Μια ήττα του Ερτογάν και ένα νέο πλαίσιο ρευστότητας στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα


Από το νέο τεύχος της Δέφτερης Ανάγνωσης

 
Τουρκοκυπριακές εκλογές: μια ήττα του Ερτογάν και ένα νέο πλαίσιο ρευστότητας με τρεις πρωταγωνιστές – Ρεπουμπλικανικό κόμμα, Σερντάρ, Έρογλου

Τελικά, όντως δεν του βγαίνουν οι τουρκοκυπριακές εκλογές του Ερτογάν. Και το 2010, φημολογείτο ότι ο κ. Ερτογάν και το κόμμα του είχαν προσπαθήσει να βοηθήσουν τον κ. Ταλάτ, αν και συνοδεύονταν από φήμες ότι υπόγεια στήριξε και τον Έρογλου. Αυτή τη φορά, η επένδυση του Ερτογάν ήταν πιο άμεση – από το 2011 είχε εμπλακεί σε μια αντιπαράθεση με τους τουρκοκύπριους, που οδήγησε σε κόντρα, όχι μόνο με τα συνδικάτα και την κουλτούρα της αριστεράς, αλλά και με τη δεξιά. Το τελευταίο διάστημα, η αντιπαράθεση εστιάστηκε στον έλεγχο του μέχρι πρόσφατα κυβερνώντος κόμματος εθνικής ενότητας. Οι διαμάχες στο συνέδριο, που οδήγησαν σε διάσπαση το κόμμα και τελικά σε εκλογές ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να πει κάποιος ότι ένα ποσοστό άνω των 70% απέρριψε τον επεμβατισμό του Ερτογάν. Και αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες για σημαντικές διαρροές προς τα αριστερά από περιοχές με πληθυσμό από την Τουρκία, τότε υπάρχει και μια τάση κυπριοποιημένων εποίκων μεταναστών, που αντιδρά στις τούρκικες παρεμβάσεις.

Οι κερδισμένοι στην τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι τρεις: η αριστερά γενικά και πιο ειδικά το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, ο Σερντάρ Ντεκτάς και ο Έρογλου.

Ο Αριστερός πόλος: ενισχυμένος και σε καθοριστικό ρόλο

Όσον αφορά στην αριστερά, αυξήθηκαν τόσο τα συνολικά της ποσοστά από τις προεδρικές – από το 43% του 2010 έφτασαν σχεδόν το 48-50% – όσο και τα ποσοστά των μεγάλων κομμάτων της: το Ρεπουλικανικό Κόμμα από το 26% το 2009 βρέθηκε στο 38%. Μπορεί να ανέμενε μεγαλύτερα ποσοστά, αλλά και αυτό το ποσοστό είναι σημαντικό ιστορικά – δείχνει μια τάση να σταθεροποιείται ως το μεγάλο κόμμα/πόλος στην αριστερά και να λειτουργεί ως εναλλακτική λύση στη διαχείριση των θεσμών. Το ότι η αριστερά ξεφεύγει επίσης από το ποσοστά του ενός τρίτου των ψήφων, που ήταν χαρακτηριστικό της περιόδου πριν το 2000, είναι επίσης αξιοσημείωτο. Το κόμμα  Κοινοτικής Απελευθέρωσης, το οποιο εχει μια δικη του αυτονομη ιστορια, φαίνεται ότι μένει για την παρούσα φάση σε δεύτερο ρόλο στην αριστερά. Πάντως το ότι είχε σχετική άνοδο – και άρα δεν διέρρευσαν ψήφοι του προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δείχνει επίσης και την ύπαρξη μιας αριστεράς, η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και ίσως σε αυτήν την διαφοροποίηση να οφείλεται και το ότι δεν εξασφάλισε τα ποσοστά που ήλπιζε. Ανάλογα μπορεί να πει κάποιος και για το κόμμα Ενωμένη Κύπρος που είχε μεν άνοδο, αλλά όχι όση πιθανώς ήλπιζε.

Ο Ταλάτ και η επαναδιεκδίκηση της προεδρίας

Ο Ταλάτ μπορεί να νιώθει κάπως πιο άνετα στους σχεδιασμούς για επαναδιεκδίκηση της ηγεσίας της κοινότητας το 2015. Βασική προϋπόθεση, όμως, παραμένει η στήριξη του από ένα συσπειρωμένο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, είτε θα επιλέξει να είναι κομματικός υποψήφιος, είτε ανεξάρτητος. Για αυτό, σε καμιά περίπτωση δε θα θέλει την εσωτερική αντιπαράθεση στο κόμμα, ιδιαίτερα σε ζητήματα, όπως η οικονομία και το Κυπριακό. Η διαρροή της συνομιλίας του με συνεργάτες του το 2009 από παρακολουθήσεις (μάλλον των μυστικών υπηρεσιών), που έγινε την προηγούμενη βδομάδα, έδειξε την αποδοχή του σε σκληρά μέτρα λιτότητας, καθώς και τη συναίνεση του σε ενδεχόμενο «μεγάλο συνασπισμό», δηλαδή τη συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας. Αυτά τα στοιχεία, έστω και υπόγεια, έχουν τραυματίσει περαιτέρω την εικόνα του, ανάμεσα στην αριστερή πτέρυγα του Ρεπουπλικανικού Κόμματος και θα πρέπει να κάνει κάποια βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Πάντως, σε περίπτωση κορύφωσης νέων πρωτοβουλιών στο Κυπριακό, θα εμφανιστεί ως ο παράγοντας που μπορεί καλύτερα από τον Έρογλου να διαχειριστεί το δόγμα του «ένα βήμα μπροστά», δόγμα το οποίο αναμένεται να «ξαναζωντανέψει» κατά τη διάρκεια των επόμενων συνομιλιών.

Τελικά έπαιξε έξυπνο παιχνίδι ο Έρογλου

Στο χώρο της δεξιάς ο υποψήφιος του κ. Ερτογάν, ο κ. Κουτσιούκ είναι ξεκάθαρα ο μεγάλος χαμένος. Σε αυτό το πλαίσιο, οι φήμες για την ικανότητα του κ. Έρογλου να χειρίζεται τα παρασκήνια επιβεβαιώθηκε – όπως και ο Ρ. Ντεκτάς διέσπασε το κόμμα Εθνικής Ενότητας, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Έρογλου κατάφερε κάτι που φαινόταν πολύ δύσκολο με δεδομένη την δυναμική του Ερτογάν μέχρι πριν λίγους μήνες. Ουσιαστικά, ο κ.Έρογλου δεν κινήθηκε μόνο εσωκομματικά – διένυσε και μια σχετικά μεγάλη ιδεολογική απόσταση, από εκπρόσωπος του τουρκοκεντρικού εθνικισμού, σε εκφραστή – όπως εμφανίστηκε προεκλογικά – του κοσμικού κεμαλικού κυπροκεντρισμού των τουρκοκύπριων – έστω της δεξιάς. Με αυτή την του κίνηση, ο Έρογλου βγήκε από την απομόνωση στην οποία προσπαθούσε να τον σπρώξει ο Ερτογάν και κατάφερε τώρα να έχει το πάνω χέρι στον χώρο της τουρκοκυπριακής δεξιάς – ως πρόεδρος που εκλεγηκε από αυτήν, αλλά που ταυτόχρονα έχει πρόσβαση στο ποσοστό που έφυγε προς το Δημοκρατικό κόμμα. Και επιπλέον, ο κ. Έρογλου άνοιξε και την πόρτα συνεργασίας με την αριστερά – όπως έδειξε και με το διορισμό στελέχους του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ως υπηρεσιακού πρωθυπουργού.

Και η επιστροφή του Σερντάρ

Ο άλλος κερδισμένος είναι ο Σ. Ντενκτάς, ο οποίος μετά από χρόνια καθηλωμένος σε ποσοστά,  κατάφερε να περάσει το 20% και να εμφανιστεί πια ως σοβαρός υποψήφιος για εναλλακτικό κόμμα της κεντροδεξιάς. Ουσιαστικά, όμως, επιβεβαίωσε ότι είναι όντως ο king maker της τουρκοκυπριακής πολιτικής σκηνής. Με αυτόν κυβέρνησε ο Ταλάτ, με αυτόν εκλέγηκε ο Έρογλου, και παρά την αντιπάθεια που τρέφει για την οικογένεια Ντεκτάς, ο Ερτογάν, είναι δύσκολο να μην στηρίζει την νέα κυβέρνηση. Ένας αποκλεισμός μπορεί απλώς να αυξήσει την δύναμη του.

Τα αποτελέσματα σε δυο άξονες: κυπροκεντρισμός και λύση

Αν δει κάποιος τα αποτελέσματα με βάση δυο βασικούς άξονες – τη λύση του κυπριακού και τη σχέση με την Τουρκία, τότε το σκηνικό είναι ενδιαφέρον:

1.            Υπάρχει μια σαφής άνοδος του κυπροκεντρισμού, που καλύπτει πια και την τουρκοκυπριακή δεξιά. Αυτή η τάση δεν είναι νέα – και εμπεριέχεται και στο σύνθημα των κινητοποιήσεων μετά το 2000 «αυτή η χώρα είναι δική μας». Διότι υπήρχε μεν μια διάθεση λύσης, αλλά υπήρχε και μια διεκδίκηση σεβασμού – και απέναντι στην Τουρκία, αλλά και απέναντι στους ελληνοκύπριους. Το ενδιαφέρον αυτήν την περίοδο είναι ότι η ανάπτυξη του κυπροκεντρισμού δεν είναι μόνο προϊόν μιας πολιτισμικής διαφοροποίησης – που κτίζει και στο «ευρωπαίοι» – «ανατολίτες» – αλλά και μιας βαθύτερης αντιπαράθεσης με την προσπάθεια του Ερτογάν να επιβληθεί και οικονομικά στην τ/κ κοινότητα.

2.            Όσον αφορά στη λύση του κυπριακού, η αναμενόμενη συμμετοχή του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στην κυβέρνηση θα δώσει έμφαση στα στοιχεία των προηγούμενων διαπραγματεύσεων. Ο μεν κ. Έρογλου μπορεί να διαπραγματεύεται και από την οπτική του τουρκοκυπριακού εθνικισμού – όχι τούρκικου – αλλά έχοντας τις πιέσεις από την Τουρκία, θα πρέπει να διαπραγματευτεί και τα συμφέροντα της κοινότητάς του ανάμεσα σε δυο πόλους –  την Τουρκία και την Ευρώπη. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι μια νίκη των οπαδών του Ερτογάν θα έδινε περισσότερες πιθανότητες στην κίνηση προς λύση – αν υποθέσει κάποιος ότι ο τούρκος πρωθυπουργός έχει συμφέροντα να κάνει τέτοιες κινήσεις. Αυτό όμως μάλλον θα σήμαινε ότι ο Ερτογάν θα διαπραγματευόταν την τύχη της βόρειας Κύπρου μόνος του. Τώρα οι τουρκοκύπριοι θα διεκδικήσουν, επίσης, τα δικά τους συμφέροντα ως κοινότητα – και αυτό βέβαια θα γίνει και στο πλαίσιο των σχέσεων τους και των ιστορικών συζητήσεων-διαπραγματευσεων με τους ελληνοκύπριους, αλλά, και εδώ είναι ίσως μια σημαντική καινοτομία, και απέναντι στην τάση μερικών στην Άγκυρα να τους θεωρούν υποτελείς. Και αυτό, μπορεί να είναι και ευκαιρία για τις δυο κοινότητες, αλλά και οι ελληνοκύπριοι θα είναι δύσκολο πια να συντηρούν το μύθο ότι η βόρεια Κύπρος είναι απλώς προτεκτοράτο της Τουρκίας.
 
 
Δέφτερη Ανάγνωση, 31 Ιουλίου-6 Αυγούστου 2013
 

Λίγες ώρες πριν την κάλπη: Η νέα κατάσταση ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους

 
Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα: Η νέα κατάσταση λίγες ώρες πριν την κάλπη

Μόνο μερικά 24ωρα πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας στα κατεχόμενα είναι εφικτό να καταγραφούν ορισμένες τάσεις ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα και την κοινωνία, οι οποίες όχι μόνο θα επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα θα αναδείξουν ευρύτερες δυναμικές των επόμενων χρόνων. Οι πρόωρες εκλογές της 28ης Ιουλίου στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, διεξάγονται υπό τη σκιά που δημιουργεί η εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, η φθορά και η διάσπαση της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, η αποτυχία κατάληξης στο Κυπριακό και επιπλέον η κρίση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, η οποία δημιούργησε πολλαπλούς συνειρμούς ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Στο επίκεντρο της πολιτικής πραγματικότητας της κοινότητας βρίσκεται η κατάσταση έτσι όπως εξελίχθηκε ιδιαίτερα μετά το 2010 όταν πλέον αποφασίστηκε από την τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία ότι ο μετασχηματισμός των δομών θα έπρεπε να προχωρήσει με κάθε κόστος. Με λίγα λόγια, στις εκλογές της 28ης Ιουλίου, ίσως για πρώτη φορά και με τόσο έντονο τρόπο το σημείο αναφοράς θα κινηθεί σε δύο πολύ σημαντικούς άξονες: Ο πρώτος είναι οι σχέσεις που διεκδικούν να έχουν οι Τουρκοκύπριοι με την Άγκυρα. Ο δεύτερος είναι το πώς αντιμετωπίζουν σε σχέση με την Άγκυρα τις δομές που επικράτησαν ανάμεσα τους ιδιαίτερα μετά το 1974. Επομένως η σημασία αυτής της ψηφοφορίας είναι μεγάλη για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Η «σιωπηλή» επάνοδος του Ρεπουμπλικανικού

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα παρουσιάζεται πλέον ο βέβαιος νικητής των εκλογών με τα ποσοστά του να κινούνται μεταξύ 35-40%. Έχει σοβαρές πιθανότητες για να σχηματίσει αυτοδύναμη «κυβέρνηση», όμως αυτό θα εξαρτηθεί κυρίως από την γενική αποχή και τα ποσοστά που θα κερδίσει επιπλέον από τη μικτή ψήφο (οριζόντια). Η επάνοδος του Ρεπουμπλικανικού βασίζεται κυρίως στη μεγάλη φθορά του Κόμματος Εθνικής Κοινότητας και στη διάσπαση της Δεξιάς. Οι εξελίξεις αυτές προκύπτουν ως συνέπεια του οικονομικού πρωτοκόλλου και του τρόπου με τον οποίο επέλεξε το Κόμμα Εθνικής Ενότητας να διαχειριστεί τις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Την ίδια στιγμή το Ρεπουμπλικανικό κατάφερε παρά τα πολλά εσωτερικά του προβλήματα να εμφανιστεί ως «μια πιο καλή επιλογή» (και όχι η καλύτερη) για την κοινότητα, αφού τήρησε μια αξιοπρεπέστερη στάση έναντι των ξεκάθαρων επιβολών της τουρκικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα καταψήφισε την απόφαση για καθορισμό ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και ψευδοκράτους (για τον Έρντογαν ήταν «ασυγχώρητη» κίνηση) ενώ αντέδρασε πιο συγκροτημένα σε σχέση με το παρελθόν ενάντια σε πολιτικές όπως η αύξηση παραχώρησης υπηκοοτήτων και η ανεξέλεγκτη μεταφορά πηγών κερδοφορίας σε Τούρκους επιχειρηματίες. 

Καταλυτικός παράγοντας για την ενίσχυση του κόμματος φαίνεται να είναι και το ότι σε συνθήκες πλήρους απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, σε συνθήκες όπου τα εσωτερικά προβλήματα του Κόμματος Εθνικής Ενότητας μονοπωλούσαν την επικαιρότητα για μήνες ολόκληρους και έφτασαν μέχρι του σημείου να παραλύσουν τις εργασίες της «βουλής», το Ρεπουμπλικανικό κατάφερε να μην μετατρέψει τα εσωτερικά του προβλήματα σε δημόσιο ζήτημα. Ενισχυτική ήταν και η σύντομη, αλλά αποτελεσματική παρουσία της Σιμπέλ Σιμπέρ ως υπηρεσιακού «πρωθυπουργού», η οποία κατάφερε να αναδείξει ένα νέο πνεύμα αναφορικά με τη διαφάνεια. Κατάφερε δηλαδή να δείξει ένα διαφορετικό δρόμο στην εφαρμογή αποφάσεων από το συνηθισμένο για τους Τουρκοκύπριους: οι αποφάσεις λαμβάνονται στη πρεσβεία και ο εκάστοτε «πρωθυπουργός» αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο της δημοσιοποίησης τους ωσάν να ήταν τουρκοκυπριακής προέλευσης.

Όμως η κρίσιμη μέρα για το Ρεπουμπλικανικό φαίνεται πλέον να είναι η 29η Ιουλίου. Και τη νέα πραγματικότητα στην εξουσία επηρεάζει η πορεία της εσωτερικής αντιπαράθεσης μεταξύ αριστερών και φιλελεύθερων. Προϊόν αυτής της σύγκρουσης που έμεινε στα παρασκήνια ήταν και το πρόγραμμα του κόμματος. Στις  24 σελίδες του προεκλογικού ντοκουμέντου αποφεύγεται έντονα η αναφορά είτε σε απόρριψη, είτε σε αποδοχή του οικονομικού πρωτοκόλλου. Το όραμα του κόμματος σε σχέση με το Κυπριακό καλύπτεται από μερικές γενικόλογες αναφορές στα συμφωνηθέντα Χριστόφια-Ταλάτ σε μία και μόνο παράγραφο, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση εάν κάποιος αναλογιστεί τη σημασία που έπαιξε η διεκδίκηση για λύση του προβλήματος στο ιστορικό υπόβαθρο και τη δημιουργία του Ρεπουμπλικανικού. Πάντως στον ίδιο βαθμό όμως θετική αίσθηση προκάλεσε η συμπερίληψη στο ψηφοδέλτιο του κόμματος, αριστερών προσωπικοτήτων και μάλιστα γνωστών για την κριτική που άσκησαν όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στις φιλελεύθερες επιλογές που έγιναν από το Ρεπουμπλικανικό, ιδιαίτερα την περίοδο που ακολούθησε τα δημοψηφίσματα του 2004. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Κοράλ Ασάμ της ΝΤΕΒΙΣ, ο Αλί Γκουλέ μέχρι πρόσφατα επαρχιακός γραμματέας Αμμοχώστου, ο Τουφάν Έρχιουρμαν ακαδημαϊκός και η Ντοούς Ντεριά στέλεχος του φεμινιστικού κινήματος.

Συνεπώς ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της επιρροής που θα έχουν άτομα όπως τα προαναφερθέντα στην ευρύτερη πορεία του Ρεπουμπλικανικού τα αμέσως επόμενα χρόνια. Κομβικό σημείο θα πρέπει να θεωρηθεί και η στάση που θα τηρήσουν οι διαφορετικές τάσεις εντός του κόμματος στην περίπτωση που η τουρκική κυβέρνηση πιέσει «επίσημα» για συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας στην «κυβέρνηση».

Το μεγάλο θύμα του ισλαμικού χώρου

Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, μπορεί κάλλιστα να ανακηρυχθεί ως το «μεγάλο θύμα» του Έρντογαν. Το παραδοσιακό κόμμα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, ιδιαίτερα από το 2009 και μετά, κινήθηκε αποκλειστικά στα πλαίσια που έθεσε η τουρκική κυβέρνηση. Πλαίσια όμως πρωτόγνωρα για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα, αφού συμπεριλάμβαναν το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς προς την Τουρκία και τις ανακατατάξεις στην κοινωνία τοπικά με τρόπο που να συνιστούν απειλή για την πολιτική υπόσταση των Τουρκοκυπρίων. Η επιλογή του Κόμματος Εθνικής Ενότητας δεν είναι καθόλου άσχετη με τις επιλογές της σχετικά αδύνατης τουρκοκυπριακής επιχειρηματικής ελίτ (κυρίως του εμπορικού κεφαλαίου), η οποία μετά τα δημοψηφίσματα είχε επιλέξει το δρόμο άρσης της απομόνωσης με φορέα το τουρκικό κεφάλαιο και όχι τη λύση του Κυπριακού. Κάτι που μέσα σε λίγα μόνο χρόνια αποδείχτηκε ανεδαφικό. Όμως πέραν των κοινωνικών μετατοπίσεων, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας επέλεξε να μετατραπεί σε αποκλειστικό φορέα της νέας πολιτικής του Έρντογαν και να συμπεριφερθεί ως «παράρτημα» της Άγκυρας. Οι Τουρκοκύπριοι, συμπεριλαμβανομένων των ακραιφνών εθνικιστών, ποτέ δε θα ξεχάσουν την υποτακτικότητα του Κιουτσιούκ τη στιγμή που ο Έρντογαν τον ρωτούσε δημόσια πόσος είναι ο μισθός του για να αποδείξει την «καλοπέραση» των «αναγιωτών» Τουρκοκυπρίων, η οποία θα έπρεπε δια του πρωτοκόλλου να καταργηθεί.

Παράλληλα, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας μετατράπηκε στο πεδίο του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ της ισλαμικής τουρκικής ηγεσίας και της κυπριακής έκδοσης του ακραίου κεμαλισμού. Εάν το κόμμα θα γινόταν ο τουρκοκυπριακός εκφραστής του νέου «κράτους» του Έρντογαν, τότε θα έπρεπε να «καθαρίσει» από τα απομεινάρια της σχολής Ντενκτάς. Δηλαδή της ιδρυτικής ιδεολογίας του 1983, η οποία συναντά τις ρίζες της στον περίγυρο της ΤΜΤ. Η επιχείρηση μετασχηματισμού του κόμματος, ως ενδιάμεσος ή παράλληλος σταθμός για το μετασχηματισμό των δομών στα βόρεια της Κύπρου, τελικά κατέληξε στη διάσπαση του με την αποχώρηση αρχικά των «οκτώ». Μετά ακολούθησαν και κάποιοι άλλοι όπως η επικεφαλής της γυναικείας οργάνωσης του κόμματος, Σουρεγιά Γκιουρσές.

Στο ψηφοδέλτιο του κόμματος γίνεται εξίσου φανερή η προσπάθεια να εμφανιστεί το «νέο» που θα προσαρμόζεται στο πρόγραμμα «εκσυγχρονισμού». Πέραν των πιο πιστών στο πρωτόκολλο «υπουργών», στο ψηφοδέλτιο του Κόμματος Εθνικής Ενότητας παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο Τουρκοκύπριος επιχειρηματίας Οκιάϊ Σαντίκογλου και ο πρώην επικεφαλής της Ομοσπονδίας Οργανώσεων των εποίκων «Συμβούλιο Δικαιοσύνης του Λαού», Οζντεμίρ Γκιούλ. Ο πρώτος είναι ο εκπρόσωπος του Ανεξάρτητου Συνδέσμου Επιχειρηματιών και Βιομηχάνων (MÜSİAD) της Τουρκίας στην Κύπρο – του γνωστού και ως ισλαμικού κεφαλαίου – ενώ την ίδια στιγμή είναι και επικεφαλής της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας του Ισλάμ. Συμβολίζει δηλαδή τους νέους πρωταγωνιστές. Ο δεύτερος είναι αριστερών καταβολών Αλεβίτης που ως επικεφαλής του «Συμβουλίου Δικαιοσύνης του Λαού» επιδίωξε να προωθήσει μια νέα προσέγγιση αναφορικά με τη λειτουργία του τουρκικού πληθυσμού στα κατεχόμενα. Είναι υποστηριχτής της ενσωμάτωσης των Τούρκων στα υφιστάμενα τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα και εναντίον της ίδρυσης χωριστών κομμάτων. Ως εκ τούτου συμβολίζει επίσης μια νέα φάση στη διεκδίκηση του τουρκικού πληθυσμού για αύξηση της εκπροσώπησης και ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα. 

Πέραν των πιο πάνω, κανένας δε μπορεί να υποτιμήσει τις ιστορικές ρίζες του κόμματος στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Μέχρι σήμερα και παρά την επιχείρηση μετασχηματισμού, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας συνεχίζει να στηρίζεται από τον πυρήνα και τα συμφέροντα που δημιούργησε η ΤΜΤ και ο κύκλος της ιδιαίτερα μετά την εισβολή του 1974. Το δεδομένο αυτό έχει εμποδίσει μέχρι σήμερα την ολοκλήρωση της παρέμβασης του τουρκικού ισλαμικού χώρου. Το ίδιο δεδομένο είναι που αναγκάζει ακόμα και τώρα τον Κιουτσιούκ να υπογραμμίζει με ένταση ότι το κόμμα αποτελεί την μοναδική «πολιτικοποιημένη μορφή της ΤΜΤ» και ως εκ τούτου την ιδεολογικο-πολιτική της συνέχεια.

Τουρκοκυπριακός εθνικισμός «νέου τύπου»

Η άλλη βασική συνιστώσα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, το Δημοκρατικό Κόμμα, ήταν σε όλη αυτή την περίοδο ο χώρος συνένωσης του τουρκοκυπριακού εθνικισμού ενάντια στην ισλαμική «απειλή». Η δύσκολη σχέση μεταξύ Σερντάρ Ντενκτάς και Έρντογαν είναι πολύ καλά γνωστή από την εποχή του δημοψηφίσματος αλλά και στη συνέχεια όταν το Δημοκρατικό εξαναγκάστηκε σε αποχώρηση από τη «κυβέρνηση» συνεργασίας με το Ρεπουμπλικανικό για να πάρει τη θέση του το «δημιούργημα» του Τουργκάϊ Αβτζί, το Κόμμα Ελευθερίας και Μεταρρύθμισης (ακόμα ένα αποτυχημένο πείραμα του ΑΚΡ για δημιουργία επίσημου κομματικού του φορέα ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους). Τώρα το Δημοκρατικό Κόμμα δέχτηκε στις τάξεις του τους οκτώ αποβληθέντες από το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, κίνηση για την οποία φημολογείται ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε και ο Έρογλου.

Το πιο σημαντικό σημείο που φαίνεται να καταγράφει μια σοβαρή τάση ανάμεσα στην παραδοσιακή τουρκοκυπριακή Δεξιά είναι η δημιουργία του συνασπισμού των «Εθνικών Δυνάμεων» στα πλαίσια του κόμματος του Ντενκτάς. Το κόμμα κατέρχεται στις εκλογές υπό την ονομασία «Δημοκρατικό Κόμμα-Εθνικές Δυνάμεις» και επιδιώκει να καθορίσει νέες γραμμές στη σχέση του με την Άγκυρα.

Η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε για τις «εθνικές δυνάμεις» είναι ιδεολογικά φορτισμένη και αποκαλυπτική: Χρησιμοποιείται ο όρος ulusal (ουλουσάλ) για το «εθνικές» και όχι ο όρος milli (μιλλί). Ο όρος ulusal αποτελεί τη σύγχρονη «κεμαλική» έκδοση απόδοσης του όρου «εθνικός-εθνικές» από την εποχή που επικράτησε ο πολιτιστικός πόλεμος ενάντια σε καθετί που παρέπεμπε στο αναχρονιστικό-ισλαμικό-οθωμανικό παρελθόν. Αντίστοιχα ο όρος μιλλί, έστω και αν ακόμα χρησιμοποιείται από πολλούς, διατηρεί το θρησκευτικό-ισλαμικό περιεχόμενο της πολιτικής-θρησκευτικής κοινότητας (ούμμα). Η ευαισθησία του ισλαμικού χώρου στη διάκριση αυτών των όρων είναι μεγάλη, όπως μεγάλη είναι και η αντίστοιχη ευαισθησία που έχουν για το θέμα οι «κοσμικοί» εθνικιστές. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαία η επιλογή του όρου από τον Σερντάρ Ντενκτάς για να περιγράψει μάλιστα τη διεύρυνση της συμμαχίας του κόμματός του με ανθρώπους (οι οκτώ αποβληθέντες) που έχουν διακηρύξει τη διαφωνία τους με τη «νέα κατεύθυνση που παίρνει το Κόμμα Εθνικής Ενότητας».

Με αυτά τα δεδομένα, το Δημοκρατικό Κόμμα αναμένεται να αυξήσει την εκλογική του δύναμη, μάλιστα σε βαθμό που θα ευνοήσει την επάνοδο του Ρεπουμπλικανικού στην εξουσία. Φαίνεται να υπάρχουν αρκετοί ψηφοφόροι της Δεξιάς που «συγκινούνται» από τις καταγγελίες Ντενκτάς περί παρεμβάσεων της τουρκικής πρεσβείας εναντίον του. Είναι και αυτό ίσως ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του τουρκοκυπριακού εθνικισμού ο οποίος αναδύεται διεκδικώντας μια διαφορετική από τη σημερινή σχέση με την Άγκυρα. Το ζήτημα για το Δημοκρατικό είναι το κατά πόσο οι έδρες που θα κερδίσει θα του επιτρέψουν να διεκδικήσει συνεργασία με το Ρεπουμπλικανικό για σχηματισμό «κυβέρνησης».     

Ακόμα μια προσπάθεια της αριστερής αντιπολίτευσης

Μια άλλη εξίσου σημαντική παράμετρος των εκλογών είναι ο σχηματισμός της αριστερής αντιπολίτευσης (απέναντι και στο Ρεπουμπλικανικό). Η προσπάθεια αυτή δεν είναι φυσικά η πρώτη και αποτελεί συνέχεια άλλων που προηγήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος αποφάσισε τη συγκρότηση κοινού ψηφοδελτίου με άλλες αριστερές ομάδες και οργανώσεις. Το όνομα της συμμαχίας είναι «Κόμμα Ενωμένη Κύπρος-Δυνάμεις της Κοινοτικής Ύπαρξης». Εξίσου ιδεολογικά φορτισμένη η χρήση των όρων, μια χρήση που επιδιώκει την ολοκληρωτική διαφοροποίηση από όλους τους προαναφερθέντες πολιτικούς χώρους και εμπνέεται κυρίως από το πλαίσιο που επικράτησε στις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2011. Στο πρόγραμμα της συμμαχία καταγράφεται ρητώς η απόρριψη του οικονομικού πρωτοκόλλου, γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην τουρκική εισβολή και στην ανάγκη ομοσπονδιακής επίλυσης του Κυπριακού, το οποίο θεωρείται ως η βασική πηγή όλων των υπόλοιπων προβλημάτων της κοινότητας. Η συμμαχία έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες συσπείρωσης δυνάμεων από τα προοδευτικά συνδικάτα της κοινότητας και ο στόχος που έθεσε είναι να ξεπεράσει το 5% κερδίζοντας μία έδρα. Πληροφορίες εκλογολόγων συγκλίνουν στο ότι η συμμαχία θα έχει μια αξιοπρεπή παρουσία στη Λευκωσία, ιδιαίτερα στις τουρκοκυπριακές περιοχές, εντούτοις αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αναφορικά με την προσέλκυση ψήφων των εποίκων. Εμπόδιο στην προσπάθεια αυτού του συνδυασμού αποτελεί και η απόφαση του Κόμματος Νέα Κύπρος για μποϊκοτάρισμα των εκλογών. Το κόμμα δε λαμβάνει φυσικά αυτή την απόφαση για πρώτη φορά, όμως η προοπτική συνεργασίας του με τις δυνάμεις της «κοινοτικής ύπαρξης» θα ήταν μια επιπλέον δυναμική για εκπροσώπηση στη «βουλή» μιας εντελώς διαφορετικής αντίληψης. Σε κάθε περίπτωση, εάν υλοποιηθεί ο δύσκολος στόχος της εκλογής του επικεφαλής της συμμαχίας, Ιζζέτ Ιζτζιάν, θα αποτελέσει ένα σοβαρό πολιτικό προηγούμενο αναφορικά με τα μηνύματα προς την Άγκυρα.   

Συμπερασματικά

Οι εκλογές της 28ης Ιουλίου πραγματοποιούνται σε ένα ιδιαίτερα «περίεργο» πολιτικό περιβάλλον. Η χρονική συγκυρία σε συνδυασμό με την γενική απαξίωση των Τουρκοκυπρίων προς το πολιτικό σύστημα, φαίνεται να ευνοούν καταρχήν την ενίσχυση της αποχής. Ένα φαινόμενο που και στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα πλέον «μονιμοποιείται». Για πρώτη φορά ίσως τόσο έντονα, το Κυπριακό δε βρίσκεται στην προτεραιότητα των ψηφοφόρων και των κομμάτων. Η κοινωνία σταδιακά στρέφεται στην επίλυση των «καθημερινών προβλημάτων», μια τάση που επικρατεί ιδιαίτερα μετά το μεγάλο ξέσπασμα του 2011, το οποίο δε βρήκε την αναγκαία πολιτική του συγκρότηση. Η αποτυχία κατάληξης στο Κυπριακό και η βαθιά οικονομική κρίση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, επίσης συμβάλλουν στην απαξίωση της κοινότητας από τις πολιτικές διεργασίες. Την ίδια όμως στιγμή, φαίνεται ότι οι ισορροπίες που θα προκύψουν την 28η Ιουλίου θα είναι εργαλειακές ως προς τη νέα πρωτοβουλία στο Κυπριακό. Δεν είναι μυστικό ότι ο Έρογλου ανησυχεί για τη θέση του, ενώ ο Ταλάτ έχει ήδη ξεκινήσει την προεκλογική του εκστρατεία για το 2015, εμφανιζόμενος ως ο μόνος που μπορεί να διαχειριστεί το Κυπριακό υπό το πνεύμα του «ενός βήματος μπροστά». Συνεπώς η διαχείριση της κατάστασης από το Ρεπουμπλικανικό και οι εξελίξεις του επόμενου χρονικού διαστήματος στο Κυπριακό, αναμένεται να αναδείξουν δύο πολύ σημαντικά στοιχεία: Πρώτο, το πώς θα επηρεαστεί η αντίληψη της τουρκικής κυβέρνησης για τον τρόπο με τον οποίο θα επιδιώξει να αλλάξει το κυπριακό στάτους-κβο. Δεύτερο, τους Τουρκοκύπριους πρωταγωνιστές που θα επιλέξει η Άγκυρα για την εκπροσώπηση αυτής της πολιτικής σε κυπριακό επίπεδο. Η τελική κατάληξη των πιο πάνω δε μπορεί παρά να επηρεάζεται και από τις εσωτερικές δυναμικές της κοινότητας που συνήθως υποτιμούνται. 
 
ΔΕΦΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Από το νέο τεύχος της βδομάδας 24-31 Ιουλίου 2013
http://www.defterianaynosi.com/

Η «δύσκολη» ιστορία της καταστροφής στα Γαστριά

 

 

Τα χαράματα της 16ης Ιουλίου 2013 πετρελαιοφόρο πλοίο μετέφερε ποσότητες πετρελαίου στη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα Γαστριά, η οποία ανήκει στην ιδιωτική εταιρεία AKSA. Από διαρροή στους αγωγούς του πλοίου, χύθηκαν στη θάλασσα περίπου 100 τόνοι πετρελαίου μέσα σε ένα δεκάλεπτο, ποσότητες οι οποίες φυσιολογικά έφτασαν και στην παραλία. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ζημιά είναι παραπάνω από τραγική: οι επιπτώσεις στο βυθό της θάλασσας θα διαρκέσουν πάνω από 20 χρόνια, ενώ τα επόμενα 2-3 χρόνια σοβαρές συνέπειες θα κλονίζουν το περιβάλλον ολόκληρης της περιοχής. Ήδη περίπου 5-6 χιλιόμετρα της παραλίας της περιοχής έχουν καταστραφεί και υπολογίζεται να χρειαστούν πάνω από δύο μήνες εργασίας για τον καθαρισμό της. Αυτά σε σχέση με την πρώτη και εύκολη ανάγνωση της πρόσφατης περιβαλλοντικής καταστροφής.

Η δύσκολη πτυχή της ιστορίας όμως πάει μερικά χρόνια πίσω και σχετίζεται ολοκληρωτικά με τις ανακατατάξεις που προκαλεί ο συγκεκριμένος τύπος οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθείται. Τα βόρεια της Κύπρου αποτέλεσαν χώρο πειραματισμού της διαχείρισης δομικών οικονομικών κρίσεων για πάρα πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά. Ταυτόχρονα πολλές ήταν οι τουρκικές κυβερνήσεις που επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις του «περίεργου» καπιταλισμού στα κατεχόμενα διαμέσου της θεμελίωσης του ανοίγματος της αγοράς και της ενίσχυσης του ιδιωτικού (τουρκικού) τομέα. Από τον Οζάλ μέχρι και την Τσιλλέρ, πρωτόκολλα συνεργασίας είχαν στο επίκεντρό τους την πιο πάνω λογική. Όμως όπως και στην ίδια την Τουρκία, έτσι και στην Κύπρο, η πιο ολοκληρωμένη έκφραση ενός ριζικού νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού κορυφώνεται επί της διακυβέρνησης Έρντογαν.

Σε αυτό το πλαίσιο η ενέργεια και ο έλεγχος της από τον ιδιωτικό τομέα, αποκτούν στρατηγική σημασία. Τα προνόμια προς την εταιρεία AKSA, ο ελλιπής έως και μηδαμινός έλεγχος στις εργασίες της, η ρουσφετολογική μεταφορά πηγών κερδοφορίας από το «κράτος» προς την εν λόγω εταιρεία, ήταν στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ημερήσιας διάταξης όλων των πολιτικών κομμάτων που διαχειρίστηκαν την εξουσία στην κοινότητα. Η «δυσκολία» λοιπόν του παρασκηνίου της περιβαλλοντικής καταστροφής ξεκινά τη στιγμή που η τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία αποφασίζουν ότι ο στρατηγικός τομέας του ηλεκτρισμού πρέπει να αποκτήσει και άλλους «εκφραστές».

Στις 12 Ιουλίου 2000, η «κυβέρνηση» συνεργασίας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (επί «πρωθυπουργίας» Έρογλου) αποφάσισε να ενοικιάσει από ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό λόγω των αυξανόμενων αναγκών αλλά και λόγω της ανεπάρκειας της «κρατικής» εταιρείας ηλεκτρισμού (KIB-TEK) να ανταποκριθεί. Άλλωστε μια συνήθης πρακτική είναι η επίκληση και η διόγκωση των προβλημάτων του δημοσίου για να ανοίξει ο δρόμος ενίσχυσης της «αγοράς». Υπεύθυνος για την KIB-TEK ήταν ο τότε «Υπουργός» Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Ιρσέν Κιουτσιούκ.

Το Σεπτέμβριο του 2000 ακολούθησε απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης για έναρξη διαγωνισμού αναφορικά με τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία αρχικά το ψευδοκράτος θα ενοικίαζε για περίοδο πέντε χρόνων. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 η εταιρεία AKSA κερδίζει το διαγωνισμό και υπογράφει τη συμφωνία με την KIB-TEK.

Η τουρκική εταιρεία άρχισε επίσημα τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2003 με τη δημιουργία του σταθμού στα Γαστριά. Προηγουμένως όμως είχαν ανανεωθεί τα σχετικά συμβόλαια και συμφωνίες με τρόπο που να επεκτείνεται η ενοικίαση μέχρι και το 2026. Κεντρικό σημείο της ιδιωτικοποίησης μέρους της παραγωγής ηλεκτρισμού σε αυτή την περίπτωση ήταν και η δέσμευση του «κράτους» για εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ενέργειας από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Ποσότητες που τελικά άλλαζαν, προσαρμόζονταν και αυξάνονταν όχι στη βάση πραγματικών αναγκών, ούτε και των δυνατοτήτων της «κρατικής» εταιρείας των Τουρκοκυπρίων. Η συνεχής αλλαγή των όρων αναφορικά με τις ποσότητες ενέργειας που το «κράτος» είχε την υποχρέωση να αγοράζει είχε την εξής κατάληξη: Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την υποχρέωση του «κράτους» να εγγυηθεί την αγορά περίπου 175 εκατομμυρίων κιλοβατώρων ετησίως, αριθμός που εκτοξεύτηκε στα 825 εκατομμύρια σύμφωνα με απόφαση που ισχύει από τον Ιανουάριο του 2013. 

Πέραν των πιο πάνω και λόγω της εγγυημένης αγοράς ενέργειας από την AKSA, επενδύσεις ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων οδηγήθηκαν στην πληρωμή της εταιρείας και όχι στην ανάπτυξη της δημόσιας δομής της κοινότητας. Την ίδια στιγμή οι δύο μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού που συνδέονται με την KIB-TEK υποχρεώθηκαν να εργάζονται μόνο στο 56% και 14% αντίστοιχα των δυνατοτήτων τους, ενώ η μονάδα παραγωγής στα Γαστριά στο 71%. Η συνέχεια είναι το ίδιο τραγική… οι συμφωνίες περιλαμβάνουν και το μέλλον αφού μέχρι και το 2024 το ψευδοκράτος θα πρέπει να πληρώσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην εταιρεία, ακριβώς λόγω της δέσμευσης του σε εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ηλεκτρισμού.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό περιβάλλον σταδιακά η KIB-TEK μετατράπηκε σε ένα είδος «κακού παιδιού», ενώ η AKSA φάνταζε πλέον ως ο «σωτήρας» της επίλυσης του πιο βασικού καθημερινού προβλήματος που αντιμετώπιζε η Τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 1974 και μετά: αυτό της διακοπής στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Όμως ο «ιερός μανδύας» της σωτήριας εταιρείας δε ήρθε μόνος. Συνδυάστηκε με την ολοκληρωτική υποταγή, την καθολική απελευθέρωση της δραστηριότητας της από ελέγχους και φυσιολογικά στην αναστολή κάθε προσπάθειας βελτίωσης κοινωνικών και δημόσιων υπηρεσιών που σχετίζονται είτε με την ενέργεια, είτε με την προστασία του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό… οι υπηρεσίες του ψευδοκράτους δεν απέκτησαν καμιά απολύτως υποδομή αντιμετώπισης της πρόσφατης καταστροφής με αποτέλεσμα το κύριο βάρος του καθαρισμού της θαλάσσιας περιοχής να πέσει στους ώμους εθελοντών και φυσικά της… AKSA.

Η «δύσκολη» πτυχή της ιστορίας θα έχει και συνέχεια. Το 2014 προγραμματίζεται η έναρξη λειτουργίας του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία. Μέσα από το φιλόδοξο έργο επιδιώκεται η ολοκληρωτική κυριαρχία της επιχειρηματικής ελίτ σε δύο στρατηγικά ζητήματα ως προς την ενίσχυση των δομών ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τόσο ο αγωγός, όσο και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης Έρντογαν για δημιουργία χώρου αποθήκευσης πετρελαιοειδών με στόχο την ενσωμάτωση στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταφέρουν πλέον τα ζητήματα οικονομίας, περιβάλλοντος και λύσης, σε νέα πιο πολύπλοκα επίπεδα.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στη cyprusnews.eu στις 19 Ιουλίου 2013

Το στάτους κβο, τα επικοινωνιακά και η δύσκολη πραγματικότητα

 

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Μια κλασσική, κυρίαρχη ανάγνωση της Τουρκίας και ιδιαίτερα της πολιτικής που ακολουθεί στην Κύπρο, υπογραμμίζει εμφαντικά την προσπάθεια της Άγκυρας για διατήρηση του «στάτους κβο». Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει την πολιτική εκείνη που έχει ως στόχο της, τη διατήρηση της διχοτομικής κατάστασης στην Κύπρο έτσι όπως προέκυψε από την εισβολή του 1974. Αυτή ήταν και η αντίληψη που οδήγησε τελικά – μεταξύ άλλων – και στην ερμηνεία της αντιπαράθεσης της τουρκικής κυβέρνησης με τον Ραούφ Ντενκτάς την περίοδο 2002-2004 ως ένα «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ως τέτοιο που ήταν φυσιολογικά οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι τελικά η Άγκυρα θα συμβιβαστεί με τον Ντενκτάς και θα τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Ανάν.

Από το αποτέλεσμα της τότε διαδικασίας γίνεται εύκολα κατανοητό ότι αυτή η μονοδιάστατη και κάποτε βολική ερμηνεία μιας «αιωνίως αμετακίνητης» τουρκικής πολιτικής, είχε ξεπεραστεί από την ίδια την ιστορία. Τελικά η Άγκυρα, για τους δικούς της λόγους, επιδίωξε και κατάφερε την απομάκρυνση Ντενκτάς από την ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Υπό αυτή την έννοια, συνέβαλε στην αλλαγή του «στάτους κβο» ανάμεσα στην κοινότητα, εξέλιξη που απελευθέρωσε νέες πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρέασαν σε κάποιο βαθμό και την πορεία του Κυπριακού.

Η απομάκρυνση Ντενκτάς από την τουρκοκυπριακή ηγεσία, η στήριξη του σχεδίου Ανάν, αλλά ιδιαίτερα το τι ακολούθησε σε σχέση με τη διαχείριση των κατεχομένων από την Άγκυρα, επιβεβαιώνουν φορτικά ότι η τουρκική κυβέρνηση δε βολεύεται από την υπάρχουσα κατάσταση. Ανεξάρτητα εάν εκείνο που επιδιώκει γίνεται αποδεχτό από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, η σημασία έγκειται στο ότι η υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο γενικά, ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων και το ιδεολογικό περίγραμμα που κυριαρχούν στα κατεχόμενα ειδικά, δεν είναι κάτι που «ανέχεται» η σημερινή τουρκική ηγεσία. Ο βασικός λόγος για τα πιο πάνω, βρίσκεται στον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας. Βρίσκεται στις ανάγκες που έχει δημιουργήσει ο συγκεκριμένος μετασχηματισμός στο εσωτερικό της. Είναι τελικά μια συνέχεια ή ένα μέρος της ίδιας της αλλαγής που επικράτησε στη χώρα. Όπως το προηγούμενο «στάτους κβο» στην Άγκυρα δεν ήταν ανεκτό από τον Έρντογαν, στον ίδιο βαθμό μη ανεκτό ήταν και το στάτους κβο στις βόρειες περιοχές της Κύπρου.

Από το 2004 μέχρι σήμερα έχουν συμβεί πολλά. Όμως το προαναφερθέν δίλλημα επανεμφανίζεται δυναμικά. Η ανατροπή του παλαιού-κεμαλικού στάτους κβο στην Τουρκία, αναζητεί τρόπους «διαφυγής» και στην Κύπρο. Η κατάργηση των λεγόμενων κόκκινων γραμμών του κεμαλισμού στην έδρα του, εξάγεται και στο νησί. Η παραγωγή και αναπαραγωγή εσωτερικών εχθρών στην Τουρκία με τρόπο που να ταιριάζουν στην ενίσχυση της νέας ισλαμικής εξουσίας, είναι μια διαδικασία που καθρεφτίζεται έντονα και στη δική μας περιοχή. Είτε γίνεται αντιληπτή, είτε όχι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα προκαλεί – ή πρέπει να προκαλεί – ενδιαφέρον και ερωτηματικά. Για παράδειγμα η πρόσφατη ομολογία του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου ότι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει καταφέρει να συναντηθεί με τον Έρντογαν και ότι ο Νταβούτογλου ακύρωσε δύο συναντήσεις που είχε μαζί του, δεν αποτελεί «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ούτε και η αποκάλυψη ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έστειλε στην Κύπρο επικοινωνιολόγους για να βοηθήσουν στην επικράτηση Κιουτσιούκ στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, αποτελεί ένα «παιχνίδι καλού-κακού» με στόχο να αποπροσανατολίσει τους Ελληνοκύπριους. Αποτελούν ειδήσεις μιας γνήσιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης στα πλαίσια της Δεξιάς, χωρίς βεβαίως να μπορεί κάποιος να μαντέψει τις κατευθύνσεις και την τελική της κατάληξη. Όμως είναι γεγονός ότι ο Έρογλου και ο κύκλος του, με λίγα λόγια η «ιδρυτική φιλοσοφία» των χωριστών δομών εξουσίας στην Κύπρο έτσι όπως επικράτησαν μετά την εισβολή του 1974, αποτελούν εμπόδια στην επικράτηση της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αποτελούν τις «παλαιές» κόκκινες γραμμές, τα «ξένα σώματα» σε ένα πεδίο που διεκδικεί η νέα κυρίαρχη αντίληψη της Τουρκίας. Για αυτό το λόγο, η πιθανότητα σοβαρών ανατροπών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μέχρι και την επόμενη εκλογή του ηγέτη της κοινότητας το 2015, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στη σφαίρα του ουσιαστικού παρά του επικοινωνιακού.

Άλλωστε οι ρυθμοί αλλαγών στα κατεχόμενα δεν αφήνουν άλλα περιθώρια. Το πρόγραμμα που επιβάλλεται μετασχηματίζει δομές και κοινωνία, με τρόπο που προκύπτει ενώπιον μας ένα «νέο και άγνωστο» περιβάλλον. Τόσο στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, όσο και στο ιδεολογικό πλαίσιο η κατάσταση πραγμάτων που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε σταδιακά ανατρέπεται προκαλώντας αντιδράσεις. Αυτές ακριβώς οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων είναι που αποκτούν σήμερα μια νέα σημασία. Διότι οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις δεν αναζητούν τη διατήρηση του «παλαιού στάτους κβο», δεν επιθυμούν τη συνέχιση των «αρχαϊκών» κόκκινων γραμμών της ανακήρυξης χωριστών δομών, αλλά ούτε και επικροτούν την επιβολή της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αντίθετα διεκδικούν την αλλαγή της σχέσης της κοινότητας με την Τουρκία. Κάτι που εφόσον ορίζεται από τα προοδευτικά ρεύματα, δεν μπορεί παρά να αποτελεί διεκδίκηση αλλαγής του ρόλου της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Συνεπώς αυτές οι αντιδράσεις ενδιαφέρουν και επηρεάζουν την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

ΠΗΓΗ: Δεύτερη Ανάγνωση, 10 Ιουλίου 2013

http://www.defterianaynosi.com/

Η «εισβολή» του πολιτικού Ισλάμ και του τουρκικού κεφαλαίου


ΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ
Η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής εξάρτησης από την Τουρκία. Η συνεχής παρουσία του τουρκικού στοιχείου, τόσο οικονομικά όσο και πολιτιστικά, έχει ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο να χάνουν οι Τουρκοκύπριοι όλο και περισσότερο την ιστορική τους υπόσταση ως οντότητα.
Την κατάσταση που επικρατεί στην κατεχόμενη Κύπρο και τις πολιτικές της προεκτάσεις αναλύουν αποκλειστικά στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» ο ακαδημαϊκός κ. Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, μέλος του Συμβουλίου του τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και ο τουρκολόγος κ. Νίκος Μούδουρος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.

ΙΣΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΩΝ:
Το ισλαμικό κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία από το 2002 στην Τουρκία, προσπαθεί να ισλαμοποιήσει σταδιακά την Τουρκία αλλά και τα κατεχόμενα εδάφη. Σε δηλώσεις του ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπογράμμιζε τη θέλησή του για τη δημιουργία μιας «θρησκευτικής νεολαίας στη βάση των αξιών και αρχών του τουρκικού έθνους». Ο κ. Μούδουρος σημειώνει την προσπάθεια εξαγωγής ιδεολογίας με τη μεταφορά πολλών τουρκικών πανεπιστημίων και τουρκικών ιδιωτικών σχολείων στα κατεχόμενα. «Αλλάζει ο τομέας της παιδείας (προσθήκη κορανικών μαθημάτων, μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία σε υποχρεωτικό, αλλαγή στοιχείων στα βιβλία ιστορίας)».
Στο θέμα της παραχώρησης υπηκοοτήτων, ο κ. Κιζίλγιουρεκ επισημαίνει πως «όσο περνάει ο καιρός υπάρχει μια αυξημένη τάση πολλών Τούρκων εποίκων να αποκτούν υπηκοότητα του ψευδοκράτους, αποκτώντας έτσι πολιτικά δικαιώματα. Χωρίς την επίλυση του κυπριακού δεν εμποδίζεται το θέμα των υπηκοοτήτων. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν είναι ευχαριστημένη με το ποσοστό των εποίκων που αποκτούν υπηκοότητα και υπάρχει πίεση από την πλευρά της Άγκυρας προς αυτή την κατεύθυνση.»
ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΟΣ «ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ»;
«Σε τρεις σημαντικούς τομείς (οικονομία, διοίκηση, πολιτική δραστηριότητα) υπάρχει μία σταδιακή περιθωριοποίηση του τουρκοκυπριακού στοιχείου και η ενίσχυση του τουρκικού στοιχείου. Παρουσιάζεται ένα πατερναλιστικό ύφος, που αντιμετωπίζει τους Τουρκοκύπριους ούτε ως «καλούς Τούρκους» ούτε καν ως «καλούς Μουσουλμάνους». Προσπαθεί λοιπόν η τουρκική κυβέρνηση να κτίσει μια άλλη κοινωνία επηρεάζοντας την τουρκοκυπριακή ταυτότητα.
Παρατηρείται ένα νέο φαινόμενο όπου οποιοσδήποτε Τούρκος αξιωματούχος της τουρκικής κυβέρνησης μπορεί να επισκέπτεται τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και να έχει έναν ανοικτό διάλογο με τον τούρκικο πληθυσμό παραμερίζοντας την τουρκοκυπριακή διοίκηση. Περιθωριοποιούνται λοιπόν οι Τουρκοκύπριοι ως κυπριακή πολιτική κοινότητα της Κύπρου με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της» επισημαίνει ο κ. Μούδουρος ενώ ο κ. Κιζίλγιουρεκ προσθέτει πως αν και υπάρχει από την πλευρά της Άγκυρας η εντύπωση πως οι Τ/κ είναι σχεδόν άθεοι και θεωρούν επιβεβλημένη την εισαγωγή θρησκευτικής ταυτότητας στην κοινότητα, ωστόσο, δεν έχει επιβληθεί κάτι θεσμικά ή αλλαγή του «συντάγματος» από πλευράς Άγκυρας. «Ήδη ο Ερντογάν έχει δεχθεί μια σημαντική ήττα στο εσωτερικό με τις εξεγέρσεις της τελευταίας περιόδου και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η τουρκική κυβέρνηση θα είναι πιο προσεκτική σε οποιαδήποτε μορφή θρησκευτικής παρέμβασης» συμπληρώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ.
ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ:
Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο οι Τουρκοκύπριοι ως η πλέον κοσμική κοινότητα, θα μπορούσε να αντιδράσει στην ισλαμοποίησή της και αν η αντίδρασή της ενδεχομένως να προκαλέσει αντίκτυπο. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο υπάρχουν αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα ενώ γίνονται σημαντικές προσπάθειες από τα δύο μεγάλα συνδικάτα του εκπαιδευτικού τομέα και από την παιδαγωγική ακαδημία
ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ:
Στις δηλώσεις του αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης κάποιας σημαντικής αλλαγής στις αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο κ. Μούδουρος αναφέρει πως «η οικονομική εξάρτηση από την Τουρκία δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο οι αντιδράσεις των Τ/κ μπορούν να έχουν κάποιο ουσιώδη αντίκτυπο. Κάτι το πολύ ουσιαστικό δεν γίνεται αλλά έχουμε παραδείγματα ανατροπών. Αυτή τη στιγμή κανένα πολιτικό κόμμα δε μπορεί να καταργήσει αυτό το οικονομικό πρωτόκολλο. Ένας λόγος είναι η φοβερή οικονομική εξάρτηση που αντιμετωπίζουν. Υπάρχουν ωστόσο και σημεία στα οποία παρουσιάζεται ρήξη. Για παράδειγμα η τωρινή, προσωρινή κυβέρνηση που ανέλαβε προχώρησε σε πολιτικές, εντελώς διαφορετικές από τη νοοτροπία του πρωτοκόλλου. Δεν αναίρεσε το πρωτόκολλο, προχώρησε όμως στην ακύρωση υπηκοοτήτων εποίκων που έδωσε η προηγούμενη κυβέρνηση το οποίο είναι σημαντικό βήμα.
Προχώρησε επίσης στην ακύρωση έργων υποδομής, το οποίο ήταν επίσης θέμα επιβολής μέσα από το πρωτόκολλο. Ακύρωσε τη ρήτρα να ταξιδεύουν οι Τ/κ μόνο είτε με το διαβατήριο του ψευδοκράτους είτε της Τουρκίας και έδωσε τη δυνατότητα χρήσης του διαβατηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η βαθιά οικονομική εξάρτηση αυτή τη στιγμή και ιδιαίτερα με τον τρόπο που γίνεται δεν αφήνει την τ/κ κοινότητα να προχωρήσει σε πιο ριζοσπαστικά μέτρα, όπως την καταγγελία του πρωτοκόλλου επειδή έτσι νεκρώνει ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα στην τ/κ πλευρά. Ωστόσο υπάρχει ένας συνασπισμός -αυτή τη στιγμή- που χειρίζεται λίγο διαφορετικά τα πράγματα απ’ ότι η σύνθεση της προηγούμενης κυβέρνησης».
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ-ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ:
Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, «για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τι ακριβώς αλλάζει στα κατεχόμενα θα πρέπει να αντιληφθούμε τι επικρατούσε μέχρι σήμερα. Η Τουρκία παραχωρούσε τα κονδύλια στο ψευδοκράτος, όμως το ίδιο το ψευδοκράτος λειτουργούσε ως μια μορφή δομών διαμοιρασμού. Δηλαδή έπαιρνε τα κονδύλια και τα διαμοίραζε αναλόγως των οικονομικών αλλά και των πολιτικών στόχων που ήθελε. Με τη διακυβέρνηση του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αρχίζει σταδιακά η επιβολή μιας άλλης αντίληψης όσον αφορά την οικονομική διαχείριση των κατεχομένων. Η οικονομική διαχείριση τους φέρνει πολλές κοινωνικές, πολιτικές ανακατατάξεις. Μετά το 2004 αρχίζουν να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη συνέπεια τα οικονομικά πρωτόκολλα, αλλάζοντας έτσι ολόκληρη τη δομή του «κράτους».
Ενισχύεται σταδιακά η εκτελεστική εξουσία, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για να δραστηριοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας, όχι όμως ο τουρκοκυπριακός, που είναι ήδη αδύναμος, αλλά ο τουρκικός. Παράλληλα, όλες οι «κρατικές» επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονταν ουσιαστικά σε ελληνοκυπριακή γη, περνούν πλέον στον ιδιωτικό τομέα. Ένα άλλο σημείο το οποίο καταθέτει ο κ. Μούδουρος είναι ότι «τα κονδύλια που δίνονται από την Άγκυρα στα κατεχόμενα αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Αυτό που αλλάζει είναι ο προσανατολισμός. Δεν πάνε στο ταμείο του «κράτους» ούτως ώστε να τα διαμοιράσει η τ/κ «αρχή» όπως εκτιμά, αλλά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στα έργα υποδομής στον κατασκευαστικό τομέα και βέβαια στον τουριστικό τομέα».
ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΝΕΙ:
Την ιδιόμορφη κατάσταση που υπάρχει στα κατεχόμενα αλλά και την απομόνωσή της σημειώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. «Η τ/κ κοινότητα δεν είναι σε θέση να αναπαράγει τον εαυτό της χωρίς τη συμβολή της Τουρκίας. Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης παίρνει λοιπόν τη μορφή εκτουρκισμού της οικονομίας. Η ροή του τουρκικού κεφαλαίου έχει αυξηθεί ιδιαίτερα στον τομέα του τουρισμού και η αυξημένη παρουσία του δεν παρέχει τη δυνατότητα στους Τ/κ να δραστηριοποιηθούν πέραν του δημόσιου τομέα. Στα κατεχόμενα αναδύεται το λεγόμενο »κοινωνικό κεφάλαιο», τόσο με την οικονομική επιβολή όσο και με την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων. Με μια συμφωνία καθίσταται δυνατή η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, δεν είναι ωστόσο εφικτή η αποχώρηση του τουρκικού κεφαλαίου. Επομένως, η Τουρκία ενσωματώνεται οικονομικά στην Κύπρο. Αν υπάρξει λύση το τουρκικό κεφάλαιο θα επεκταθεί.
Μπορούμε να περιορίσουμε τους Τούρκους εποίκους στην Κύπρο μετά τη λύση όμως δε μπορούμε να εμποδίσουμε τη διακίνηση κεφαλαίου. Αποδυναμώνεται λοιπόν η παρουσία της τουρκοκυπριακής κοινωνίας και στον οικονομικό τομέα και ενδυναμώνεται η τουρκική παρουσία στην Κύπρο» αναφέρει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο το τουρκικό κεφάλαιο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας πραγματικότητας επομένως δε μπορεί να αναιρεθεί με μια συμφωνία. «Αυτό που προκαλεί τις περισσότερες αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα είναι ότι συμβαίνει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο που καθορίζεται κυρίως από την παρανομία. Δεν υπάρχει μια δομή που να είναι και επανενωτική της Κύπρου και να ενσωματώνει τους τ/κ νόμιμα στη διεθνή αγορά.
Γι’ αυτό και δημιουργούνται τόσα πολλά προνόμια στο τούρκικο κεφάλαιο και αφαιρούνται παράλληλα πάρα πολλά δικαιώματα από τους Τουρκοκύπριους. Από τη στιγμή που όλες αυτές οι δράσεις γίνονται στα πλαίσια μη επίλυσης, δημιουργούνται κάποια τετελεσμένα για την ίδια τη λύση του κυπριακού. Δε θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε ότι η νέα οικονομία έτσι όπως προκύπτει στα κατεχόμενα αυτή τη στιγμή, θα ενσωματώνεται και σε πιθανή λύση του κυπριακού προβλήματος σε προτεινόμενα σχέδια. Θα βρίσκει τον αντικατοπτρισμό της στις προσπάθειες λύσης του κυπριακού» υποστηρίζει ο κ. Μούδουρος.
ΚΥΠΡΙΑΚΟ:
Η προσπάθεια επιβολής του πολιτικού Ισλάμ αλλά και οι τελευταίες εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας θέτουν το ερώτημα επηρεασμού στη διαδικασία των συνομιλιών επίλυσης του κυπριακού. Ο κ. Κιζίλγιουρεκ υποστηρίζει πως οι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία θα παίξουν κάποιο ρόλο στη διαδικασία. «Ο Ερντογάν έχει αμφισβητηθεί αρκετά διεθνώς, έτσι δεν έχει την ευχέρεια να δράσει όπως ακριβώς θέλει στο κυπριακό. Αυτό που προκαλεί ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως οι δύο ηγέτες από τους οποίους εξαρτάται η επίλυση του κυπριακού (Ερντογάν – Αναστασιάδης) διέρχονται έκαστος δύσκολες πολιτικές φάσεις, γι αυτό και ουδεμία εκ των δυο πλευρών δεν θα προστρέξει ταχέως προς τη συνολική λύση του κυπριακού αλλά ίσως να προωθηθεί μία ενδιάμεση συμφωνία ή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που έχουν να κάνουν με επιστροφή της Αμμοχώστου στους Ε/κ και άνοιγμα αεροδρομίων».
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ:
«Αν καταφέρουν οι δύο πλευρές να καταλήξουν κάπου, αυτό μπορεί να αλλάξει την ψυχολογική και οικονομική συγκυρία στην Κύπρο και για τις δύο κοινότητες. Να καλλιεργήσει μία καλύτερη ατμόσφαιρα η οποία θα μπορούσε να οριστεί και ως προετοιμασία για τη συνολική επίλυση του κυπριακού» σύμφωνα με τον κ. Κιζίλγιουρεκ και προσθέτει πως «η οικονομική κρίση θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την επίλυση του κυπριακού. Η Τουρκία επίσης, θα μπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερα την ευρωπαϊκή της προοπτική μέσα από την επίλυση του κυπριακού, ενώ το τρίγωνο Τουρκία – Ελλάδα – Κύπρος θα μπορεί σε κάποια στιγμή να εξελιχθεί σε ένα χώρο οικονομικής πολιτισμικής συνεργασίας. Η τ/κ κοινότητα έχει πολύ περισσότερη ανάγκη από την επίλυση του κυπριακού από κάθε άλλη οντότητα επειδή μέρα με μέρα χάνει την ιστορική της υπόσταση και ενσωματώνεται σε ένα πλαίσιο τουρκικού έθνους από κάθε άποψη. Η επίλυση του κυπριακού είναι ένα ιστορικό βήμα το οποίο χρειάζεται τόλμη, καλή προετοιμασία ενώ είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κυπριακό δε μπορεί να περιμένει. Όσο καθυστερούμε τόσο εμπεδώνεται η διχοτόμηση».
ΠΗΓΗ:

Οι "τραμπούκοι" Τούρκοι και ο Έρντογαν

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποτελέσματα των κινητοποιήσεων στην Τουρκία, ήταν μια νέα διαδικασία επαναπολιτικοποίησης όρων και ανανοηματοδότησης εννοιών που χρησιμοποίησε με ιδιαίτερα αυταρχικό τρόπο η ισλαμική ελίτ ενάντια στους διαδηλωτές. Η λέξη/έννοια που επικράτησε ως η πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτής της «νέας» μορφής πολιτικοποίησης, νοηματοδότησης και αυτοκαθορισμού των διαδηλωτών ήταν η λέξη «çapulcu» (στα ελληνικά: τραμπούκος, πλατσικολόγος, άρπαγας), την οποία χρησιμοποίησε πολλές φορές ο Έρντογαν για να περιγράψει και να επικρίνει τους συμμετέχοντες στις κινητοποιήσεις. Η λέξη αυτή τελικά υιοθετήθηκε ακόμα και ως αγγλικό ρήμα (chapulling) για να περιγράψει την κινηματική δραστηριότητα στην Πλατεία Ταξίμ και στο Πάρκο Γκεζί, ενώ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις ονομασίες που πήραν οι εθελοντικοί ραδιοσταθμοί και διαδικτυακά κανάλια που δημιούργησαν οι οργανώσεις κατάληψης του Γκεζί.


Η ανανοηματοδότηση του όρου από τους διαδηλωτές, ήταν το απτό αποτέλεσμα της ιδεολογικής νοηματοδήσης της λέξης από την ηγεσία του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Συνεπώς για να κατανοηθεί καλύτερα η εναλλαχτική χρήση του όρου από την αντίσταση στο Γκεζί, πρέπει πρώτα να φωτιστούν διάφορες πτυχές της κυρίαρχης χρήσης του όρου. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο Έρντογαν επιδίωξε να επαναφέρει την παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου περί του κινδύνου/απειλής ενάντια στις ηθικές αξίες του «αυθεντικού έθνους». Το «αυθεντικό έθνος», δηλαδή το μουσουλμανικό, είναι η βασική μάζα του μετασχηματισμού της Τουρκίας και επομένως ο πρωταγωνιστής στην αναγέννηση των περιθωριοποιημένων από τον κεμαλικό αυταρχισμό, πραγματικών-θρησκευτικών ιδανικών των συντηρητικών μαζών. Οι «τραμπούκοι, πλατσικολόγοι, άρπαγες» σε αυτή την περίπτωση είναι οι μειοψηφικές μάζες που αποτελούν «ξένα σώματα» και συνεπώς δημιουργούν τον κίνδυνο «εμβολιασμού» της κοινωνίας με νοοτροπίες και αντιλήψεις «ξένες-δυτικότροπες» και ολίγον «άπιστες». Έτσι η χρήση του όρου αποτέλεσε ένα εργαλείο υπενθύμισης προς την κομματική βάση ότι οι «άλλοι» ακόμα υπάρχουν και κινητοποιούνται.

Σαν συνέχεια των πιο πάνω, στο δεύτερο επίπεδο η αναφορά σε «τραμπούκους» εργαλειοποιήθηκε από την πολιτική εξουσία για να υπογραμμίσει ότι ο αγώνας «κατάληψης της εξουσίας από τους εκπροσώπους του πραγματικού έθνους» ακόμα συνεχίζεται. Και στο σημείο αυτό επίσης επικαιροποιείται μια παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου. Το κράτος της Τουρκίας ήταν για χρόνια υπό την κατοχή των «ξένων-κοσμικών» δυνάμεων και τώρα δίνεται η μάχη επιστροφής της εξουσίας στο «αυθεντικό έθνος». Μόνο με την τελική νίκη διασφαλίζεται η δικαιοσύνη και η δημοκρατία στην Τουρκία. Αυτή η αντίληψη φυσικά, εξυπηρετεί το πολιτικό Ισλάμ και από μια άλλη εξίσου σημαντική οπτική: Παίζει το ρόλο της «αντιπολιτευόμενης κυβέρνησης». Επικρατεί στις δομές της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά επιδιώκει τη διεύρυνση της επιρροής και σε άλλους χώρους εξουσίας που ακόμα είναι «υπό την κατοχή ξένων». Συνεπώς στο σημείο αυτό ο Έρντογαν μπορεί ταυτίζει την πορεία του και τα πεπραγμένα του με το «αυθεντικό έθνος» ενσωματώνοντας το με αυτό τον τρόπο στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα και απορροφώντας τις όποιες πιθανές αντιδράσεις από τα φτωχότερα στρώματα τυ πληθυσμού. Μπορεί να ανανεώνει συνεχώς την έννοια ενός «ηγέτη από εμάς» και να εξουδετερώνει την κριτική για τις συντηρητικές οικονομικές του στρατηγικές.
 Με αυτό τον τρόπο λοιπόν, οι «τραμπούκοι» της πλατείας Τάξιμ είναι αυτοί που – κατά το πολιτικό Ισλάμ – επιθυμούν την επαναφορά σε ένα «αμαρτωλό παρελθόν» ξένων αξιών και νοοτροπιών, το οποίο είχε περιθωριοποιήσει τη μουσουλμανική πλειοψηφία. Στο σημείο αυτό οι διαδηλωτές ανανοηματοδότησαν τον όρο με σατυρικό τρόπο, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελούν όχι μια επικίνδυνη και «ξένη» μάζα, αλλά μια μάζα «άγνωστη» προς το ισλαμικό κατεστημένο των καιρών. Μια εναλλακτική αντίληψη απένταντι σε μια εξουσία που διεκδίκησε για πολλά χρόνια το μονοπώλιο του νέου και που τώρα όμως έχει νέους ανταγωνιστές. Ανταγωνιστές στον καθορισμο του τι αποτελεί το νέο στην Τουρκία σήμερα. Συνεπώς οι «τραμπούκοι» είναι και μιας μορφής «ανυπόταχτοι» απέναντι στους δύο πατερναλισμούς των τελευταίων αιώνων στη χώρα: τον κεμαλικό και τον ισλαμικό.

Οι «τραμπούκοι» αποδέχτηκαν ένα άλλο περιεχόμενο του όρου, που σαφέστατα παραπέμπει στη διεύρυνση της έννοιας της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Έτσι κατάφεραν όχι μόνο να σατυρίσουν τη στάση του Πρωθυπουργού, αλλά να κερδίσουν ένα σημαντικό σημείο στο πολιτικό λεξιλόγιο της εποχής. Από τούδε και στο εξής, όροι όπως αυτοί δε θα μπορούν εύκολα να επικρατούν στο δημόσιο χώρο της Τουρκίας ως αποκλειστικό πεδίο ηγεμονίας της αντίληψης περί του «αυθεντικού και ξένου». Διότι το «αυθεντικό» έχει αποκτήσει ένα νέο πόλο που έστω και μειοψηφικός, μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη δυναμική της προοδευτικής αντιπολίτευσης.

Ν.Μούδουρος 

Η Πλατεία Τάξιμ και ο ισλαμικός "προτεσταντισμός"

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΣΤΙΣ 17 ΙΟΥΝΙΟΥ 2013
 
Τίτλος : Η πόλωση στην Τουρκία δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα, εκτιμά στο ΚΥΠΕ ο Νίκος Μούδουρος

Η πόλωση μεταξύ του ισλαμικού πολιτικού χώρου και όλων όσοι έχουν αφετηρία την ιστορική πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα πλέον, όποια και αν είναι η διάρκεια των κινητοποιήσεων, δηλώνει στο ΚΥΠΕ ο Νίκος Μούδουρος, τουρκολόγος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.  

Τις πρώτες ημέρες έναρξης των συγκρούσεων στο πάρκο Γκεζί ο κ. Μούδουρος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τώρα, δύο και πλέον εβδομάδες μετά εκτιμά ότι αν υπάρχει κάτι στο οποίο να μετουσιώνεται όλη αυτή η κινητοποίηση διαμαρτυρίας είναι η διεκδίκηση για ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού της Τουρκίας, επισημαίνοντας ότι ο κεντρικός κορμός των διαδηλώσεων τήρησε ξεκάθαρες αποστάσεις και από την προηγούμενη κεμαλική έκδοση της αυταρχικότητας.

Εξηγεί την «προτεσταντικού τύπου» ισλαμική ηθική και τη νέα επιχειρηματική ελίτ του κεφαλαίου της Ανατολίας που βρίσκεται τώρα στην εξουσία.   Σε πιο βαθμό η κρίση θα επηρεάσει το ΑΚΡ δεν είναι ξεκάθαρο ακόμη, αναφέρει, σημειώνοντας πως για την επιρροή της στο Κυπριακό δεν διαφαίνεται στο παρόν στάδιο διαφοροποίηση των τουρκικών θέσεων κατά τα πρότυπα της περιόδου 2002-2004, αλλά θα πρέπει να εντοπίσουμε κάποιες νέες δυναμικές εντός της τ/κ κοινότητας, μια μεγάλη μερίδα της οποίας διεκδικεί την αλλαγή των σχέσεων της με την Τουρκία.  

Ακολουθεί ολοκληρωμένη η συνέντευξη:  

Ερ: Έκλεισαν δύο εβδομάδες διαδηλώσεων στην Τουρκία με το κλίμα να μην αποφορτίζεται. Πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτή η αντίσταση/εξέγερση και πώς βλέπετε να μετουσιώνεται;  

Απ: Οι δύο καθοριστικοί παράγοντες για τη διάρκεια και το περιεχόμενο των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας στην Τουρκία είναι οι χειρισμοί του Πρωθυπουργού Ερντογάν και του ΑΚΡ και σε δεύτερο πλάνο, η διαχείριση της κατάστασης από την πλατφόρμα αλληλεγγύης της πλατείας Ταξίμ, η οποία συναποτελείται από πολλές οργανώσεις. Η στρατηγική που ακολούθησε η κυβέρνηση την τελευταία εβδομάδα χωρίστηκε σε δύο μεγάλους άξονες. Ο πρώτος ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων με αντιπροσώπους των διαδηλωτών, από τις οποίες το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση για ένα είδος δημοψηφίσματος-δημοσκόπηση στην Κωνσταντινούπολη για το μέλλον του πάρκου Γκεζί (πάρκου του Περιπάτου).

Ο δεύτερος άξονας ήταν η διακήρυξη της πολιτικής βούλησης για καταστολή των διαμαρτυριών. Συνεπώς το ΑΚΡ επιδίωξε να διαχωρίσει τα αιτήματα των διαδηλώσεων σε «περιβαλλοντικά» και «ιδεολογικά» με σαφέστατες αιχμές για βία εναντίον των δεύτερων. Επομένως σε αυτό το σημείο μπορεί να προκύψει η αποκωδικοποίηση του ιδεολογικού υπόβαθρου των κινήσεων του ΑΚΡ σε ό,τι αφορά στην κρίση που ξέσπασε. Φαίνεται λοιπόν ότι η πόλωση ανάμεσα στον ισλαμικό πολιτικό χώρο και στα συγκεκριμένα τμήματα που έχουν αφετηρία τους την ιστορική πλατεία, δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα πλέον όποια και αν είναι η διάρκεια των κινητοποιήσεων.  

Οι «πληγές» φαίνεται να διατηρούνται σε βάθος χρόνου γιατί είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση προσπαθεί και με βία να απονομιμοποιήσει και να περιθωριοποιήσει το βαθύτερο νόημα που φέρει η πλατεία Ταξίμ. Η συγκεκριμένη πλατεία τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1970 και μετά, αποτελεί τον «αναγνωρισμένο» χώρο της συλλογικής έκφρασης διεκδικήσεων, της συγκέντρωσης και αποτύπωσης των αιτημάτων και πολιτικών θέσεων του εναλλακτικού τουρκικού χώρου.  

Παράλληλα όμως, το ΑΚΡ προχωρεί και σε πολύ απτά βήματα συσπείρωσης του ευρύτερου ισλαμικού χώρου και της συντηρητικής δεξιάς. Καθόλου τυχαία, ο Ερντογάν είχε προσκαλέσει επίσημα στα συλλαλητήρια των προηγούμενων ημερών, το Κόμμα της Μεγάλης Ενότητας και το Κόμμα της Ευδαιμονίας, κόμματα που ανήκουν στο συντηρητικό χώρο. Ο στόχος είναι φυσικά η προετοιμασία για ένα δύσκολο εκλογικό πρόγραμμα που συμπεριλαμβάνει δημοτικές, προεδρικές και γενικές εκλογές τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά και πιθανότητα δημοψηφίσματος για μερική η ολική αλλαγή του Συντάγματος μέσα από το οποίο μπορεί να προκύψει και η υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος.  

Τελικά αν υπάρχει κάτι στο οποίο να μετουσιώνεται όλη αυτή η κινητοποίηση διαμαρτυρίας είναι η διεκδίκηση για ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού της χώρας. Ανεξάρτητα αν οι διαμαρτυρίες αντέξουν ή όχι στο χρόνο, έχουν ήδη καταγράψει στο δημόσιο χώρο μια βασική δυναμική, η οποία θέτει στο επίκεντρό της την άρνηση αυτών των τμημάτων του πληθυσμού να αποδεχτούν την κηδεμονία και την αυταρχικότητα από όπου και αν προέρχεται. Από τη μια έχουν καταγγείλει με σαφή τρόπο την «επιβολή της πλειοψηφίας» έτσι όπως καταγράφεται από το ΑΚΡ, ενώ από την άλλη ο κεντρικός κορμός των διαδηλώσεων τήρησε ξεκάθαρες αποστάσεις και από την προηγούμενη κεμαλική έκδοση της αυταρχικότητας. Συνεπώς μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στην κοινωνία υπάρχει κάτι το νέο, το πρόβλημα του οποίου προς το παρόν είναι η έλλειψη πολιτικής και οργανωτικής έκφρασης.   

Ερ: Το μένος στρέφεται εναντίον του Ταγίπ Ερντογάν κυρίως και κατόπιν του ΑΚΡ. Είναι το πολιτικό Ισλάμ ένα «φρούτο» της εποχής τελικά;  

Απ: Η εδραίωση του ΑΚΡ στην εξουσία δεν είναι τυχαία. Άλλωστε δεν πρέπει να υποτιμήσουμε το γεγονός ότι το ίδιο το κυβερνών κόμμα αποτελεί τελικά τη σύγχρονη έκφραση της εμπειρίας ολόκληρου του ισλαμικού χώρου της Τουρκίας, αυτό δηλαδή που ονομάζεται πολιτικό Ισλάμ. Μέσα από ιστορικές συνέχειες, αλλά και ρήξεις, το ΑΚΡ κατάφερε να μετασχηματίσει την Τουρκία προσαρμοζόμενο στο νέο διεθνές και τοπικό πλαίσιο της εποχής του.

Κάτι που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής όλων όσοι παρατηρούν την Τουρκία είναι το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα εκφράζει σχεδόν ολοκληρωτικά τα τμήματα μιας σχετικά νέας και δυναμικής επιχειρηματικής ελίτ, του γνωστού κεφαλαίου της Ανατολίας, μιας ελίτ που είναι τώρα πολιτικά και οικονομικά ώριμη και συνειδητοποιημένη ως προς τον ανταγωνισμό για εξουσία. Είναι η ίδια μια δύναμη εξουσίας. Αυτή η «προτεσταντικού τύπου» ισλαμική ηθική δεν ήταν μόνο το εργαλείο αφήγησης ενός ένδοξου παρελθόντος για τις ευρύτερες συντηρητικές μάζες της Τουρκίας που είχαν περιθωριοποιηθεί από την κεμαλική ελίτ. Ήταν την ίδια στιγμή μια διήγηση για το μέλλον, μια πηγή διεκδίκηση για εξουσία και οικονομική ισχυροποίηση.  

Παράλληλα, το ΑΚΡ κατάφερε σε όλα αυτά τα χρόνια να οικοδομήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, η οποία δεν συνέβαλε μόνο σε εκλογικές επιτυχίες, αλλά και στη νομιμοποίηση της ηγεμονίας του κόμματος στο εσωτερικό και στο διεθνή χώρο. Συνεπώς μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, το ΑΚΡ πλέον διαθέτει ιδεολογικές και πολιτικές πτυχές παγκόσμιας εμβέλειας με τη βοήθεια μιας ισχυρής διανόησης, ομίλων ΜΜΕ, δεξαμενών σκέψης που δραστηριοποιούνται διεθνώς, αλλά και ισλαμικών αδελφοτήτων που είναι την ίδια στιγμή κέντρα επιχειρηματικής δράσης σε ΗΠΑ, σε χώρες της Ε.Ε, στην Κεντρική Ασία, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, ακόμα και στην Αφρική.  

Ο πιο απτός αντικατοπτρισμός της σταθεροποίησης του ΑΚΡ στην εξουσία, ο οποίος γίνεται και πιο εύκολα κατανοητός, είναι η αλλαγή στην ταυτότητα της Τουρκίας, στον τρόπο αυτοπροσδιορισμού ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, αλλά και του δημόσιου χώρου. Ο αστικός, πολεοδομικός μετασχηματισμός στην εν λόγω πλατεία είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες «συμβολικές» επιχειρήσεις στην ιστορία του σύγχρονου τουρκικού κράτους.

Μέσα από τη «νέα πλατεία» αναδύεται ο καθρέφτης της «νέας Τουρκίας» που οραματίζεται το ΑΚΡ. Η οικοδόμηση γιγαντιαίων κτιρίων, το σύγχρονο οδικό δίκτυο, οι ουρανοξύστες, η επαναφορά οθωμανικού τύπου αρχιτεκτονικής, τα τεράστια υδροφράγματα και τα άλλα έργα υποδομής που με τόση συνέπεια ολοκληρώνονται επί διακυβέρνησης Ερντογάν, αποτελούν κομμάτια της προσπάθειας να αποκτήσει «οπτική», να γίνει ορατό και κατανοητό το «νέο τουρκικό κράτος».  

Ναι, η αυταρχικότητα και ο πατερναλισμός που χαρακτηρίζει τον Ερντογάν είναι στο επίκεντρο των διαμαρτυριών από πολλές απόψεις. Όμως οι διαμαρτυρίες δεν έχουν φτάσει ακόμα στο σημείο ολοκληρωτικής ανατροπής αυτού του τύπου πατερναλισμού.       

Ερ: Η κρίση θα επηρεάσει και το ΑΚΡ; Κάποια προβεβλημένα στελέχη και της κυβέρνησης διαφοροποιήθηκαν από τον Ερντογάν, όμως στην πορεία συντάχθηκαν μαζί του, πχ η νομοθεσία με το αλκοόλ που εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο Γκιουλ.  

Απ: Η σημερινή κρίση επηρεάζει το ΑΚΡ, αλλά σε ποιο βαθμό ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο. Υπάρχουν δύο συγκεκριμένες πτυχές στο ζήτημα, οι οποίες φαίνεται ότι θα ξεκαθαρίσουν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα: Η πρώτη πτυχή είναι το εάν και πώς θα επηρεάσει η σκληρή αντιμετώπιση των διαμαρτυριών την φιλελεύθερη μερίδα υποστηριχτών του ΑΚΡ, η οποία βεβαίως δεν είναι πλειοψηφία. Η δεύτερη πτυχή σχετίζεται με τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις στον ισλαμικό χώρο. Συγκεκριμένα, η ισχυρή κοινότητα Γκιουλέν βρίσκεται σε ανταγωνισμό με άλλες μερίδες του ισλαμικού χώρου εντός του ΑΚΡ, αλλά αυτός ο ανταγωνισμός, τουλάχιστον τα προηγούμενα δύο χρόνια, είχε επικεντρωθεί στο ζήτημα διαμοιρασμού της «πίτας» της εξουσίας.  

Είναι γεγονός ότι αυτή η κοινότητα, καθώς και άλλα στελέχη του πολιτικού Ισλάμ, όπως ο Γκιουλ, συνεχίζουν να διαφοροποιούνται σε κάποια θέματα. Τόσο οι δημοτικές εκλογές, αλλά κυρίως οι προεδρικές εκλογές που ακολουθούν το καλοκαίρι του 2014, θα είναι ενδεικτικές. Είναι γνωστό ότι τόσο ο Ερντογάν, όσο και ο Γκιουλ ενδιαφέρονται να είναι υποψήφιοι του ΑΚΡ στις προεδρικές, στις οποίες αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το δημοψήφισμα του 2007 και τη σχετική τροποποίηση, για πρώτη φορά ο Πρόεδρος του κράτους θα εκλεγεί απευθείας από το λαό. Επίσης ένα από τα κρισιμότερα θέματα που θα επηρεάσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι βεβαίως και η πορεία επίλυσης του Κουρδικού. Μια πολύ σημαντική διάσταση που αναλόγως της κατάληξης θα αλλάξει όχι μόνο την Τουρκία, αλλά και ολόκληρη την περιοχή μας.  

Ερ: Θα υπάρξει επίπτωση από μια παρατεταμένη ένταση στην Κύπρο, την τ/κ κοινότητα και το Κυπριακό;  

Απ: Σε αυτό το στάδιο θα ήταν παρακινδυνευμένο για τον Ερντογάν να επιδιώξει να εξάγει μια επιπλέον κρίση στο εξωτερικό. Όμως δεν θα πρέπει να επικρατήσουν απόλυτες εκτιμήσεις για μια κατάσταση ιδιαίτερα ρευστή. Η χώρα ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα από τον συριακό εμφύλιο, ενώ οι ανακατατάξεις σε Ιράν και Ιράκ γίνονται τώρα αντικείμενο σοβαρής μελέτης από την Τουρκία. 
 
Μια διάσταση των κινητοποιήσεων είναι και το ότι η κυβέρνηση Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπη και με τον κίνδυνο φθοράς του «μοντέλου» που θέλει να προωθήσει στη Μέση Ανατολή. Βεβαίως τα θέματα αυτά, όπως και όλα τα ανοιχτά θέματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν εξαρτώνται μόνο από την Τουρκία, αλλά και από τις στρατηγικές των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Και ήδη σε αυτό το μέτωπο καταγράφεται έντονη κινητικότητα, τόσο προς τα ζητήματα της ανατολικής Μεσογείου, όσο και προς την κατεύθυνση μερικής έστω αναζωογόνησης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ε.Ε.  

Όμως μιλώντας για το Κυπριακό, έστω και αν δεν διαφαίνεται στο παρόν στάδιο διαφοροποίηση των τουρκικών θέσεων κατά τα πρότυπα της περιόδου 2002-2004, θα πρέπει να εντοπίσουμε κάποιες νέες δυναμικές εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Αυτή τη στιγμή, μια μεγάλη μερίδα της κοινότητας διεκδικεί την αλλαγή των σχέσεων της με την Τουρκία. Η επιβολή προγραμμάτων «τύπου ΔΝΤ» στα κατεχόμενα έχει απελευθερώσει σημαντικές δυναμικές που έχουν στο επίκεντρο τους την ανησυχία των Τουρκοκυπρίων για αφανισμό τους ως πολιτική κοινότητα από την Κύπρο. Δηλαδή νιώθουν να απειλείται, όσο ποτέ προηγουμένως, η κυπριακή διάσταση της ταυτότητάς τους. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει και την ελληνοκυπριακή κοινότητα με την έννοια ότι διανοίγει νέες προοπτικές διαλόγου για κοινά αιτήματα και ανησυχίες του συνόλου του κυπριακού λαού.

(ΚΥΠΕ/ΡΠΑ/ΜΜ)

Δεν θέλω να είμαι ούτε «αναγιωτός», ούτε στρατιώτης της Τουρκίας…!


Από τις εκδηλώσεις συμπαράστασης των Τουρκοκυπρίων προς τους διαδηλωτές στην Τουρκία. Η επιγραφή είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: «Τουρκία, όταν νευριάζεις γίνεσαι πολύ όμορφη!».


Μια συγκλονιστική φωνή διαμαρτυρίας ενός Τουρκοκύπριου
«Εάν ένας άνθρωπος είναι φασίστας, οπισθοδρομικός, συντηρητικός και δικτάτορας, είναι τέτοιος σε όλα τα θέματα. Ένας άνθρωπος που κουβαλά όλα αυτά τα επίθετα στην εσωτερική πολιτική της Τουρκίας, δεν μπορεί να περιγραφεί διαφορετικά για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Μπορεί όποιος θέλει να τον περιγράψει αλλιώς όμως θα είναι μια ρητορεία ανόητη, μια ρητορεία που προκαλεί γέλιο.
Τα όσα λαμβάνουν χώρα τις τελευταίες είκοσι μέρες στην Τουρκία είναι μια ιστορική ευκαιρία για την Τουρκοκυπριακή πολιτική. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι δηλώσεις του τύπου ‘Ισότιμες σχέσεις μεταξύ ΤΔΒΚ και Τουρκίας’, ‘καλές σχέσεις χωρίς καβγάδες’, ‘ένα κράτος που να αυτοδιοικείται’, έχουν πλέον χάσει έδαφος. Βεβαίως ποτέ δεν υπήρξε βάση για τα προαναφερθέντα, αλλά ακόμα και αυτοί που τα λένε εδώ και χρόνια και ξεγελούν τους εαυτούς τους, έχασαν την ευκαιρία τους να χρησιμοποιούν τέτοια επιχειρήματα.

Ενώ στην Τουρκία όσοι δεν είναι ‘του ΑΚΡ’, όσοι έχουν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να ζήσουν όπως θέλουν, εσείς οι ‘αναγιωτοίτρόφιμοι’ πως μπορείτε ακόμα να ονειρεύεστε ότι κάποιος που δε δίνει αυτό το δικαίωμα στους πολίτες του θα το δώσει σε εσάς; Τα όσα συμβαίνουν στα βόρεια της Κύπρου τα τελευταία 5-6 χρόνια είναι ξεκάθαρα. Εμείς μπορεί να κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά η Τουρκία καταλαβαίνει πολύ καλά. Εκείνη το έχει κάνει ξεκάθαρο, η σειρά τώρα είναι σε εμάς για το κατανοήσουμε.
Σε αυτό το σημείο έφτασε πλέον ο χρόνος να πούμε νέα πράγματα. Είναι καιρός να κατανοήσουμε αυτούς που για τόσα χρόνια έλεγαν ότι πρέπει να κόψουμε τους δεσμούς και τις εξαρτήσεις με την Τουρκία. Σήμερα είναι η ώρα που το προοδευτικό κίνημα των Τουρκοκυπρίων θα πρέπει να αναλάβει αυτό το καθήκον.
Εγώ ως ένας Τουρκοκύπριος, δε θέλω πλέον να διοικούμαι από μια τέτοια νοοτροπία. Δε θέλω να παραδοθώ σε αυτούς που έχουν θεμελιώσει την στρατιωτική εισβολή της πατρίδας μου που ξεκίνησε πριν από 40 σχεδόν χρόνια και τώρα την μετασχηματίζουν σε ολοκληρωτική κατοχή. Δε θέλω να είμαι ούτε δημόσιος υπάλληλος της Τουρκίας, ούτε ‘αναγιωτός’ της, ούτε στρατιώτης της. Εδώ και 40 χρόνια ζω ανάμεσα στα συρματοπλέγματα που έστησαν… τώρα δεν είμαι καθόλου υποχρεωμένος να ζω τη δική τους ζωή. Παρακολουθώ τώρα ζωντανά με τι θα έρθει αντιμέτωπη η κυβέρνηση που θα αναλάβει μετά τις 28 Ιουλίου, παρακολουθώ ζωντανά τι θα μας προκαλέσει αυτό το καθεστώς στην περίπτωση που συνεχίσει όπως υπάρχει σήμερα.
Έτσι για μια φορά ας μη ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας. Ας είμαστε ειλικρινείς σε αυτή τη διαδικασία μέχρι τις 28 Ιουλίου. Εδώ και είκοσι μέρες έχουμε παρακολουθήσει αδιάκοπα και μάθαμε καλά τι πάει να πει αντίσταση. Καταλάβαμε πολύ καλά το τι σημαίνει η δύναμη της κοινωνίας. Τώρα είναι η σειρά μας να διαλέξουμε πλευρά, να σταματήσουμε τα ανόητα παιχνίδια και να πάψουμε να θεωρούμε το δήμιό μας ‘σωτήρα’».
Nuri SILAY
Από το προφίλ στο Facebook
16.6.2013

"Εξέγερση" στην πλατεία Τάξιμ: Ενάντια σε κάθε αυταρχικότητα


Συνέντευξη του Νίκου Μούδουρου στην εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ, 16 Ιουνίου 2013

Νίκη Κουλέρμου

Μετά από τρεις πενταετίες διακυβέρνησης από τον κ. Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) γιατί τόσες διαμαρτυρίες εναντίον του;

Αν κάποιος επιδιώξει να αξιολογήσει ολοκληρωμένα την πορεία του ΑΚΡ στην εξουσία και να αναλύσει την κοινωνική συμμαχία γύρω από το κυβερνών κόμμα, μια συμμαχία που συνέβαλε στην ιδεολογικο-πολιτική του ηγεμονία, τότε θα πρέπει να αναδείξει την ευρύτητα των κοινωνικών δυνάμεων που βρίσκονται πίσω από την ενίσχυση του ΑΚΡ, αλλά και τα όρια του τουρκικού νεοφιλελευθερισμού. Αρχικά, στα τέλη του 2002 και μέχρι το 2005 τουλάχιστον, το ΑΚΡ είχε προωθήσει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ως το κυριότερο εργαλείο ηγεμονίας του. Είχε καταφέρει να προσαρμοστεί περισσότερο στο διεθνές περιβάλλον, να υιοθετήσει με ολοκληρωμένο τρόπο τα προγράμματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Τουρκία και να ενσωματώσει τις ισλαμικές του αναφορές στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Με αυτό τον τρόπο γύρω από τη χαρισματική προσωπικότητα του Έρντογαν και τις παραδοσιακές ισχυρές οργανωτικές δομές του Ισλάμ στη χώρα, το ΑΚΡ πέτυχε να δημιουργήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, η οποία με τη συμβολή της Ε.Ε θα λειτουργούσε ως ασπίδα νομιμοποίησης του κόμματος και άμυνας από τις εσωτερικές πιέσεις του κεμαλικού κατεστημένου.

Τα φτωχότερα στρώματα σε πόλεις και χωριά, οι μικροκαταστηματάρχες-μικρέμποροι, το μεγαλύτερο μέρος του θρησκευόμενου πληθυσμού, οι Κούρδοι και μια μεγάλη μερίδα του τουρκικού κεφαλαίου, συσπειρώθηκαν γύρω από το ΑΚΡ και διεύρυναν καθοριστικά την στρατηγική ηγεμονίας με επίκεντρο την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Με λίγα λόγια, η Ε.Ε παρουσιάστηκε ως το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες. Μπορούσε σε ρητορικό επίπεδο να ικανοποιήσει την ανάγκη των φτωχότερων στρωμάτων για άνοδο του βιοτικού επιπέδου, των επιχειρηματιών για ενσωμάτωση στον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό. Μπορούσε να δώσει στους Κούρδους και στους ισλαμιστές την κατοχύρωση όλων όσων τους είχε στερήσει για δεκαετίες η αυταρχική κεμαλική κηδεμονία.
Από το 2005 και μετά και κυρίως από το 2007 με την επιτυχή αντιμετώπιση του γνωστού «διαδικτυακού πραξικοπήματος» που είχε στόχο να παρεμποδίσει την ανάδειξη Γκιουλ στην προεδρία της χώρας, το ΑΚΡ προχώρησε πιο μεθοδικά στο ξήλωμα σχεδόν όλων των κεμαλικών πυλώνων εξουσίας και στην αντικατάσταση τους από το πολιτικό Ισλάμ. Στο σημείο αυτό, η νεοφιλελεύθερη διαχείριση έπαιξε το δικό της σημαντικό ρόλο μέσα στον ανταγωνισμό εξουσίας. Το κυβερνών κόμμα κατάφερε τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό που είχε ως επίκεντρο την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και την αμφισβήτηση κάθε άλλης φυγόκεντρης δυναμικής. Για παράδειγμα, στο επίπεδο του κράτους, τόσο η δικαστική εξουσία, όσο και η ίδια η Εθνοσυνέλευση, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εστίες ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Σε επίπεδο κοινωνίας, ακολουθήθηκε περίπου η ίδια μέθοδος: άρση κάθε προοπτικής δημοκρατικού ελέγχου με την αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και την αντικατάσταση του με τις ενισχυόμενες ισλαμικές αδελφότητες και τάγματα. Μέσα από αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκε μια νεοφιλελεύθερη πατερναλιστικού τύπου διακυβέρνηση Έρντογαν. Η παλιά κεμαλική «πατριαρχία» αντικαταστάθηκε από μια νέα θρησκευτικά συντηρητική «πατριαρχία», η οποία άρχισε να επιβάλλει το δικό της ιδεολογικό πρότυπο στο δημόσιο χώρο.
Η επιβολή της λεγόμενης ευέλικτης εργασίας, η καθολική εφαρμογή υποεργολαβιών σε πολλούς τομείς της οικονομίας, η επιθετική εμπορευματοποίηση των δημόσιων χώρων και χώρων πρασίνου, οι ιδιωτικοποιήσεις-ρεκόρ, ντύθηκαν με το ιερό πέπλο της θρησκείας για να απορροφήσουν αντιδράσεις και να ενσωματώσουν την προαναφερθείσα κοινωνική συμμαχία στο σύστημα. Όμως την ίδια στιγμή, η εκλογική βάση του ΑΚΡ μετασχηματίστηκε σε μια δυναμική κοινωνικής μηχανικής, δηλαδή μετατροπής ολόκληρης της κοινωνίας στα πρότυπα και στις αξίες αυτής της μερίδας του κόσμου. Η πλειοψηφία επιβάλλεται στη μειοψηφία, καταργώντας ακόμα και τις φιλελεύθερες έννοιες του πλουραλισμού.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα μεσαία στρώματα των μεγάλων αστικών κέντρων ένιωθαν να περιθωριοποιούνται. Την ίδια στιγμή η διεύρυνση του δημοκρατικού πεδίου που πέτυχε το ΑΚΡ με την αμφισβήτηση της επιρροής του στρατού, άφησε πίσω του ένα πολιτικό κενό που δεν μπόρεσε να καλύψει η αντιπολίτευση. Έτσι το πάρκο του Περιπάτου (Γκεζί) στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκε σε μια μορφή αντίστασης προς την αυταρχικότητα όλων των ειδών. Την αυταρχικότητα στην οικονομία, στην κουλτούρα και στην ιδεολογία. Ο βασικός κορμός των διαδηλωτών και οι διεκδικήσεις τους, ουσιαστικά αγγίζουν όλα τα άλυτα προβλήματα που αφήνει πίσω της η διακυβέρνηση Έρντογαν, με κυριότερο αυτό της ανολοκλήρωτης εκδημοκρατικοποίησης της χώρας. Δεν επιθυμούν επιστροφή στον αυταρχικό κεμαλισμό, ούτε την επιβολή στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Αντίθετα επιδιώκουν να κερδίσουν πίσω την αξιοπρέπεια τους με την έννοια ότι θέλουν να λαμβάνονται υπόψη και οι δικές τους ανησυχίες.
Αυτή η καθυστέρηση για το καθεστώς Ερντογάν δικαιολογεί τις αιτιάσεις του ιδίου του Τούρκου Πρωθυπουργού ότι πρόκειται για «συνωμοσία» που κινείται από το εσωτερικό και το εξωτερικό;

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όντως μέσα στο κύμα των διαδηλώσεων έχουν εισχωρήσει και αντιδραστικοί κύκλοι που επιδίωξαν να εγκολπωθούν την αντίδραση του κόσμου για να προκαλέσουν ζημιά στο πολιτικό Ισλάμ. Όμως η πλειοψηφία των διαδηλωτών, οι οργανωμένες ομάδες που συνέβαλαν στη μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων όπως τα συνδικάτα, δεν επέτρεψαν μέχρι στιγμής την ποδηγέτηση από τα απομεινάρια του βαθέως κράτους. Εάν η σημερινή αντιπαράθεση στην Τουρκία ήταν μονοδιάστατη, δηλαδή μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών, τότε η επικράτηση του ΑΚΡ θα ήταν μάλλον εγγυημένη. Ούτως ή άλλως ένα μεγάλο μέρος της ηγεμονίας του οικοδομήθηκε ακριβώς στη στήριξη ευρύτερων δημοκρατικών δυνάμεων που ήθελαν να περιορίσουν τα προνόμια της κεμαλικής ελίτ. Συνεπώς αν η μάχη ήταν τέτοια, μάλλον μέρος των διαδηλωτών θα ήταν στο πλευρό της κυβέρνησης, όπως έκαναν τόσα χρόνια. Αλλά η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Το σενάριο των συνωμοσιών του χρησιμοποιεί ο Έρντογαν περιέχει ακριβώς την επιδίωξη για συσπείρωση του ισλαμικού χώρου και διατήρηση της επιρροής του. Αυτό το δίπολο της αντιπαράθεσης ήταν πετυχημένο για πολλά χρόνια, αλλά τώρα όπως φαίνεται έχει αμφισβητηθεί. Σε καμιά περίπτωση όμως δε θα πρέπει να υποτιμηθεί η τεράστια δύναμη που έχει ακόμα ο ισλαμικός χώρος στην κινητοποίηση μαζών, αλλά και στην κυριαρχία της δικής του πολιτικής ατζέντας. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μετά τις πρώτες μέρες το ΑΚΡ ξεδιπλώνει μια ολοκληρωμένη στρατηγική η οποία έχει στο επίκεντρό της το διάλογο με τις «ομάδες του πάρκου», δηλαδή προσπάθεια ικανοποίησης κάποιων ανησυχιών τους, αλλά και καταστολή στην υπόλοιπη πλατεία Ταξίμ. Παράλληλα, τα συλλαλητήρια στήριξης του Έρντογαν αυτές τις μέρες, μπορούν να ερμηνευθούν και ως η ανεπίσημη έναρξη μιας μακράς προεκλογικής εκστρατείας στην Τουρκία που συμπεριλαμβάνει τις δημοτικές εκλογές, τις προεδρικές, τις βουλευτικές, αλλά και το πιθανό δημοψήφισμα για αλλαγή του Συντάγματος και υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος.   

Ποιό είναι το διακύβευμα αυτών των διαδηλώσεων που συνεχίζονται και έχουν επεκταθεί πέραν της πλατείας Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις;

Όπως έχει προαναφερθεί στο παρόν στάδιο το βασικό ζήτημα είναι η δημοκρατία στην Τουρκία. Το βασικό ερώτημα παραμένει: Πως θα κινηθεί το επόμενο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση Έρντογαν; Θα υιοθετήσει αιτήματα των διαδηλωτών και θα προχωρήσει σε διάλογο ή θα επιδιώξει περαιτέρω πόλωση; Εάν τελικά η επιλογή θα είναι η περαιτέρω πόλωση τότε θα προκύψουν διάφορα σενάρια και ανακατατάξεις αναφορικά με ένα δύσκολο «εκλογικό ημερολόγιο» που έχει ενώπιον του το ΑΚΡ. Ενδεικτικά να αναφερθεί ότι στις αρχές του 2014 θα πρέπει να γίνουν οι δημοτικές εκλογές, το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου οι προεδρικές εκλογές, ενώ το 2015 θα πρέπει να γίνουν οι βουλευτικές εκλογές. Σε όλα αυτά, όπως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει ακόμα να προστεθεί και η πιθανότητα δημοψηφίσματος για μερική ή ολική αλλαγή του Συντάγματος και με διακηρυγμένο το στόχο του ΑΚΡ για υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος. Σημαντική πρέπει να θεωρείται και η επιλογή του Έρντογαν για μιας μορφής δημοψήφισμα-δημοσκόπηση από τους κάτοικους της Κωνσταντινούπολης για το μέλλον του πάρκου. Αυτού του είδους οι διαδικασίες όπως η απευθείας συμμετοχή του λαού σε ψηφοφορίες, είναι στρατηγική επιλογή του ισλαμικού χώρου στην Τουρκία εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Από τη μια φαίνεται να αποτελούν την ολοκληρωμένη αντίληψη του ΑΚΡ για τη δημοκρατία, δηλαδή ότι αυτή περιορίζεται σε εκλογικές διαδικασίες και επομένως οποιαδήποτε άλλη μορφή διεκδικήσεων πρέπει να κατατάσσεται στις «περιθωριακές». Από την άλλη, η επιλογή προσφυγής σε κάλπες αποκαλύπτει και το ιδεολογικό υπόβαθρο του ισλαμικού χώρου, το οποίο σχηματοποιείται ως εξής: Το τουρκικό κράτος, τελούσε για χρόνια υπό την κηδεμονία κοσμικών-δυτικότροπων και άρα ξένων προς το πραγματικό έθνος (μιλλέτ) δυνάμεων. Η απευθείας συμμετοχή του έθνους-μιλλέτ σε διαδικασίες ψηφοφορίας, αποτελεί με αυτό τον τρόπο ένα μηχανισμό «κατοχύρωσης δικαιοσύνης», δηλαδή επιστροφής της εξουσίας στους εκπροσώπους του «πραγματικού έθνους».

Πώς ερμηνεύετε την χλιαρή αντίδραση της Κομισιόν και γενικά της διεθνούς κοινότητας στις εξελίξεις; Πώς βοηθά αυτού του είδους η αντίδραση στην εκδημοκρατικοποίηση της χώρας που υποτίθεται είναι προαπαιτούμενο για να υπάρξει πρόοδος στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις;

Τόσο οι ΗΠΑ, όσο και αρμόδιοι της Ε.Ε επιδίωξαν με τις αρχικές τους δηλώσεις να θέσουν κάποια όρια στην παντοδυναμία Έρντογαν. Όμως μέχρι στιγμής δεν έχουν δείξει ότι προτιμούν αλλαγή της κυβέρνησης στην Τουρκία, γιατί δεν έχουν αλλάξει οι κυριότεροι στρατηγικοί στόχοι στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Δηλαδή στόχοι στους οποίους το ΑΚΡ ακόμα έχει καθοριστικό ρόλο να παίξει. Τουλάχιστον έτσι έδειξε και η τελευταία επίσημη συνάντηση Ομπάμα-Έρντογαν στο Λευκό Οίκο πριν την κρίση στην Τουρκία, όπου είχε σε γενικές γραμμές επαναβεβαιωθεί η συνεργασία των δύο χωρών στο τι επιδιώκεται να προκύψει ως «νέα τάξη πραγμάτων» σε μια τόσο κρίσιμη περιοχή όπως είναι η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος. Πάντως οι μέρες που ακολουθούν θα δείξουν πολλά γιατί η κατάσταση στην Τουρκία εξακολουθεί να είναι ρευστή.

Πώς επηρεάζει τις εξελίξεις στο Κυπριακό αυτή η λαϊκή εξέγερση;

Το Κυπριακό και η ουσία των διαπραγματεύσεων θα επηρεαστούν αναλόγως της γενικότερης στάσης που θα κρατήσει η τουρκική κυβέρνηση στο χειρισμό της κρίσης. Άλλωστε το ίδιο θα πρέπει να σημειωθεί και για όλα τα σοβαρά ανοιχτά θέματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Όμως αναφορικά με την Κύπρο, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε μια ξεχωριστή αναφορά γιατί υπάρχει ενώπιον μας πλέον μια ξεκάθαρη εικόνα σε σχέση με την κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο τουρκικός μετασχηματισμός επί ΑΚΡ, σταδιακά έχει εισαχθεί και στην Κύπρο. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών αλλαγών που αγγίζουν πλέον το σύνολο των δομών και της κοινωνίας στα κατεχόμενα. Με λίγα λόγια, το πρόγραμμα που εφαρμόζεται δημιουργεί τις νέες δομές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τη συλλογική συνείδηση και το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται οι Τουρκοκύπριοι. Καθόλου τυχαία, υπάρχει αυτή τη στιγμή μια ευθεία «νοητή» γραμμή που συνδέει τα δημοκρατικά αιτήματα των διαδηλώσεων στην Τουρκία με τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων. Υπό αυτή την έννοια, αυτές οι διεκδικήσεις που αφορούν στην προστασία της ταυτότητας της κοινότητας, αλλά και στην ύπαρξη της ως δρώντα στην κυπριακή ιστορία, πρέπει να ενδιαφέρουν την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Το αίτημα των Τουρκοκυπρίων για αλλαγή των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία, η ανατροπή της σχέσης διοικητή-διοικούμενου, αποτελούν τελικά μια σημαντική κυπριακή υπόθεση. Η εκδημοκρατικοποίηση των σχέσεων Τουρκίας-Τουρκοκυπρίων, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να μας φέρει ακόμα ένα βήμα πιο κοντά στην ομοσπονδιακή λύση.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις στην Τουρκία – Ιστορικές Διαδρομές στον ΑΣΤΡΑ 92.8

 Εκπομπή 37η

11 Ιουνίου 2013

Ο τουρκολόγος Νίκος Μούδουρος και ο διεθνολόγος Πέτρος Ζαρούνας αναλύουν τις εξελίξεις στην Τουρκία και τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις της χώρας.