκλεγμένοι στη «βουλή». Η παράθεσή του όρκου αυτού είναι ιδιαίτερα σημαντική για να γίνουν πολιτικές και ιδεολογικές συγκρίσεις ιδιαίτερα σε μια περίοδο ρευστότητας αναφορικά με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Η Ντοούς Ντεριά, η 35χρονη φεμινίστρια του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος που το μικρό της όνομα σημαίνει «γέννηση», αποφάσισε με την εκφώνηση του δικού της όρκου στις 12 Αυγούστου 2013 να προκαλέσει ρήξεις στο υφιστάμενο ιδεολογικό καθεστώς, να προκαλέσει τη «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» όπως περιέγραψε τον όρκο της η εφημερίδα Αφρίκα στο πρωτοσέλιδο της επομένης. Ενώπιον των συναδέλφων της, η Ντοούς είπε τα εξής:  

«Ορκίζομαι στην ανθρώπινη μου τιμή ότι θα εργαστώ για τον οποιοδήποτε ζει στην Κύπρο με στόχο να μη θυματοποιηθεί εξαιτίας της γλώσσας, της θρησκείας, της φυλής, του τόπου γέννησης, της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ότι θα προσπαθήσω για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δικαιοσύνης και ισότητας όπου η εργασία δε θα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ότι θα επιδιώξω την αντικατάσταση της κουλτούρας της σύγκρουσης και της βίας με τη θεμελίωση των αξιών της ειρήνης και της συναίνεσης, ότι θα μείνω αφοσιωμένη στις αξίες του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ότι δε θα παραιτηθώ από το όραμα της εγκαθίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Κύπρου»[2].

 
Οι διαφορές των δύο όρκων είναι ξεκάθαρες. Έστω και αν για πολλούς η προσπάθεια της Ντοούς περιορίζεται σε ένα συμβολικό επίπεδο, εντούτοις η ρήξη στο ιδεολογικό πλαίσιο δεν μπορεί να υποτιμηθεί γιατί αντικατοπτρίζει βαθύτερες διαδικασίες στην ίδια την τουρκοκυπριακή κοινωνία. Ο εναλλακτικός όρκος επιδίωξε σε ένα συγκεκριμένο βαθμό να καταργήσει ή να διευρύνει τα στενά όρια που επέβαλε το καθεστώς του 1983. Το ακραίο πλαίσιο που επικράτησε τότε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν δημιούργημα των ευρύτερων συνθηκών που υπήρχαν στην Τουρκία από το πραξικόπημα της 12ηςΣεπτεμβρίου του 1980. Με αυτό τον τρόπο, οι βασικοί ιδεολογικοί άξονες του ντενκτασικού κράτους βασίστηκαν και εν πολλοίς νομιμοποιήθηκαν από το χουντικό πλαίσιο της εποχής στην Τουρκία. Οι δομές του 1983 είχαν υπό αυτή την έννοια την αποστολή να αναπαράξουν την εξουσία του τότε Τουρκοκύπριου ηγέτη ως μια εξουσία ξεκάθαρα τουρκική, ως μια εξουσία αναπόσπαστο κομμάτι του τουρκικού έθνους, ενός ένθους όμως που οριζόταν από τα πιο ακραία εθνικιστικά στοιχεία του στρατού. Ο Ντενκτάς αποτελούσε τον ηγέτη αυτού του τμήματος του τουρκικού έθνους, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι υπήρχαν μόνο όπως ο ίδιος ο ηγέτης επέβαλλε. Κατά τον ίδιο τρόπο, το κράτος του Ντενκτάς ήταν ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της ιδέας ενός ομοιογενούς τουρκικού έθνους μέσα στο οποίο συνυπήρχαν αρμονικά οι «έξω Τούρκοι» που στη συγκεκριμένοι περίπτωση ήταν το εκτός της Τουρκίας «εθνικό κομμάτι», οι Τουρκοκύπριοι.
 
Σε αυτό το σημείο, ο όρκος της Ντοούς εκφράζει μια προσπάθεια αμφισβήτησης. Μια ρήξη τόσο με το κοινωνικο-οικονομικό οικοδόμημα «πλιάτσικου» του 1983, όσο και με το ιδεολογικό εποικοδόμημα που ανατράφηκε στους κόλπους της τουρκοκυπριακής Δεξιάς. «Πρώτα ήθελα να μοιραστώ τη φωνή της συνείδησής μου και μετά ορκίστηκα κανονικά»[3], δήλωσε η Ντοούς Ντεριά αμέσως μετά το πρώτο σοκ. Αυτή η ομολογία αποκαλύπτει ότι ένα τουλάχιστον μέρος της τουρκοκυπριακής Αριστεράς υπογραμμίζει με επιμονή ότι το υφιστάμενο καθεστώς και η ιδεολογία του δεν ήταν και δεν πρόκειται να γίνουν προϊόν διεκδίκησης, ούτε καν δημοκρατικής διαπραγμάτευσης. Η διευκρίνηση της ότι δεν απορρίπτει τον κανονικό όρκο, τον οποίο και στη συνέχεια εκφώνησε, αποκαλύπτει ότι οι «κανονικές-συμβατικές» διαδικασίες του ντενκτασικού κράτους παραμένουν αναγκαίες ως ένα βαθμό (για αυτό το κομμάτι της Αριστεράς) εάν επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί, αλλά δεν ξεφεύγουν από το επίπεδο του τυπικού.

Επομένως θα μπορούσε να λεχθεί, ότι η προσπάθεια της Ντοούς καθρεφτίζει την απαξίωση προς ένα καθεστώς κηδεμονίας που δημιουργήθηκε παρά και εναντίον της τουρκοκυπριακής βούλησης. Αντικατοπτρίζει το διαχρονικό αίτημα για ισότητα και εκδημοκρατικοποίηση στις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Δεν αποτελεί προσπάθεια ανατροπής ή κατάργησης χωριστών τουρκοκυπριακών δομών εξουσίας, αλλά σηματοδοτεί για μια ακόμη φορά τη θέληση της προοδευτικής μερίδας της κοινότητας για την κατοχύρωση της αυτοδιοίκησής της μέσα από μια δημοκρατικότερη συνεργασία (ομοσπονδιακή λύση) με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Η ενέργεια της Τουρκοκύπριας φεμινίστριας δε θα έπρεπε να ξαφνιάσει, υπό κανονικές συνθήκες, τουλάχιστον την ίδια την κοινότητα της. Γιατί πέραν όλων των άλλων, αποτελεί την απτή απόδειξη ότι η πολιτική πραγματικότητα στα κατεχόμενα συγκροτείται πλέον (και) από νέους πρωταγωνιστές, οι οποίοι προβάλλουν μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες της τελευταίες εικοσαετίας. Η σημερινή σύνθεση της «βουλής» είναι αρκετά ενδεικτική. Από τους κομματικούς παράγοντες των τελευταίων είκοσι χρόνων, μετά την 28ηΙουλίου 2013 στα έδρανα υπάρχουν μόνο εφτά γνωστά πρόσωπα[4]. Η μεγαλύτερη αλλαγή συμβαίνει στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό, αφού από τους 21 εκλεγμένους οι 9 είναι νέα πρόσωπα. Συνεπώς υπάρχουν πιο ξεκάθαρες κάποιες νέες αντιλήψεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν το ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο.

Ο συνωστισμός νέων προσώπων σηματοδοτεί την σταδιακή και σταθερή απομάκρυνση από την βαριά σκιά του πολιτικού συστήματος που άφησε πίσω της η ΤΜΤ. Σήμερα ένας πολύ μεγάλος αριθμών εκλεγμένων δεν είχε άμεση σχέση με τις διεργασίες οικοδόμησης χωριστών δομών εξουσίας στην κοινότητα από το 1963. Αυτή η ομάδα πολιτικών στελεχών συσπειρώνει μέσα της περισσότερο τα προβλήματα που δημιουργεί η απομόνωση των Τουρκοκυπρίων ακριβώς λόγω της παρανομίας των δομών που τώρα καλούνται να διαχειριστούν. Επομένως στο επίκεντρο της σημερινής κατάστασης βρίσκεται και το εξής δεδομένο: Άνθρωποι όπως η Ντοούς Ντεριά, βρίσκονται σε μια θέση αντιφατικών επιπτώσεων. Από τη μια λόγω της ύπαρξης και λειτουργίας των δομών ενσωματώνονται και διεκδικούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό τη διαχείρισή τους. Από την άλλη όμως τα άλυτα προβλήματα της τουρκικής κηδεμονίας συντηρούν την απονομιμοποίηση, την απαξίωση αυτών των δομών και την απόσταση αντιρρήσεων που έχει τουλάχιστον το προοδευτικό κομμάτι της κοινότητας. Έτσι εάν ο όρκος της Ντοούς αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο των αλλαγών της τελευταίας εικοσαετίας που εκφράστηκαν με συγκεκριμένο τρόπο και στα αποτελέσματα της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης, τότε εύκολα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βιώνει αλλαγές προσώπων που μοιραία θα εκφραστούν σύντομα και σε αλλαγές πολιτικών αντιλήψεων στο δημόσιο χώρο.   

Οι προσπάθειες συνεργασιών και η θεωρία του «μεγάλου συνασπισμού» Ρεπουμπλικανικού και Εθνικής Ενότητας

Πάντως, ο όρκος προκάλεσε ρωγμές και στο κομματικό πεδίο. Ρωγμές που αφορούν και στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα. Η ενόχληση της τουρκοκυπριακής Δεξιάς ήταν περισσότερο από φανερή και ίσως δεδομένη. Εκφράστηκε με την αποχώρηση από την αίθουσα των στελεχών του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Δημοκρατικού, τη στιγμή που η Ντεριά ήταν ακόμα στο βήμα. Το ίδιο έπραξαν και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντερβίς Έρογλου με τον πρέσβη της Τουρκίας Ιμπραχίμ Άκτσια. Τους ακολούθησε όμως και ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, μια ενέργεια που δεν έμεινε ασχολίαστη από τον πυρήνα του Ρεπουμπλικανικού. Μάλιστα σε μια κίνηση πολλών μηνυμάτων, ο πρώην ηγέτης του κόμματος, Φερντί Σαμπίτ Σογιέρ αποχώρησε τη στιγμή που ορκίζονταν οι του Κόμματος Εθνικής Ενότητας. Η ερμηνεία μπορεί να είναι διπλή: Ο Σογιέρ από τη μια στήριξε τη νεαρή φεμινίστρια. Από την άλλη όμως επιδίωξε να διαφοροποιηθεί από τα μηνύματα και τις πράξεις του Ταλάτ. Άλλωστε οι κόντρες των δύο τα τελευταία χρόνια κατάντησαν κοινό μυστικό.

Ο Ταλάτ το τελευταίο χρονικό διάστημα αναλαμβάνει την επιδιόρθωση των σχέσεων του με την Άγκυρα και το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, με το βλέμμα στις εκλογές για τον Τουρκοκύπριο ηγέτη τον Απρίλιο του 2015. Σε αυτό το πλαίσιο άλλωστε βρίσκονται και οι επίμονες του διακηρύξεις για την αναγκαιότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Εθνικής Ενότητας. Αυτός ο «μεγάλος συνασπισμός» ουσιαστικά πιστοποιεί την ύπαρξη δυνάμεων μέσα στο Ρεπουμπλικανικό, οι οποίες τάσσονται υπέρ του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού έτσι όπως εκφράζεται στο μνημόνιο συνεργασίας με την Άγκυρα. Το δικαιολογητικό για μια τέτοια εξέλιξη βρίσκει πολλούς αντιπάλους μέσα στο κόμμα της κεντροαριστεράς, όμως δεν απομακρύνεται από μια πραγματική βάση: Σύμφωνα με τη θεωρία του Ταλάτ και του κύκλου του, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας βρίσκεται σε μια περίοδο ανακατατάξεων και «κάθαρσης» από το εθνικιστικό παρελθόν τύπου ΤΜΤ. Το παραδοσιακό κόμμα της Δεξιάς, ως αποτέλεσμα της πρόσφατης διάσπασης, έχει απομακρυνθεί πλέον από τον έλεγχο του Έρογλου και συνεπώς απομακρύνεται σταδιακά και από τον τρόπο διαχείρισης των δομών του συγκεκριμένου κύκλου εξουσίας[5].

Μάλιστα η ενσωμάτωση των συνεργατών Έρογλου στο Δημοκρατικό Κόμμα του Ντεντάς, σηματοδοτεί την έναρξη διεργασιών σχηματισμού της «νέας Δεξιάς» στο Εθνικής Ενότητας. Επομένως, σύμφωνα με τη θεώρηση Ταλάτ, η όποια συνεργασία με τον Ντενκτάς υπονοεί συμμαχία του Ρεπουμπλικανικού με την πιο ακραία πολιτική εξαιτίας της οποίας για τόσα χρόνια η Αριστερά βρισκόταν στο περιθώριο. Αυτό το στοιχείο δεν αφήνει ασυγκίνητους πολλούς μέσα στο Ρεπουμπλικανικό, ακριβώς λόγω της διαχρονικής περιθωριοποίησης και καταδίωξης από το ντενκτασικό κατεστημένο. Παράλληλα ο Ταλάτ επιμένει ότι η πιθανότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Δημοκρατικό, αφήνει ανοιχτό παράθυρο σταθεροποίησης της παρουσίας του Έρογλου στο πολιτικό σκηνικό με προοπτική μάλιστα ενίσχυσης της εμπλοκής του Τουρκοκύπριου ηγέτη και στην εκτελεστική εξουσία. Με λίγα λόγια το κεντρικό επιχείρημα υπογραμμίζει ότι η «αιώνια αντιπαλότητα» του Ρεπουμπλικανικού με το Εθνικής Ενότητας, δεν έχει πλέον την ιστορική της βάση, αφού αυτή έχει μετακινηθεί στο Δημοκρατικό διαμέσου του συνασπισμού των «Εθνικών Δυνάμεων»[6].

Ανεξαρτήτως της κατάληξης των προσπαθειών για συνεργασία στην «κυβέρνηση», φαίνεται ότι το Ρεπουμπλικανικό θα αναγκαστεί να διαχειριστεί δύο πολύ μεγάλα ζητήματα πέραν του Κυπριακού. Το ένα είναι το μνημόνιο με την Τουρκία για το οποίο υποσχέθηκε ότι θα επιδιώξει αλλαγές. Σε αυτή την περίπτωση μάλλον θα μπορεί να συνεργαστεί καλύτερα με το Δημοκρατικό Κόμμα και το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας συγκεντρώνοντας έτσι 36 έδρες (21+12+3). Το δεύτερο ζήτημα είναι η αλλαγή του συντάγματος, επίσης αίτημα όλων των κομμάτων. Σε αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί εκτελεστική εξουσία να συγκεντρώνει τουλάχιστον 35 έδρες και συνεπώς το σενάριο του «μεγάλου συνασπισμού» κρατιέται στην επικαιρότητα ως επιπλέον του σεναρίου συνεργασίας των τριών που προαναφέρθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση που διεξάγεται με φόντο τις κομματικές συνεργασίες αναδεικνύει ακόμα ένα στοιχείο αλλαγών στα κατεχόμενα. Παλαιότερα και ιδιαίτερα μετά το 2000, τα λεγόμενα μεγάλα κόμματα ήταν περίπου δεδομένα – το Ρεπουμπλικανικό και το Εθνικής Ενότητας. Τα λεγόμενα μικρά επίσης ήταν δεδομένα – το Δημοκρατικό και οι διάφορες εκφράσεις του Κοινοτικής Δημοκρατίας. Πλέον τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα με αφορμή τη διάσπαση της Δεξιάς. Το Δημοκρατικό Κόμμα, λόγω της κατακόρυφης αύξησης των ποσοστών του, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται το «μικρό κόμμα». Έχει μόνο δύο έδρες διαφορά από το Εθνικής Ενότητας (14 και 12) και συνεπώς μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερη εκπροσώπηση στην εκτελεστική εξουσία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πληροφορίες αναφέρουν ότι παρά τα προβλήματα η πιθανότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Δημοκρατικό είναι μεγαλύτερη λόγω πιέσεων από την βάση. Η πρόταση του Ντενκτάς που κατέθεσε ενώπιον του Ρεπουμπλικανικού συμπεριλαμβάνει πέντε «υπουργεία», κάτι που αρχικά αντιμετωπίζει τη δυσαρέσκεια της κεντροαριστεράς. Επίσης η αρχική πρόταση του Δημοκρατικού συμπεριλαμβάνει και τη σκέψη δημιουργίας ενός υπουργικού από τεχνοκράτες. Αναφορικά με το Κυπριακό, παρόλο που δεν βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα, τα δύο κόμματα διαφωνούν με τον Σερντάρ Ντενκτάς να προτείνει ότι σε περίπτωση αδιεξόδου της νέας διαδικασίας να ζητηθεί από την τουρκοκυπριακή πλευρά όπως σταματήσουν οριστικά.

Είναι γεγονός ότι το αποτέλεσμα των εκλογών, στο παρόν στάδιο, έχει μετατρέψει τον Ντενκτάς σε κάτι περισσότερο από ρυθμιστή της κατάστασης, κάτι βεβαίως που θα εξαρτηθεί από την σταθερότητα της συνεργασίας του με το μπλόγκ των «Εθνικών Δυνάμεων» που αποχώρησαν από το κόμμα του Κιουτσιούκ. Ακόμα ένα πλεονέκτημα για περισσότερες πιέσεις εκ μέρους του Σερντάρ Ντενκτάς είναι και το δεδομένο της «λαϊκής τιμωρίας» του Κόμματος Εθνικής Ενότητας λόγω της ολοκληρωτικής ταύτισής του με το μνημόνιο της Άγκυρας. Η επαναφορά του Κιουτσιούκ (που δεν εκλέγηκε καν) στο κέντρο της πολιτικής δεν παύει από του να είναι στοιχείο φθοράς για το Ρεπουμπλικανικό.

Ο πληθυσμός: Το «αιώνιο» πρόβλημα

Στις 13 Αυγούστου 2013 η Οργάνωση Κρατικού Σχεδιασμού ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του δεύτερου σταδίου της καταμέτρησης πληθυσμού που έγινε το 2011. Υπενθυμίζεται ότι τότε η καταμέτρηση αποτέλεσε στοιχείο πολύ έντονων αντιπαραθέσεων και η ανακοίνωση των νέων αριθμών μάλλον θα μετατραπεί και πάλι σε επίκεντρο πολιτικών εξελίξεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δεύτερου σταδίου που ανακοινώθηκαν ο dejure πληθυσμός ανέρχεται στις 286.257. Η επαρχία της Λευκωσίας έχει πληθυσμό 94.824, η Αμμόχωστο ακολουθεί με 69.741, η Κερύνεια με 69.163, η Μόρφου με 30.037 και το Τρίκωμο με 22.492.

Σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία ο αριθμός των γεννημένων στην Κύπρο που διαμένει μόνιμα στις βόρειες περιοχές είναι 160.207 (56%), ενώ ο αριθμός του πληθυσμού που γεννήθηκε στην Τουρκία είναι 104.641 (36.6%).
 
 
 
 
 
 

[2] “Vicdani Yemin”, Yeni Düzen, 13.8.2013.
[4] “Ne şehit ne gazi. Sadece gadimici”, Afrika, 11.8.2013.
[5] Ozan Ceyhun, “KKTC seçimlerinin ardından sürprizlere gebe”, Haberdar, 29.7.2013.
[6] Şevki Kıralp, “Koalisyona doğru: Alternatifler ve Olasılıklar”, Gaile, Ένθετο Yeni Düzen, τχ. 226, 11.8.2013.

Muhafazakâr Demokrasi’nin Parti Kimliği: Başka Bir Türk Modernleşmesi Mi? (5)

14 Ağustos 2013     

Kemalist düzenle, yani geleneksel laik “merkez” ile ilişkilerin yeniden belirlenmesine ilişkin geçen haftaki yazımızda bahsettiğimiz çerçeve içerisinde, çevrenin talep ve beklentilerinin çatışmalardan uzak ve doğru bir biçimde yorumlanması şarttı. Akdoğan’a göre, AKP’nin geleneksel siyasal İslam partilerinden farklı olarak bu konudaki başarısı, tam olarak, çevrenin merkeze yönelik olan taleplerinin doğru bir yorumuna girişebilmesinden kaynaklanmaktaydı. Kısacası, ülkenin ekonomik sisteminde Müslüman iş çevrelerinin aşamalı bir şekilde güçlenmesi için hükümet partisinin olabildiğince daha fazla çatışmadan kaçınması ve “geleneksel merkez” ile “çevrenin güçlerinin” endişelerini dengede tutması gerekiyordu. Dolayısıyla yeni hükümetin misyonu 1997 darbesinin ve 2001 ekonomik krizinin ardından ülkenin siyasi ve ekonomik sisteminin görece olarak normalleştirilmesiydi. Yani 1980 darbesinden sonra Özal’ın Anavatan Partisi’nin üstlendiği misyonun standartlarına göre, kapitalizmin yeni aşamasının kesintisiz gelişimi yönüne doğru itecek bir normalleşmeydi. Yalçın Akdoğan yukarıdaki gerekliliği “çevreyle merkezi uzlaşma zeminine davet eden AK Parti olmuştur” diyerek ifade ediyordu.

Muhafazakâr demokrasi teorileri “İslami” burjuvazinin beklenti ve çıkarlarına göre partinin Türk siyasi haritasında yerini alması gereksinimine de yanıt vermeleri gerekiyordu. Dolayısıyla parti kitlesel destek yeteneğini koruyan, bir burjuva çıkarları partisi olarak meşruluk kazanmalıydı. Bu amaca yönelik olarak, en uygun olan yer “Türk merkez sağı” idi. Partinin beraberinde getirdiği yenilik daha önceki siyasi oluşumların temel karakteristiklerinin altüst edilmesi ve kendisinin “siyasi merkezde” yerini almasıydı. Tayyip Erdoğan’a göre, AKP’nin ortaya çıkmasından önce iki tip parti mevcuttu. Birincisi sadece belirli bir ideoloji temelinde faaliyet gösteren ve “siyasi olarak kardeş” gibi davranan partilerdi. Diğerleri de hiçbir ideolojisi olmadan sadece kazanç kaynaklarının paylaşımını hedefleyen, yani “siyasi şirket” gibi olan partilerdi. Erdoğan yukarıdakinden farklı olarak, Adalet ve Kalkınma Partisi’nin kitlelere yönelik belirli siyasi tezlere sahip olan bir parti olduğunu söylüyordu. Böylece, liderine göre AKP “toplumsal merkezden aldığı güçle siyasi merkezi yeniden inşa etmiş ve merkez sağın tartışmasız tek gücü haline geldi”.

Başka bir düzeyde, “İslamcı” burjuva sınıfının çıkarlarının daha iyi temsili, neoliberal küreselleşmenin genel çevresi ile gelen (ideolojik ve kültürel) özelliklerin bileşimini dayatıyordu. Bu noktada “alternatif modernleşme” ve kapitalist kalkınmada toplumun kendine özgü niteliklerinin rolü hakkındaki tartışmalar AKP’nin kendisinin üzerinde çalıştığı konular oldu. Bazı süreçlerde, ülkenin çağdaşlaşma evrimi hakkındaki bazı yaklaşımların değişmesinin gerektiği kanaatinin yoğun derecede olduğu gözüküyordu. Türk kalkınmasının Kemalist versiyonuna karşı parti çevrelerinin geliştirdiği eleştiri, özellikle toplumun geçmişinden ve -din de dâhil olmak üzere- geleneksel karakteristik özelliklerinden otoriter bir biçimde koparılmasına odaklandı. AKP’nin 2002 Seçim Beyannamesi’nde “Modernleşme döneminde Türkiye’nin çağdaşlaşması, öncelikle geleneksel kültür ve değerlerin terk edilmesi şeklinde anlaşılmıştır. Oysa çağdaşlaşma, toplumun kendi dinamikleriyle kendini yenilemesi ve değişen ihtiyaçlarını karşılayabilmesidir” deniyordu.

Bu yolla hükümet partisi “modernleşme”nin yani yeni aşamasında kapitalist kalkınmanın genişletilmesi nihai hedefiyle toplumun geleneksel değerlerini yeniden yorumlayarak tekrar ön plana getirdi. Bizzat Erdoğan “küreselleşmenin lokomotifi her ne kadar ekonomiyse de, küreselleşme toplumsal dinamikleri harekete geçirerek ve yerel zenginlikleri sürece katarak ancak istikrarı yakalayabilir” diye vurguluyordu. Modernleşme, geleneği etkisizleştirmeksizin, evrenselliği yerel özelliklerle bir araya getirdiği ve sonuçta “başka-alternatif bir modernleşme” olduğu takdirde “hedef” olabilirdi.

Nikos Moudouros

(devam edecek)