Μια από τις χαρακτηριστικότερες σημερινές αντιδράσεις: «Θέλω πίσω τη χώρα μου»
Τί έγινε σήμερα (και τί θα γίνεται;) στα βόρεια της Κύπρου;
Σε δημοσιογραφικό επίπεδο τα τελευταία γεγονότα στα κατεχόμενα είναι γνωστά. Οι τελευταίες πληροφορίες αναφέρουν ότι η επίθεση εναντίον της εφημερίδας Afrika, στελεχών του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος, αλλά και εναντίον της ευρύτερης τουρκοκυπριακής Αριστεράς (που αντιδρούν σε σχέση με την πολιτική της Άγκυρας στη Συρία) θα συνεχιστούν με διάφορες “ευκαιρίες – εκδηλώσεις” τις επόμενες ώρες και μέρες. Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμη μια όσο το δυνατό πιο ξεκάθαρη εικόνα του πλαισίου των εξελίξεων, των πλευρών της αντιπαράθεσης και των ιδεολογικών μηχανισμών που τέθηκαν σε κινητοποίηση.
Συνήθως οι πρόωρες εκλογές αποτελούν ενδείξεις κορύφωσης των προσπαθειών επίλυσης μιας συγκεκριμένης κοινωνικο-οικονομικής ή/και πολιτικής κρίσης. Τέτοιες διαδικασίες ενεργοποιούνται και ως μηχανισμοί ξεπεράσματος κάποιων συγκυριακών αδιεξόδων. Όμως ανεξαρτήτως του υπόβαθρου της πραγματοποίησης πρόωρων εκλογών, στην σημερινή τουρκοκυπριακή περίπτωση η κάλπη της 7ης Ιανουαρίου 2018 αντι να επιλύσει, αύξησε περαιτέρω τις «γκρίζες ζώνες» και τα ερωτηματικά για την συνολική κρίση που αντιμετωπίζει το πολιτικό σύστημα στα κατεχόμενα. Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας κατάφερε να αυξήσει τα ποσοστά του σε σύγκριση με το 2013, όμως η τελική αριθμητική ισορροπία που προέκυψε με την κατανομή των εδρών στην «Βουλή» μειώνει καθοριστικά τα περιθώρια συγκρότησης μιας σταθερής «κυβέρνησης». Με λίγα λόγια, τα αποτελέσματα της 7ης Ιανουαρίου στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα σηματοδοτούν ακόμα ένα κύκλο αποσταθεροποίησης, ο χρονικός ορίζοντας και η ποιότητα του οποίου δεν μπορούν εύκολα να καθοριστούν.
Λίγες μόνο εβδομάδες πριν από τις πρόωρες εκλογές της 7ης Ιανουαρίου 2018 στα κατεχόμενα, το προεκλογικό κλίμα παραμένει υποτονικό. Όλα τα επιτελεία των κομμάτων αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα: Η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου δεν τοποθετείται σε σχέση με τις επιλογές στην κάλπη, ενώ αντίθετα κυριαρχεί το δόγμα του «τίποτε πλέον δεν μπορεί να αλλάξει». Η συγκεκριμένη τάση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως στοιχείο αποπολιτικοποίησης των Τουρκοκυπρίων. Τα όσα πολλά και σημαντικά μεσολάβησαν από τις προηγούμενες εκλογές του καλοκαιριού 2013 μέχρι και σήμερα δεν συνηγορούν στο ότι τα περισσότερα μέρη της κοινωνίας «έπαψαν» να έχουν άποψη. Εκείνο όμως που φαίνεται να εμφανίζεται είναι η επιλογή πολλών Τουρκοκυπρίων να παραμένουν «σιωπηλοί» σε σχέση με την προσωπική επιλογή σε ότι αφορά στην ψήφο τους. Ακριβώς για αυτό το λόγο άλλωστε σχεδόν καμιά έρευνα γνώμης και δημοσκόπηση δεν μπορεί πλέον να καταγράψει με ακρίβεια τα κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα της κοινότητας. Ωστόσο μέσα από το υποτονικό κλίμα της περιόδου είναι δυνατό να διακριθούν βασικά στοιχεία που επηρεάζουν τόσο το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών, όσο και πολύ περισσότερο τις βασικές ιδεολογικές κατευθύνσεις που επικρατούν σε αυτή την συγκυρία στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Οι επικείμενες πρόωρες εκλογές στα κατεχόμενα τον Ιανουάριο του 2018, αντικατοπτρίζουν την φορτική επανάληψης μιας «κλασσικής στιγμής» στην εξέλιξη της διχοτόμησης από το 1974 και μετά: Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βιώνει μια παρατεταμένη κρίση ηγεμονίας σε όλα τα επίπεδα της χωριστής πολιτειακής κατάστασης που προέκυψε ως αποτέλεσμα του πολέμου. Οι δομές εξουσίας στα βόρεια εδάφη της Κύπρου χαρακτηρίζονται κυρίως από την ολοκληρωτική αποτυχία του προγράμματος που φιλοδοξούσε να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες μιας κοινωνίας σε ένα πλαίσιο βίαιης εδαφικής και πληθυσμιακής διχοτόμησης. Η ανάγκη που οδήγησε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών σήμερα, είναι απλά μια ιστορική επιβεβαίωση της συνέπειας που αναπαράγει η κατάρρευση του «κοινωνικού συμβολαίου», στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι βρέθηκαν να είναι «ενδιαφερόμενη πλευρά» το 1974, αλλά και το 1983 με την ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ».
Η ανεξαρτησία των Κούρδων και η πολυπλοκότητα της κρίσης στην Μέση Ανατολή
Η κουρδική ανεξαρτησία ως ζήτημα 100 χρόνων…
Το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία των Κούρδων του Ιράκ πραγματοποιήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2017 και όπως είναι γνωστό κατέληξε με το συντριπτικό 92.7% στήριξης του «ναι». Είναι ένα από εκείνα τα γεγονότα-τομές που οι ιστορικοί της περιοχής δεν θα μπορούν να προσπεράσουν. Την ίδια στιγμή είναι εξέλιξη που θα επηρεάζει την καθημερινότητα της Μέσης Ανατολής για μεγάλο χρονικό διάστημα ακόμα. Η 25η Σεπτεμβρίου 2017 είναι ιστορικά η δεύτερη φορά στα τελευταία περίπου 100 χρόνια που η διεθνής κοινότητα βρίσκεται, με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, αντιμέτωπη με το ζήτημα της ανεξαρτησίας των Κούρδων της περιοχής. Η πρώτη φορά ήταν στο περιβάλλον που δημιούργησε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν το θέμα ενός ανεξάρτητου Κουρδιστάν εισήλθε στις διεθνείς σχέσεις, μάλιστα συμπεριλαμβάνοντας τότε ένα μέρος των εδαφών της τότε καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σημερινής Τουρκίας. Η εν λόγω περίοδος τελικά στιγματίστηκε από την αγγλογαλλική συμφωνία αποικιοκρατικού χαρακτήρα, γνωστότερη ως «μυστική συμφωνία Σάικς-Πικό», στη βάση της οποίας η Βρετανία και η Γαλλία μοίρασαν σε σφαίρες επιρροής πολλές από τις αραβικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έστω και αν η συγκεκριμένη συμφωνία δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας καθορισμού του χάρτη της Μέσης Ανατολής, εντούτοις είναι γεγονός ότι η εμφάνιση των εθνικών κρατών της περιοχής που μεταξύ άλλων κατακερμάτισε τον κουρδικό πληθυσμό σε τέσσερα διαφορετικά κρατικά σύνορα (Τουρκία, Ιράκ, Συρία, Ιράν), θεωρείται από πολλούς ως προϊόν της δυτικής επιθετικότητας και επιβολής. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος των Κούρδων φέρει μαζί του μέχρι σήμερα την ιστορική πεποίθηση ότι αυτοί ήταν οι ανταγωνισμοί που τους στέρησαν την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης τους. Από τότε μέχρι σήμερα πολλοί είναι αυτοί που περιγράφουν τον κουρδικό πληθυσμό ως το «μεγαλύτερο έθνος χωρίς κράτος».
Οι ανησυχίες του ΑΚΡ για την τουρκοκυπριακή κοσμικότητα
Το καλοκαίρι του 2011 τότε Πρωθυπουργός της Τουρκίας ο Έρντογαν επισκέφθηκε τα κατεχόμενα για σειρά επαφών, οι οποίες όμως χαρακτηρίζονταν από τις ιδιαίτερες συγκυρίες της εποχής. Όπως και σήμερα, έτσι και τότε ήταν μια περίοδος κορύφωσης της έντασης μεταξύ Τουρκοκυπρίων-Άγκυρας εξαιτίας της επιβολής του οικονομικού πρωτοκόλλου. Είχαν προηγηθεί οι μεγάλες κινητοποιήσεις της συνδικαλιστικής πλατφόρμας ενάντια στα μέτρα λιτότητας τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του ίδιου έτους, όπως και η γνωστή δήλωση του Έρντογαν με την οποία χαρακτήριζε τους Τουρκοκύπριους ως «τρόφιμους – αναγιωτούς». Σε αυτό το ιδιαίτερο πλαίσιο της τότε επίσκεψης, ο Έρντογαν είπε πολλά και αποκαλυπτικά. Μεταξύ άλλων υπενθύμισε και την βασική – πολλές φορές «ανομολόγητη» – αντίληψη που διατηρεί μέχρι σήμερα το ισλαμικό κίνημα της Τουρκίας για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα και την σχέση της με την θρησκεία. Μιλώντας σε Τουρκοκύπριους δημοσιογράφους, ο τότε Πρωθυπουργός υπογράμμισε: «Η Βόρεια Κύπρος είναι μια τουρκική και μουσουλμανική χώρα. Θα πρέπει να είμαστε περήφανοι για αυτά μας τα χαρακτηριστικά και να μην έχουμε αμφιβολίες στο να τα προωθούμε. Τη στιγμή που η Ελληνοκυπριακή πλευρά δείχνει τόση αφοσίωση στους δεσμούς της με την Εκκλησία, εμείς θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε περισσότερο τις πολιτιστικές μας ιδιαιτερότητες με ακόμα περισσότερα τζαμιά και ακόμα περισσότερη θρησκευτική εκπαίδευση».
Δυναμικές πίσω από την συζήτηση περί μονομερών μέτρων Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων
Αμέσως μετά την αποτυχία της τελευταίας διάσκεψης για το Κυπριακό, απελευθερώθηκαν πολλές και σύνθετες δυναμικές, τόσο στην Άγκυρα, όσο και ιδιαίτερα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Το κεντρικό χαρακτηριστικό των δυναμικών αυτών βασίζονται στην αντιπαράθεση που διεξάγεται σε σχέση με το εάν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί η ιδέα για μια ομοσπονδιακή λύση στο Κυπριακό ή εάν θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια στις υφιστάμενες παραμέτρους του ΟΗΕ. Οι δύο αυτοί βασικοί άξονες της αντιπαράθεσης στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, δεν είναι βεβαίως νέοι. Αντίθετα εντάσσονται σε ένα σημαντικό ιστορικό πλαίσιο, η νεότερη φάση του οποίου ήταν η περίοδος που ακολούθησε την εισβολή του 1974. Παρόλο που οι δύο προαναφερθέντες άξονες όπως και οι εκπρόσωποι τους, δέχονται τις μετασχηματιστικές επιρροές του χρόνου, εντούτοις θα μπορούσε να λεχθεί ότι η σημερινή αντιπαράθεση φέρει μαζί της τα βασικά ιστορικά τους χαρακτηριστικά. Έτσι, σε γενικές γραμμές σημειώνεται ότι αμέσως μετά το Κράν Μοντάνα οι βασικές δυνάμεις της τουρκοκυπριακής δεξιάς συμφωνούν στην αλλαγή στρατηγικής και απομάκρυνσης από την ομοσπονδιακή προοπτική, ενώ οι βασικές δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς επιμένουν στην διατήρηση των προσπαθειών επίλυσης εντός του ομοσπονδιακού πλαισίου.
Ανασκόπηση των προσεγγίσεων Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων
Είτε υπάρξει συνέχιση των προσπαθειών στο Κυπριακό, είτε όχι, ένα σοβαρό δεδομένο που προκύπτει στη σημερινή συγκυρία αναφορικά με τις σχέσεις Τουρκίας και Τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι οι πολυσύνθετες δυναμικές που απελευθέρωσε η πρόσφατη αποτυχία της Διάσκεψης στο Κραν Μοντάνα. Οι δυναμικές της σημερινής συγκυρίας, δύσκολες στην αποκωδικοποίηση, αφορούν κυρίως στις ιδεολογικές και πολιτικές αναζητήσεις της Τουρκοκυπριακής κοινότητας για το μελλοντικό της καθεστώς. Υπό αυτή την έννοια, αγγίζουν τα ζητήματα της συνεργασίας και συμβίωσης με τους Ελληνοκύπριους καθώς και τα θέματα της μελλοντικής πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής παρουσίας της Τουρκίας στα βόρεια εδάφη του νησιού. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους μια προσπάθεια συνεπούς παρακολούθησης της εξέλιξης των τουρκοκυπριακών αναζητήσεων, καθίσταται αναγκαία αφού αυτές θα επηρεάζονται σταδιακά τόσο από το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον και τη στάση της Τουρκίας, όσο και από τα μηνύματα που θα εκπέμπει η Ελληνοκυπριακή κοινότητα.
«Δεν υπάρχει κανένα νόημα να επιμένουμε στις υφιστάμενες παραμέτρους του ΟΗΕ… Θα συνεχίσουμε την προσπάθεια για να λυθεί αυτό το πρόβλημα με άλλες παραμέτρους». Αυτά ήταν τα πρώτα μηνύματα του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας, λίγες μόνο στιγμές μετά την ανακοίνωση της αποτυχίας της διάσκεψης για το Κυπριακό στο Κρανς Μοντάνα. Τα ξημερώματα της 7ης Ιουλίου 2017, τουλάχιστον σε ότι αφορά στην αντίληψη της Άγκυρας για την Κύπρο, φαίνεται να σηματοδοτούν μια νέα πορεία αναζητήσεων. Αναζητήσεων δύσκολων, πολύπλοκων, επηρεαζόμενων από τις τεκτονικές αλλαγές της ευρύτερης περιοχής, αλλά σίγουρα τέτοιων αναζητήσεων που θα έχουν ως προσανατολισμό τόσο την περαιτέρω πίεση προς την Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και τον βαθύτερο μετασχηματισμό της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ακριβώς λόγω της ρευστότητας του επόμενου χρονικού διαστήματος και των εξελίξεων που θα προκληθούν από την αποτυχία της πρόσφατης διάσκεψης, θα ήταν χρήσιμη μια αξιολόγηση της «μεγάλης εικόνας» που επηρεάζει τα τελευταία χρόνια την αντίληψη της Τουρκίας για την Κύπρο.
Το πρωτοσέλιδο της Yeni Düzen στις 8 Ιουλίου 1996, το οποίο ανακοινώνει τη δολοφονία του Kutlu Adalı με τον τίτλο «Δεν θα σιωπήσουμε»
21 χρόνια μετά…
Στις 6 Ιουλίου 1996 δολοφονήθηκε ο δημοσιογράφος Kutlu Adalı έξω από το σπίτι του.
Ο Adalı ήταν ένας από τους συνεπέστερους διανοούμενους-υπερασπιστές της ανάδειξης της κυπριακής ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων μετά το 1974. Όπως πολλοί άλλοι, έτσι και ο Adalı βρέθηκε κοντά στους κύκλους της ΤΜΤ στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1960. Όμως η διχοτόμηση του 1974 και νέα πραγματικότητα των Τουρκοκυπρίων, επηρέασαν ριζικά τόσο τις ερευνητικές, όσο και τις ευρύτερες πολιτιστικές του αναζητήσεις.
Η δολοφονία του μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένα από τα θλιβερότερα επεισόδια της πόλωσης ανάμεσα στους υποστηριχτές της αντίληψης ότι η Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν μια προέκταση του τουρκικού έθνους και σε όσους επέμεναν να επανατοποθετούν την κοινότητα στον δικό της (κυπριακό) γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο.
Για πολλά χρόνια αρθρογράφος στην εφημερίδα Ortam και στη συνέχεια στην εφημερίδα Yeni Düzen, ο Adalı ανέπτυξε μέσα από τα κείμενα του μια ανοιχτή γραμμή αντιπαράθεσης ενάντια στην ιεραρχική σχέση Τουρκίας-Τουρκοκυπρίων. Επέκρινε την σχέση «μητέρας πατρίδας-μικρής πατρίδας» και έθεσε νέες γραμμές διεκδίκησης στην προσπάθεια «υποκειμενοποίησης» των Τουρκοκυπρίων και της πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής τους αυτονομίας. Μεταξύ άλλων αποκάλυψε τη δράση του τουρκικού παρακράτους… ίσως ένας από τους λόγους της δολοφονίας του.
Το τελευταίο κείμενο του Kutlu Adalı δημοσιεύθηκε στην Yeni Düzen στις 4 Ιουλίου 1996 με τον τίτλο «Η ράβδος και το πουλάρι».
Χαρακτηριστικό της κριτικής και αυτοκριτικής αντιμετώπισης της εξάρτησης που δημιουργούσε η Τουρκία, ένα απόσπασμα του κειμένου αναφέρει:
«Πρέπει να παραιτηθούμε από την πολιτική της ‘μητέρας πατρίδας – μικρής πατρίδας’. Στην ψυχή αυτής της πολιτικής υπάρχει το κρίμα, υπάρχει η ανικανότητα και το κλαψούρισμα, υπάρχει η επαιτεία και η τεμπελιά, υπάρχει η εκμετάλλευση, υπάρχει η ένδεια και η υποταγή, υπάρχουν χαστούκια στο πρόσωπο, σφαλιάρες και κλωτσιές, υπάρχει καταπίεση, πίπτει ράβδος, όμως δεν υπάρχει καθόλου χώρος για προσωπικότητα, για ταυτότητα, για περηφάνια και αξιοπρέπεια. Όταν ο άνθρωπος αποκοιμηθεί στη σχέση μητέρας-μικρής πατρίδας τότε δεν μπορεί να παράγει πολιτική, εξαφανίζεται η κουλτούρα και η κοινοτική του δομή, εξαφανίζονται οι δικοί του ιδιαίτεροι νόμοι, κανόνες και ρυθμίσεις, παραδίδεται στο νόμο της μητέρας πατρίδας…».
Η δολοφονία του Adalı σημοτοδότησε τέτοιες πολιτικές και ιδεολογικές εξελίξεις στην κοινότητα που δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι αποτέλεσε τελικά και μια από τις αρχικές βάσεις δημιουργίας του κινήματος υπέρ της ομοσπονδιακής λύσης, έτσι όπως εκφράστηκε μερικά χρόνια μετά με την ίδρυση της πλατφόρμας «Αυτή η χώρα είναι δική μας».
Το τελευταίο άρθρο του στην Yeni Düzen στις 4 Ιουλίου 1996