Η Δημοκρατία του Millet

7fab2-akplogosu

«Αυτοί που στη διάρκεια της 10χρονης εξουσίας μας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συστρατεύτηκαν με εμάς, δεν θα είναι πια μαζί μας στα επόμενα 10 χρόνια. Διότι τα προηγούμενα 10 χρόνια, συστρατεύτηκαν μαζί μας λόγω των όσων λέγαμε και κάναμε για την ελευθερία, το δίκαιο, τη δικαιοσύνη. Αυτοί –λόγου χάρη οι φιλελεύθεροι κύκλοι– όσο κι αν δεν μας χώνευαν, συστρατεύτηκαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μαζί μας το προηγούμενο διάστημα, αλλά, αυτό που επίκειται, δηλαδή το μέλλον, είναι μια περίοδος οικοδόμησης. Η περίοδος οικοδόμησης δεν θα είναι όπως αυτοί την επιθυμούν. Επομένως, δεν θα συνοδοιπορήσουν με εμάς τούτη τη φορά […] Εκτιμούμε ως ‘εκλογές-κλειδί’ τις δημοτικές εκλογές του 2014. Το 2014 θα είναι ο τελευταίος γύρος, το φινάλε, του αγώνα ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Αν ανοίξουμε σωστά την πόρτα (με αυτό το ‘κλειδί’), θα είναι επιτυχείς τόσο οι εκλογές για την Προεδρία της Δημοκρατίας όσο και το δημοψήφισμα για το σύνταγμα που πιθανότητα θα ακολουθήσει καθώς και οι γενικές εκλογές. Μια πτώση, έστω και μιας ποσοστιαίας μονάδας στο ποσοστό του ΑΚΡ, θα επιφέρει χείριστες συνέπειες από πολιτική άποψη […] Το ΑΚΡ πρέπει να μείνει πολλά χρόνια ακόμη στην εξουσία για να χαράξει νέες μνήμες στη μνήμη του κράτους…».

Τα πιο πάνω είναι απόσπασμα της ομιλίας του Aziz Babuşcu, πρόεδρου της νομαρχιακής Κωνσταντινούπολης του ΑΚΡ σε συνάντηση που οργάνωσε ο «Σύλλογος της Ομάδας Εντός των Τειχών» (Suriçi Grubu Derneği) σε ξενοδοχείο της περιοχής. Ο εν λόγω Σύλλογος είναι ισλαμικός. Το απόσπασμα φιλοξένησε παλαιότερα η εφημερίδα Hürriyet. Μετά την πρόσφατη ανακοίνωση του «δημοκρατικού πακέτου» από την κυβέρνηση Έρντογαν και τις εξελίξεις αναφορικά με τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στη χώρα, οι εκφράσεις του στελέχους του κυβερνώντος κόμματος αξίζουν μιας ευρύτερης ανάλυσης. Φαίνεται πλέον πιο καθαρά ότι η οικοδόμηση της «νέας» Τουρκίας «του ΑΚΡ» έχει ξεκινήσει και απομένει να παρακολουθήσουμε προσεκτικά τις ρήξεις, αντιπαραθέσεις και συνέχειες που πιθανόν να εμφανιστούν στην πορεία «ολοκληρωτικού» μετασχηματισμού. Όμως ήδη μπορούν να καταγραφούν τα πρώτα δείγματα της εμφάνισης της «δημοκρατίας του millet», όπως χαρακτηρίζουν πολλοί αναλυτές το νέο πολιτικό και κοινωνικο-οικονομικό καθεστώς της Τουρκίας.

Η «παράξενη» σχέση δημοκρατίας και millet

Το 1994, ο Έρντογαν, δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης τότε, απαγόρευσε το σερβίρισμα αλκοόλ σε μια έκθεση ζωγραφικής που φιλοξενήθηκε σε αίθουσα του Δήμου. Αργότερα ο δημοσιογράφος Αλπέρ Γκιορμούς (Alper Görmüş) τον ρώτησε για το περιστατικό και ο μελλοντικός Πρωθυπουργός απάντησε ως εξής: «Εγώ είμαι ταυτόχρονα και ο ιμάμης αυτής της πόλης, είμαι υπεύθυνος και για τις αμαρτίες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης».[i] Σε αυτή την φράση οι ισλαμικές παραπομπές αναδεικνύουν το ουσιαστικό: Τη διεκδίκηση συγκεντροποίησης της εξουσίας στο πρόσωπο ενός άλλου «στοργικού πατέρα», ο οποίος γνωρίζει κατά αποκλειστικότητα το καλό του έθνους του. Το ιδεολογικό υπόβαθρο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν διεκδικεί μόνο την απόλυτη αρχή της προστασίας από τις «αμαρτίες», αλλά και την ταύτιση του «καλού» σε μια και μόνη εξουσία, την εξουσία που εκφράζει ο πολιτικός χώρος του Ισλάμ στην Τουρκία.

Αυτός ο τρόπος νοηματοδότησης ενός κεντρικού ζητήματος όπως είναι η εξουσία, φαίνεται να αποτελεί στοιχείο ιστορικής συνέχειας του ισλαμικού Κινήματος Εθνικής Άποψης (Milli Görüş Hareketi) και των πολιτικών κομμάτων που προέκυψαν από αυτό. Σύμφωνα με μια κεντρική αντίληψη του Κινήματος, η Τουρκία βρισκόταν για χρόνια υπό την κυριαρχία δυτικότροπων και ως εκ τούτου ξένων προς το μουσουλμανικό μιλλέτ (millet), κοσμικών ελίτ. Το κράτος ήταν υπό την κατοχή «ξένων», μια κατάσταση που αναπαρήγαγε την εχθρότητα μεταξύ του κράτους και του μουσουλμανικού έθνους-μιλλέτ. Σε αυτό το πλαίσιο, στόχος της ισλαμικής παράδοσης ήταν η «επανασύνδεση του κράτους με το δικό του έθνος», η επικράτηση μιας ιστορικής συμφιλίωσης και εναγκαλισμού της εξουσίας με το μουσουλμανικό μιλλέτ. Με λίγα λόγια, το πέρασμα της εξουσίας στα χέρια των αυθεντικών εκπροσώπων του μιλλέτ. Το ΑΚΡ σήμερα φαίνεται να αναπαράγει την αντίληψη της σύγκρουσης μεταξύ κράτους και έθνους, εκσυγχρονίζοντας την παράλληλα με όρους του νέου κοινωνικο-οικονομικού πλαισίου. Ο Νουμάν Κουρτουλμούς (Numan Kurtulmuş), ένας εκ των αντιπροέδρων του κυβερνώντος κόμματος, υπογράμμισε ότι: «Δεν πρόκειται να υπάρξει επιστροφή στα παλιά. Η Τουρκία μετά από δύο αιώνες αγώνων ξανασυναντήθηκε με τις ρίζες της. Αυτό το έθνος έφερε στην εξουσία τα δικά του παιδιά. Ήρθε στη δική του εξουσία και δε θα κατεβεί από αυτή».[ii]

Από τα αρχικά στάδια της εμφάνισης του ΑΚΡ και μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες της εποχής, η επίκληση της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης στο πολιτικό του πρόγραμμα είχε ως βασικό άξονα την προσπάθεια ενσωμάτωσης των θρησκευόμενων μαζών στο πολιτικό και οικονομικό κέντρο. Στα πλαίσια αυτής της αποστολής, φαινόταν ότι η δημοκρατία και η δικαιοσύνη στη χώρα διασφαλίζονταν μόνο με την αποκατάσταση των περιθωριοποιημένων από τον κεμαλικό αυταρχισμό Μουσουλμάνων πιστών στην εξουσία. «Η τουρκική άνοιξη έγινε στις 3 Νοεμβρίου του 2002» αναφωνούσε ο Έρντογαν ενώπιον του πλήθους που συγκεντρώθηκε για να τον στηρίξει στο αεροδρόμιο της Άγκυρας τις μέρες της αντίστασης του Γκεζί. «Όσοι δε σέβονται την εξουσία αυτού του έθνους, θα πληρώσουν τις συνέπειες»[iii], συνέχισε θέτοντας έτσι «τέλος» στο ζήτημα της δημοκρατίας: Υπάρχει δημοκρατία γιατί το έθνος-μιλλέτ βρίσκεται στην εξουσία.

Η κοινωνική διάσταση του millet

Η έννοια του μιλλέτ, αποκτά επομένως στρατηγικό χαρακτήρα για τον τρόπο που το κυβερνών κόμμα αντιλαμβάνεται τον μετασχηματισμό της Τουρκίας. Το μιλλέτ είναι καταρχήν μια κατηγορία κοινών παραδοσιακών αξιών και μια δυναμική ενότητας της κοινωνίας. Είναι το μοναδικό στοιχείο στο οποίο εκφράζεται η βάση των κοινών αξιών και ως εκ τούτου είναι ο αποκλειστικός φορέας του μετασχηματισμού.[iv] Για να μπορέσει όμως να εκφράσει την ενότητα της κοινωνίας, το μιλλέτ δε μπορεί να φέρει κοινωνικές – ταξικές διαφοροποιήσεις. Μετατρέπεται έτσι σε μια έννοια που υποδεικνύει και επιβάλλει πολιτικά ένα αδιαφοροποίητο, ομοιογενές σύνολο, το οποίο ιστορικά βρέθηκε άδικα στην περιφέρεια και με το ΑΚΡ κατακτά ξανά τον ιστορικό ρόλο εξουσίας που του ανήκει. Με αυτό τον τρόπο, το αδιαφοροποίητο σύνολο κοινών παραδοσιακών αξιών είναι μια κατάσταση πραγμάτων πέραν και έξω από την ιστορία, άρα πέραν και έξω από κάθε ιδεολογία. Αυτή η προσπάθεια αποϊδεολογικοποίησης με τη σειρά της, υπαινίσσεται ότι ο κοινωνικός μετασχηματισμός θα πρέπει να είναι μια οργανική διαδικασία χωρίς συγκρούσεις που θα αποκλείει κάθε φυγόκεντρη δυναμική. Επομένως κάποιος θα μπορούσε με σχετική ευκολία να ισχυριστεί ότι η εργαλειοποίηση της συγκεκριμένης έννοιας από το κυβερνών κόμμα, ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με μια μορφή «παθητικής επανάστασης», η οποία έχει στο επίκεντρό της τον ομαλότερο και σταθερότερο νεοφιλελελεύθερο μετασχηματισμό της χώρας με την απορρόφηση όλων των πιθανών φυγόκεντρων δυναμικών και αντιδράσεων που προκαλεί.

Η επόμενη περίοδος της «παλινόρθωσης»

Τα λόγια του επικεφαλής του ΑΚΡ στην Κωνσταντινούπολη, αποκτούν νόημα στο πλαίσιο που θέτει ενώπιον μας η επόμενη κρίσιμη περίοδος. Η εμβάθυνση των αλλαγών στη χώρα και ο αντικατοπτρισμός της κοινωνικο-οικονομικής αλλαγής των τελευταίων δεκαετιών στο πολιτικό σύστημα, φαίνεται να αποτελούν τα βασικά στοιχεία των αντιπαραθέσεων του 2014. Οι δημοτικές εκλογές ως το πρώτο βήμα σταθεροποίησης του «50%», η αλλαγή του Συντάγματος και η πιθανότητα υιοθέτησης του προεδρικού συστήματος, καθώς και οι προεδρικές εκλογές που ακολουθούν, συνιστούν στάδια καμπής στη σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας. Αποτελούν την ίδια στιγμή κριτήρια για την επιτυχία ή αποτυχία υλοποίησης του ομολογουμένως φιλόδοξου προγράμματος του ΑΚΡ μέχρι το 2023. Συνεπώς η επόμενη περίοδος συμβολίζει και τα «όρια» που θέλει το κυβερνών κόμμα να ξεπεράσει, μετατρέποντας την Τουρκία σε βασική συνιστώσα αλλαγών στο διεθνές σύστημα. Πιο συγκεκριμένα, οι εκλογικές διαδικασίες που ακολουθούν συμπίπτουν και με μια «δοκιμή» της αποτελεσματικότητας της Τουρκίας στην εξωτερική πολιτική σε κρίσιμα ζητήματα όπως η λειτουργία της ως φορέα ενσωμάτωσης του ευρύτερου ισλαμικού κόσμου στο παγκόσμιο σύστημα. Καθόλου τυχαία προς αυτή την κατεύθυνση είναι η διαδικασία ανάληψης της προεδρίας των G-20, η ενίσχυση του συντονιστικού της ρόλου στη σύνοδο των «λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών», καθώς και η νέα υποψηφιότητα που θέτει για μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας την περίοδο μετά το 2015.

Νίκος Μούδουρος


[i] Alper Görmüş, “Ataerkil siyasetin sonu…”, www.t24.com.tr [είσοδος στις 5 Ιουνίου 2013].

[ii] Απόσπασμα από ομιλία του Κουρτουλμούς σε συγκέντρωση του ΑΚΡ στα Άδανα στις 27 Απριλίου 2013. “Kurtulmuş başkanlık sistemi için ne dedi?”, http://www.haber61.net/kurtulmus-baskanlik-sistemi-icin-ne-dedi-145231h.htm, [είσοδος στις 27 Απριλίου 2013].

[iii] “Erdoğan: Türk Baharı 2002’de oldu”, www.aktifhaber.com [είσοδος στις 25 Ιουνίου 2013].

[iv] Naim Pınar Erdoğan, “Biz hizmet partisiyiz”, Birikim, τχ. 283, Νοέμβριος 2012, σσ. 66-71.

Κεμαλισμός, Ισλαμ, Τουρκοκύπριοι: Δύσκολη σχέση

 

«Το φυσικό αποτέλεσμα της επιχείρησης ειρήνης της 20ης Ιουλίου 1974 ήταν ότι σώσαμε τα δίκαια και την ανεξαρτησία μας και τα καταστήσαμε συγκεκριμένα στο κράτος μας. Το ύψιστο μας καθήκον είναι να προστατεύσουμε το κράτος μας… Το κράτος μας είναι το δώρο της αντίστασης μας»[1]. Με αυτά τα λόγια περιέγραψε κάποτε ο Ραούφ Ντενκτάς τη δημιουργία χωριστών δομών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η ίδρυση του ντενκτασικού «κράτους», μπορεί να θεωρηθεί ως μια πράξη συνέχειας των δυναμικών που απελευθέρωσαν τόσο οι διακοινοτικές ταραχές της δεκαετίας του 1960, όσο και η εισβολή του 1974. Ως τέτοιες που ήταν οι «νέες» δομές εξουσίας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, επιδίωξαν ταυτόχρονα να μετατραπούν και σε μια «ιερή» νομιμοποίηση για το δόγμα ενός «χωριστού λαού που χρειάζεται το κράτος του».

Η κυπριακή έκδοση του ακραίου κεμαλισμού

Η «ιδρυτική στιγμή» των δομών του 1983, τέθηκε σε ένα εθνικιστικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που επιδίωξε να ξαναδημιουργήσει ένα συγκεκριμένο παρελθόν για τους Τουρκοκύπριους. Αυτό το ιστορικό παρελθόν θα ήταν ο καθοδηγητής του μέλλοντος μέσα από την αναπαραγωγή μιας συγκεκριμένης τουρκοκυπριακής μνήμης και συνεπώς μιας πολύ συγκεκριμένης τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Στρατιωτικά μνημεία και ημέρες μνήμης της ελληνοκυπριακής βαρβαρότητας, ήταν δραστηριότητες που οικοδομούσαν και ουσιαστικά επέβαλλαν επιλεκτικά το ιστορικό υπόβαθρο της ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων στην Κύπρο. Το «κράτος» και η «κυριαρχία» των Τουρκοκυπρίων ήταν έννοιες οι οποίες υπό την ντεκτασική ηγεμονία έφεραν μαζί τους το «πνεύμα της ΤΜΤ». Επιδίωκαν να κατασκευάσουν μια συγκεκριμένη θεώρηση περί «κρατικής υπόστασης» της ταυτότητας της κοινότητας. Όμως τελικά η ντενκτασικές δομές δεν μετέτρεψαν την εθνο-κοινοτική ταυτότητα των Τουρκοκυπρίων σε κρατική. Αντίθετα την υπονόμευσαν, αφού πρώτα την υποβάθμισαν σε ένα τουρκικό-εθνικιστικό πλαίσιο. Έλεγε ο Ντενκτάς: «Δεν υπάρχει κανένα έθνος της Τ.Δ.Β.Κ. Είμαστε οι Τούρκοι της Τ.Δ.Β.Κ. Είμαστε περήφανοι για την τουρκικότητα μας. Η μητέρα πατρίδα είναι η δική μας μητέρα πατρίδα, είναι το έθνος μας. Είμαστε κομμάτι αυτού του έθνους που ίδρυσε κράτος στην Κύπρο»[2].

Υπό αυτή την έννοια, μετά το 1983, η Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν αναγκασμένη να ζει σε δομές με συγκεκριμένο τουρκικό-ντεκτασικό ιδεολογικό περιεχόμενο. Αυτό το περιεχόμενο λειτουργούσε σε δύο σημαντικούς άξονες: Από τη μια προσπαθούσε να νομιμοποιήσει τους Τουρκοκύπριους ως ένα χωριστό λαό με ιδιαίτερες πολιτισμικές και εθνικές αξίες στα πλαίσια ενός ακραίου κεμαλισμού. Από την άλλη νομιμοποιούσε τον ίδιο τον Ντενκτάς ως τον μοναδικό φορέα και εκπρόσωπο αυτών των αξιών ακόμα και εντός Τουρκίας. Παράλληλα, το εθνικιστικό πλαίσιο των πολιτικών δομών οριοθετήθηκε με στόχο να περιθωριοποίησει όλες τις φυγόκεντρες δυναμικές εντός της κοινότητας. Οριοθετήθηκε με τρόπο που να εμποδίσει την ανάπτυξη των προοδευτικών τμημάτων της κοινότητας και να δημιουργήσει ένα ομοιογενές σύνολο, το οποίο θα καθοριζόταν από ένα κεμαλικού τύπου εκτουρκισμό του πληθυσμού και της οικονομίας. Επομένως αυτές οι δομές αποτέλεσαν τελικά και μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής μηχανικής που στόχευε στην επικράτηση μιας «ιδιαίτερης και μοναδικής» τουρκοκυπριακής ταυτότητας, προσαρμοσμένης στα συγκεκριμένα εθνικιστικά-κεμαλικά πρότυπα της ελίτ.

Η κυπριακή έκδοση του ισλαμικού μετασχηματισμού

Σήμερα ενώπιον μας ξεδιπλώνεται μια άλλη εξίσου συντηρητική κοινωνική μηχανική που επίσης προκαλεί τις αντιδράσεις της κοινότητας. Ο θεμέλιος λίθος για την ανέγερση της Θεολογικής Σχολής Χαλά Σουλτάν, τέθηκε στις 20 Ιουλίου 2012. Η συγκεκριμένη μέρα δεν επιλέγηκε τυχαία. Εάν η ακραία εθνικιστική-ντενκτασική ερμηνεία της 20ης Ιουλίου είχε στόχο να αναπαράγει μια συγκεκριμένη τουρκοκυπριακή ταυτότητα, η βούληση για ανέγερση της Θεολογικής Σχολής τη συγκεκριμένη μέρα, έρχεται σε συμβολικό επίπεδο για να ανατρέψει το παλιό ιδεολογικό πλαίσιο και στη θέση του να οικοδομήσει ένα νέο. Κατά την πρόσφατη εκδήλωση εγκαινίων της Θεολογικής Σχολής στις 27 Σεπτεμβρίου 2013, ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΑΚΡ υπενθυμίζοντας το συμβολισμό του προηγούμενου έτους ανέφερε: «Αυτό το σύμπλεγμα κτιρίων εδώ είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη… Θα γίνει μια από τις σημαντικότερες σφραγίδες σε αυτό το νησί. Θα μετατραπεί σε μια από τις σημαντικότερες ενδείξεις της ύπαρξης των Τούρκων σε αυτό το νησί»[3]. Τα λόγια αυτά είναι χαρακτηριστικά της επιχείρησης «εθνικοποίησης της θρησκείας» και μετατροπής της σε δομικό στοιχείο της Τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Συνεπώς πρόκειται για μια επιχείρηση ανατροπής του προηγούμενου ιδεολογικού πλαισίου, με επίκεντρο μια νέου τύπου κοινωνική μηχανική.

Η κατανόηση αυτής της προσπάθειας του ΑΚΡ, η οποία έχει συγκεκριμένη «πολεοδομική έκφραση», απαιτεί προηγουμένως την αποκωδικοποίηση των ιδεολογικών κινήτρων του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας. Η επιλεκτική αντίληψη του ΑΚΡ για τη δημοκρατία και η εδραίωση του στην εξουσία, έθεσαν στο προσκήνιο την πεποίθησή του ότι αποτελεί φορέα μιας «ιστορικής αποστολής». Το ΑΚΡ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, ως τον καθοδηγητή της πορείας του έθνους για τη δημιουργία μιας δύναμης παγκόσμιας εμβέλειας. Αυτή η μεγαλοσύνη της Τουρκίας, πρέπει να προκύπτει μέσα από την αναγέννηση του ισλαμικού της πολιτισμού. Πρέπει όμως την ίδια στιγμή να εκφράζεται χωροταξικά και οπτικά. Τα τεράστια έργα υποδομής, το σύγχρονο οδικό δίκτυο και τα γιγάντια εμπορικά κέντρα που θεοποιούν τον καταναλωτισμό, πρέπει να συνοδεύονται απαραίτητα από τα θρησκευτικά μνημεία, τα τζαμιά και τις θεολογικές σχολές.

Η «κυπριακή μετάφραση» του πιο πάνω έχει περίπου ως εξής: Το τζαμί του «πανεπιστημίου Εγγύς Ανατολής», θα είναι το μεγαλύτερο της Κύπρου. Θα φαίνεται ακόμα και από το νότιο μέρος του νησιού. Κατά τα πρότυπα της «σημαίας» στον Πενταδάκτυλο, θα πρέπει να υπενθυμίζει σε Ελληνοκύπριους, αλλά και σε Τουρκοκύπριους, το νέο ιδεολογικό πλαίσιο, όπου το σουννιτικό Ισλάμ μετατρέπεται σε στοιχείο αναπαραγωγής της ύπαρξης ενός χωριστού λαού στην Κύπρο. Το ΑΚΡ επιδιώκει να αποτυπώσει «χωροταξικά και οπτικά» την ιδεολογική του ηγεμονία. Θέλει να ελέγξει, μεταξύ άλλων, ακόμα και την αναμόρφωση του αστικού χώρου με τρόπο που να αναπαράγει τα δικά του ιδεολογικά πρότυπα. Το τεράστιο μέγεθος, η μεγαλοπρέπεια και το μεγάλο χρηματικό κόστος του τζαμιού, αποτελούν τελικά μια «χωροταξική πρόβα» μέσα από την οποία επιδιώκεται να γεννηθεί η «νέα» Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Είναι η οπτική όψη ενός νέου πολιτικού οράματος. Αυτό το πολιτικό όραμα ετοιμάζεται να φανερωθεί συνοδευόμενο από τα τζαμιά του, τους μιναρέδες του και τις θεολογικές του σχολές. Ετοιμάζεται να εξοστρακίσει το προηγούμενο στρατιωτικο-ντεκτασικό πολιτικό όραμα.

…και η κυπριακή έκδοση της αντίστασης

Όμως πέραν των πιο πάνω, οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν επιβεβαιώσει ακόμα μια σημαντική δυναμική που υπάρχει στην ίδια την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι Τουρκοκύπριοι για μια ακόμη φορά αντέδρασαν έντονα σε αυτή την ιδιότυπη τακτική «εξισλαμισμού» που εισάγεται από την Τουρκία. Ανακοινώσεις συντεχνιών, οργανώσεων και κομμάτων του ευρύτερου προοδευτικού χώρου, υπογράμμισαν τα διαφορετικά στοιχεία της Τουρκοκυπριακής ταυτότητας μέσα στο γενικότερο κυπριακό τους πλαίσιο. Το σημαντικότερο όλων, ήταν η καταγραφή της βούλησης για αλλαγή των υφιστάμενων σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης έντασης.

Σε αυτό το πλαίσιο οι βασικές επικρίσεις ενός μεγάλου μέρους της κοινότητας προσανατολίστηκαν περισσότερο προς την «κυβερνητική» συνεργασία του Ρεπουμλικανικού Τουρκικού Κόμματος και του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι πρόσφατη εκλογική διαδικασία όπως ήταν αναμενόμενο καλλιέργησε προσδοκίες για μια πιο συνεπή στάση των ηγεσιών των δύο αυτών κομμάτων απέναντι στην κυβέρνηση Έρντογαν. Το νέο στοιχείο που αναδεικνύεται και το οποίο ενόψει της πρωτοβουλίας στο Κυπριακό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, είναι η ανολοκλήρωτη προσπάθεια των αντιπολιτευτικών ρευμάτων εντός της κοινότητας για ένα εναλλακτικό σχέδιο εκσυγχρονισμού που θα καταργεί το υφιστάμενο «εισαγόμενο» από την Άγκυρα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η αδυναμία σχετίζεται, μεταξύ άλλων, από τη μείωση των προσδοκιών για επιτυχή κατάληξη των συνομιλιών. Επομένως η διατήρηση της ελπίδας για ομοσπονδιακή λύση του Κυπριακού, κατά πολύ συγκεκριμένο και απτό τρόπο στο τραπέζι των συνομιλιών, έχει να προσφέρει πολλά στη δημιουργία ενός κοινού πολιτικού οράματος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για το κυπριακό κράτος που θα πρέπει να διεκδικήσουν.

 

Νίκος Μούδουρος 

Δημοσιεύθηκε στην εφ. Χαραυγή στις 13 Οκτωβρίου και στη CyprusNews.eu στις 15 Οκτωβρίου 2013.


 

[1] Παρατίθεται στο Σία Αναγνωστοπούλου, Τουρκικός Εκσυγχρονισμός, Αθήνα 2004, σ. 274.

[2] Niyazi Kızılyürek, Milliyetçilik Kıskacında Kıbrıs, İstanbul 2002, s. 295-296.

[3] “Hala Sultan İlahiyat Koleji”, Kıbrıs Postası, 27.9.2013.

Αυξάνονται οι πιέσεις της Άγκυρας για ιδιωτικοποιήσεις

 

 

Σύντομο σχόλιο για τις οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα:

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιδιαίτερα μετά την εκλογική διαδικασία και τους πρώτους τριγμούς στο πολιτικό σύστημα, οι οποίοι προκλήθηκαν από τα εγκαίνια λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χαλά Σουλτάν, συνιστούν μια πολύ δύσκολη “εξέταση” για τη συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος με το Δημοκρατικό. Η επικέντρωση του ενδιαφέροντος αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο πως θα χειριστεί η “κυβέρνηση” το καυτό και δύσκολο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων. Ήδη από την προεκλογική εκστρατεία του περασμένου καλοκαιριού και τα δύο κόμματα εδωσαν την υπόσχεση ότι το πακέτο οικονομικών μέτρων της Άγκυρας θα έπρεπε να αλλάξει ριζικά. Το κυριότερο σημείο του πακέτου που είναι την ίδια στιγμή και ψηλά στην οικονομική ιεράρχηση της Άγκυρας είναι η ολοκλήρωση των ιδιωτικοποιήσεων. Συνεπώς το συγκεκριμένο θέμα έχει στο παρόν στάδιο εγκλωβίσει τα δύο κόμματα, τα οποία από τη μία υποσχέθηκαν αλλαγή του μνημονίου και παρεμποδισμό των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά από την άλλη βρίσκονται τώρα ενώπιον των πιεστικών παρεμβάσεων του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Την ίδια στιγμή τα δύο κόμματα αντιμετωπίζουν και τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, με τις περισσότερες να σημειώνονται στο Ρεπουμπλικανικό. Ο “υπουργός” δημοσιονομικών, προερχόμενος από το Ρεπουμπλικανικό, έχει διαφοροποιηθεί συνολικά από τη θέση για αλλαγή του μνημονίου και δηλώνει ξεκάθαρα ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί ως έχει. Είναι ο μοναδικός “υπουργός” που στηρίζει ξακάθαρα τη σημερινή δομή των οικονομικών σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία.

Στο κεφάλαιο των ιδιωτικοποιήσεων, η βασική θέση της Άγκυρας ξεκινά από τη διεκδίκηση για άμεση πώληση της αρχής ηλεκτρισμού και στη συνέχεια των τηλεπικοινωνιών. Το “υπουργείο” συγκοινωνιών έχει προχωρήσει σε συναντήσεις με παράγοντες της Türk Telekom, όπου και τέθηκε ξεκάθαρα το θέμα της άμεσης ιδιωτικοποίησης των τηλεπικοινωνιών. Αναφορικά με την αρχή ηλεκτρισμού, εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα προβάλλεται η μη βιωσιμότητα των χρεών της, για τα οποία βεβαίως αποκρύπτεται το ότι προέρχονται από άλλους θεσμούς του “κράτους”.

Επομένως ενώπιον της “κυβέρνησης” αυτή τη στιγμή βρίσκεται ένα περιβάλλον το οποίο επικεντρώνεται στη “μη χρησιμότητα” και στη “ζημιογόνα” παρουσία κρατικών επιχειρήσεων όπως η αρχή ηλεκτρισμού και οι τηλεπικοινωνίες. Στο σκηνικό αυτό προστείθεται σταδιακά και ένα άλλο σημαντικό στοιχείο: Καθόλου τυχαία οι τίτλοι των τουρκικών ΜΜΕ προβάλλουν το τελευταίο διάστημα τη διακοπή ρεύματος που εμποδίζει την τέλεση της ισλαμικής προσευχής στα κατεχόμενα. Πρωτοσέλιδοι τίτλοι του τύπου “σίγησε ο εζάν στην Τ.Δ.Β.Κ” εισέρχονται από την Τουρκία στην καθημερινή πολιτική επικαιρότητα των Τουρκοκυπρίων, υπογραμμίζοντας μάλιστα το διαχρονικό προφίλ της κοινότητας, τουλάχιστον έτσι όπως ο Έρντογαν το αντιλαμβάνεται: Οι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν ήταν καλοί Μουσουλμάνοι!

Με λίγα λόγια, τίθεται το εξής κατευθυνόμενο και πολιτικό ερώτημα: ένας “κρατικός” οργανισμός ο οποίος δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του (ανεξαρτήτως από που προέρχονται) και που επιπλέον πρωταγωνιστεί στο να σιγήσει η ιερή φωνή του εζάν από τα τζαμιά, γιατί πρέπει να θεωρείται χρήσιμος;

Ενώπιον τέτοιων μεθοδεύσεων, τα κόμματα που συνεγάζονται στην “κυβέρνηση” στο παρόν στάδιο φαίνονται αποδιοργανωμένα. Δεν έχει καταγραφεί μια οργανωμένη εναλλαχτική πολιτική πρόταση, ιδιαίτερα στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων που φαίνεται να αποτελεί “κριτήριο αξιολόγησης” και για την Άγκυρα. Αυτή η αποδιοργάνωση και η εσωστρέφεια, είναι στοιχεία που κυρίως οφείλονται στις εσωτερικές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις του Ρεπουμπλικανικού. Είναι γεγονός ότι στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων θα κυριαρχήσει στην επικαιρότητα και η στάση που θα τηρήσουν τα συνεργαζόμενα κόμματα θα δείξει πολλά και σημαντικά για την πορεία αλλαγών που γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις Άγκυρας-Τουρκοκυπρίων.

 

7 Οκτωβρίου 2013

ΠΗΓΗ:turkishcypriotstoday.wordpress.com

 

Δημοκρατικό προπέτασμα καπνού Ερντογάν

Δελτίο Τύπου της Σεβίμ Νταγκντελέν, Βουλευτής και στέλεχος του Αριστερού Κόμματος της Γερμανίας, και Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ομάδας Φιλίας Γερμανίας-Τουρκίας του Γερμανικού Κοινοβουλίου

30 Σεπτεμβρίου 2013

Δημοκρατικό προπέτασμα καπνού Ερντογάν

 

«Μια διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Τουρκία εξακολουθεί να είναι απλά ένας ευσεβείς πόθος από μέρους της Γερμανικής Ομοσπονδιακής κυβέρνησης: Αντ ‘αυτού, ο δρόμος προς ένα κράτος που βασίζεται στη ισλαμική καταπίεση, όπως αυτή εφαρμόζεται για χρόνια από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένου της πολιτικής δίωξης ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, παραμένει η πικρή πραγματικότητα . Η χαλάρωση της απαγόρευσης της μαντίλας είναι ένα θλιβερό παράδειγμα του περαιτέρω εξισλαμισμού της Τουρκικής κοινωνίας.» Αυτή ήταν η απάντηση της Σεβίμ Νταγκντελέν, Εκπρόσωπος για τις Διεθνείς Σχέσεις της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Αριστερού Κόμματος Γερμανίας και μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας, μιλώντας για το «πακέτο εκδημοκρατισμού» που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η Σεβίμ Νταγκντελέν, ο οποία είναι επίσης αναπληρωτής Πρόεδρος της Ομάδας Φιλίας Γερμανίας-Τουρκίας του Γερμανικού Κοινοβουλίου, συνέχισε:

«Η Τουρκική κυβέρνηση προφανώς θέλει να ικανοποιήσει τους θρησκευτικούς και συντηρητικούς ψηφοφόρους της με τη χαλάρωση της απαγόρευσης της μαντίλας στην πορεία προς τις τοπικές και προεδρικές εκλογές το 2014. Κάνοντας μικρές βελτιώσεις και αλλαγές, παράλληλα στόχος της είναι να κάνει την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να ξεχάσουν την καταπίεση των μειονοτήτων στην Τουρκία και την καταστολή των δημοκρατικών διαδηλώσεων. Κρίσιμες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, όπως η κατάργηση του εκλογικού ορίου για εισδοχή στο Κοινοβούλιο του 10% έχουν ανακοινωθεί, αλλά δεν εφαρμόζονται. Δεν έχει πρόθεση να παραχωρήσει αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους ή να βελτιώσει τα δικαιώματα των εργαζομένων και των μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων .
«Μια πιο προσεκτική ματιά στις βελτιώσεις που έχουν ανακοινωθεί για τις μειονότητες στην Τουρκία δείχνει ότι αυτές αποτελούν απλά συμβολικές «μεταρρυθμίσεις», καθώς μόνο τα ιδιωτικά σχολεία θα μπορούν να διδάσκουν στις γλώσσες των μειονοτήτων. Αυτό είναι απλώς ένα οικονομικό μέτρο προς όφελος του κινήματος Γκιουλέν, το οποίο θα ανοίξει τώρα περισσότερο ιδιωτικά σχολεία στις περιοχές των Κούρδων. Οι Αλεβίτες παραπλανούνται με την απλή αλλαγή του ονόματος ενός πανεπιστημίου. Η επιστροφή σε προηγούμενα (Κουρδικά) τοπωνύμια είναι επίσης μια συμβολική χειρονομία, καθώς αυτό ήταν κάτι που ήδη ήταν δυνατό σε πολλούς τόπους, και πολλές πόλεις έχουν ήδη μετονομαστεί.
«Η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τα ψευδό – δημοκρατικά προπετάσματα καπνού της Τουρκικής κυβέρνησης ως να ήταν πραγματικές μεταρρυθμίσεις . Πρέπει επιτέλους να αντιδράσει στις μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη διοίκηση του Ερντογάν και να σταματήσει κάθε συνεργασία με τις Τουρκικές δυνάμεις ασφάλειας και δικαστικές αρχές μέχρι να τερματιστεί η δίωξη της αντιπολίτευσης και των ατόμων με διαφορετικές πολιτικές απόψεις.»

«Μαθήματα» από το Πάρκο Γκεζί (Gezi) – Ανοιχτή Συζήτηση

«Μαθήματα» από το Πάρκο Γκεζί (Gezi): Η ηγεμονία του Έρντογαν και η νέα αντιπολίτευση στην Τουρκία
 
Διάλεξη-Συζήτηση του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

 

ΤΡΙΤΗ, 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ, 7:30 Μ.Μ.
ΑΙΘΟΥΣΑ A019, ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΚΤΙΡΙΑ
(ΚΑΛΛΙΠΟΛΕΩΣ)
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

 

Ομιλητής: Νίκος Μούδουρος

Περίληψη:

Η αντίσταση του πάρκου Γκεζί (Gezi), όπως έμειναν γνωστές οι μαζικές κινητοποιήσεις του Ιουνίου 2013 στην Τουρκία, αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα σημεία καμπής στην ιστορία του σύγχρονου τουρκικού κράτους και ιδιαίτερα των αντιπαραθέσεων για τον εκδημοκρατισμό της χώρας.

Τα «υπόγεια ρεύματα» που αναδείχθηκαν από την κοινωνία της χώρας, αποτελούν μια νέα πρόκληση αναστοχασμού της Τουρκίας και της πολιτικής της εξουσίας. Αποτυπώνουν εκ νέου την ανάγκη αποκωδικοποίησης και κατανόησης της Τουρκίας των αντιθέσεων, αλλά και της «Τουρκίας του Έρντογαν» που μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον ξεπρόβαλλε ενώπιον μας χωρίς καμιά αντιπολίτευση.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η κυβέρνηση τις κινητοποιήσεις, το πολιτικό πρόγραμμα που ανέπτυξε, οι αιτίες και οι αφορμές πίσω από το κύμα διαμαρτυριών, καθώς και ο ιδεολογικός χαρακτήρας των πρωταγωνιστών του δρόμου, συνιστούν μικρά αλλά καθοριστικής σημασίας κομμάτια της προαναφερθείσας πρόκλησης.

Οι «σεισμικές δονήσεις» που άφησαν πίσω τους οι διαμαρτυρίες είναι τέτοιες που έστω και αν δεν δημιούργησαν ανατρεπτικές δυναμικές, εντούτοις διεκδικούν την κατάργηση του μονοπωλίου του «νέου» από την κυβέρνηση του ΑΚΡ.

Ποιες είναι λοιπόν οι επιπτώσεις από την κοινωνική έκρηξη; Πως επηρεάζουν την εσωτερική πραγματικότητα της Τουρκίας και πως επιδρούν στην εξωτερική της πολιτική; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα που θα επιδιώξει να απαντήσει η διάλεξη.

Οχήματα καταστολής και ένα τουρκοκυπριακό «δίδαγμα»

 

Μια σημαντική εξέλιξη στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία ελάχιστα έχει συζητηθεί στην Ελληνοκυπριακή, είναι η επιτυχής ακύρωση της εισαγωγής των ΤΟΜΑ από την Τουρκία στα κατεχόμενα. Κάποια διευκρινιστικά στοιχεία: ΤΟΜΑ είναι τα αρχικά της ονομασίας των οχημάτων «παρέμβασης» σε κοινωνικά γεγονότα που διαθέτει η τουρκική αστυνομία. Πρόσφατα έγιναν ιδιαίτερα γνωστά για τις «επιδόσεις» τους στην βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων στην Τουρκία με αφορμή τα γεγονότα του Γκεζί. Η εταιρεία που κατασκευάζει και εμπορεύεται τα ΤΟΜΑ ανήκει στον πρώην βουλευτή του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), Ισμαήλ Κατμερτζί και τώρα εκτελεστικός διευθυντής της είναι ο γιος του Μεχμέτ. Ένα τέτοιο όχημα στοιχίζει περίπου 340 χιλιάδες δολάρια και η τεχνολογική του «καινοτομία» επικεντρώνεται στην «ικανότητα» του να χρησιμοποιεί μεγάλες ποσότητες νερού και χημικών ενάντια στους διαδηλωτές. Αποτελεί το «καμάρι» των τουρκικών δυνάμεων καταστολής.

Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα το ζήτημα της εισαγωγής τέτοιων οχημάτων στα κατεχόμενα, αποτελούσε ζήτημα σοβαρών αντιπαραθέσεων. Η δράση, αλλά και το ευρύτερο ιδεολογικό φορτίο των οχημάτων αυτών στα γεγονότα του Γκεζί, αποτέλεσαν ικανοποιητικό υλικό για τη δημιουργία μιας ευρύτατης κοινωνικής αντίδρασης στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Άλλωστε είναι ακριβώς αυτά τα δύο στοιχεία που κάνουν τη σημασία που είχε η υπόθεση της έλευσης των ΤΟΜΑ στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα να είναι πολύπλοκη. Με λίγα λόγια η επιτυχία ενός μεγάλου τουρκοκυπριακού συνασπισμού αντίστασης στην εισαγωγή των ΤΟΜΑ, είναι μια εξέλιξη ιδιαίτερα χαρακτηριστική των ανακατατάξεων στις σχέσεις της κοινότητας με την Άγκυρα.  

Ποιο είναι όμως το ιδεολογικό υπόστρωμα των οχημάτων καταστολής που στη συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει και τη σημασία της ακύρωσης εισαγωγής τους; Μια βαθύτερη ανάλυση της λειτουργίας των ΤΟΜΑ στα γεγονότα Γκεζί, αναδεικνύει την αθέατη και θεατή βία που ενεργοποιήθηκε για να υπερασπιστεί την κυρίαρχη αντίληψη στον ευρύτερο δημόσιο χώρο. Η βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων και ο πρωταγωνιστικός ρόλος των ΤΟΜΑ, έδειξαν τα όρια της κυβέρνησης ΑΚΡ απέναντι στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας της από την εναλλακτική αντιπολίτευση στην Τουρκία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πάρκου Γκεζί και της πλατείας Τάξιμ, οι διαδηλωτές διεκδίκησαν τη διατήρηση του ευρύτερου χώρου ως ενός πεδίου κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας. Επομένως, έθεσαν εμπόδια στην εμπορευματοποίηση και στην υποταγή του στα ιδεολογικά νάματα του ΑΚΡ.

Η βία επιστρατεύθηκε για να ανατρέψει αυτή την «απειλή», αφού οι μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων κτυπούσε την κεντρική φλέβα των ιδεολογικών και οικονομικών επιδιώξεων του πολιτικού Ισλάμ αναφορικά με τον μετασχηματισμό του αστικού χώρου. Η ίδια η αστυνομία και τα «σύγχρονα» της οχήματα μετατράπηκαν έτσι σε θεματοφύλακες του νέου καθεστώτος, σε εγγυητές της συνέχισης της προσπάθειας για να πάρει «πολεοδομική όψη» η νέα Τουρκία του ΑΚΡ. Ο Πρωθυπουργός Έρντογαν κατέγραψε με το δικό του τρόπο το ιδεολογικό υπόβαθρο της καταστολής: Στις 17 Ιουνίου 2013 δήλωσε «Η αστυνομία μας απέναντι από ένα συστηματικό κίνημα βίας επέδειξε δημοκρατική συμπεριφορά και πέρασε τις εξετάσεις της δημοκρατίας με άριστα… Η χρήση δακρυγόνων είναι το πιο φυσικό της δικαίωμα». Ενώ στις 24 Ιουνίου 2013 υποστήριξε ότι «Στα συλλαλητήρια ‘σεβασμού της εθνικής βούλησης’ το έθνος υπερασπίστηκε την αστυνομία του, έδειξε με ειλικρίνεια την εμπιστοσύνη και την αγάπη του προς την αστυνομία. Γιατί αυτή η αστυνομία είναι η αστυνομία του έθνους. Πίσω από αυτή την αστυνομία είναι το ίδιο το έθνος». Υπό αυτή την έννοια εάν κάποτε ο όρος «θεματοφύλακας» αφορούσε κατά αποκλειστικότητα τον τουρκικό στρατό στο ρεπουμπλικανικό-κοσμικό πλαίσιο εξουσίας, τώρα τα οχήματα καταστολής και το αστυνομικό σώμα, μετατράπηκαν σε νέους θεματοφύλακες μιας νέας Τουρκίας: της Τουρκίας του ΑΚΡ,  η οποία σταδιακά κάνει την χωροταξική της εμφάνιση στη νέα πλατεία Τάξιμ.

Η κοινωνική και πολιτική αντίσταση των Τουρκοκυπρίων φανερώνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας διαφωνεί με την «εισαγωγή» και «επιβολή» αυτής της νέας Τουρκίας στην Κύπρο. Η αντίδραση των Τουρκοκυπρίων δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας αναθεωρεί το ρόλο της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Επομένως διεκδικεί την αλλαγή του ρόλου της Τουρκίας στην ίδια την ιστορική εξέλιξη της κοινότητας. Μάλιστα προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, η τουρκοκυπριακή «αντιπολίτευση» στα ΤΟΜΑ, κατέγραψε αιτήματα και διεκδικήσεις στο δημόσιο χώρο αντίθετα προς τη βούληση του «ηγεμόνα». Τέτοια γεγονότα είναι βεβαίως μικρά σε πολιτικό εκτόπισμα. Σίγουρα δεν επιλύουν τα μεγάλα προβλήματα ύπαρξης της κοινότητας στην Κύπρο, ούτε μπορούν να θεωρηθούν ανατρεπτικά των σχέσεων εξάρτησης που επιβάλλει η Τουρκία. Είναι όμως διαφωτιστικά μιας σημαντικής δυναμικής εντός της Τουρκοκυπριακής κοινότητας που ωριμάζει και διατυπώνει πολιτικά αιτήματα απέναντι στην Άγκυρα σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, το οποίο προκύπτει κυρίως από την αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των κατεχομένων από την Τουρκία.

Νίκος Μούδουρος
26.9.2013
 

Cyprus News

Διάλεξη: Η ιστορικότητα των όρων "μιλλέτ", έθνος, γένος, κλπ. στην ελληνική ιστοριογραφία

Μεταπτυχιακό Σεμινάριο

Το Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

σας Προσκαλεί στο μεταπτυχιακό σεμινάριο:

 
Η ιστορικότητα των όρων «μιλλέτ», έθνος, γένος, κλπ. στην ελληνική ιστοριογραφία

 
*

Ομιλήτρια:

 
Σία Αναγνωστοπούλου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα

 

Σύντομο περιεχόμενο

Μια από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές στην προσπάθειά τους να πραγματευτούν την πολύπλοκη ιστορία του οθωμανικού 19ου αιώνα είναι η ορολογία που πρέπει να χρησιμοποιήσουν προκειμένου να αποδώσουν έννοιες των οποίων το περιεχόμενο είναι ιδιαίτερα ρευστό εκείνη την περίοδο. Η σύγχυση και η ρευστότητα που επικρατεί αποτυπώνεται στην ιστοριογραφία της εποχής. Με παράδειγμα την ελληνική ιστοριογραφία γίνεται προσπάθεια για εντοπισμό της ρευστότητας των όρων, της διαδικασία σταθεροποίησης του περιεχομένου τους και, τέλος, των ιδεολογικών ρευμάτων που οι αλλαγές που υφίστανται αντανακλούν.

 

Σύντομο βιογραφικό

Η Σία Αναγνωστοπούλου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στην École des hautes études en sciences sociales (EHESS), στο Παρίσι (1993). Δίδαξε στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου (1995-2003) και σήμερα είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης και το Πανεπιστήμιο Σορβόννης. Έχει δημοσιεύσει στα ελληνικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα τουρκικά για θέματα που αφορούν την οθωμανική και τουρκική ιστορία, την ιστορία της αποικιοκρατίας και την ιστορία της Κύπρου.

 

Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

7:00 μ.μ.

Αίθουσα Α106, Κεντρικά Κτίρια

Πανεπιστήμιο Κύπροy

Το τέλος της αυτοκρατορικής λογικής, το τέλος της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης, 1919-1922

 
Το Τμημα Τουρκικων και Μεσανατολικων Σπουδων σας Προσκαλει

στη διαλεξη:

 

Το τέλος της αυτοκρατορικής λογικής, το τέλος της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης, 1919-1922

Ομιλήτρια:

*
Σία Αναγνωστοπούλου

Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα

 

Σύντομο περιεχόμενο

Πολλά έχουν γραφτεί για το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως κατά την κρίσιμη περίοδο μεταξύ 1919-1922. Για τις εθνικές ιστοριογραφίες, τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική, η περίοδος έχει αποτελέσει το πρόσφορο έδαφος για τη θεμελίωση των εθνικών αφηγήσεων, περί δράματος και καταστροφής στην πρώτη περίπτωση, περί αγώνων μέχρι εσχάτων του έθνους στη δεύτερη. Λίγη ωστόσο σημασία έχει δοθεί στις αλλαγές που υφίστανται μέχρι να καταρρεύσουν ολοσχερώς στους θεσμούς και την Πόλη που εξέφραζαν μια αυτοκρατορική λογική περί εξουσίας. Το πως αυτοί οι θεσμοί και η αυτοκρατορική πρωτεύουσα αντιμετωπίζουν αυτή τη βίαιη πλέον επαφή με την εθνική λογική περί εξουσίας, το πως αντιστέκονται ή αμύνονται απέναντι σε αυτή. Το παράδειγμα που θα χρησιμοποιήσω σε αυτή τη διάλεξη είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Θα προσπαθήσω να εντοπίσω τη διαδικασία μέσα από την οποία προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα η οποία ορίζεται πλέον από τις αρχές Ουίλσων. Η «μάχη» που δίνει το Πατριαρχείο εκείνη την περίοδο αντανακλά τις μεταλλάξεις που υφίστανται οι αυτοκρατορικοί θεσμοί και μαζί τους η ίδια η Κωνσταντινούπολη.

Σύντομο βιογραφικό

Η Σία Αναγνωστοπούλου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή στην École des hautes études en sciences sociales (EHESS), στο Παρίσι (1993). Δίδαξε στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου (1995-2003) και σήμερα είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, όπως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το Πανεπιστήμιο Βοσπόρου, το Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης και το Πανεπιστήμιο Σορβόννης. Έχει δημοσιεύσει στα ελληνικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα τουρκικά για θέματα που αφορούν την οθωμανική και τουρκική ιστορία, την ιστορία της αποικιοκρατίας και την ιστορία της Κύπρου.

 

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

 7:30 μ.μ.

Αίθουσα A019, Κεντρικά Κτίρια

(Καλλιπόλεως)

Πανεπιστήμιο Κύπροy

Διάλεξη του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κύπρου

 
Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κύπρου

 Διαλέξεις Χειμερινού Εξαμήνου 2013/2014

«Το τέλος της αυτοκρατορικής λογικής, το τέλος της αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης (1919-1922)»

Ομιλήτρια: Σία Αναγνωστοπούλου

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αίθουσα Α019, Κεντρικά Κτίρια (Καλλιπόλεως) Πανεπιστημίου Κύπρου

Ώρα: 19:30

Διαστάσεις της ψηφοφορίας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα

 

Το βασικό χαρακτηριστικό του πλαισίου μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η ψηφοφορία στα κατεχόμενα την 28η Ιουλίου δεν ήταν οι γνωστές πτυχές του Κυπριακού που συνήθως γίνονται αντικείμενο αντιπαραθέσεων. Όμως το ευρύτερο πλαίσιο που περιβάλλει την τουρκοκυπριακή κάλπη συνιστά μέρος μιας σχετικά νέας κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας, η οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζει την εξέλιξη του Κυπριακού. Οι Τουρκοκύπριοι ψήφισαν με βασικό κριτήριο την πορεία του επιβαλλόμενου από την Άγκυρα μετασχηματισμού του ψευδοκράτους, αλλά και την ανάγκη της ίδιας της κοινότητας να επανακαθορίσει τις σχέσεις της με την Τουρκία.

Στη μια πλευρά του διλήμματος ήταν το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ), το οποίο τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε «τοπικό φορέα» υλοποίησης του μνημονίου της κυβέρνησης Έρντογαν. Το κόμμα ταυτίστηκε πλήρως με τις επιλογές της Άγκυρας και επιδίωξε να γίνει ο κυριότερος εκπρόσωπος της αντικατάστασης των «αρχαϊκών δομών» λειτουργίας του ψευδοκράτους από τις νέες δομές του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού. Προσπάθησε να αναλάβει το ρόλο κατάργησης ενός περιβάλλοντος «δυναστείας» όπου η εκτελεστική εξουσία ήταν ταυτόχρονα ο απόλυτος εκφραστής της κεμαλικής-κοσμικής εθνικής βούλησης, αλλά και ο πυλώνας διαμοιρασμού του «πλιάτσικου» με στόχο την παραγωγή και αναπαραγωγή εξαρτήσεων. Πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια ριζικής ανατροπής της ιδρυτικής φιλοσοφίας του ψευδοκράτους και των κύκλων που ανατράφηκαν από αυτό, με στόχο το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς στην Τουρκία και την οριστική ήττα ενός περίεργου μοντέλου «κρατικής» ανάπτυξης.

Η αντίφαση προέκυψε ακριβώς σε αυτό το σημείο: Ο Έρντογαν επέλεξε ως φορέα μετασχηματισμού εκείνη την πολιτική δύναμη που οικοδόμησε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα αυτό που ο ίδιος θέλει να κλείσει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Επομένως για να μετασχηματίσει το ψευδοκράτος θα έπρεπε προηγουμένως να μετασχηματίσει το ίδιο το ΚΕΕ. Ο Έρογλου και το ιστορικό του υπόβαθρο ήταν μια απειλητική παρουσία. Έτσι προέκυψαν οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στο κόμμα, η φυγή της ομάδας Κασιήφ (ομάδα Έρογλου) και η συνεργασία της με τον Ντενκτάς. Μοιραία λοιπόν, η μία συνιστώσα του ευρύτερου πλαισίου των εκλογών ήταν αυτή που εξέφραζε ένα «εισαγόμενο» μοντέλο εκσυγχρονισμού, που εκτός των άλλων περιθωριοποιούσε την Τουρκοκυπριακή κοινότητα ως πολιτική ύπαρξη στην Κύπρο.

Σε αντιπαράθεση με το πιο πάνω, ήταν η αγωνία μιας μεγάλης μάζας της κοινότητας για τις συνέπειες του μνημονίου. Την ίδια στιγμή ήταν και η έκφραση διεκδίκησης για μια αναγκαία αλλαγή, η οποία όμως θα προέρχεται από την τουρκοκυπριακή πολιτική βούληση και τα ιδιαίτερα της χαρακτηριστικά. Σε αυτό το «στρατόπεδο» βρέθηκε η ευρύτερη κεντροαριστερά με επικεφαλής το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα (ΡΤΚ) αλλά και μια μερίδα του τουρκοκυπριακού εθνικισμού έτσι όπως εκφράζεται από το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΚ) και το περιβάλλον Έρογλου. Επομένως το βασικό τους χαρακτηριστικό ήταν η κοινή υπογράμμιση (σε διαφορετικό βαθμό και περιεχόμενο) της εθνοκοινοτικής ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων, της διεκδίκησης χειραφέτησης απέναντι στην Τουρκία, της θέλησης για δημιουργία προϋποθέσεων ενός τοπικού εκσυγχρονισμού που θα λαμβάνει υπόψη την κυπριακή διάσταση της κοινότητας και συνεπώς δε θα περιθωριοποιεί το διαχωριστικό-διαφοροποιητικό στοιχείο από την Τουρκία του Έρντογαν.

Στη βάση του πιο πάνω συλλογισμού, το αποτέλεσμα της κάλπης οδηγεί στα εξής συμπεράσματα: 1) Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα εκφράζει μια γενικότερη απαξίωση προς το πολιτικό σύστημα έτσι όπως εξελίχθηκε από το 1974 (περίπου 30% αποχή). 2) Οι δυνάμεις που ενισχύθηκαν ήταν αυτές που στον ένα ή στον άλλο βαθμό απέρριψαν το τουρκικό μνημόνιο, ενώ κατά την περίοδο 2009-2013 προέβαλαν ξανά το μεγάλο ζήτημα της αναγνώρισης της κοινότητας σε ιστορικό υποκείμενο, αυτή τη φορά απέναντι στην Τουρκία. 3) Αυτοί που επέλεξαν να εκφράσουν σε τοπικό επίπεδο τα ξένα προς την κοινότητα στοιχεία του εκσυγχρονισμού, ηττήθηκαν. Το ΚΕΕ από το 44% βρέθηκε στο 27%, ενώ ο Ιρσέν Κιουτσιούκ – ο «πρωθυπουργός» του μνημονίου – δεν κατάφερε να κερδίσει καν έδρα στη «βουλή». 4) Έστω και αν τα συνολικά ποσοστά της Δεξιάς είναι περίπου στο 50%, εντούτοις η κεντροαριστερά φαίνεται να βγαίνει από το ιστορικό περιθώριο. 5) Ο Έρογλου κατάφερε να ελιχθεί μέσα από τις τεράστιες πιέσεις της Άγκυρας και προς το παρόν να επιβιώσει. Την ίδια στιγμή ο Ταλάτ μπαίνει ξανά στο προσκήνιο ως διεκδικητής της ηγεσίας της κοινότητας.

Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι μετά την 28η Ιουλίου, η πολιτική ζωή στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα είναι στο επίκεντρο μιας ριζικής αναδιαμόρφωσης. Οι αντιπαραθέσεις που έχουν στιγματίσει την πολιτική πραγματικότητα της κοινότητας, στέλνουν σαφώς το μήνυμα της διεκδίκησης για αλλαγή του περιεχομένου των σχέσεων Τουρκοκυπρίων-Τουρκίας. Αυτό γίνεται ανεξάρτητα από το εάν οι κομματικές ηγεσίες των Τουρκοκυπρίων θα διεκδικήσουν αυτή την αλλαγή ή όχι. Στη δημόσια σφαίρα έχουν ήδη καταγραφεί αιτήματα «κυπροκεντρικού» προσανατολισμού, τα οποία υπό προϋποθέσεις ανανοηματοδοτούν το ρόλο της Τουρκίας στην Κύπρο ιστορικά. Ιδιαίτερα ενώπιον της νέας πρωτοβουλίας συνομιλιών, επιβάλλεται όπως οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων αξιολογηθούν στο κυπριακό τους περιβάλλον και να μετατραπούν σε μια βάση διαλόγου και συνεργασίας με τις προοδευτικές-ομοσπονδιακές δυνάμεις της κοινότητας.
Νίκος Μούδουρος
 
Δημοσίευση: Καθημερινή Κύπρου, 4.8.2013
CyprusNews.Eu, 5.8.2013