"Εξέγερση" στην πλατεία Τάξιμ: Ενάντια σε κάθε αυταρχικότητα


Συνέντευξη του Νίκου Μούδουρου στην εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ, 16 Ιουνίου 2013

Νίκη Κουλέρμου

Μετά από τρεις πενταετίες διακυβέρνησης από τον κ. Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) γιατί τόσες διαμαρτυρίες εναντίον του;

Αν κάποιος επιδιώξει να αξιολογήσει ολοκληρωμένα την πορεία του ΑΚΡ στην εξουσία και να αναλύσει την κοινωνική συμμαχία γύρω από το κυβερνών κόμμα, μια συμμαχία που συνέβαλε στην ιδεολογικο-πολιτική του ηγεμονία, τότε θα πρέπει να αναδείξει την ευρύτητα των κοινωνικών δυνάμεων που βρίσκονται πίσω από την ενίσχυση του ΑΚΡ, αλλά και τα όρια του τουρκικού νεοφιλελευθερισμού. Αρχικά, στα τέλη του 2002 και μέχρι το 2005 τουλάχιστον, το ΑΚΡ είχε προωθήσει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ως το κυριότερο εργαλείο ηγεμονίας του. Είχε καταφέρει να προσαρμοστεί περισσότερο στο διεθνές περιβάλλον, να υιοθετήσει με ολοκληρωμένο τρόπο τα προγράμματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Τουρκία και να ενσωματώσει τις ισλαμικές του αναφορές στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Με αυτό τον τρόπο γύρω από τη χαρισματική προσωπικότητα του Έρντογαν και τις παραδοσιακές ισχυρές οργανωτικές δομές του Ισλάμ στη χώρα, το ΑΚΡ πέτυχε να δημιουργήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, η οποία με τη συμβολή της Ε.Ε θα λειτουργούσε ως ασπίδα νομιμοποίησης του κόμματος και άμυνας από τις εσωτερικές πιέσεις του κεμαλικού κατεστημένου.

Τα φτωχότερα στρώματα σε πόλεις και χωριά, οι μικροκαταστηματάρχες-μικρέμποροι, το μεγαλύτερο μέρος του θρησκευόμενου πληθυσμού, οι Κούρδοι και μια μεγάλη μερίδα του τουρκικού κεφαλαίου, συσπειρώθηκαν γύρω από το ΑΚΡ και διεύρυναν καθοριστικά την στρατηγική ηγεμονίας με επίκεντρο την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Με λίγα λόγια, η Ε.Ε παρουσιάστηκε ως το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες. Μπορούσε σε ρητορικό επίπεδο να ικανοποιήσει την ανάγκη των φτωχότερων στρωμάτων για άνοδο του βιοτικού επιπέδου, των επιχειρηματιών για ενσωμάτωση στον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό. Μπορούσε να δώσει στους Κούρδους και στους ισλαμιστές την κατοχύρωση όλων όσων τους είχε στερήσει για δεκαετίες η αυταρχική κεμαλική κηδεμονία.
Από το 2005 και μετά και κυρίως από το 2007 με την επιτυχή αντιμετώπιση του γνωστού «διαδικτυακού πραξικοπήματος» που είχε στόχο να παρεμποδίσει την ανάδειξη Γκιουλ στην προεδρία της χώρας, το ΑΚΡ προχώρησε πιο μεθοδικά στο ξήλωμα σχεδόν όλων των κεμαλικών πυλώνων εξουσίας και στην αντικατάσταση τους από το πολιτικό Ισλάμ. Στο σημείο αυτό, η νεοφιλελεύθερη διαχείριση έπαιξε το δικό της σημαντικό ρόλο μέσα στον ανταγωνισμό εξουσίας. Το κυβερνών κόμμα κατάφερε τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό που είχε ως επίκεντρο την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και την αμφισβήτηση κάθε άλλης φυγόκεντρης δυναμικής. Για παράδειγμα, στο επίπεδο του κράτους, τόσο η δικαστική εξουσία, όσο και η ίδια η Εθνοσυνέλευση, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εστίες ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Σε επίπεδο κοινωνίας, ακολουθήθηκε περίπου η ίδια μέθοδος: άρση κάθε προοπτικής δημοκρατικού ελέγχου με την αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και την αντικατάσταση του με τις ενισχυόμενες ισλαμικές αδελφότητες και τάγματα. Μέσα από αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκε μια νεοφιλελεύθερη πατερναλιστικού τύπου διακυβέρνηση Έρντογαν. Η παλιά κεμαλική «πατριαρχία» αντικαταστάθηκε από μια νέα θρησκευτικά συντηρητική «πατριαρχία», η οποία άρχισε να επιβάλλει το δικό της ιδεολογικό πρότυπο στο δημόσιο χώρο.
Η επιβολή της λεγόμενης ευέλικτης εργασίας, η καθολική εφαρμογή υποεργολαβιών σε πολλούς τομείς της οικονομίας, η επιθετική εμπορευματοποίηση των δημόσιων χώρων και χώρων πρασίνου, οι ιδιωτικοποιήσεις-ρεκόρ, ντύθηκαν με το ιερό πέπλο της θρησκείας για να απορροφήσουν αντιδράσεις και να ενσωματώσουν την προαναφερθείσα κοινωνική συμμαχία στο σύστημα. Όμως την ίδια στιγμή, η εκλογική βάση του ΑΚΡ μετασχηματίστηκε σε μια δυναμική κοινωνικής μηχανικής, δηλαδή μετατροπής ολόκληρης της κοινωνίας στα πρότυπα και στις αξίες αυτής της μερίδας του κόσμου. Η πλειοψηφία επιβάλλεται στη μειοψηφία, καταργώντας ακόμα και τις φιλελεύθερες έννοιες του πλουραλισμού.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα μεσαία στρώματα των μεγάλων αστικών κέντρων ένιωθαν να περιθωριοποιούνται. Την ίδια στιγμή η διεύρυνση του δημοκρατικού πεδίου που πέτυχε το ΑΚΡ με την αμφισβήτηση της επιρροής του στρατού, άφησε πίσω του ένα πολιτικό κενό που δεν μπόρεσε να καλύψει η αντιπολίτευση. Έτσι το πάρκο του Περιπάτου (Γκεζί) στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκε σε μια μορφή αντίστασης προς την αυταρχικότητα όλων των ειδών. Την αυταρχικότητα στην οικονομία, στην κουλτούρα και στην ιδεολογία. Ο βασικός κορμός των διαδηλωτών και οι διεκδικήσεις τους, ουσιαστικά αγγίζουν όλα τα άλυτα προβλήματα που αφήνει πίσω της η διακυβέρνηση Έρντογαν, με κυριότερο αυτό της ανολοκλήρωτης εκδημοκρατικοποίησης της χώρας. Δεν επιθυμούν επιστροφή στον αυταρχικό κεμαλισμό, ούτε την επιβολή στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Αντίθετα επιδιώκουν να κερδίσουν πίσω την αξιοπρέπεια τους με την έννοια ότι θέλουν να λαμβάνονται υπόψη και οι δικές τους ανησυχίες.
Αυτή η καθυστέρηση για το καθεστώς Ερντογάν δικαιολογεί τις αιτιάσεις του ιδίου του Τούρκου Πρωθυπουργού ότι πρόκειται για «συνωμοσία» που κινείται από το εσωτερικό και το εξωτερικό;

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όντως μέσα στο κύμα των διαδηλώσεων έχουν εισχωρήσει και αντιδραστικοί κύκλοι που επιδίωξαν να εγκολπωθούν την αντίδραση του κόσμου για να προκαλέσουν ζημιά στο πολιτικό Ισλάμ. Όμως η πλειοψηφία των διαδηλωτών, οι οργανωμένες ομάδες που συνέβαλαν στη μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων όπως τα συνδικάτα, δεν επέτρεψαν μέχρι στιγμής την ποδηγέτηση από τα απομεινάρια του βαθέως κράτους. Εάν η σημερινή αντιπαράθεση στην Τουρκία ήταν μονοδιάστατη, δηλαδή μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών, τότε η επικράτηση του ΑΚΡ θα ήταν μάλλον εγγυημένη. Ούτως ή άλλως ένα μεγάλο μέρος της ηγεμονίας του οικοδομήθηκε ακριβώς στη στήριξη ευρύτερων δημοκρατικών δυνάμεων που ήθελαν να περιορίσουν τα προνόμια της κεμαλικής ελίτ. Συνεπώς αν η μάχη ήταν τέτοια, μάλλον μέρος των διαδηλωτών θα ήταν στο πλευρό της κυβέρνησης, όπως έκαναν τόσα χρόνια. Αλλά η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Το σενάριο των συνωμοσιών του χρησιμοποιεί ο Έρντογαν περιέχει ακριβώς την επιδίωξη για συσπείρωση του ισλαμικού χώρου και διατήρηση της επιρροής του. Αυτό το δίπολο της αντιπαράθεσης ήταν πετυχημένο για πολλά χρόνια, αλλά τώρα όπως φαίνεται έχει αμφισβητηθεί. Σε καμιά περίπτωση όμως δε θα πρέπει να υποτιμηθεί η τεράστια δύναμη που έχει ακόμα ο ισλαμικός χώρος στην κινητοποίηση μαζών, αλλά και στην κυριαρχία της δικής του πολιτικής ατζέντας. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μετά τις πρώτες μέρες το ΑΚΡ ξεδιπλώνει μια ολοκληρωμένη στρατηγική η οποία έχει στο επίκεντρό της το διάλογο με τις «ομάδες του πάρκου», δηλαδή προσπάθεια ικανοποίησης κάποιων ανησυχιών τους, αλλά και καταστολή στην υπόλοιπη πλατεία Ταξίμ. Παράλληλα, τα συλλαλητήρια στήριξης του Έρντογαν αυτές τις μέρες, μπορούν να ερμηνευθούν και ως η ανεπίσημη έναρξη μιας μακράς προεκλογικής εκστρατείας στην Τουρκία που συμπεριλαμβάνει τις δημοτικές εκλογές, τις προεδρικές, τις βουλευτικές, αλλά και το πιθανό δημοψήφισμα για αλλαγή του Συντάγματος και υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος.   

Ποιό είναι το διακύβευμα αυτών των διαδηλώσεων που συνεχίζονται και έχουν επεκταθεί πέραν της πλατείας Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις;

Όπως έχει προαναφερθεί στο παρόν στάδιο το βασικό ζήτημα είναι η δημοκρατία στην Τουρκία. Το βασικό ερώτημα παραμένει: Πως θα κινηθεί το επόμενο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση Έρντογαν; Θα υιοθετήσει αιτήματα των διαδηλωτών και θα προχωρήσει σε διάλογο ή θα επιδιώξει περαιτέρω πόλωση; Εάν τελικά η επιλογή θα είναι η περαιτέρω πόλωση τότε θα προκύψουν διάφορα σενάρια και ανακατατάξεις αναφορικά με ένα δύσκολο «εκλογικό ημερολόγιο» που έχει ενώπιον του το ΑΚΡ. Ενδεικτικά να αναφερθεί ότι στις αρχές του 2014 θα πρέπει να γίνουν οι δημοτικές εκλογές, το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου οι προεδρικές εκλογές, ενώ το 2015 θα πρέπει να γίνουν οι βουλευτικές εκλογές. Σε όλα αυτά, όπως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει ακόμα να προστεθεί και η πιθανότητα δημοψηφίσματος για μερική ή ολική αλλαγή του Συντάγματος και με διακηρυγμένο το στόχο του ΑΚΡ για υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος. Σημαντική πρέπει να θεωρείται και η επιλογή του Έρντογαν για μιας μορφής δημοψήφισμα-δημοσκόπηση από τους κάτοικους της Κωνσταντινούπολης για το μέλλον του πάρκου. Αυτού του είδους οι διαδικασίες όπως η απευθείας συμμετοχή του λαού σε ψηφοφορίες, είναι στρατηγική επιλογή του ισλαμικού χώρου στην Τουρκία εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Από τη μια φαίνεται να αποτελούν την ολοκληρωμένη αντίληψη του ΑΚΡ για τη δημοκρατία, δηλαδή ότι αυτή περιορίζεται σε εκλογικές διαδικασίες και επομένως οποιαδήποτε άλλη μορφή διεκδικήσεων πρέπει να κατατάσσεται στις «περιθωριακές». Από την άλλη, η επιλογή προσφυγής σε κάλπες αποκαλύπτει και το ιδεολογικό υπόβαθρο του ισλαμικού χώρου, το οποίο σχηματοποιείται ως εξής: Το τουρκικό κράτος, τελούσε για χρόνια υπό την κηδεμονία κοσμικών-δυτικότροπων και άρα ξένων προς το πραγματικό έθνος (μιλλέτ) δυνάμεων. Η απευθείας συμμετοχή του έθνους-μιλλέτ σε διαδικασίες ψηφοφορίας, αποτελεί με αυτό τον τρόπο ένα μηχανισμό «κατοχύρωσης δικαιοσύνης», δηλαδή επιστροφής της εξουσίας στους εκπροσώπους του «πραγματικού έθνους».

Πώς ερμηνεύετε την χλιαρή αντίδραση της Κομισιόν και γενικά της διεθνούς κοινότητας στις εξελίξεις; Πώς βοηθά αυτού του είδους η αντίδραση στην εκδημοκρατικοποίηση της χώρας που υποτίθεται είναι προαπαιτούμενο για να υπάρξει πρόοδος στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις;

Τόσο οι ΗΠΑ, όσο και αρμόδιοι της Ε.Ε επιδίωξαν με τις αρχικές τους δηλώσεις να θέσουν κάποια όρια στην παντοδυναμία Έρντογαν. Όμως μέχρι στιγμής δεν έχουν δείξει ότι προτιμούν αλλαγή της κυβέρνησης στην Τουρκία, γιατί δεν έχουν αλλάξει οι κυριότεροι στρατηγικοί στόχοι στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Δηλαδή στόχοι στους οποίους το ΑΚΡ ακόμα έχει καθοριστικό ρόλο να παίξει. Τουλάχιστον έτσι έδειξε και η τελευταία επίσημη συνάντηση Ομπάμα-Έρντογαν στο Λευκό Οίκο πριν την κρίση στην Τουρκία, όπου είχε σε γενικές γραμμές επαναβεβαιωθεί η συνεργασία των δύο χωρών στο τι επιδιώκεται να προκύψει ως «νέα τάξη πραγμάτων» σε μια τόσο κρίσιμη περιοχή όπως είναι η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος. Πάντως οι μέρες που ακολουθούν θα δείξουν πολλά γιατί η κατάσταση στην Τουρκία εξακολουθεί να είναι ρευστή.

Πώς επηρεάζει τις εξελίξεις στο Κυπριακό αυτή η λαϊκή εξέγερση;

Το Κυπριακό και η ουσία των διαπραγματεύσεων θα επηρεαστούν αναλόγως της γενικότερης στάσης που θα κρατήσει η τουρκική κυβέρνηση στο χειρισμό της κρίσης. Άλλωστε το ίδιο θα πρέπει να σημειωθεί και για όλα τα σοβαρά ανοιχτά θέματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Όμως αναφορικά με την Κύπρο, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε μια ξεχωριστή αναφορά γιατί υπάρχει ενώπιον μας πλέον μια ξεκάθαρη εικόνα σε σχέση με την κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο τουρκικός μετασχηματισμός επί ΑΚΡ, σταδιακά έχει εισαχθεί και στην Κύπρο. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών αλλαγών που αγγίζουν πλέον το σύνολο των δομών και της κοινωνίας στα κατεχόμενα. Με λίγα λόγια, το πρόγραμμα που εφαρμόζεται δημιουργεί τις νέες δομές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τη συλλογική συνείδηση και το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται οι Τουρκοκύπριοι. Καθόλου τυχαία, υπάρχει αυτή τη στιγμή μια ευθεία «νοητή» γραμμή που συνδέει τα δημοκρατικά αιτήματα των διαδηλώσεων στην Τουρκία με τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων. Υπό αυτή την έννοια, αυτές οι διεκδικήσεις που αφορούν στην προστασία της ταυτότητας της κοινότητας, αλλά και στην ύπαρξη της ως δρώντα στην κυπριακή ιστορία, πρέπει να ενδιαφέρουν την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Το αίτημα των Τουρκοκυπρίων για αλλαγή των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία, η ανατροπή της σχέσης διοικητή-διοικούμενου, αποτελούν τελικά μια σημαντική κυπριακή υπόθεση. Η εκδημοκρατικοποίηση των σχέσεων Τουρκίας-Τουρκοκυπρίων, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να μας φέρει ακόμα ένα βήμα πιο κοντά στην ομοσπονδιακή λύση.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις στην Τουρκία – Ιστορικές Διαδρομές στον ΑΣΤΡΑ 92.8

 Εκπομπή 37η

11 Ιουνίου 2013

Ο τουρκολόγος Νίκος Μούδουρος και ο διεθνολόγος Πέτρος Ζαρούνας αναλύουν τις εξελίξεις στην Τουρκία και τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις της χώρας.

Μια «ανατομία» του δρόμου στην Τουρκία



Οι μαζικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας στην Τουρκία απέκτησαν αμέσως διεθνές ενδιαφέρον. Τόσο το μέγεθος, η μαζικότητα των κινητοποιήσεων, όσο και η κοινωνική σύνθεση των διαδηλωτών, αλλά πολύ περισσότερο το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν, ήταν μερικοί από τους βασικούς παράγοντες που ώθησαν στο παγκόσμιο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη χώρα. Ενώ η εικόνα της Τουρκίας συνηγορούσε στην επικράτηση μιας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας τέτοιας που ονομάστηκε το «θαύμα του Έρντογαν», ξαφνικά η πραγματικότητα ανέδειξε φυγόκεντρες δυναμικές, πολύπλοκες και δύσκολες στην κατανόηση τους.
Καθόλου τυχαία λοιπόν, οι αναλύσεις εντός και εκτός Τουρκίας μεταξύ άλλων συνεχίζουν να ασχολούνται με το εάν πρόκειται για «άνοιξη» στα πρότυπα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, ή για ένα «κίνημα αγανακτισμένων» στα πρότυπα της Δύσης. Η πολυπλοκότητα της κατάστασης στην Τουρκία, μάλλον οδηγεί στην αναγκαιότητα ερμηνείας των διαδηλώσεων υπό το φακό άλλων γεωγραφικών περιοχών, κάτι που βεβαίως δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Όμως χωρίς να μειώνεται η σημασία του διεθνούς πλαισίου και των επιρροών του, το ετερόκλητο του πλήθους που διαμαρτύρεται, καθώς και ο τρόπος αντίδρασης της τουρκικής κυβέρνησης, είναι δεδομένα που προσφέρονται για να αναστοχαστούμε την Τουρκία, μέσα από το βαθύτερο ιδεολογικό περιεχόμενο των διεκδικήσεων που καταγράφονται στο δημόσιο χώρο και χωρίς απαραίτητα να χρησιμοποιούμε μόνο εργαλεία άλλων περιοχών. Ποιοι είναι τελικά αυτοί που αντιδρούν και τι ζητούν; Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, ίσως να οδηγηθούμε και σε πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα για ένα τουλάχιστον μέρος του «υπόλοιπου 50%» που δεν στηρίζει τον Έρντογαν.

Κοινωνική και πολιτική χαρτογράφηση των διαμαρτυριών
Σε ένα πρώτο επίπεδο θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μαζικότερες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας στην Τουρκία, παρουσιάστηκαν στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Γιάλοβα, Μούγλα και Αττάλεια, ήταν οι πόλεις που συγκέντρωσαν τις μαζικότερες διαδηλώσεις στα δυτικά της χώρας. Άγκυρα, Μπολού και Εσκισεχίρ, σηματοδότησαν τις κινητοποιήσεις στην κεντρική Τουρκία, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι μαζικές διαμαρτυρίες σε Καισάρεια, Ικόνιο και Άδανα, περιοχές που χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία του πολιτικού Ισλάμ. Συνεπώς η χαρτογράφηση επιβεβαιώνει τις αρχικές εκτιμήσεις για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχουν στις διαμαρτυρίες, ευρύτερα μικροαστικά και μεσαία στρώματα της Τουρκίας.
Σε πρόσφατη έρευνα που έγινε μεταξύ των διαδηλωτών στην Κωνσταντινούπολη, το 39,6% των συμμετεχόντων ήταν ηλικίας μεταξύ 19 και 25 χρονών, ενώ το 24% ήταν μεταξύ 26 και 30 χρονών. Επομένως γίνεται εύκολα κατανοητό ότι και η νεολαία των αστικών κέντρων αποτελεί βασική συνιστώσα των κινητοποιήσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για τη γενιά του 1990, η γνωστή σε όλους «απολίτικη νεολαία» που έχει μεγαλώσει σε ένα πολύ διαφορετικό κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον με επίκεντρο τον καταναλωτισμό και την εμπορευματοποίηση. Τα χαρακτηριστικά αυτής της μερίδας της νεολαίας συμπληρώνονται από τη σχετική απόσταση που τη διακρίνει από το υφιστάμενο κομματικό σύστημα, αλλά και από τους διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας και συλλογικότητας που έχει αναπτύξει.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο καταγράφεται το πλαίσιο των κινήτρων και των αιτημάτων των διαδηλωτών, επίσης σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση των δυναμικών στην κοινωνία της χώρας. Το σύνθημα «το θέμα δεν είναι το πάρκο, ακόμα δεν κατάλαβες» που κοσμούσε το χώρο του Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη τις πρώτες μέρες, δίνει με χαρακτηριστικό τρόπο την ευρύτητα των διεκδικήσεων. Αποσπάσματα δηλώσεων από τους συμμετέχοντες είναι επίσης διαφωτιστικά: Η 15χρονή Ελίφ ανέφερε ότι ο λόγος της συμμετοχής της στις κινητοποιήσεις ήταν η αναφορά του Πρωθυπουργού σε «τραμπούκους». Ο 16χρονος Μεσούτ υπογράμμισε ότι με τη συμμετοχή του ήθελε να εναντιωθεί στις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ η 19χρονη Μπουσέ ανέφερε ότι διεκδικεί την προστασία του περιβάλλοντος στην πόλη της. Αυτή η «ανομοιομορφία» των λόγων που οδήγησαν τη νεολαία στους δρόμους καταγράφηκε και στην πρώτη έρευνα γνώμης που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης στην οποία οι συμμετέχοντες καλέστηκαν να διευκρινίσουν τι τους εξανάγκασε σε διαμαρτυρίες: Το 92.4% υπέδειξε την αυταρχικότητα του Πρωθυπουργού, το 91.1% την καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, το 91.3% την αστυνομική βία, το 84.2% τη στάση που τήρησαν τα ΜΜΕ, το 56.2% το κόψιμο των δέντρων και μόνο το 7.7% υπέδειξε την καθοδήγηση κομματικών ή άλλων πολιτικών οργανώσεων.
Η ιδεολογική ανατομία των «ανήσυχων μοντέρνων»
Επομένως στη βάση των πιο πάνω στοιχείων, εύκολα μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για το πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο των κινητοποιήσεων σε συνδυασμό με τις ρήξεις που προκάλεσε τα τελευταία χρόνια το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Η ίδια η εξέλιξη της μαζικοποίησης των διαμαρτυριών και της κορύφωσης των αιτημάτων τους, δείχνει ένα σημαντικό νέο στοιχείο: Ιδιαίτερα από το 2011 και μετά, ένα μέρος της κοινωνίας που προφανώς δεν είχε στηρίξει το κόμμα του Έρντογαν βρίσκεται ενώπιον μιας διευρυμένης απόστασης από την ιδεολογία της εξουσίας, μιας απόστασης που δημιουργεί τέτοια πόλωση ικανή να θέσει κάποια πολιτικά όρια στην πλειοψηφία. Ο «βηματισμός» των κινητοποιήσεων ακολούθησε περίπου την εξής πορεία: Η πρώτη μέρα επικεντρώθηκε στην προστασία του περιβάλλοντος στο πάρκο του Γκεζί. Η δεύτερη μέρα ήταν μια ξεκάθαρη αντίδραση στην αστυνομική βία. Η τρίτη μέρα άγγιξε τα ζητήματα του ελέγχου της ιδιωτικής ζωής. Ενώ η τέταρτη μέρα απέκτησε πλέον τον κεντρικό άξονα των αντιδράσεων που ήταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Έρντογαν και οι πολιτικές του.
Μέσα από τα πιο πάνω μπορεί κάποιος να διακρίνει τα κεντρικά ζητήματα που απασχολούν αυτή την κοινωνική αντιπολίτευση. Αρχικά θα πρέπει να γίνει λόγος για μια νέα αντίληψη που σχετίζεται άμεσα με την ίδια την «πολεοδομική τάξη» μιας μεγαλούπολης όπως η Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη του πάρκου Γκεζί ανέδειξε μια συγκεκριμένη διαμαρτυρία ενάντια στον επιθετικό τρόπο δραστηριοποίησης του κεφαλαίου στον κατασκευαστικό τομέα. Εάν υπάρχει κάτι στην Τουρκία και ειδικά στην Κωνσταντινούπολη που ταυτίζει τις επιπτώσεις από τη ξέφρενη καπιταλιστική ανάπτυξη με τις περιβαλλοντικές και πολιτισμικές ευαισθησίες του κόσμου, αυτό είναι το πιο ολοκληρωμένο πρόσωπο του τουρκικού καταναλωτισμού, δηλαδή τα τεράστια εμπορικά κέντρα. Στα αρχικά στάδια, τα εμπορικά κέντρα ήταν αυτά που συγκέντρωσαν τον ενθουσιασμό αυτών των στρωμάτων του πληθυσμού. Όμως στη συνέχεια μετατράπηκαν σε «αρπακτικά» εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου και μετασχηματισμού της «ψυχής» της Κωνσταντινούπολης.
Παράλληλα η οικονομική πίεση στα μικρομεσαία και κατώτερα στρώματα του πληθυσμού, η επιβολή μέτρων γενικευμένης ευέλικτης και ανασφάλιστης εργασίας, η προσπάθεια αποδυνάμωσης των συνδικάτων και η απόλυτη εφαρμογή «υπεργολαβιών» σχεδόν σε πολλούς τομείς της οικονομίας, διευκόλυναν τη συνεργασία του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος με το βασικό κορμό των διαδηλώσεων. Τα ευρύτερα συνθήματα για περισσότερη δημοκρατία και πλουραλισμό, καθώς και η καταγγελία της αυταρχικότητας της κυβέρνησης, αποτέλεσαν μια κοινή βάση διεκδικήσεων από τους πιο πάνω πρωταγωνιστές. Το δεδομένο αυτό λειτούργησε προς δύο σημαντικές κατευθύνσεις, τουλάχιστον κατά τις πρώτα στάδια των κινητοποιήσεων. Από τη μια δημιούργησε εμπόδια προς τους κεμαλικούς-εθνικιστικούς κύκλους που επιδίωξαν να εγκολπωθούν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Από την άλλη συνέβαλε στη διεύρυνση του πολιτικού πλαισίου των αιτημάτων, γεγονός που καταγράφηκε επίσημα στις διακηρύξεις της Πλατφόρμας του Ταξίμ. Οι διακηρύξεις συμπεριέλαβαν ζητήματα όπως η ακύρωση της αναστήλωσης του οθωμανικού στρατώνα στο Γκεζί, κατάργηση κάθε πολιτικής ελέγχου του τρόπου ζωής των πολιτών και άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος.
Στο σημείο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποχτά το δίπολο αντιπαράθεσης κοσμικότητας και Ισλάμ. Ανάμεσα στο βασικό κορμό των διαμαρτυριών καθώς και στα αιτήματα των διαδηλωτών, εύκολα μπορεί κάποιος να διακρίνει την ανησυχία ενός μέρους της κοινωνίας από την πορεία θρησκευτικής συντηρητικοποίησης της Τουρκίας. Οι «ανήσυχοι μοντέρνοι» έθεσαν με ολοκληρωμένο τρόπο τη διεκδίκηση της κοσμικότητας του ιδιωτικού-ατομικού τους χώρου. Υπό αυτή την έννοια διαφοροποιήθηκαν σε καθοριστικό βαθμό από τον τρόπο που μέχρι σήμερα η κεμαλική ελίτ νοηματοδοτεί την κοσμικότητα ως την απόλυτη αρχή του κράτους, της κοινωνίας και του ατόμου. Μέχρι στιγμής, οι κινητοποιήσεις δείχνουν ότι ένα μέρος της κοινωνίας αντιπαλεύει τον εξισλαμισμό, αλλά την ίδια στιγμή απομακρύνεται από την αυταρχική έννοια της κεμαλικής κοσμικότητας.
Ο Έρντογαν και ο ισλαμικός πατερναλισμός
Το 1994, τότε ως Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, ο Έρντογαν δεν επέτρεψε το σερβίρισμα αλκοόλ σε μια έκθεση ζωγραφικής η οποίο φιλοξενήθηκε σε αίθουσα του Δημαρχείου. Ο δημοσιογράφος Αλπέρ Γκιορμιούς τον ρώτησε αργότερα για τους λόγους μιας τέτοιας ενέργειας και ο μετέπειτα Πρωθυπουργός της Τουρκίας απάντησε ως εξής: «Εγώ είμαι ταυτόχρονα και ο ιμάμης αυτής της πόλης. Συνεπώς είμαι υπεύθυνος και για τις αμαρτίες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης». Στη συγκεκριμένη δήλωση, το «ισλαμικό λίπασμα» δε θα πρέπει να οδηγήσει σε μονοδιάστατες ερμηνείες γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η θρησκεία. Το προαναφερθέν παράδειγμα αναδεικνύει ακριβώς αυτό που δήλωσαν με έμφαση οι κινητοποιήσεις του τελευταίου χρονικού διαστήματος: Ένα μέρος της κοινωνίας αντιδρά στην πατριαρχική αντίληψη και την αυταρχική της εφαρμογή από τον Πρωθυπουργό.
Ο Έρντογαν διεκδικεί να μετατραπεί σε «στοργικό πατέρα» ενός έθνους-μιλλέτ, ο οποίος επειδή ακριβώς θα έχει αυτή την «ιδιότητα» θα διεκδικεί παράλληλα και με απόλυτο τρόπο την «αλήθεια». Δηλαδή ένας ηγέτης που γνωρίζει κατά αποκλειστικότητα το «καλό του έθνους», αλλά και τα «κακά-αμαρτίες» από τις οποίες πρέπει να το προστατεύσει. Η φράση «το κάνω αυτό γιατί αγαπώ το έθνος μου» – φράση του Έρντογαν που επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία – αποκαλύπτει ένα πολιτικό ηγέτη που επιδιώκει την συγκεντροποίηση των εξουσιών του σε ένα πατερναλιστικό πλαίσιο. Έτσι το σύνθημα «Ταγίπ παραιτήσου» ουσιαστικά υποδεικνύει τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η «ερντογανοποίηση» της πολιτικής ζωής στην Τουρκία και η οποία περιθωριοποιεί ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας από τις διαδικασίες που αφορούν στο περιβάλλον τους, στην ιδιωτική τους ζωή, στην πόλη και στην εργασία τους.  
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, οι αντιδράσεις των διαδηλωτών με στόχο τον ίδιο τον Πρωθυπουργό φανερώνουν, όχι την αποκαθήλωση αλλά την ισχυρή αμφισβήτηση ενός πατερναλισμού «ισλαμικού τύπου» από μια γενιά ανθρώπων που ούτως ή άλλως δε έζησαν μέσα στις παραδοσιακές αξίες της τουρκικής οικογένειας. Δεν μεγάλωσαν υπό το αυστηρό αλλά ταυτόχρονα «στοργικό» βλέμμα του «Πατέρα» του σπιτιού, μιας προσωπικότητας της οποίας ο λόγος και η βούληση δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Τα όρια του ΑΚΡ
Οι κινητοποιήσεις στην Τουρκία φέρουν μαζί τους σημαντικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας που αξίζει να τύχουν προσεκτικής παρακολούθησης. Πρόκειται τελικά για ένα ξέσπασμα μιας μερίδας του πληθυσμού που δεν συγκροτεί το πλειοψηφικό ρεύμα, αλλά που σίγουρα δεν αποτελεί μια μειονότητα που μπορεί κανείς να υποτιμήσει εύκολα. Τα ερωτήματα που προκύπτουν αναφορικά με την αντοχή που θα έχουν στο χρόνο αυτές οι διαμαρτυρίες, αλλά και αναφορικά με την οργανωτικότητα τους, συνεχίζουν να υπάρχουν. Οι κινητοποιήσεις αυτές στο παρόν στάδιο αδυνατούν να συγκροτήσουν μια περιεκτική εναλλακτική πρόταση εξουσίας και υπό αυτή την έννοια το κενό αντιπολίτευσης στην Τουρκία συνεχίζει να υπάρχει. Όμως είναι γεγονός ότι η παντοδυναμία του Πρωθυπουργού Έρντογαν, μπαίνει πλέον σε νέες δοκιμασίες, η τελική κατάληξη των οποίων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις που θα πάρει ο ίδιος. Το κεντρικό σημείο της μέχρι τώρα επιτυχίας των διαδηλώσεων είναι η ξεκάθαρη υπογράμμιση ότι η αντίληψη του ΑΚΡ περί πλειοψηφικής κηδεμονίας που περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την έννοια της δημοκρατίας, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι «προσεκτικές αποστάσεις» που τηρεί το οργανωμένο κουρδικό κίνημα από τις κινητοποιήσεις, καθώς και η υπογράμμιση του Οτζαλάν ότι δε θα πρέπει να αφεθούν οι κύκλοι της Εργκενεκόν να κυριαρχήσουν στις πλατείες, μαρτυρούν ότι οι Κούρδοι θέτουν φυσιολογικά σε προτεραιότητα την πορεία επίλυσης του Κουρδικού. Ζήτημα που θα καθορίσει την εξέλιξη της «νέας» Τουρκίας, τόσο εσωτερικά, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Νίκος Μούδουρος
Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα CyprusNews, Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ… ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

(Άρθρο φίλου, ο οποιος προτιμά να διατηρήσει την ανωνυμία του)

Είναι αυτονόητο ότι το θέμα το οποίο βρίσκεται και θα βρίσκεται για πολύ καιρό ακόμα στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Κύπρου είναι η οικονομία. Αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένο. Το ίδιο δικαιολογημένο είναι η κυβέρνηση να επιζητά κάποια άνεση χρόνου για να αντιμετωπίσει τις άμεσες προτεραιότητες στην οικονομία πριν αρχίσει μια νέα διαδικασία για το κυπριακό. Ωστόσο και ενώ απέχουμε ακόμα από το σημείο επανέναρξης μιας νέας διαδικασίας στο κυπριακό, μπορούν να ιχνηλατηθούν κάποιες τάσεις οι οποίες δεν προδιαγράφουν καλούς οιωνούς.

Ο κ. Αναστασιάδης εξήγγειλε στην πρώτη του δήλωση αμέσως μετά την εκλογή του και πριν ακόμα ανακηρυχθεί επισήμως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ότι η πρώτη ενέργεια της κυβέρνησης του θα ήταν η υποβολή αίτησης για ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης όπως οι Υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος και άλλοι έσυραν το χορό παρουσιάζοντας αυτή την επιλογή ως την αιχμή του δόρατος της «διόρθωσης» της εξωτερικής μας πολιτικής. Τόσο η επιλογή αυτή καθαυτή, αλλά πολύ περισσότερο το ιδεολογικοπολιτικό της υπόβαθρο όπως αυτό επιβεβαιώνεται από μια αλληλουχία χειρισμών και συμπεριφορών της κυβέρνησης – ανάμεσα στις οποίες προεξάρχουσα θέση κατέχει η απόφαση Αναστασιάδη – Γιούργκρουπ της 16ης Μαρτίου 2013 – συνηγορούν σε ένα πράγμα: ότι η Κύπρος έχει περάσει από την εποχή της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, βασικό γνώρισμα της οποίας ήταν η επιδίωξη εξισορροπητικών ασφαλιστικών δικλείδων, στην εποχή του μονοδιάστατου προσανατολισμού, και της πλήρους υπαγωγής στο άρμα των Αμερικανοβρετανικών συμφερόντων και σχεδιασμών.  
Εύλογα δημιουργούνται ορισμένα ερωτήματα: Που θα στραφεί η Κύπρος όταν θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με τους Αμερικανοβρετανικούς σχεδιασμούς προς όφελος της Τουρκίας μέσα στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Η.Ε.; Πως θα αντιμετωπίσουμε προσπάθειες αναβάθμισης του ψευδοκράτους και μεθοδεύσεις για μια κακή λύση;  
Άνκαι πολλοί πιστεύουν ότι οι επιπτώσεις αυτής της στροφής έχουν να κάνουν μόνο με τη Ρωσία, δυστυχώς το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνον εκεί. Δυσπιστία υπάρχει και από τη Γαλλία και την Κίνα καθώς και από παραδοσιακά φιλικές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του Αραβικού κόσμου. Η πρόσφατη πλήρης ευθυγράμμιση της Κύπρου με τους Βρετανούς εντός Ε.Ε. για το θέμα της παροχής οπλισμού στους αντικαθεστωτικούς της Συρίας δημιούργησε αλγεινές εντυπώσεις πέραν των Αραβικών χωρών και σε χώρες οι οποίες ήταν και είναι ειλικρινείς εταίροι της Κύπρου εντός της Ε.Ε.          
Επανερχόμαστε για λίγο στο θέμα της ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Ήδη φαίνεται πως οι Αμερικανοί ως μεσάζοντες της συμμάχου τους Τουρκίας, διαμηνύουν ότι το θέμα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο ενός συνολικού πακέτου λύσης του κυπριακού. Όπερ μεθερμηνευόμενο, από μοχλός πίεσης κατά της Τουρκίας, το θέμα μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης στη δική μας πλευράς για κλείσιμο του Κυπριακού ώστε να ενταχθεί και η Κύπρος στο Συνεταιρισμό και να ξεπεραστούν τα εμπόδια στη ομαλή συνεργασία Ε.Ε. – ΝΑΤΟ.      
Σε ότι αφορά στο κυπριακό καθαυτό, τα πρώτα δείγματα γραφής του Προέδρου Αναστασιάδη προκαλούν εύλογες ανησυχίες. Οι χειρισμοί που έγιναν σε σχέση με το έγγραφο Ντάουνερ, αποκάλυψαν μια προσέγγιση η οποία υποτάσσει το κυπριακό σε σκοπιμότητες της εσωτερικής πολιτικής ατζέντας. Έτσι ο Πρόεδρος αισθάνθηκε την ανάγκη να καταγγείλει τον Ντάουνερ στο Μπαν Κι Μουν, όχι γιατί έδωσε το έγγραφο στον Έρογλου 15 ημέρες ενωρίτερα – όπως ο ίδιος ο κ. Αναστασιάδης ισχυρίστηκε αρχικά επιχειρώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα – αλλά γιατί συνεργάτες του Ντάουνερ πλήττουν την αξιοπιστία του. Εν τέλει ο κ. Αναστασιάδης έπληξε μόνος του την αξιοπιστία του αποκαλυπτόμενος στα μάτια του Γ.Γ. των Η.Ε. ως κάποιος ο οποίος επιχειρεί να φορτώσει δικές του ευθύνες στους ώμους άλλων, χωρίς αυτό να αποτελεί ελαφρυντικό για τον Ντάουνερ. Και ανέβασε τόσο ψηλά τον πήχη ζητώντας διαβεβαιώσεις από τον ίδιο το Γ.Γ. που στο τέλος πέρασε αναγκαστικά από κάτω, δεχόμενος κάποιες διευκρινήσεις που διαβίβασε αξιωματούχος της γραμματείας του ΟΗΕ στο Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Κύπρου στα Η.Ε.
Στην ίδια φιλοσοφία υπαγωγής του κυπριακού σε εσωτερικές σκοπιμότητες, εντάσσεται και ο προδιαγραφόμενος χειρισμός Αναστασιάδη στο θέμα των συγκλίσεων της περιόδου Χριστόφια – Ταλάτ. Ήδη κάποιες δηλώσεις περί απόσυρσης θέσεων (αλήθεια ο κ. Αναστασιάδης θα αποσύρει τη θέση για ΕΚ Πρόεδρο και ΤΚ Αντιπρόεδρο, τη θέση για κατάργηση των εγγυήσεων, τη θέση για επιστροφή 100,000 Ελληνοκυπρίων υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση, τη θέση για διασφάλιση της πληθυσμιακής αναλογίας 4:1, τη σύγκλιση ότι όλοι οι Κύπριοι θα μπορούν να ζήσουν οπουδήποτε επιθυμούν στην Κύπρο;)  δίνουν άφεση αμαρτιών στον κ. Έρογλου και τον βγάζουν από το εδώλιο του κατηγορημένου ως αυτός ο οποίος δεν ήταν συνεπής προς τα συμφωνηθέντα. Επιπλέον ενδεχόμενη απόσυρση, θα διαγράψει θέσεις οι οποίες διασφαλίζουν την ενότητα της χώρας, της κοινωνίας, της οικονομίας, του λαού και των θεσμών. Ο κ. Αναστασιάδης αναλαμβάνει μεγάλο ρίσκο. Θα μπορέσει να φέρει κάτι καλύτερο από αυτό που θέλει να αποσύρει ή θα περάσει για μία ακόμα φορά κάτω από τον πήχη; Θα μπορέσει να διατηρήσει το τεκμήριο της καλής θέλησης για την ελληνοκυπριακή πλευρά το οποίο υπήρξε καθοριστικής σημασίας στην προσπάθεια μας να προχωρήσουμε με την ερευνητικές εξορύξεις στην κυπριακή ΑΟΖ; Ποιες επιπτώσεις θα έχει ενδεχόμενη ανατροπή αυτού του τεκμηρίου προς όφελος της Τουρκίας;
Όλα τα πιο πάνω συνθέτουν ένα ανησυχητικό σκηνικό και επιβάλλουν εγρήγορση. Οι ισορροπίες είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητες και τυχόν αναταράξεις μπορεί να αποβούν μοιραίες.   
  

Το δίπολο Ισλάμ-Κοσμικότητα δεν αρκεί στην κατανόηση των γεγονότων στην Τουρκία


Του Δημήτρη Δημητρίου
5 Ιουνίου 2013
Η επικρατούσα προσέγγιση και οι μέχρι σήμερα αναλύσεις στην Κύπρο, αδυνατούν κατά την άποψη μου να ερμηνεύσουν τις σημερινές εξελίξεις στην Τουρκία.  Δεν είναι όμως σημερινό φαινόμενο. Συνήθως εξελίξεις στην Τουρκία γίνονται αντιληπτές (αν αυτές γίνουν αντιληπτές )  με καθυστέρηση χρόνων. Η ανάλυση μας για την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (Κ.Δ.Α.) το 2002 και η σειρά των γεγονότων που οδήγησαν στο 2004 έχουν συζητηθεί πολύ. Πιο πρόσφατα, ανακαλύψαμε το δίπολο ισλάμ-κοσμικότητα, όταν πια το Κ.Δ.Α. είχε ήδη αρχίσει εμφανώς να κερδίζει έδαφος και να μετασχηματίζει την Τουρκία στα μέτρα του, αντικαθιστώντας το παλιό κατεστημένο με ένα δικό του. Μέχρι τότε, ακόμα και όταν η μάχη δινόταν με σφοδρότητα, πιστεύαμε οτι η ηγεμονία του κεμαλισμού και των πυλώνων του (στρατός, δικαστική εξουσία, γραφειοκρατία, ΜΜΕ, κοσμική επιχειρηματική ελίτ) ήταν τόσο παγιωμένη και τόσο παντοδύναμη που ζούσαμε περίπου με την ιδέα ότι τίποτα δεν άλλαζε.
Σήμερα, με αφορμή τα γεγονότα της Πλατείας Ταξίμ συνειδητοποιεί κανείς από τις αναλύσεις που ακούει ότι και πάλι η επικρατούσα θεώρηση περιορίζεται σε ελλειπή, αν όχι ξεπερασμένα ερμηνευτικά σχήματα, ερμηνεύοντας τις διαδηλώσεις, την ένταση, το αίτημα της Πλατεία Ταξίμ, την κρατική βία μέσα από τη διαμάχη ισλάμ-κοσμικότητα.

Όσο και αν αυτό κάνει τα πράγματα πιο σύνθετα, όσο και αν αυτό δεν βολεύει, δεν είναι δυνατή η πλήρης κατανόηση του τι συμβαίνει όσο από την ανάλυση απουσιάζει  η αντίληψη ότι κεντρικό ρόλο στην ανάγνωση έχει η νεοφιλελεύθερη πορεία της τουρκικής οικονομίας και κοινωνίας την τελευταία δεκαετία. Ασφαλώς και είναι εμφανής η στροφή προς τη συντήρηση και το Ισλάμ. Αυτή όμως δεν μπορεί να απομονωθεί ούτε χάριν απλοποίησης του ερμηνευτικού σχήματος ούτε για να επιβεβαιωθούν αυτοεκλπηρούμενες  αναλύσεις, από την ξέφρενη νεοφιλελεύθερη πορεία των τελευταίων χρόνων. Πρόκειται για μιας ισλαμικής κοπής νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό που εργαλειοποιεί την θρησκεία στην υπηρεσία του κεφαλαίου, και είχε ως στόχο να εντάξει τις ισλαμικές μάζες της Ανατολίας και βεβαίως το ανερχόμενο ισλαμικό κεφάλαιο στο εθνικό και παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, προσφέροντας την ίδια στιγμή το μοντέλο, τον τρόπο για την ένταξη άλλων ισλαμικών κοινωνιών κατά το επιτυχημένο παράδειγμα της Τουρκίας. Ισλαμιστές καλβινιστές τους είπαν. Ένας φίλος  έγραψε  «αλλό λλίον εννα μας πουν ότι ο Μωάμεθ εφηύρε τον καπιταλισμό». Δεν το είπαν έτσι αλλά η προβολή του Μωάμεθ ως εμπόρου και επομένως η νομιμοποίηση μέσω της θρησκείας της συσσώρευσης χρήματος και κέρδους έχει ακριβώς τον ίδιο στόχο. Το απλό σχήμα του: νεοφιλελεύθερο άρα ισλαμικό και τουρκικό, ισλαμικό άρα νεοφιλελεύθερο και τουρκικό, τουρκικό άρα ισλαμικό και νεοφιλελεύθερο είναι αυτό που αποτελεί τη συμπύκνωση του δόγματος. Αν η ανάλυση αγνοήσει το στοιχείο του νεοφιλελευθερισμού αγνοεί το ίδιο το Κ.Δ.Α., την ιδεολογία του, το ρόλο και την επιρροή του στην τουρκική κοινωνία και το μετασχηματισμό της καθώς και το ρόλο του ως προς τη μοντελοποίηση της Τουρκίας για τους υπόλοιπους μαθητές.
Σε αυτή όλη την πορεία μετασχηματισμού η κεμαλική αυταρχικότητα αντικαταστάθηκε σταδιακά, παρά την αρχική αισιοδοξία μερίδας διανοουμένων, φιλελευθέρων εντός αλλά και εκτός Τουρκίας, από μια νέα αυταρχικότητα με κεντρικό πρόσωπο και σύμβολο τον ίδιο τον Πρωθυπουργό της χώρας. Στρίμωγμα της δημοκρατίας στη γωνιά, ποινικοποίηση της αντίθετης άποψης, νομοθεσίες συντηρικοποίησης  της τουρκικής κοινωνίας (αλκοόλ, αμβλώσεις, περιορισμοί στο «χάπι της επόμενης ημέρας», ανύπαντρες μητέρες, κτλ) καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιώματων, άθλιες εργασιακές συνθήκες στο βωμό της ανάπτυξης, βίαιη καταστολή των ψηγμάτων εργατικού και αριστερού κινήματος, περιορισμός ελευθεριών, απαγόρευση ειρηνικών διαδηλώσεων (για παράδειγμα την πρωτομαγιά), έλεγχος των ΜΜΕ. Μια πάρεμβαση στην κοινωνία που φτάνει μέχρι και την αλλαγή του αστικού ιστού και χώρου, που το ΚΔΑ ιδεολογικοποιεί και νοηματοδοτεί μέσα από τις δραστηριότητες της Διεύθυνσης Ανάπτυξης Κοινωνικών Κατοικιών (ΤΟΚΙ), την οποία αξιοποιεί για να δημιουργήσει πρότυπους αστικούς πυρήνες μέσα από τα προγράμματα σχεδιασμένης αστικοποίησης που αφορούν πόλεις σε ολόκληρη την Τουρκία και απευθύνονται στα χαμηλά αμειβόμενα στρώματα. Οι αστικοί αυτοί πυρήνες προικοδοτούνται με όλες τις απαραίτητες «κοινωνικές υποδομές» που περιλαμβάνουν βεβαίως εμπορικό κέντρο και τζαμί.  Μέσα από όλο αυτό το άθροισμα αποφάσεων και πολιτικών δράσεων επιχειρείται εν τέλει η αυστηρή οριοθέτηση, η θεσμική κατοχύρωση (όπως για παράδειγμα μέσα από τον έλεγχο ακόμα και των ταινιών και των τηλεοπτικών σειρών) και προώθηση του προτύπου του σύγχρονου Τούρκου όπως τον αντιλαμβάνεται το Κ.Δ.Α: ένας συντηρητικός θρησκευόμενος μουσουλμάνος, εργαλείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτή η βία άλλοτε παίρνει την έκφανση της βίαιης καταστολής, όπως τη βιώνει η Τουρκική κοινωνία τις τελευταίες μέρες, και άλλοτε είναι μόνο ορατή στα μάτια όσων αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει και μια άλλου είδους βία που ασκείται καθημερινά στο όνομα του εκσυγχρονισμού, του εξορθολογισμού και της ευθυγράμμισης με τις επιταγές της νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας και πολιτικής πράξης. Τα κενά που αφήνει πίσω αυτός ο εκσυγχρονισμός έρχεται και πάλι να καλύψει με ισλαμικές αναφορές. Το κενό που δημιουργεί η απουσία του κοινωνικού κράτους και εργασιακού θεσμικού πλαισίου καλύπτει  η ισλαμική φιλανθρωπία η οποία ανέλαβε το έργο της υποκατάστασης με διττό ρόλο: Την εξάρτηση από τα ισλαμικά δίκτυα φιλανθρωπίας και την εξουδετέρωση της διεκδίκησης.
Είναι σίγουρο ότι πολλοί θα διεκδικήσουν τη νοηματοδότηση των διαδηλώσεων της Πλατείας Ταξίμ κατά τη δική τους εκδοχή. Ήδη το κάνουν. Οι κεμαλιστές βρήκαν την ευκαιρία να μας θυμίσουν την παρουσία τους, μεταφερόμενοι μαζικά από τη συγκέντρωση τους στην ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης (Καντίκιοϊ) προς τη Δυτική για να είναι και αυτοί παρόντες στο Ταξίμ, οι φασίστες βγήκαν στους δρόμους. Εκεί που από την αρχή βρίσκονταν αντιδρώντας στη δημιουργία του εμπορικού κέντρου στη θέση του Πάρκου Γκεζί, αριστεροί, ακτιβιστές και διανοούμενοι. Είναι και αυτή μια ενδιαφέρουσα μάχη που εξελίσσεται παράλληλα εντός και εκτός της Πλατείας Ταξίμ. Από οποιαδήποτε όμως ανάλυση δεν μπορεί να λείπει η αντίδραση στην αυταρχικότητα ενός καθεστώτος που ήρθε να «ορίσει χαλίφη στη θέση του χαλίφη» και που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει ωμή βία κατά των πολιτών του.
Το Κ.Δ.Α. εξακολουθεί να είναι το κόμμα που κέρδισε διαδοχικές αναμετρήσεις με εντυπωσιακά ποσοστά φτάνοντας κοντά στο 50% με την υπεροχή του να είναι σχεδόν συντριπτική στην Ανατολία. Υπό αυτό το πρίσμα έχει ενδιαφέρον και η γεωγραφική ανάλυση των κινητοποιήσεων, αφού τα παράλια (Αιγαίο, Μεσόγειος κτλ), ήταν ανέκαθεν κάστρα ενάντια στην παντοδυναμία του Κ.Δ.Α. Παραμένει επίσης αγνωστο το μέλλον και η εξέλιξη του κινήματος του Ταξίμ. Παρόλα αυτά το Κ.Δ.Α. φαίνεται να έχει όμως δεχθεί ένα μεγάλο πλήγμα. Κατά την άποψη μου αμφισβητήθηκε η αίσθηση της ιδεολογικής κυριαρχίας που καλλιέργησε στην κοινωνία αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά ίσως και η ίδια η πεμπτουσία της ιδεολογίας του που συμπυκνώνεται στις δύο λέξεις που αποτελούν και το όνομα του, την ιδεολογική ετυμολογία των οποίων δανείζομαι: Δικαιοσύνη ως ισλαμική και οθωμανική αξία (η λέξη που επιλέχθηκε Adalet προέρχεται από το οθωμανικό λεξιλόγιο).  Και Ανάπτυξη (η λέξη που επιλέχθηκε, όχι τυχαία, είναι αμιγώς τουρκική- Kalkınma) που παραπέμπει στην προώθηση της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς δίνοντας έμφαση σε δύο τομείς της εθνικής οικονομίας: τις εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων και τον κατασκευαστικό τομέα. Δηλαδή, μια καθαρά νεοφιλελεύθερη αντίληψη της οικονομίας.
Αυτό όμως που παρακολουθούμε στην πλατεία ταξίμ είναι η σύγκλιση της κοινωνίας των πολιτών που καλυπτει ένα ευρύ φάσμα αιτημάτων από την οικολογία, τα θέματα φύλου, το δικαίωμα στο δημόσιο χώρο και τα εργατικά δικαιώματα, που αντιδρά στην αυταρχικότα όχι τόσο ενός Τούρκου ισλαμιστή, όσο περισσότερο ενός σύγχρονου ηγέτη που υπακούει στις επιταγές της οικονομίας της αγοράς. Πάνω σε αυτή την κοινωνία των πολιτών, το Κ.Δ.Α. βασίστηκε από το 2002 και μετά για χτίσει το σύγχρονο πρόσωπο ενός φιλελεύθερου, προοδευτικού κεντροδεξιού κόμματος στα πρότυπα της Χριστιανοδημοκρατίας. Αν η κρατική βία των τελευταίων ημερών αλλά και ο κλιμακούμενος αυταρχισμός φανέρωνε την ύβρη του Ερντογάν απέναντι σε αυτή την κοινωνία των πολιτών, δημιουργεί τις συνθήκες για να συμμετέχουν στις καταλήψεις όχι απλά φοιτητές, διανοούμενοι, ή ακτιβιστές, αλλά και οι μέσοι πολίτες, ακόμα και ισλαμιστές ή υποστηρικτές του Κ.Δ.Α
Και κάτι τελευταίο. Στην Κύπρο οι Τουρκοκύπριοι βγήκαν στους δρόμους το 2011 αμφισβητώντας τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της οικονομίας που επιχειρεί να επιβάλει μέσα από τα οικονομικά πρωτόκολλα η Τουρκία, την παράδοση στο τουρκικό ισλαμικό κεφάλαιο ολόκληρης της οικονονικής και επιχειρηματικής ζωής, και την ισλαμοποίηση της κοινωνίας. Διεκδικώντας εν τέλει τη διατήρηση της τουρκοκυπριακής τους ταυτότητας όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται. Σήμερα, με αφορμή ένα άλλο πάρκο, το εθνικό πάρκο της Καρπασίας, το οποίο έχει ήδη χαριστεί στην άναρχη ανάπτυξη και την καταστροφή της πιο όμορφης ίσως περιοχής του νησιού στο βωμό του εύκολου κέρδους, οι  αντιδράσεις των τουρκοκυπρίων δεν περιορίζονται μόνο σε αιτήματα στενά περιβαλλοντικής ευαισθησίας αλλά εκτείνονται στα πεδία που οριοθέτησαν το αίτημα του 2011. Συνέχεια αυτών των κινητοποιήσεων μπορούν να θεωρηθούν και οι συγκεντρώσεις αλληλεγγύης προς το κίνημα που εξελίσσεται στην Τουρκία που οργανώθηκαν τις προηγούμενες μέρες.

Όταν το πάρκο έπαψε να είναι «πάρκο»: Μια σύντομη τουρκική ιστορία



Όλα άρχισαν από τις αρχές του 2013, όταν ξεκαθάρισαν οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης Έρντογαν για ανέγερση ενός αντίγραφου του οθωμανικού στρατώνα Τοπτσιού στο πάρκο της πλατείας Ταξίμ (πάρκο γνωστό με το όνομα Γκεζί). Αποφασίστηκε ότι ο χώρος του πάρκου θα αναδιαμορφωνόταν με τρόπο που να παραπέμπει μεν στον οθωμανικό στρατώνα, αλλά θα διέθετε μεγάλο εμπορικό κέντρο και πολυτελείς κατοικίες. Δηλαδή ακόμα μια «προσθετική» επιβάρυνσης της ιστορικής σιλουέτας της Κωνσταντινούπολης, η οποία τα τελευταία χρόνια χάνει την παραδοσιακή ψυχή της μπροστά στη ξέφρενη πορεία ενίσχυσης του τομέα των κατασκευών. Ενός τομέα στρατηγικής σημασίας για το σημερινό στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης της χώρας, αλλά και για την ηγεμονία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ).

Τον Απρίλιο οι διαμαρτυρίες ενάντια σε αυτή την έκφανση του «ισλαμικού τύπου» νεοφιλελευθερισμού, οργανώθηκαν από ακτιβιστές και διανοούμενους οι οποίοι αρχικά δημιούργησαν τον Εξωραϊστικό Σύλλογο του Πάρκου Ταξίμ. Με αυτό τον τρόπο σχηματίστηκε μια πρώτη, τότε χαλαρή αμφισβήτηση στις μεθόδους και στο περιεχόμενο της ανάπτυξης που επιλέγει η κυβέρνηση Έρντογαν. Στα τέλη Μαΐου όμως το σκηνικό αρχίζει να αλλάζει. Οι ακτιβιστές που επιδίωξαν να εμποδίσουν το ξερίζωμα των δέντρων από τις μπουλντόζες στις 27 Μαΐου ήταν ήδη αυξημένοι σε αριθμό, ενώ δύο μέρες μετά καταγράφεται το σημείο καμπής: Στις 29 Μαΐου οι διαμαρτυρόμενοι που φαίνεται ότι εξέφραζαν ένα τουλάχιστον μέρος των «υπόγειων» αντιπολιτευτικών ρευμάτων της κοινωνίας στην Τουρκία δέχτηκαν την πρώτη ισχυρή επίθεση από την αστυνομία…
Μέχρι και την τέταρτη μέρα των διαμαρτυριών το Γκεζί έπαψε πια να είναι ένα πάρκο και οι διαμαρτυρίες έπαψαν να χαρακτηρίζονται μόνο από την οικολογική τους διάσταση. Σήμερα το πάρκο και η πλατεία αποτελούν σύμβολα ενός μέρους της κοινωνίας που αντιδρά στην επιβολή μιας αυταρχικής μονολιθικότητας, είναι τα σύμβολα μιας αντιπολίτευσης που πεισμώνει και αντιδρά ενώπιον της απειλητικής πίεσης που προκαλεί ο ισλαμικός νεοφιλελευθερισμός. Οι κινητοποιήσεις αποδεικνύουν ότι στην Τουρκία υπάρχουν τα προοδευτικά «υπόγεια ρεύματα» που διεκδικούν τώρα μια ανάπτυξη πέρα και έξω από αυτή που επιβάλλει η κυβέρνηση. Με λίγα λόγια, η εξέλιξη της λαϊκής αντίδρασης δείχνει ότι δημιουργείται ένα κίνημα, του οποίου οι προσανατολισμοί δεν έχουν οριστικοποιηθεί, αλλά που σίγουρα αναδεικνύει τα όρια μιας ομολογουμένως πανίσχυρης κυβέρνησης.
Η «παντοδυναμία» της Ανάπτυξης χωρίς Δικαιοσύνη
Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έχει ήδη μπει για τα καλά στο δέκατο χρόνο διακυβέρνησης του. Μια συντριπτική πλειοψηφία βλέπει πλέον ως απόλυτα εφικτό το στόχο για συνέχιση της εξουσίας του τουλάχιστον μέχρι και το 2023, επέτειος των 100 χρόνων από την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Δε θα ήταν λοιπόν υπερβολή η υπογράμμιση ότι το συγκεκριμένο κόμμα ως συνεχιστής αλλά και εκσυγχρονιστής των παραδόσεων του ισλαμικού κινήματος της Τουρκίας, κατάφερε να αποτελέσει το συνεπέστερο φορέα αναδιάρθρωσης και μετασχηματισμού του κράτους και της κοινωνίας από το 1923. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι όροι της «δικαιοσύνης» και της «ανάπτυξης» συμπυκνώνουν το κεντρικό στοιχείο του ιδεολογικού υπόβαθρου που συνενώνει το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ, σχεδόν από τη στιγμή της εμφάνισής του.
Οι δύο αυτοί όροι χρησιμοποιήθηκαν με ένταση από ολόκληρο το φάσμα του ισλαμικού πολιτικού λόγου, βέβαια με διαφορετικό περιεχόμενο και πλαίσιο κάθε φορά. Στη σημερινή της φάση, η «δικαιοσύνη» περιγράφει τη διαχρονική διεκδίκηση των ισλαμιστών και των θρησκευόμενων στρωμάτων για μια καλύτερη θέση στον ανταγωνισμό. Υπογραμμίζει την προηγούμενη αγωνία τους για έξοδο από το περιθώριο του πολιτικού πεδίου, στο οποίο τους έθεσε ο αυταρχικός κεμαλισμός. Η «ανάπτυξη» υποδεικνύει σαφώς την αναγκαιότητα για σταθεροποίηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης που αν συνδυαστεί με τη «δικαιοσύνη» υποδηλώνει το ίδιο ξεκάθαρα τη μάχη για αύξηση της «ισλαμικής πίτας» στην τουρκική (και όχι μόνο) αγορά. Υπό αυτή την έννοια το Ισλάμ στην Τουρκία του 21ου αιώνα δεν υπηρετεί μόνο τη διήγηση ενός ένδοξου αυτοκρατορικού παρελθόντος, αλλά πολύ περισσότερο μετατρέπεται σε εργαλείο των μικρομεσαίων στρωμάτων και της επιχειρηματικής ελίτ της συντηρητικής Ανατολίας για τη διεκδίκηση μιας «καλύτερης ζωής». «Καλύτερης» γιατί η θρησκεία θα νομιμοποιεί την κερδοφορία και θα απορροφά τους κραδασμούς της φτώχειας.
Το ΑΚΡ λοιπόν κατάφερε να πετύχει την ολοκληρωτική αναδιοργάνωση του κράτους αλλά και της ταυτότητας της χώρας με τρόπο που τουλάχιστον μέχρι πριν λίγες μέρες να ανταποκρινόταν στην εξαφάνιση κάθε φυγόκεντρης δυναμικής. Το κράτος και το κόμμα, μετατράπηκαν σε παραγωγούς ηγεμονίας, τέτοιας που δεν επέτρεπε τη δημόσια έκφραση κοινωνικών διαφοροποιήσεων. Το έθνος-μιλλέτ, ένα ομογενοποιημένο σύνολο, αποτέλεσε για το ΑΚΡ τη μεγάλη φωτογραφία μιας «ισλαμικής οικογένειας» στην οποία τα πάντα ξεκινούσαν και τέλειωναν γύρω από τις έννοιες της θρησκευτικής αλληλεγγύης, φιλανθρωπίας και υπακοής.
Τα κοινωνικά όρια και οι κινητοποιήσεις
Ο τρόπος με τον οποίο οι διαμαρτυρίες ενάντια «στο κόψιμο μερικών δέντρων» μαζικοποιήθηκαν και προκάλεσαν κύματα αλληλεγγύης ακόμα και από το εξωτερικό (χαρακτηριστικό το σύνθημα «Κωνσταντινούπολη δεν είσαι μόνη»), πρέπει να απασχολήσει πολύπλευρα. Μια τέτοια ριζοσπαστικοποίηση ενός τουλάχιστον μέρους της κοινωνίας, δεν μπορεί να ειδωθεί μέσα από απλοϊκές – απλουστευμένες αναλύσεις και σχόλια. Από τη μια πλευρά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια «τουρκική άνοιξη» όπως μερικά διεθνή ΜΜΕ ισχυρίστηκαν. Και αυτό γιατί δεν πρέπει να μειώνεται η σημασία της διαφορετικής θέσης – κοινωνικής, πολιτικής, ιδεολογικής, οικονομικής – που έχει η σημερινή τουρκική κυβέρνηση σε σχέση με τις ηγεσίες που ηττήθηκαν από τη λεγόμενη αραβική άνοιξη. Το ΑΚΡ μεταξύ άλλων, συνεχίζει να απολαμβάνει τη στήριξη της πλειοψηφίας μέσα από συνεχόμενες εκλογικές διαδικασίες, ενώ σε στιγμές τέτοιας πόλωσης καταφέρνει να ελέγχει ένα στρατηγικό χώρο, όπως τα ΜΜΕ. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια καθοδηγούμενη αντίδραση από το «βαθύ κράτος», την Εργκενεκόν κλπ. Ούτε και πρόκειται για ένα κίνημα διεκδίκησης προστασίας της κοσμικότητας κατά τα πρότυπα των «ρεπουμπλικανικών κινητοποιήσεων» του 2007 που τελικά οδήγησαν στις πρόωρες εκλογές του Ιουλίου του ίδιου χρόνου και στην αύξηση των ποσοστών του ΑΚΡ στο 47%.
Τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, οι κινητοποιήσεις εκφράζουν μια γενικότερη θεώρηση, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι κορυφώνονται σε μια σημαντική χρονική συγκυρία κορύφωσης του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού: κατάργηση κάθε δημοκρατικής διαβούλευσης και επιβολή νομοθεσιών όπως η μείωση της χρήσης του αλκοόλ, εντατικοποίηση των προσπαθειών για υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος μέσα από δημοψήφισμα, συγκεντροποίηση και ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας με παράλληλη αποδυνάμωση κάθε άλλης μορφής εξουσίας και δημοκρατικού ελέγχου, μετατροπή του συριακού εμφύλιου σε «τουρκικό πρόβλημα» με πιθανότητες ανάφλεξης εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων. Συνεπώς η «οθωμανική παλινόρθωση» του νεοφιλελευθερισμού που αγγίζει την ταυτότητα αλλά και τη καθημερινότητα ενός μέρους της κοινωνίας, φτάνει σε κάποια από τα όρια της. Ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα επί του συγκεκριμένου, δηλαδή εάν τελικά θα γίνει το εμπορικό κέντρο στο πάρκο ή όχι, το ΑΚΡ πρέπει ίσως να παραδεχτεί την πρώτη πολιτική του ήττα αφού φαίνεται ότι θα πρέπει πλέον να λάβει πιο σοβαρά υπόψη τις «φωνές του πάρκου», οι οποίες ξεκάθαρα ζητούν πλουραλισμό στην πολιτική ζωή.
Την ίδια στιγμή όμως, οι συγκριμένες κινητοποιήσεις δεν έχουν αποκαθηλώσει τον Έρντογαν από το «θρόνο» του. Έθεσαν όρια ιστορικής σημασίας για το μέλλον της χώρας και για την ίδια τη διακυβέρνηση, όμως η ανομοιομορφία των στόχων του κινήματος αυτού, το εμποδίζει στο παρόν στάδιο από του να παράξει μια ισχυρή εναλλακτική πρόταση. Η τουρκική Αριστερά με όλες τις εκφάνσεις που διατηρεί, οι κεμαλιστές, οι φασιστικοί κύκλοι, οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι και οι περιβαλλοντιστές, είναι παρόν με διαφορετικές διεκδικήσεις και στόχους. Παρόλο που στις πρώτες στιγμές υπήρξε μια διακριτή προοδευτική έκφραση, εντούτοις η προσθήκη συντηρητικών στοιχείων στις κινητοποιήσεις, αμφισβητεί στο παρόν στάδιο την αντοχή του κινήματος αυτού. Οι μέρες που ακολουθούν θα δείξουν πολλά… Όμως ο καθοριστικός βαθμός σημασίας της «αντιπολίτευσης του πάρκου και της πλατείας», έγκειται στο ότι επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η τουρκική κυβέρνηση θα χειριστεί τα σημαντικά θέματα, τα οποία έχουν την ανάγκη δημοκρατικού διαλόγου και είναι τώρα ανοιχτά σε εξελίξεις: Κουρδικό, Συρία-Μέση Ανατολή, Κυπριακό και ενέργεια.  
Νίκος Μούδουρος
Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα CyprusNews, Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Μερικές σημειώσεις για την προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ



 Το παρασκήνιο της απολογίας Ισραήλ
Κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονική επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά (2010) μέχρι και τις αρχές του 2013, σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και Ανατολικής Μεσογείου, οι οποίες φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις ισορροπίες με τρόπο που να «εξαναγκάζουν» Ισραήλ και Τουρκία σε επανατοποθέτηση-οριοθέτηση κάποιων χειρισμών τους.

Σε σχέση με το Ισραήλ, οι εξελίξεις που φαίνεται να συμβάλλουν προς την προσέγγιση με την Τουρκία έχουν ως εξής: Η λεγόμενη αραβική άνοιξη άλλαξε τις ισορροπίες με τρόπο που το Ισραήλ να ανησυχεί για κάποιες από τις συμμαχίες του. Ο Μουμπάρακ στην Αίγυπτο απομακρύνθηκε, ενώ η μοναρχία της Ιορδανίας συνεχίζει να αντιμετωπίζει πολλές εσωτερικές πιέσεις. Την ίδια στιγμή η Χαμάς κατάφερε να ενισχυθεί στρατιωτικά με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις επιθέσεις εντός του Ισραήλ στα τέλη του 2012, ενώ παράλληλα ο εμφύλιος στη Συρία έφερε στο προσκήνιο πέραν της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και κινήματα όπως οι Σαλαφίδες, οι οποίοι μάλιστα εγγράφονταν στην ισραηλινή αντίληψη και ως κίνδυνος μελλοντικής κυριαρχίας επί του συριακού οπλισμού.
Σε σχέση με την Τουρκία, επίσης υπήρξαν εξελίξεις που προκαλούσαν προβληματισμό στην κρατική ελίτ. Η εμβάθυνση του συριακού εμφύλιου αποδείκτηκε τελικά «ανοιχτή πληγή» και για την Τουρκία, ενώ η σταθερή ενίσχυση (πολιτική και στρατιωτική) του κουρδικού κινήματος ευρύτερα στην περιοχή, έφερνε ακόμα πιο κοντά την προοπτική ανατροπών στο Κουρδικό πρόβλημα. Η αυξανόμενη επιθετική ρητορεία του Ιράν ενάντια στην Τουρκία με αφορμή την εμπλοκή της στο συριακό, ήταν επίσης μια επιπλέον πίεση προς την κυβέρνηση Έρντογαν, η οποία ετοιμάζεται για τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μέχρι και το 2015.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η αμερικανική παρέμβαση με στόχο την αναπροσαρμογή της ηγεμονίας των ΗΠΑ στην περιοχή, ιδιαίτερα ενώπιον των ανταγωνισμών που γενιούνται μέχρι και την Ασία, ήταν καθοριστική για την (μερική έστω) προσέγγιση Έρντογαν-Νεντανιάχου. Στις 28 Φεβρουαρίου 2013 από τη Βιέννη, ο Έρντογαν κατάγγειλε το σιωνισμό και το φασισμό ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Την ίδια μέρα στην Άγκυρα, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ κατά τη συνάντηση του με τον Νταβούντογλου ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ ενοχλούνται από τη συνεχή και αυξανόμενη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο συμμάχων τους. Ακολούθησε η επικριτική επιστολή μελών του Αμερικανικού Κογκρέσου προς τον Έρντογαν στις 12 Μαρτίου 2013. Τα πιο πάνω θεωρήθηκαν από τις ΗΠΑ ως «σημείο καμπής» και ως βάση για πιο ενεργό εμπλοκή τους στην ομαλοποίηση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ. Η παρέμβαση των ΗΠΑ αρχικά επικεντρώθηκε στην αποστολή προσχεδίων συμφωνίας και εκ του σύνεγγυς συνομιλιών με τις δύο χώρες. Στις 17 Μαρτίου 2013, έγινε το πρώτο σημαντικό βήμα προσέγγισης. Ο επικεφαλής της Ένωσης Επιμελητηρίων Τουρκίας, Ριφάτ Χισαρτζικλίογλου, ανέλαβε την προεδρία της επιτροπής επιδιαιτησίας για επίλυση προβλημάτων μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων επιχειρηματιών. Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ ανέλαβαν δέσμευση στήριξης της τουρκικής κυβέρνησης στα ανοίγματα που θα έκανε στο Κουρδικό[1]. Η δημόσια αμερικανική στήριξη στην πολιτική της Τουρκίας στο Κουρδικό έγινε στις 21 Μαρτίου και την αμέσως επόμενη μέρα, ο Ομπάμα είχε διαμεσολαβήσει για να κλείσει η τελική συμφωνία Τουρκίας-Ισραήλ κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με Έρντογαν και Νεντανιάχου.
Τι προβλέπει η συμφωνία Τουρκίας-Ισραήλ
Η συμφωνία Άγκυρας-Τελ Αβίβ προβλέπει την απολογία του Ισραήλ για τη δολοφονική επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά, καταβολή αποζημιώσεων στις οικογένειες των Τούρκων που δολοφονήθηκαν, σταδιακή άρση του αποκλεισμού της Γάζας για αγαθά που θα προορίζονται για ανθρωπιστικούς σκοπούς. Παράλληλα όπως σταματήσουν οι αγωγές εναντίον των Ισραηλινών στρατιωτών στην Τουρκία και να αρχίσει η σταδιακή ομαλοποίηση των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών[2]. Στο περιθώριο της συμφωνίας των δύο αντρών η Τουρκία σχεδιάζει να άρει τα βέτο που έθετε στη συμμετοχή του Ισραήλ σε διάφορες διεθνείς δραστηριότητες με κορυφαία τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ. Στο ίδιο πλαίσιο γίνονται σχεδιασμοί για επανέναρξη κοινών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε όλη την Παλαιστίνη από Τούρκους, Παλαιστινίους και Ισραηλινούς επιχειρηματίες[3].
Διάφορες πτυχές της προσέγγισης Τουρκίας-Ισραήλ
Καταρχήν η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει ξανά την καθοριστική σημασία που έχει το Ισραήλ και η Τουρκία για την αμερικανική στρατηγική στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ιδιαίτερα στη νέα κατάσταση πραγμάτων που δημιουργεί η λεγόμενη αραβική άνοιξη, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να επιδιώκουν την ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού δράσης με τις δύο αυτές χώρες[4]. Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι τουλάχιστον στο παρόν στάδιο ένα «αγκάθι» που απασχολούσε τις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις άρχισε να ξεπερνιέται. Συνεπώς η επιδιωκόμενη προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ αναμένεται να έχει σε σύντομο χρονικό διάστημα – εφόσον εμπεδωθεί – αποτελέσματα σε όλα τα βασικά προβλήματα της περιοχής όπως η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, τα θέματα ενέργειας, αλλά και το Κυπριακό. Άλλωστε θα ήταν σημαντικό να σημειωθεί ότι βασικός στόχος των ΗΠΑ για συνεργασία Τουρκίας-Ισραήλ είναι η μείωση της ιρανικής επιρροής σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ «εξαναγκάζει» την αμερικανική ηγεμονία στο να αναζητήσει σταθερούς άξονες συνεργασίας ενώπιον του πολιτικού «κενού».
Η συμφωνία αυτή θεωρείται επιτυχία της Τουρκίας, η οποία μάλιστα έγινε αποδεχτή σχεδόν σε ολόκληρο τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο με θριαμβευτικούς τόνους. Η Άγκυρα στήριξε τις θέσεις της για το επεισόδιο στο Μαβί Μαρμαρά με σταθερότητα και επιμονή, αναγκάζοντας το Ισραήλ σε απολογία για στρατιωτική ενέργεια ίσως για πρώτη φορά[5].
Το σημείο αυτό αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την εικόνα της Τουρκίας αν όχι σε επίπεδο ηγεσιών, σε επίπεδο κοινωνιών στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου. Οι πρώτες τοποθετήσεις από τις νέες εξουσίες σε Τυνησία, Αίγυπτο, αλλά και τα ισλαμικά κινήματα σε χώρες όπως το Κατάρ και η Ιορδανία, δείχνουν ότι η συμφωνία Τουρκίας-Ισραήλ παρουσιάζεται ως μια νίκη της «ισλαμικής κοινότητας» εναντίον των Ισραηλινών μετά από πάρα πολλά χρόνια. Παράλληλα επιβεβαιώνουν σε κάποιο βαθμό την ενισχυόμενη επιρροή της Τουρκίας ως ενός από τους βασικούς «εκπροσώπους» του ισλαμικού κόσμου. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο Έρντογαν πριν από την κατάληξη με Ισραήλ, είχε συνομιλίες με την παλαιστινιακή Χαμάς και την Αλ-Φαταχ, το Κατάρ και την Αίγυπτο[6].
Καταλυτική φαίνεται να είναι η επιρροή που ασκεί η προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ στο Παλαιστινιακό, αλλά ιδιαίτερα στο ζήτημα της Γάζας. Η Άγκυρα μέσα από αυτές τις εξελίξεις παρουσιάζεται πλέον ως ένας από τους αποτελεσματικότερους πρωταγωνιστές διαμεσολάβησης για την Γάζα, η οποία έχει ιδιαίτερους πολιτικούς και ιδεολογικούς συμβολισμούς για ολόκληρο το πολιτικό Ισλάμ της περιοχής. Στα πλαίσια των ενεργειών της Τουρκία μετά από αρκετό διάστημα φαίνεται να ξαναρχίζει η συζήτηση για τον αποκλεισμό της Γάζας και την αναγκαιότητα άρσης του, με την Άγκυρα να αποχτά «ηθικό» προβάδισμα ως εξής: καθίσταται η χώρα της οποίας ο θάνατος πολιτών της, ενίσχυσε τις προοπτικές για την μερική έστω άρση του αποκλεισμού μιας ισλαμικής εξουσίας[7]. Σε αυτό το πλαίσιο οργανώνεται και η επίσκεψη Έρντογαν στη Γάζα μέσα στον Απρίλιο-Μάιο.
Η κατάσταση στη Συρία επίσης επηρεάζεται από την προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ. Το Ισραήλ σε συνδυασμό με τη Δύση αναμένουν να δουν ολοκληρωμένα το ιδεολογικό υπόβαθρο της ισλαμικής συριακής αντιπολίτευσης και να έχουν συγκεκριμένες εγγυήσεις για την προοπτική των χημικών όπλων. Η Τουρκία αυτή τη στιγμή είναι μία από τις βασικές δυνάμεις που μπορεί να επηρεάσει προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις το συριακό πολιτικό Ισλάμ[8]. Συνεπώς η προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να βοηθήσει προς την άμβλυνση της «καχυποψίας» που έχει το Τελ-Αβίβ έναντι της συριακής μουσουλμανικής αδελφότητας. Βέβαια στο σημείο αυτό, αναμένεται να αναδειχθεί περαιτέρω ο ανταγωνισμός Τουρκίας-Ιράν για το μέλλον της Συρίας και γενικότερα της περιοχής.
Η βαθιά εξάρτηση της Τουρκίας από την εισαγωγή ενέργειας, αποτελεί ένα εξίσου σημαντικό θέμα μέσα από την προσέγγιση με το Ισραήλ. Το Ιράν και η Ρωσία είναι η βασικότεροι ενεργειακοί τροφοδότες της Τουρκίας. Παράλληλα, η Τουρκία μέσα από τους αγωγούς επιδιώκει την ανάδειξη της σε βασική ενεργειακή διαδρομή. Συνεπώς η αναδιαμόρφωση των εισαγωγών της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο με τρόπο που να αμβλύνει την εξάρτηση της μόνο από δύο χώρες, καθώς και τα μεγάλα αποθέματα του Ισραήλ, αποτελούν τους πρώτους στόχους της Τουρκίας στον ενεργειακό τομέα στα πλαίσια της τελευταίας εξέλιξης[9]. 
Η διάσταση του Κυπριακού 
Εδώ κάποια χρόνια, η Τουρκία αντιλαμβάνεται την τελική διευθέτηση του Κυπριακού μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των ανακατατάξεων στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής της προοπτικής. Η λεγόμενη αραβική άνοιξη επηρέασε περισσότερο αυτή την κατεύθυνση, λόγω των στόχων της Τουρκίας για ενίσχυση της επιρροής της στις νέες ηγεσίες της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αίγυπτος και η προσπάθεια που καταβάλλει η Τουρκία για ανατροπή των συμφωνιών σε ζητήματα ενέργειας και ΑΟΖ. Το κυρίαρχο επιχείρημα της Τουρκίας είναι ότι ο πιθανός καθορισμός ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου θα δώσει περισσότερα πλεονεκτήματα στο Κάϊρο κυρίως λόγω της «μέσης γραμμής». Συγκεκριμένα η Τουρκία υποστηρίζει ότι με τη συμφωνία της Κυπριακής Δημοκρατίας η Αίγυπτος χάνει «άδικα» μεγάλο θαλάσσιο χώρο από μια εξαιρετικά μικρότερη γεωγραφία-ακτογραμμή όπως είναι η Κύπρος.
Η «νέα» αντίληψη που προωθεί η Άγκυρα στο Κυπριακό θέτει το εξής δίλημμα: εάν οι Ελληνοκύπριοι δεν επιθυμούν λύση στη βάση συνεταιρισμού ιδιαίτερα μετά την ανεύρεση του φυσικού αερίου, τότε θα πρέπει να αρχίσουν συνομιλίες για ένα «βελούδινο διαζύγιο». Προς αυτή την λογική επικεντρώνεται η τελευταία απόφαση της Συνόδου των Πρέσβεων της Τουρκίας που γίνεται κάθε Ιανουάριο. Οι πρόσφατες δηλώσεις Νταβούντογλου αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή τη λογική.
Το υπόβαθρο για την προαναφερθείσα στρατηγική της Τουρκίας έχει τους εξής βασικούς άξονες:
·         Με την αλλαγή στη Μέση Ανατολή, η Τουρκία θέλει να μετατραπεί σε δύναμη οικονομικής και εμπορικής ενσωμάτωσης της περιοχής στις παγκόσμιες δομές. Ο γεωγραφικός χώρος αυτής της δραστηριότητας συμπεριλαμβάνει και την Κύπρο – κατεχόμενες περιοχές. Για παράδειγμα ο αγωγός υποθαλάσσιας μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού αποτελεί το πρώτο ολοκληρωμένο δείγμα.
·    Στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα επιχειρείται ένας συνολικός μετασχηματισμός από τον οποίο προκύπτουν κάποιες νέες δομές, οι οποίες θα πάρουν τη θέση τους στην όποια μελλοντική διευθέτηση του Κυπριακού. Αυτός ο μετασχηματισμός εκφράζεται μέσα από τα οικονομικά πρωτόκολλα, τα οποία είναι περιεκτικά πολιτικά προγράμματα που αφορούν κάθε έκφανση της ζωής της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.
·  Η Τουρκία εκτιμά ότι η κατάσταση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα έτσι όπως διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια, ευνοεί περισσότερο μια λύση «βελούδινου διαζυγίου», η οποία μπορεί να εκφράζεται μέσα από μια χαλαρή συνεργασία των δύο μερών. Μια τέτοια λύση η οποία δε θα προβλέπει διαμοιρασμό εξουσίας σε ένα κοινό κράτος, θα πρέπει να διασφαλίζει κάποιες υποχωρήσεις σε θέματα εδαφικού. Σε αυτό το πλαίσιο το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι το περιουσιακό. Σε αυτό το θέμα η Άγκυρα επιδιώκει να βελτιώσει τη λειτουργία της επιτροπής αποζημιώσεων και να ενισχύσει την οικονομική της βιωσιμότητα, γιατί εκτιμά ότι με την κρίση μπορεί να πετύχει «ανώδυνα» την αποξένωση των Ελληνοκυπρίων από τις περιουσίες τους, τις οποίες και θα προωθήσει για νέες επενδύσεις.
Προβλήματα που παραμένουν
Η προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα επιλύσει όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Από πλευράς Τουρκίας, η εξουσία του πολιτικού Ισλάμ διατηρεί κάποιους πυρήνες αντιεβραϊκούς. Παράλληλα, η σταθερή υποστήριξη της Τουρκίας προς τη Χαμάς σε συνδυασμό με την μετατροπή του θέματος της Γάζας σε ένα άλλο «παλαιστινιακό πρόβλημα», αποτελούν παράγοντες που θα συνεχίσουν σε κάποιο βαθμό να τροφοδοτούν την καχυποψία. Πολλά ερωτηματικά παραμένουν και σε σχέση με τη στάση που θα τηρήσει το εβραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ έναντι κάποιων διαχρονικών τουρκικών διεκδικήσεων, όπως για παράδειγμα η μη αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων. Δίπλα σε όλα αυτά, ανοιχτό παραμένει και το κορυφαίο θέμα αγοράς διάφορων οπλικών συστημάτων της Τουρκίας από τις ΗΠΑ που μέχρι σήμερα εμποδίζονταν από το εβραϊκό λόμπι.


[1] Murat Yetkin, “İsrail’in özrünün perde arkası”, Radikal, 23.3.2013.
[2]“İsrail Türkiye’den özür diledi”, Anadolu Ajansı, 22.3.2013.
[3]“İsrail özür diledi, şimdi ne olacak”, Hürriyet, 23.3.2013.
[4]Cengiz Çandar, “İsrail, Türkiye’nin önünde eğilince…”, Radikal, 24.3.2013.
[5]Murat Yetkin, “İsrail’in özrünün perde arkası”, Radikal, 23.3.2013.
[6]“İsrail bütün taleplerimizi karşıladı”, Yeni Şafak, 23.3.2013.
[7] Özdem Sanberk, “Türkiye-İsrail ilişkilerinde yeni dönem”, USAK, 23.3.2013.
[8]Mehmet Şahin, “İsrail’in Türkiye’den özür dilemesinin anlamı”, ORSAM, 25.3.2013.
[9]Michael J. Koplaw, “Özür ve sıradaki adımlar”, www.yeniturkiye.org, 26.3.2013.
Νίκος Μούδουρος

Διάλεξη: Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία


Το Τμημα Τουρκικων και Μεσανατολικων Σπουδων σας Προσκαλει
στη διαλεξη:
Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία
Ομιλητής:
Χρήστος Τεάζησ
Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Άγκυρας
Σύντομο περιεχόμενο
Οι μη προνομιούχες δυνάμεις, που είχαν μπει στο περιθώριο από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και μετά εκφράστηκαν μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της Δεύτερης Μεταπολίτευσης στην Τουρκία. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτές τις δυνάμεις θα πρέπει να ανατρέξουμε, όχι μόνο στις ρίζες του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά και στην κοινωνικοοικονομική και κοινωνικοπολιτική νοοτροπία. Για να αναγνωρίσουμε τις ρίζες του κόμματος θα πρέπει να ανατρέξουμε στην πρώτη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που διακρίνει την πρώτη εθνοσυνέλευση ήταν το ‘αντιπολιτευόμενο ρεύμα’, ενάντια στις ιδέες του Μουσταφά Κεμάλ και κατ’ επέκταση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Σχετικά με την κοινωνικοοικονομική νοοτροπία, θα αναφερθούμε, στην περίοδο εμφάνισης και ανάπτυξης του κεφαλαίου της Ανατολίας (Ισλαμικό κεφάλαιο), ενώ για την κοινωνικοπολιτική νοοτροπία, θα επικεντρωθούμε ειδικότερα στις νέες ‘κόκκινες γραμμές’ του Τουρκικού κράτους.

Σύντομο βιογραφικό
Ο Χρήστος Τεάζης είναι απόφοιτος Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης). Μεταπτυχιακό Δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών) με τίτλο: »Το κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (Γκρίζοι Λύκοι) επί αρχηγίας Ντεβλέτ Μπαχτσελί (1997-2001)». Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών-2010) με θέμα »Kόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ): Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία». Η διδακτορική διατριβή, εξεδόθη ως βιβλίο με τίτλο »Η Δημοκρατία της Ομάδας των Δεύτερων: Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ)» (κυκλοφορεί η 2η έκδοση στην Τουρκία). Τον Ιανουάριο του 2013 θα εκδοθεί στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Πατάκη με τίτλο: »Η Δεύτερη Μεταπολίτευση στην Τουρκία». Μιλά τουρκικά, αγγλικά, οθωμανικά και περσικά.
Τρίτη, 26Μαρτίου 2013
 7:30 μ.μ.
Αίθουσα: EB107, Νέα Πτερυγα, Κεντρικά Κτίρια
Πανεπιστήμιο Κύπροy

Τα επίπεδα ανασυγκρότησης της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο



Μετά τα δημοψηφίσματα του 2004 και το πολιτικό προβάδισμα που ομολογουμένως απέκτησε η Τουρκία διεθνώς, η πολιτική της Άγκυρας στο Κυπριακό άρχισε να παρουσιάζει στοιχεία «ανασυγκρότησης». Η διαφοροποίηση καταγράφηκε και σε προγραμματικό επίπεδο. Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι το προεκλογικό πρόγραμμα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στις εκλογές του 2002 αναφερόταν σε λύση «βελγικού μοντέλου των δύο κυρίαρχων κοινοτήτων». Στις εκλογές του 2007 και 2011, η λύση του Κυπριακού περνούσε μέσα από την «διατήρηση των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο και την αναβάθμιση της ΤΔΒΚ».
Αυτή η στροφή της τουρκικής κυβέρνησης προωθούσε μια εντελώς νέα φιλοσοφία για την Κύπρο, η οποία απομακρυνόταν από την παραδοσιακή κεμαλική αντίληψη περί στρατιωτικής ασφάλειας. Από το 2007 και σε συνδυασμό με την αλλαγή των διεθνών και περιφερειακών συγκυριών, η κυβέρνηση Έρντογαν έθεσε σε προτεραιότητα μια έννοια «οικονομικής ασφάλειας» στην Ανατολική Μεσόγειο, μέρος της οποίας ήταν η δημιουργία ενός άλλου πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος στα κατεχόμενα. Την ίδια στιγμή, το νέο πλαίσιο σχέσεων της Τουρκίας με την Τουρκοκυπριακή κοινότητα διαφοροποιούσε σε μεγάλο βαθμό και την έννοια της «σταθερότητας» μεταξύ των δύο μερών. Από την «σταθερότητα» στην ολοκληρωτική εξάρτηση της κοινότητας από την αναπαραγωγή των χωριστών δομών, η σχέση μεταφέρθηκε στην «σταθερότητα» του μετασχηματισμού που οδηγούσε πλέον την κοινότητα στην ολοκληρωτική της περιθωριοποίηση από τις τουρκικές επιχειρηματικές ελίτ και τους φορείς τους.

Με λίγα λόγια, η προαναφερθείσα περίοδος χαρακτηρίστηκε έντονα από την εισαγωγή μιας νέας διαδικασίας «κοινωνικής μηχανικής» που στόχευε στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη αλλαγή της λειτουργίας των δομών έτσι όπως αυτές οικοδομήθηκαν με την εισβολή του 1974. Αυτή η προσπάθεια μοιραία επηρέασε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις τις καθημερινότητας των Τουρκοκυπρίων. Τα τρίχρονα οικονομικά πρωτόκολλα, αναδείχθηκαν σε περιεκτικούς μηχανισμούς μετασχηματισμού ακόμα και της ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων, στα μέτρα και στους ιδεολογικούς άξονες που επιθυμούσε η τουρκική κυβέρνηση. Οι μαζικές κινητοποιήσεις του 2011, αλλά και οι νέες διεκδικήσεις της κοινότητας έναντι της Τουρκίας, αντικατοπτρίζουν ακριβώς την κορύφωση των αντιδράσεων ενάντια στην περιθωριοποίηση της.   
Η «ανασυγκρότηση» της πολιτικής της Άγκυρας, όπως θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενο, επηρεάζει τώρα με συγκεκριμένο τρόπο και το τραπέζι των συνομιλιών. Φαίνεται μάλιστα να υιοθετεί μονόπλευρα και να ερμηνεύει κάπως αυθαίρετα πτυχές των εξελίξεων στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα με κορυφαία την οικονομική κρίση και τις εξελίξεις στα ζητήματα ενέργειας. Συνεπώς στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να κατατεθούν κάποιες βασικές κατευθυντήριες γραμμές που αναμένεται να ακολουθήσει η Άγκυρα και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία.
Σε ένα πρώτο επίπεδο διαφαίνεται μια νέα εξέλιξη στο περιεχόμενο λύσης-διευθέτησης του Κυπριακού. Χαρακτηριστικά το ντοκουμέντο που κατέθεσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου στην Εθνοσυνέλευση για τον προϋπολογισμό του 2013, υπογραμμίζει ότι «εάν η λύση που επιθυμεί η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είναι συνεταιρισμός, τότε θα πρέπει να γίνουν σκέψεις και για λύση που δε θα τον περιλαμβάνει». Σε συνέχεια αυτού, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας ανέφερε πρόσφατα σε συνέντευξη του ότι η λύση μπορεί να αναζητηθεί και «σε μια βάση εκτός του Σχεδίου Ανάν». Οι παραπομπές στα σημεία αυτά είναι ξεκάθαρες: Η τουρκική πλευρά παρουσιάζεται πρόθυμη να συζητήσει άλλες μορφές λύσης του προβλήματος στην Κύπρο που να μην συμπεριλαμβάνουν το διαμοιρασμό εξουσίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε ένα κοινό κράτος. Αφήνεται μάλιστα να νοηθεί ότι η κατάσταση στην Ελληνοκυπριακή πλευρά ευνοεί έναν τέτοιο διάλογο. Εδώ έγκειται και η μερική «αυθαιρεσία» στην ερμηνεία των εξελίξεων στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπαίνει το ζήτημα των χρονοδιαγραμμάτων λήξης των συνομιλιών. Η θέση αυτή δεν είναι νέα, όμως υπάρχει η πιθανότητα αυτή τη φορά τα χρονοδιαγράμματα να τεθούν ως μια μορφή προϋπόθεσης για την έναρξη απευθείας συνομιλιών στο Κυπριακό. Η βάση νομιμοποίησης αυτής της θέσης θα είναι φυσικά η μακρά περίοδος μη επίλυσης του προβλήματος, αλλά και η διεκδίκηση της Τουρκίας για αλλαγή της «τάξης πραγμάτων» στην Ανατολική Μεσόγειο με τρόπο που να προσαρμόζεται στην ευρύτερη πολιτική οικονομικής και εμπορικής ενσωμάτωσης που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια. Στο σημείο αυτό, τα ζητήματα ενέργειας αποκτούν σταδιακά στρατηγικό περιεχόμενο για τις κινήσεις της Άγκυρας στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.
Στο τρίτο επίπεδο εισέρχονται τα σενάρια για μια γενικότερη «αλλαγή στρατηγικής» και «δομής του διαλόγου», τα οποία επεξεργάζεται η Τουρκία. Μια από τις σκέψεις είναι η δημιουργία μιας παράλληλης διαδικασίας, η οποία θα επικεντρώνεται σε ζητήματα συνεργασίας των δύο κυπριακών πλευρών. Συγκεκριμένα αυτή η συνεργασία μπορεί να περιλαμβάνει ζητήματα εμπορίου, ενέργειας, τουρισμού, συγκοινωνιών στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Πιθανότατα θα παίρνει σταδιακά τη μορφή μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και θα λειτουργεί ως μια μορφή «σχεδίου Β» στην περίπτωση μη λύσης-διευθέτησης. Μάλιστα η δημόσια προεκλογική παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου περί περάσματος του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από την Τουρκία «εφόσον εξυπηρετεί τα συμφέροντα μας», έτυχε αξιολόγησης από την Τουρκία ακριβώς στο εξής σημείο: εφόσον η περιεκτική λύση στο Κυπριακό είναι απομακρυσμένη περίπτωση, τότε άλλες μορφές συνεργασίας πέραν του κοινού κράτους μπορούν να συζητηθούν.
Επομένως, απέναντι στο προαναφερθέν ολοκληρωμένο σκεπτικό – έστω και ανεπίσημο – της Άγκυρας, η Λευκωσία οφείλει να προχωρήσει στους δικούς της σχεδιασμούς. Έστω και αν στο παρόν στάδιο λόγω αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων, δεν αναμένεται μια δυναμική έναρξη ουσιαστικού διαλόγου στο Κυπριακό, εντούτοις το πολιτικό μας πρόβλημα δε θα πάψει να επηρεάζεται καθοριστικά από τις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις. Η μη ύπαρξη διαλόγου, καθόλου δεν εμποδίζει τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές στην Κύπρο και την γειτονιά της από του να λειτουργούν και μάλιστα υπό τη μορφή «τετελεσμένων». Άρα μια πρώτη ωφέλιμη «άσκηση» της ελληνοκυπριακής πλευράς θα πρέπει να συμπεριλάβει την χαρτογράφηση των ισορροπιών έτσι όπως αναπτύσσονται ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, καθώς και τη σύναψη συμμαχιών με τις εκείνες τις τουρκοκυπριακές δυνάμεις που ακόμα πιστεύουν στο κοινό κυπριακό κράτος. 
Νίκος Μούδουρος
Μέλος Ε.Σ Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας
  

Rise or Fall of Islamism in Turkey

Rise or Fall of Islamism in Turkey

Insight Turkey Volume 14 No 4

What happens when an ideological movement whose raison d’être is to challenge the existing political system and government structure, and one that gains its identity and character from criticizing power, takes control of the government? Turkey no longer has a noteworthy Islamist project. We must place this vanishing, or death, at the end of the story, a story that begins with its birth. When Muslims are able to express themselves through democratic means, they move away not only from violence, but also from an ideological Islamic interpretation. The death of Islamism in Turkey can therefore be explained by the wide-open channels of democracy. In such a free and democratic setting, there is no environment for Islamism to survive, especially when it is fit into a different mold through the support of the government.
The expression “the death of Is- lamism” is a metaphor. It de- scribes the disappearance of a main political movement, more pre- cisely; the loss of the oppositional char- acter of an ideology, giving life to the AK Party government. What happens when an ideological movement whose raison d’être is to challenge the exist- ing political system  and government structure, and one that gains its identity and character from criticizing power, takes control of the government? In this case, a political movement based on an Islamist ideology was transformed into a political party in order to come to power democratically. What was once a political movement based on the faith of Islam has been softened and modified in order to be compatible with democra- cy’s rules, and once it carried this idea into government, the Islamic ideology vanished, just like the caterpillar who makes its cocoon and then breaks out of this cocoon as a butterfly. This metaphor argues that the AK Party government transformed Islamism, by injecting it into the democratic system, from a totali- tarian ideology into a moderate democratic one.
In July 2012, a debate over this metaphor began between Ali Bulaç and my- self. Ali Bulaç is to this day one of the most reputable and important names in Islamist thought . He is a highly talented intellectual and has significant influence on the latest generation of Islamists. It is very difficult to imag- ine an Islamist who has not read his books, which have been deemed in- dispensable for those interested in the Islamist ideology When we worked as columnists at the same newspaper, I put forward a claim that Islamism disappeared with the AK Party government in opposition to him. The debate continued in a levelheaded manner and, expectedly, others joined in. Pandora’s box had been opened. The issue grew with the input of Etyen Mahçupyan,Şükrü Hanioğlu, and other writers who still hold on to their Islamist identities. Thus, the freshest views available to judge the state of Islamism in the Turkey of 2012 have emerged.  I believe that the course of this debate and the arguments as well as objections put forth support my claim. Islamism does not really exist in Turkey as a live and vigorous organism. The fact that the debate over whether Islamism is dead or alive is being carried out in the manner of an autopsy alone proves this point.
If we consider Karl Manheim’s “ideology-utopia” distinction, we would have to label Islamism as utopia. And what happens to all utopias happened to Islamism as well: it vanished when it took power. Turkey no longer has a note- worthy Islamist project. We must place this vanishing, or death, at the end of the story, a story that begins with its birth.

[ Read full text in .pdf format ]

http://file.insightturkey.com/Files/Pdf/20121030112907_insight_turkey_vol_14_no_4_2012_turkone.pdf