Τι είναι πραγματικά η «ΤΔΒΚ»;

KKTC BAYRAGI

Σκιαγραφώντας την τ/κ πραγματικότητα, μετά από 30 χρόνια ψευδοκράτους, με τον Νίκο Μούδουρο

Το αίτημα για αυτοδιοίκηση, για αυτόνομη ανάπτυξη, αποκτά στο πλαίσιο της τ/κ Αριστεράς τον χαρακτήρα της συνεργασίας σε ένα κοινό κράτος, ενώ όσο πάμε στα δεξιά του πολιτικού χάρτη βλέπουμε το αίτημα της αυτοδιοίκησης να παίρνει περισσότερο τον χαρακτήρα της ανεξαρτησίας ενός κυρίαρχου κράτους

Του Γιώργου Κακούρη

Εφημερίδα Πολίτης, 24 Νοεμβρίου 2013

Το κλειδί για να κατανοήσουμε το ψευδοκράτος, πέρα από τη γνωστή φόρμουλα την οποία χρησιμοποιεί τα τελευταία χρόνια η ε/κ πολιτική ελίτ, είναι να το δούμε στο ιστορικό του πλαίσιο. «Θα πρέπει να αποδεχθούμε και μια ιστορική συνέχεια που σχετίζεται με την ιστορία της Κύπρου, δηλαδή με την εξελικτική πορεία εμφάνισης χωριστών θεσμών και δομών εξουσίας μέσα στην τ/κ κοινότητα αλλά και ως μια ιστορική ρήξη ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής», μας εξηγεί ο τουρκολόγος Νίκο Μούδουρος, ο οποίος εδώ και χρόνια ασχολείται και αναλύει την τουρκοκυπριακή κοινότητα – τόσο ακαδημαϊκά όσο και ως σύμβουλος του τέως Προέδρου Χριστόφια. Κι αυτό γιατί αν μελετήσουμε τις δομές του «κράτους» του 1983 μπορούμε να δούμε μια συνέχεια με τις δομές που άρχισαν να δημιουργούνται με βίαιο τρόπο από το 1963. Από εκεί και πέρα, αν και είναι σωστή η νοηματοδότησή του με τον όρο «κατοχικό καθεστώς», αυτό που βλέπουμε να εξελίσσεται μέσα στον χρόνο είναι ένα «καθεστώς κηδεμονίας» που αφήνει χώρο, αν και περιορισμένο, για να λειτουργήσουν διαδικασίες εκλογικές και πολιτικές.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τι είναι πραγματικά η «ΤΔΒΚ»;»

Ortak Oylama Ve Sömürge Geçmişimiz

British-Empire

19 Kasım 2013

Nikos Moudouros

Sosyal ve siyasi yaşamda “karşıtları kendine çekme” yöntemi kayda değerdir. “Karşıtları” cezp etme ile ilgili böylesi bir yöntemde çağdaş Kıbrıs tarihi durumu istisna değildir. Kıbrıs Cumhuriyeti’ni hiçbir zaman kabul etmeyen bazı şahıslar, siyasi görüşler ve menfaatler bugün Kıbrıs devletini “kucaklıyorlar” ve belki de sadece federal birleşmeyi reddetmek için argümanlarının merkezine onu koyuyorlar. Gerek Kıbrıs Rum gerekse de Kıbrıs Türk toplumunda var olan bilinen çevrelerin çapraz oy ile ilgili öneriye verdikleri tepkiler, etnik köken zemininde Kıbrıs halkının bölünme geçmişinde desteklenmektedir. Kökleri, İngiliz sömürgeci geçmişinde sınırlı kalabilen tarihsel bir geçmiş…          

Her yerde olduğu gibi Kıbrıs’ta da, sömürgeciliğin temelinde halkın sosyal bölünmesi vardı. Kısacası, özünde ortak bir Kıbrıs vatanseverliğin biçimlenmesinin önüne geçmeye çalışan “böl ve yönet” politikası… Söylenecek şey aslında çok basitti: ortak Kıbrıs vatanseverliği ve işçilerin ortak direnişi, birinci olarak sömürgeci güçlerin, ikinci olarak da yerel elit sınıfın çıkarlarına yönelik bir tehdit unsuruydu. Bu hiçbir zaman bir tesadüf değildi, bu çağdaş anlayış iki devletin milliyetçi liderleri tarafından korunmaktaydı, hatta sömürge döneminden sonra bile korunacaktı.

Bu, Kıbrıs Cumhuriyeti anayasasına da yansıyan bir anlayıştı ve bunun sonucu olarak da, siyasi ve ekonomik gerçekliğin parçalanması doğdu. Kıbrıslı Rumlar ve Kıbrıslı Türkler bu konulara ortak katılma konusunda engellenmektedirler. Üstelik bunu hem Cumhurbaşkanı hem de Başkan Vekili dile getirmekteydi. Bu yöntemle devletin liderleri, toplumun liderleri olarak, halkın bir bölümünün bilinçlerine dönüşmektedirler. Bu çerçevede Kıbrıs’ın iki toplumluluğu, ortak Kıbrıs’ın çıkarını dile getirmiyordu. Aksine, sömürgecilikten ilham alan ayrılma Kıbrıs Rum elit sınıfının, Kıbrıs’ı ikinci bir Yunan devleti olarak algılamasına ve Kıbrıs Türk elit sınıfının da adamızı Anadolu’nun bir uzantısı olarak görmesine yardım ediyordu.

Bu da tam olarak sömürgeci ayrılmadır. Bu da çapraz oyu ve Kıbrıs sorununa bulunacak olası bir çözüm durumunda ortak federal devletin liderliği ile ilgili dönüşümlü başkanlığı reddediyor. İki toplumun önceki liderleri arasındaki, halkın devletin liderliğinin seçilmesi konusuna bütünlüklü katılımından doğan, söz konusu görüş ayrılığının tarihi önemi Kıbrıs’taki sömürgeciliğin köklerini sabote ediyor. Cumhurbaşkanı ve Cumhurbaşkanı Yardımcısı’nın seçilmesi konusunda Kıbrıslı Rumların ve Kıbrıslı Türklerin “karşılıklı bağlılığı”, ortak bir siyasi eylem ile ilgili perspektiflerin önünü açan ortak oy konusu eskiden beri süregelen sömürge sonrası milliyetçiliğin köklerini yerle bir ediyor. Kıbrıs siyasi cephesini birleştiriyor ve vatanımızın ve halkımızın tamamının sorumluluklarına yanıt verecek, yeni bir Kıbrıslı neslinin doğmasına zemin yaratıyor.

Söz konusu öneri, Kıbrıs’taki emperyalizmin geride bıraktığı acıların açtığı yaraların kapanmasına ve ayrı mirasın etkisiz hale gelmesine duyulan büyük bir ihtiyaç zemininde inşa edilmiştir. Öte yandan, bilinen çevrelerce bu önerinin kamuoyu önünde yüksek sesle tartışılması da halk arasında korkuların oluşmasının temel sebeplerinden birisi olmuştur. Kıbrıs cephesinin birleştirilmesi, Kıbrıs vatanseverliğinin oluşturulması ve iki toplumun ortak bir siyasi eylem içine girme yönündeki beklentiler, söz konusu önerinin temel unsurlarıdır. Aynı zamanda, Kıbrıs’ı hiçbir zaman Kıbrıslı Rumların ve Kıbrıslı Türklerin, ayrıca onların çocuklarının birlikte yaşayacakları ortak evi olarak görmeyenlerin bu öneriye bu kadar yüksek sesle tepki vermelerinin de temel sebebi budur.

GazeddaKıbrıs

Ερντογάν, ο ιμάμης

8b-insel

Ένας ξεκάθαρος και κοντινός κίνδυνος για τη δημοκρατία

του Αχμέτ Ινσέλ

(Μετάφραση από τα τουρκικά: Ιλεάνα Μορώνη)

Πριν περίπου δέκα χρόνια, στην υποστήριξη μιας διατριβής στην οποία συμμετείχαμε κι οι δύο, ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας, Ολιβιέ Ρουά (Olivier Roy), ειδικός στο θέμα των ισλαμιστικών κινημάτων, είχε παρομοιάσει το ΑΚΡ[1] με την ισχυρή στη Βαυαρία Χριστιανοκοινωνική Ένωση.[2] Εγώ, από την άλλη, είχα υποστηρίξει ότι ομοιάζει πιο πολύ στον συντηρητισμό του αμερικανικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Ο Ρουά, σε μια συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε στις αρχές του τρέχοντος μηνός, λέει: «Η δύναμη του ΑΚΡ βρίσκεται στο ότι, εγκαταλείποντας τις αναφορές στο ισλαμικό κράτος και στη Σαρία, μετέφρασε τις θρησκευτικές νόρμες σε συντηρητικές αξίες. Το μοντέλο του ΑΚΡ βρίσκεται πιο κοντά όχι στο μοντέλο των Αδελφών Μουσουλμάνων, αλλά σ’ αυτό της αμερικανικής θρησκευτικής Δεξιάς. Άλλωστε, σε θέματα όπως η υπεράσπιση του γάμου και της οικογένειας, η έκτρωση, ακόμα και ο δημιουργισμός (creationism) ή ο περιορισμός της κατανάλωσης αλκοόλ στον δημόσιο χώρο, οικειοποιείται δικά της θέματα. Ο Ερντογάν, ακόμα και στο θέμα της γραβάτας, είναι πιο κοντά στους Μορμόνους, παρά στον σαλαφισμό».[3]

Από τη στιγμή που ο πρωθυπουργός διακήρυξε ότι έχει την αρμοδιότητα, σαν αστυνομία ηθών, να ελέγχει και να εμποδίζει τους φοιτητές και τις φοιτήτριες που θέλουν να νοικιάζουν σπίτια άντρες και γυναίκες μαζί, ειπώθηκαν όλα όσα μπορούσαν να ειπωθούν σε σχέση με το ότι οι δηλώσεις αυτές αποτελούν επέμβαση στην ιδιωτική ζωή. Ο Ερντογάν διέψευσε εντονότατα όσα στελέχη του ΑΚΡ, γνωρίζοντας πώς μια τέτοια προσπάθεια θα απειλούσε τα βασικά δικαιώματα και ελευθερίες, προσπάθησαν να αποσοβήσουν τον κίνδυνο, είτε ισχυριζόμενοι αμέσως ότι η εν λόγω δήλωση ήταν εξ ολοκλήρου ψευδής είτε λέγοντας ότι αφορούσε όσους λειτουργούν πανσιόν χωρίς άδεια. Ένα στέλεχος του ΑΚΡ που συνάντησα την επομένη εξέφραζε τη σαστιμάρα του με τη φράση: «Ο πρωθυπουργός τρελάθηκε! Κανείς δεν μπορεί πια να τον συγκρατήσει».

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ερντογάν, ο ιμάμης»

Δημοκρατικό προπέτασμα καπνού Ερντογάν

Δελτίο Τύπου της Σεβίμ Νταγκντελέν, Βουλευτής και στέλεχος του Αριστερού Κόμματος της Γερμανίας, και Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ομάδας Φιλίας Γερμανίας-Τουρκίας του Γερμανικού Κοινοβουλίου

30 Σεπτεμβρίου 2013

Δημοκρατικό προπέτασμα καπνού Ερντογάν

 

«Μια διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Τουρκία εξακολουθεί να είναι απλά ένας ευσεβείς πόθος από μέρους της Γερμανικής Ομοσπονδιακής κυβέρνησης: Αντ ‘αυτού, ο δρόμος προς ένα κράτος που βασίζεται στη ισλαμική καταπίεση, όπως αυτή εφαρμόζεται για χρόνια από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένου της πολιτικής δίωξης ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, παραμένει η πικρή πραγματικότητα . Η χαλάρωση της απαγόρευσης της μαντίλας είναι ένα θλιβερό παράδειγμα του περαιτέρω εξισλαμισμού της Τουρκικής κοινωνίας.» Αυτή ήταν η απάντηση της Σεβίμ Νταγκντελέν, Εκπρόσωπος για τις Διεθνείς Σχέσεις της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Αριστερού Κόμματος Γερμανίας και μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Ομοσπονδιακής Βουλής της Γερμανίας, μιλώντας για το «πακέτο εκδημοκρατισμού» που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η Σεβίμ Νταγκντελέν, ο οποία είναι επίσης αναπληρωτής Πρόεδρος της Ομάδας Φιλίας Γερμανίας-Τουρκίας του Γερμανικού Κοινοβουλίου, συνέχισε:

«Η Τουρκική κυβέρνηση προφανώς θέλει να ικανοποιήσει τους θρησκευτικούς και συντηρητικούς ψηφοφόρους της με τη χαλάρωση της απαγόρευσης της μαντίλας στην πορεία προς τις τοπικές και προεδρικές εκλογές το 2014. Κάνοντας μικρές βελτιώσεις και αλλαγές, παράλληλα στόχος της είναι να κάνει την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να ξεχάσουν την καταπίεση των μειονοτήτων στην Τουρκία και την καταστολή των δημοκρατικών διαδηλώσεων. Κρίσιμες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, όπως η κατάργηση του εκλογικού ορίου για εισδοχή στο Κοινοβούλιο του 10% έχουν ανακοινωθεί, αλλά δεν εφαρμόζονται. Δεν έχει πρόθεση να παραχωρήσει αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους ή να βελτιώσει τα δικαιώματα των εργαζομένων και των μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων .
«Μια πιο προσεκτική ματιά στις βελτιώσεις που έχουν ανακοινωθεί για τις μειονότητες στην Τουρκία δείχνει ότι αυτές αποτελούν απλά συμβολικές «μεταρρυθμίσεις», καθώς μόνο τα ιδιωτικά σχολεία θα μπορούν να διδάσκουν στις γλώσσες των μειονοτήτων. Αυτό είναι απλώς ένα οικονομικό μέτρο προς όφελος του κινήματος Γκιουλέν, το οποίο θα ανοίξει τώρα περισσότερο ιδιωτικά σχολεία στις περιοχές των Κούρδων. Οι Αλεβίτες παραπλανούνται με την απλή αλλαγή του ονόματος ενός πανεπιστημίου. Η επιστροφή σε προηγούμενα (Κουρδικά) τοπωνύμια είναι επίσης μια συμβολική χειρονομία, καθώς αυτό ήταν κάτι που ήδη ήταν δυνατό σε πολλούς τόπους, και πολλές πόλεις έχουν ήδη μετονομαστεί.
«Η Γερμανική Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τα ψευδό – δημοκρατικά προπετάσματα καπνού της Τουρκικής κυβέρνησης ως να ήταν πραγματικές μεταρρυθμίσεις . Πρέπει επιτέλους να αντιδράσει στις μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη διοίκηση του Ερντογάν και να σταματήσει κάθε συνεργασία με τις Τουρκικές δυνάμεις ασφάλειας και δικαστικές αρχές μέχρι να τερματιστεί η δίωξη της αντιπολίτευσης και των ατόμων με διαφορετικές πολιτικές απόψεις.»

Η «δύσκολη» ιστορία της καταστροφής στα Γαστριά

 

 

Τα χαράματα της 16ης Ιουλίου 2013 πετρελαιοφόρο πλοίο μετέφερε ποσότητες πετρελαίου στη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα Γαστριά, η οποία ανήκει στην ιδιωτική εταιρεία AKSA. Από διαρροή στους αγωγούς του πλοίου, χύθηκαν στη θάλασσα περίπου 100 τόνοι πετρελαίου μέσα σε ένα δεκάλεπτο, ποσότητες οι οποίες φυσιολογικά έφτασαν και στην παραλία. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ζημιά είναι παραπάνω από τραγική: οι επιπτώσεις στο βυθό της θάλασσας θα διαρκέσουν πάνω από 20 χρόνια, ενώ τα επόμενα 2-3 χρόνια σοβαρές συνέπειες θα κλονίζουν το περιβάλλον ολόκληρης της περιοχής. Ήδη περίπου 5-6 χιλιόμετρα της παραλίας της περιοχής έχουν καταστραφεί και υπολογίζεται να χρειαστούν πάνω από δύο μήνες εργασίας για τον καθαρισμό της. Αυτά σε σχέση με την πρώτη και εύκολη ανάγνωση της πρόσφατης περιβαλλοντικής καταστροφής.

Η δύσκολη πτυχή της ιστορίας όμως πάει μερικά χρόνια πίσω και σχετίζεται ολοκληρωτικά με τις ανακατατάξεις που προκαλεί ο συγκεκριμένος τύπος οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθείται. Τα βόρεια της Κύπρου αποτέλεσαν χώρο πειραματισμού της διαχείρισης δομικών οικονομικών κρίσεων για πάρα πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά. Ταυτόχρονα πολλές ήταν οι τουρκικές κυβερνήσεις που επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις του «περίεργου» καπιταλισμού στα κατεχόμενα διαμέσου της θεμελίωσης του ανοίγματος της αγοράς και της ενίσχυσης του ιδιωτικού (τουρκικού) τομέα. Από τον Οζάλ μέχρι και την Τσιλλέρ, πρωτόκολλα συνεργασίας είχαν στο επίκεντρό τους την πιο πάνω λογική. Όμως όπως και στην ίδια την Τουρκία, έτσι και στην Κύπρο, η πιο ολοκληρωμένη έκφραση ενός ριζικού νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού κορυφώνεται επί της διακυβέρνησης Έρντογαν.

Σε αυτό το πλαίσιο η ενέργεια και ο έλεγχος της από τον ιδιωτικό τομέα, αποκτούν στρατηγική σημασία. Τα προνόμια προς την εταιρεία AKSA, ο ελλιπής έως και μηδαμινός έλεγχος στις εργασίες της, η ρουσφετολογική μεταφορά πηγών κερδοφορίας από το «κράτος» προς την εν λόγω εταιρεία, ήταν στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ημερήσιας διάταξης όλων των πολιτικών κομμάτων που διαχειρίστηκαν την εξουσία στην κοινότητα. Η «δυσκολία» λοιπόν του παρασκηνίου της περιβαλλοντικής καταστροφής ξεκινά τη στιγμή που η τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία αποφασίζουν ότι ο στρατηγικός τομέας του ηλεκτρισμού πρέπει να αποκτήσει και άλλους «εκφραστές».

Στις 12 Ιουλίου 2000, η «κυβέρνηση» συνεργασίας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (επί «πρωθυπουργίας» Έρογλου) αποφάσισε να ενοικιάσει από ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό λόγω των αυξανόμενων αναγκών αλλά και λόγω της ανεπάρκειας της «κρατικής» εταιρείας ηλεκτρισμού (KIB-TEK) να ανταποκριθεί. Άλλωστε μια συνήθης πρακτική είναι η επίκληση και η διόγκωση των προβλημάτων του δημοσίου για να ανοίξει ο δρόμος ενίσχυσης της «αγοράς». Υπεύθυνος για την KIB-TEK ήταν ο τότε «Υπουργός» Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Ιρσέν Κιουτσιούκ.

Το Σεπτέμβριο του 2000 ακολούθησε απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης για έναρξη διαγωνισμού αναφορικά με τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία αρχικά το ψευδοκράτος θα ενοικίαζε για περίοδο πέντε χρόνων. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 η εταιρεία AKSA κερδίζει το διαγωνισμό και υπογράφει τη συμφωνία με την KIB-TEK.

Η τουρκική εταιρεία άρχισε επίσημα τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2003 με τη δημιουργία του σταθμού στα Γαστριά. Προηγουμένως όμως είχαν ανανεωθεί τα σχετικά συμβόλαια και συμφωνίες με τρόπο που να επεκτείνεται η ενοικίαση μέχρι και το 2026. Κεντρικό σημείο της ιδιωτικοποίησης μέρους της παραγωγής ηλεκτρισμού σε αυτή την περίπτωση ήταν και η δέσμευση του «κράτους» για εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ενέργειας από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Ποσότητες που τελικά άλλαζαν, προσαρμόζονταν και αυξάνονταν όχι στη βάση πραγματικών αναγκών, ούτε και των δυνατοτήτων της «κρατικής» εταιρείας των Τουρκοκυπρίων. Η συνεχής αλλαγή των όρων αναφορικά με τις ποσότητες ενέργειας που το «κράτος» είχε την υποχρέωση να αγοράζει είχε την εξής κατάληξη: Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την υποχρέωση του «κράτους» να εγγυηθεί την αγορά περίπου 175 εκατομμυρίων κιλοβατώρων ετησίως, αριθμός που εκτοξεύτηκε στα 825 εκατομμύρια σύμφωνα με απόφαση που ισχύει από τον Ιανουάριο του 2013. 

Πέραν των πιο πάνω και λόγω της εγγυημένης αγοράς ενέργειας από την AKSA, επενδύσεις ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων οδηγήθηκαν στην πληρωμή της εταιρείας και όχι στην ανάπτυξη της δημόσιας δομής της κοινότητας. Την ίδια στιγμή οι δύο μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού που συνδέονται με την KIB-TEK υποχρεώθηκαν να εργάζονται μόνο στο 56% και 14% αντίστοιχα των δυνατοτήτων τους, ενώ η μονάδα παραγωγής στα Γαστριά στο 71%. Η συνέχεια είναι το ίδιο τραγική… οι συμφωνίες περιλαμβάνουν και το μέλλον αφού μέχρι και το 2024 το ψευδοκράτος θα πρέπει να πληρώσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην εταιρεία, ακριβώς λόγω της δέσμευσης του σε εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ηλεκτρισμού.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό περιβάλλον σταδιακά η KIB-TEK μετατράπηκε σε ένα είδος «κακού παιδιού», ενώ η AKSA φάνταζε πλέον ως ο «σωτήρας» της επίλυσης του πιο βασικού καθημερινού προβλήματος που αντιμετώπιζε η Τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 1974 και μετά: αυτό της διακοπής στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Όμως ο «ιερός μανδύας» της σωτήριας εταιρείας δε ήρθε μόνος. Συνδυάστηκε με την ολοκληρωτική υποταγή, την καθολική απελευθέρωση της δραστηριότητας της από ελέγχους και φυσιολογικά στην αναστολή κάθε προσπάθειας βελτίωσης κοινωνικών και δημόσιων υπηρεσιών που σχετίζονται είτε με την ενέργεια, είτε με την προστασία του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό… οι υπηρεσίες του ψευδοκράτους δεν απέκτησαν καμιά απολύτως υποδομή αντιμετώπισης της πρόσφατης καταστροφής με αποτέλεσμα το κύριο βάρος του καθαρισμού της θαλάσσιας περιοχής να πέσει στους ώμους εθελοντών και φυσικά της… AKSA.

Η «δύσκολη» πτυχή της ιστορίας θα έχει και συνέχεια. Το 2014 προγραμματίζεται η έναρξη λειτουργίας του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία. Μέσα από το φιλόδοξο έργο επιδιώκεται η ολοκληρωτική κυριαρχία της επιχειρηματικής ελίτ σε δύο στρατηγικά ζητήματα ως προς την ενίσχυση των δομών ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τόσο ο αγωγός, όσο και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης Έρντογαν για δημιουργία χώρου αποθήκευσης πετρελαιοειδών με στόχο την ενσωμάτωση στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταφέρουν πλέον τα ζητήματα οικονομίας, περιβάλλοντος και λύσης, σε νέα πιο πολύπλοκα επίπεδα.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στη cyprusnews.eu στις 19 Ιουλίου 2013

Το στάτους κβο, τα επικοινωνιακά και η δύσκολη πραγματικότητα

 

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Μια κλασσική, κυρίαρχη ανάγνωση της Τουρκίας και ιδιαίτερα της πολιτικής που ακολουθεί στην Κύπρο, υπογραμμίζει εμφαντικά την προσπάθεια της Άγκυρας για διατήρηση του «στάτους κβο». Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει την πολιτική εκείνη που έχει ως στόχο της, τη διατήρηση της διχοτομικής κατάστασης στην Κύπρο έτσι όπως προέκυψε από την εισβολή του 1974. Αυτή ήταν και η αντίληψη που οδήγησε τελικά – μεταξύ άλλων – και στην ερμηνεία της αντιπαράθεσης της τουρκικής κυβέρνησης με τον Ραούφ Ντενκτάς την περίοδο 2002-2004 ως ένα «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ως τέτοιο που ήταν φυσιολογικά οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι τελικά η Άγκυρα θα συμβιβαστεί με τον Ντενκτάς και θα τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Ανάν.

Από το αποτέλεσμα της τότε διαδικασίας γίνεται εύκολα κατανοητό ότι αυτή η μονοδιάστατη και κάποτε βολική ερμηνεία μιας «αιωνίως αμετακίνητης» τουρκικής πολιτικής, είχε ξεπεραστεί από την ίδια την ιστορία. Τελικά η Άγκυρα, για τους δικούς της λόγους, επιδίωξε και κατάφερε την απομάκρυνση Ντενκτάς από την ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Υπό αυτή την έννοια, συνέβαλε στην αλλαγή του «στάτους κβο» ανάμεσα στην κοινότητα, εξέλιξη που απελευθέρωσε νέες πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρέασαν σε κάποιο βαθμό και την πορεία του Κυπριακού.

Η απομάκρυνση Ντενκτάς από την τουρκοκυπριακή ηγεσία, η στήριξη του σχεδίου Ανάν, αλλά ιδιαίτερα το τι ακολούθησε σε σχέση με τη διαχείριση των κατεχομένων από την Άγκυρα, επιβεβαιώνουν φορτικά ότι η τουρκική κυβέρνηση δε βολεύεται από την υπάρχουσα κατάσταση. Ανεξάρτητα εάν εκείνο που επιδιώκει γίνεται αποδεχτό από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, η σημασία έγκειται στο ότι η υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο γενικά, ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων και το ιδεολογικό περίγραμμα που κυριαρχούν στα κατεχόμενα ειδικά, δεν είναι κάτι που «ανέχεται» η σημερινή τουρκική ηγεσία. Ο βασικός λόγος για τα πιο πάνω, βρίσκεται στον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας. Βρίσκεται στις ανάγκες που έχει δημιουργήσει ο συγκεκριμένος μετασχηματισμός στο εσωτερικό της. Είναι τελικά μια συνέχεια ή ένα μέρος της ίδιας της αλλαγής που επικράτησε στη χώρα. Όπως το προηγούμενο «στάτους κβο» στην Άγκυρα δεν ήταν ανεκτό από τον Έρντογαν, στον ίδιο βαθμό μη ανεκτό ήταν και το στάτους κβο στις βόρειες περιοχές της Κύπρου.

Από το 2004 μέχρι σήμερα έχουν συμβεί πολλά. Όμως το προαναφερθέν δίλλημα επανεμφανίζεται δυναμικά. Η ανατροπή του παλαιού-κεμαλικού στάτους κβο στην Τουρκία, αναζητεί τρόπους «διαφυγής» και στην Κύπρο. Η κατάργηση των λεγόμενων κόκκινων γραμμών του κεμαλισμού στην έδρα του, εξάγεται και στο νησί. Η παραγωγή και αναπαραγωγή εσωτερικών εχθρών στην Τουρκία με τρόπο που να ταιριάζουν στην ενίσχυση της νέας ισλαμικής εξουσίας, είναι μια διαδικασία που καθρεφτίζεται έντονα και στη δική μας περιοχή. Είτε γίνεται αντιληπτή, είτε όχι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα προκαλεί – ή πρέπει να προκαλεί – ενδιαφέρον και ερωτηματικά. Για παράδειγμα η πρόσφατη ομολογία του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου ότι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει καταφέρει να συναντηθεί με τον Έρντογαν και ότι ο Νταβούτογλου ακύρωσε δύο συναντήσεις που είχε μαζί του, δεν αποτελεί «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ούτε και η αποκάλυψη ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έστειλε στην Κύπρο επικοινωνιολόγους για να βοηθήσουν στην επικράτηση Κιουτσιούκ στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, αποτελεί ένα «παιχνίδι καλού-κακού» με στόχο να αποπροσανατολίσει τους Ελληνοκύπριους. Αποτελούν ειδήσεις μιας γνήσιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης στα πλαίσια της Δεξιάς, χωρίς βεβαίως να μπορεί κάποιος να μαντέψει τις κατευθύνσεις και την τελική της κατάληξη. Όμως είναι γεγονός ότι ο Έρογλου και ο κύκλος του, με λίγα λόγια η «ιδρυτική φιλοσοφία» των χωριστών δομών εξουσίας στην Κύπρο έτσι όπως επικράτησαν μετά την εισβολή του 1974, αποτελούν εμπόδια στην επικράτηση της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αποτελούν τις «παλαιές» κόκκινες γραμμές, τα «ξένα σώματα» σε ένα πεδίο που διεκδικεί η νέα κυρίαρχη αντίληψη της Τουρκίας. Για αυτό το λόγο, η πιθανότητα σοβαρών ανατροπών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μέχρι και την επόμενη εκλογή του ηγέτη της κοινότητας το 2015, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στη σφαίρα του ουσιαστικού παρά του επικοινωνιακού.

Άλλωστε οι ρυθμοί αλλαγών στα κατεχόμενα δεν αφήνουν άλλα περιθώρια. Το πρόγραμμα που επιβάλλεται μετασχηματίζει δομές και κοινωνία, με τρόπο που προκύπτει ενώπιον μας ένα «νέο και άγνωστο» περιβάλλον. Τόσο στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, όσο και στο ιδεολογικό πλαίσιο η κατάσταση πραγμάτων που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε σταδιακά ανατρέπεται προκαλώντας αντιδράσεις. Αυτές ακριβώς οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων είναι που αποκτούν σήμερα μια νέα σημασία. Διότι οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις δεν αναζητούν τη διατήρηση του «παλαιού στάτους κβο», δεν επιθυμούν τη συνέχιση των «αρχαϊκών» κόκκινων γραμμών της ανακήρυξης χωριστών δομών, αλλά ούτε και επικροτούν την επιβολή της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αντίθετα διεκδικούν την αλλαγή της σχέσης της κοινότητας με την Τουρκία. Κάτι που εφόσον ορίζεται από τα προοδευτικά ρεύματα, δεν μπορεί παρά να αποτελεί διεκδίκηση αλλαγής του ρόλου της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Συνεπώς αυτές οι αντιδράσεις ενδιαφέρουν και επηρεάζουν την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

ΠΗΓΗ: Δεύτερη Ανάγνωση, 10 Ιουλίου 2013

http://www.defterianaynosi.com/

«Χαιρετίσματα στον Χριστόφια από τους δημοτικούς υπαλλήλους μας»

afrika logosuΑΦΡΙΚΑ, 4.1.2012

Άρθρο Şener Levent:

Είσαι ενήμερος, σύντροφε Χριστόφια;

Οι δημοτικοί υπάλληλοι μας θέλουν να σε επισκεφθούν.

Δεν φτάνουν τα δικά σου…

Τώρα θα σου φορτώσουν και τα δικά τους…

Κι αν θελήσουν να’ ρθουν, δεν μπορείς να τους το αρνηθείς…

Δεν είσαι ο Πρόεδρος ολόκληρης της Κύπρου; Ο Πρόεδρος όλων μας;

Πρέπει να τους αγκαλιάσεις κι αυτούς…

Εξάλλου, με κάθε ευκαιρία δεν διαλαλείς ότι «και οι Τ/κοι είναι συμπολίτες μας»;

Η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά δεν το θεωρώ αρκετό, αλλά σκέφτομαι «κάτι είναι κι αυτό».

Όταν όμως συγκρίνω (τα δικά σου λόγια) με τα λόγια του Αρχιεπισκόπου ότι «Είμαστε ένα χριστιανικό κράτος», τότε μπορώ να πω, ότι είναι σαν το τριαντάφυλλο…

Αν όμως έλεγες ότι «Οι Τ/κοι είναι συνεταίροι αυτού του κράτους», θα ήταν καλύτερα.

Μην ανησυχείς…

Καταλαβαίνω τη στάση σου…

Δεν θέλεις να ανοίξεις το Κουτί της Πανδώρας…

Ωστόσο, λίγο προτού εγκαταλείψεις το θώκο σου, μπορείς να κάνεις μια τελευταία κίνηση προβαίνοντας στην πιο πάνω δήλωση…

Η τελευταία σου δήλωση μπορεί να είναι η ακόλουθη: «Τέλος στην κατοχή, ζήτω η συνεταιρική Δημοκρατία του 1960».

***

Ας μην μακρηγορήσω…

Έχεις χαιρετίσματα από τους δημοτικούς υπαλλήλους μας…

Αν είναι γραφτό τους, θα έρθουν να σε δουν…

Δεν ξέρω αν σε έχουν ήδη ενημερώσει γραπτώς ή διαβίβασαν το αίτημα τους μέσω κάποιας άλλης οδού…

Όμως, αυτό ανακοίνωσαν χθες (ότι θα έρθουν να σε δουν)…

Να το ξέρεις…

Το βόρειο τμήμα της Λευκωσίας είναι εδώ και μήνες άνω κάτω…

Δεν έμεινε ούτε δήμος ούτε ξεδήμος…

Ήχησαν οι σειρήνες της χρεωκοπίας…

Όλα έπιασαν πάτο…

Ζούμε μέσα στα σκουπίδια…

Είναι και ο μπελάς του ηλεκτρισμού…

Είναι και οι υπάλληλοι της ηλεκτρικής…

Διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε όσους δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς…

Μεταξύ των οποίων και τα δημαρχεία…

Έκοψαν και τον οδικό φωτισμό…

Παντού σκοτάδι…

Μαύρα κατάμαυρα, πίσσα…

***

Από τη μια σκουπίδια, από την άλλη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και από την άλλη η διακοπή υδροδότησης…

Οι απεργούντες άρχισαν να κόβουν και το νερό…

Ακόμα και οι νεκροί μας είναι επί ξύλου κρεμάμενοι…

Ακόμα και αυτούς δεν τους θάβουν…

Τη δουλειά της ταφής ανέλαβε το τμήμα θρησκευτικών υποθέσεων…

Έτσι έχουν τα πράγματα αγαπητέ σύντροφε…

Σας τα γράφω τόσο καιρό , αλλά δεν με πιστεύετε…

Εσείς μας φορτώσατε το μπελά της κατοχής στην Κύπρο, αλλά εμείς πληρώνουμε το τίμημα…

Εγκαταλείψατε τους καημένους Τ/κους αδελφούς σας στο έλεος του κατακτητή στην κατεχόμενη περιοχή και εσείς μαζευτήκατε στις ελεύθερες περιοχές…

Ωχ αμάν ωχ…

Εσείς ελεύθεροι…

Εμείς αιχμάλωτοι…

Αυτό, χωρά να γραφτεί σε βιβλίο;

***

Εν πάση περιπτώσει…

Δεν υπάρχει νόημα να σκαλίζουμε αυτή την πληγή κάθε τρεις και λίγο…

Όμως δεν θέλω κατ’ ουδένα λόγο να νομίζουν ότι εμείς είμαστε σε καλύτερη μοίρα, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι Ε/κοι αδελφοί μας…

Ποτέ η κατάσταση στο βορρά δεν ήταν καλύτερη από αυτήν στο νότο…

Εξάλλου και δεν μπορούσε να είναι…

Ο κατακτητής λαξεύει τα πάντα στα μέτρα του…

Αυτά που του περισσεύουν τα δίνει σε μας σαν μάννα εξ’ ουρανού…

Εμείς το πολύ-πολύ είμαστε μόνο το παχύ του έντερο…

Η αλήθεια είναι ότι ενθουσιάστηκα όταν άκουσα πως οι δημοτικοί μας υπάλληλοι θα έρθουν κοντά σου…

Όμως όταν διάβασα πιο προσεκτικά τα όσα είπαν, έχασα τον ενθουσιασμό μου…

Θα έρθουν, αλλά υπάρχουν προϋποθέσεις…

Εάν μέχρι και σήμερα η δική μας κυβέρνηση δεν επιλύσει τα προβλήματα τους, τότε και μόνο θα έρθουν σε σένα…

Εδώ και τέσσερις μήνες δεν μπορούν να πληρωθούν τους μισθούς τους…

Εδώ και πέντε-έξι χρόνια δεν τους καταβάλλονται οι κοινωνικές ασφαλίσεις…

Εάν η κυβέρνηση επιλύσει σήμερα τα προβλήματα τους, δεν θα έρθουν κοντά σου…

Εάν δεν επιλυθούν, θα έρθουν…

Καταλαβαίνεις δηλαδή…

Η απειλή ότι θα αποταθούν σε σένα, ίσως βοηθήσει για να γίνει η δουλειά τους!

Σκέψου…

Πως καταντήσαμε…

Δηλαδή εάν η κατοχική κυβέρνηση λύσει τα προβλήματα μας, τότε δεν υπάρχει θέμα, εάν δεν τα επιλύσει, τότε δεν την αναγνωρίζουμε. Αναγνωρίζουμε εσένα!

Με τι μοιάζει αυτό; Ξέρεις;

Με το άνοιγμα της σημαίας της ΤΔΒΚ  στην κερκίδα των οπαδών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στο παιχνίδι ΑΠΟΕΛ-ΟΜΟΝΟΙΑ…

Ξέρω και στο νότο κάποτε συμβαίνουν τέτοια περιστατικά…

Κάποιοι που νοιώθουν αδικημένοι και δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους, λένε ότι θα αποταθούν στο βορρά και θα ζητήσουν βοήθεια…

Μην δίνεις σημασία…

Εμείς οι Κύπριοι πάντοτε έτσι ήμασταν …

Όμως εάν τελικά έρθουν σε’ σένα πες τους:

-Δεν τίθεται θέμα για να γλιτώσει μοναχά ο ένας…Ή όλοι μαζί ή κανένας μας!

Εσωκομματική Αντιπαράθεση Κορυφής στην Τουρκία;

Του Δρ. Ιωάννη Γρηγοριάδη

Ενώ το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) εορτάζει τα δέκα χρόνια από την ίδρυσή του, η μακροβιότητά του και η απήχηση που απολαμβάνει στην τουρκική κοινωνία εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν τους πολιτικούς αναλυτές. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, γίνονται αισθητά τα συμπτώματα μιας αντιπαραθέσεως που μπορεί να οδηγήσει στην πρώτη σοβαρή εσωκομματική κρίση κορυφής.

Αντικείμενο της αντιπαραθέσεως αποτελεί η νέα ισορροπία δυνάμεων στην ηγεσία του κόμματος και της κυβερνήσεως δεδομένης της επιθυμίας του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μεταβεί στον θώκο της προεδρίας της δημοκρατίας το 2014.  Η πρόθεσή του να ελέγξει πλήρως την διαδικασία διαδοχής στην πρωθυπουργία και την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος έχουν δημιουργήσει δυσαρέσκεια σε αρκετά από τα ιδρυτικά του στελέχη. Πρώτος ανάμεσά τους ο πρόεδρος της δημοκρατίας Αμπντουλλάχ Γκιουλ. Οι σχέσεις Ερντογάν-Γκιουλ, αν και όχι πάντοτε ακύμαντες, υπήρξαν καθοριστικές για την υπέρβαση δύο μειζόνων κρίσεων. Το 2002, η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κ. Ερντογάν οδήγησε στην ανάδειξη Γκιουλ στην πρωθυπουργία. Η ταχεία νομοθετική άρση του κωλύματος και η παράδοση της πρωθυπουργίας στον κ. Ερντογάν ήταν ενδεικτική του πνεύματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο ανδρών. Η κίνηση αυτή ανταποδόθηκε το 2007, όταν ο πρωθυπουργός Ερντογάν υπέδειξε τον τότε υπουργό εξωτερικών Γκιουλ ως υποψήφιο για το αξίωμα του προέδρου της δημοκρατίας και επέμενε στην εκλογή του παρά τις σφοδρές αντιδράσεις στρατού και αντιπολιτεύσεως.

Όλα αυτά μοιάζουν πλέον να ανήκουν στο παρελθόν. Οι διαφοροποιήσεις του προέδρου Γκιουλ από τις επίσημες κυβερνητικές θέσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνέπεια του υπερκομματικού χαρακτήρα του αξιώματός του. Ωστόσο, η μελέτη των ποιοτικών χαρακτηριστικών των κινήσεών του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επιδιώκεται πλέον η αποτύπωση ενός διακριτού πολιτικού στίγματος. Καθοριστικό σημείο αποτελεί το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο αποτέλεσε πρωτεύον στοιχείο της πολιτικής του ηγεμονίας την τελευταία δεκαετία, αλλά δείχνει να έχει παραμερισθεί μετά την τρίτη διαδοχική εκλογική επιτυχία του κόμματος το 2011.

Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως στρατηγικός στόχος της Τουρκίας αναφέρεται σταθερά από τον κ. Γκιουλ στις δημόσιες παρεμβάσεις του, την ώρα που το ζήτημα έχει ουσιαστικά αφαιρεθεί από την πολιτική ατζέντα Ερντογάν. Επιπλέον, η γραμμή Γκιουλ εμφανίζεται να αποφεύγει την πολωτική αντιπαράθεση με το αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και τις κοινωνικές δυνάμεις που αυτό εκπροσωπεί. Ενδεικτική ήταν η αντίθεση Γκιουλ στην απαγόρευση διεξαγωγής ξεχωριστών εορτασμών της αντιπολιτεύσεως ανήμερα της επετείου για την ανακήρυξη της τουρκικής δημοκρατίας. Τέλος, η αναπομπή κρισίμων νομοσχεδίων, όπως αυτό για την πρόωρη διεξαγωγή των δημοτικών εκλογών το φθινόπωρο του 2013, η οποία αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της προεκλογικής καμπάνιας Ερντογάν, έχει και αυτή την σημασία της.

Μέχρι πού μπορεί να φθάσει αυτή η αντιπαράθεση; Το ενδεχόμενο παράλληλης υποψηφιότητος Ερντογάν και Γκιουλ στις προσεχείς προεδρικές εκλογές δεν φαντάζει αυτήν την στιγμή ως το πιθανότερο σενάριο, δεν μπορεί όμως να αποκλεισθεί. Η στάση της οργανώσεως του Φετχουλλάχ Γκιουλέν, η οποία και επηρεάζει ικανό τμήμα των στελεχών και της εκλογικής βάσεως του κυβερνώντος κόμματος, θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα στις εξελίξεις. Εδώ και αρκετό καιρό οι εφημερίδες του συγκροτήματος Γκιουλέν ασκούν όλο και δριμύτερη κριτική στις επιλογές της κυβερνήσεως Ερντογάν. Ωστόσο, δεν είναι αυτονόητη ούτε η σύμπλευση Γκιουλέν και Γκιουλ, ούτε η ευθεία αμφισβήτηση Ερντογάν. Δέκα χρόνια μετά την ίδρυση του ΑΚΡ, η μεταφορά των κρισίμων πολιτικών αντιπαραθέσεων από την τουρκική βουλή στις τάξεις του κόμματος είναι ενδεικτική της πολιτικής του ηγεμονίας.

 

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» την 20η Νοεμβρίου 2012) 

Εμείς με την Τρόικα και εκείνοι με τον Ερντογάν: Η αλλαγή στην σχέση Τουρκοκυπρίων-Άγκυρας

Από τις κινητοποιήσεις των Τουρκοκυπρίων το 2011: «Θέλουμε να είμαστε ο αφέντης του σπιτιού μας»

Την εβδομάδα, που πέρασε υπήρξαν δύο ενδιαφέρουσες κινήσεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα: από την μια, η τουρκοκυπριακή συντεχνία δασκάλων εξέδωσε μια δήλωση καταπέλτη για την τούρκικη πολιτική στη βόρεια Κύπρο, αποκαλώντας την αποικιακή, ενώ από την άλλη, στο χώρο της τουρκοκυπριακής δεξιάς, εξακολουθεί να υπάρχει ένταση μετά την οριακή νίκη του Κουτσιούκ – τον οποίο στήριζε η Άγκυρα – ενάντια στον υποψήφιο που στήριζε ο Έρογλου.

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την ηγεμονία της αναζητώντας τοπικά ερείσματα:
Αυτές οι αντιπαραθέσεις ξεφεύγουν από τα συνηθισμένο ελληνοκυπριακό κλισέ, που διαχώριζε όλους τους τουρκοκύπριους από την Άγκυρα για να κατασκευάσει ένα βολικό, αλλά και κάπως απλοϊκό σχήμα καλών–κακών, αναλόγως των ε/κ αναγκών και επιθυμιών. Ιστορικά, η αντιπαράθεση με την Τουρκία εστιαζόταν στην τουρκοκυπριακή αριστερά. Η σταδιακή αντιπαράθεση, ωστόσο της τουρκοκυπριακής κοινότητας γενικότερα με την Άγκυρα, φαίνεται να αποκτά νέες δυναμικές, όπως φαίνεται και από τις αντιπαραθέσεις στο χώρο της τ/κ δεξιάς.

Για να γίνει κατανοητό το πλαίσιο, αξίζει να δει κάποιος ποιό είναι το μοντέλο, το οποίο προωθεί η Άγκυρα. Όπως παρατηρεί ο Ν. Μούδουρος: «…θα πρέπει να σημειωθεί, ότι λόγω και της υφιστάμενης σχέσης κατεχομένων-Τουρκίας, η εξαγωγή αυτού του μοντέλου εκσυγχρονισμού φέρει μαζί της στην Κύπρο, τα κεντρικά χαρακτηριστικά της συνταγής που ακολούθησε το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία. Δηλαδή το συνδυασμό του νεοφιλελευθερισμού με το σημερινό τουρκικό πολιτικό Ισλάμ.»

 
Σε αυτό το πλαίσιο, η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε μια απειλή από το εγγύς εξωτερικό της. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει και μια σχετική αναλογία με τη σχέση Ελληνικού κράτους και ελληνοκυπριακής κοινότητας πριν το 1974.

Αξίζει, ωστόσο να δούμε ευρύτερα τη σχέση Τουρκίας και Ερτογάν με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιστορικά – αφού η Κύπρος υπήρξε ένα σημείο, στο οποίο ο Ερτογάν στηρίχθηκε στην αντιπαράθεσή του με τον στρατό. Και η τωρινή του αντιπαράθεση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα εκφράζει και τις αλλαγές στην Τουρκία, αλλά σηματοδοτεί και τη συντηρητική, πια, στροφή του κόμματος του, αφού έχει «ολοκληρωθεί ο εκδημοκρατισμός», τον οποίο μπορούσε να προωθήσει. Και σε αυτό το πλαίσιο οι τουρκοκύπριοι, όπως και οι Κούρδοι στο εσωτερικό της Τουρκίας, αποτελούν κοινότητες που εκφράζουν με την εμπειρία τους το τέλος μιας περιόδου. Και ταυτόχρονα, θέτουν και το ευρύτερο ζήτημα της θέσης των Τουρκοκύπριων ανάμεσα σε τρεις «παίκτες»: την Τουρκία και την υπεροπτική στάση του «Χαλίφη», την ελληνοκυπριακή κοινότητα και το ζήτημα της λύσης και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειρωνικά οι Τουρκοκύπριοι, πιεσμένοι από παντού, εξακολουθούν να είναι το κεντρικό σημείο ένα κόμβου.

Όταν η βόρεια Κύπρος λειτουργούσε ως καταλύτης για τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας:
Η διαμάχη στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, το ιστορικό κόμμα της τουρκοκυπριακής δεξιάς, αποτελεί, ίσως, το πιο εκφραστικό δείκτη του γεγονότος ότι η σχέση Ερτογάν και Τουρκοκυπρίων έχει φτάσει, πια, σε σημείο ευρύτερης αντιπαράθεσης. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα υπήρξε καθοριστικής σημασίας στην άνοδο του Ερτογάν στην εξουσία – η Κύπρος υπήρξε το πεδίο, όπου ηττήθηκε για πρώτη φορά ένα είδος κεμαλισμού και μάλιστα, με ένα λαϊκό κίνημα με αριστερές προεκτάσεις και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ενώ ο Ερτογάν βρισκόταν σε αντιπαραθεση με το στρατό στην Τουρκία, η στάση τους στην Κύπρο – στάση συμπαράστασης στους Τουρκοκύπριους, αλλά και στάση υποστήριξης της διαδικασίας της λύσης – ήταν ένα είδος εισιτηρίου για τις δημοκρατικές του προθέσεις, αλλά και για τις ειρηνικές προεκτάσεις της πολιτικής των μηδαμινών προβλημάτων του Νταβούτογλου. Και σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι το στρατιωτικό σχέδιο «βαριοπούλα», με βάση το οποίο ο Ερτογάν ξήλωσε ουσιαστικά ότι απέμεινε από το κεμαλικό βαθύ κράτος στο στρατό, είχε ως στόχο την πιθανή λύση του κυπριακού, το 2004.
 
Σήμερα, ωστόσο, τα δεδομένα φαίνεται να αλλάζουν δραματικά. Ο Ερτογάν δεν είναι πια ένας ηγέτης που προσπαθεί να εκδημοκρατικοποιήσει τη χώρα του – αντίθετα, βρίσκεται στο απόγειο της δύναμης του και ήδη, μερικοί άρχισαν να τον ειρωνεύονται ως  χαλίφη. Στο εξωτερικό, η Τουρκία βρίσκεται, ήδη, σε αντιπαραθέσεις με τον περίγυρό της. Στο εσωτερικό, η ένταση με τους Κούρδους φαίνεται να οξύνεται, αλλά και η ένταση με τους κοσμικούς, αλλά και με την αριστερά – που σε ένα μεγάλο βαθμό ανέχτηκε τον Ερτογάν ως φορέα εκδημοκρατισμού απέναντι στον στρατό. Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του με την τουρκοκυπριακή κοινότητα άρχισε να παίρνει μια αρνητική στροφή, από το 2011. Στις αρχές του χρόνου, ο Ερτογάν έκανε μια σειρά από παρεμβάσεις, απαιτώντας ουσιαστικά αλλαγές στις τουρκοκυπριακές δομές εξουσίας. Η οπτική από την Άγκυρα ήταν ότι το τουρκοκυπριακό προτεκτοράτο ήταν ένα πλουσιοπάροχα επιδοτούμενο μόρφωμα και έπρεπε να ενταχθεί στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της τούρκικης πολιτικής. Το πρόβλημα της Άγκυρας ήταν, ακριβώς η μη ύπαρξη στην Κύπρο, λόγω της διαφορετικής ιστορικής εμπειρίας, ένα μαζικού ισλαμικού κινήματος στο οποίο να στηριχθεί η απόπειρα επιβολής της νέας ηγεμονίας στην οποία προσβλέπει η Άγκυρα. Η αντίδραση των τουρκοκύπριων στην αφ’ υψηλού κριτική από την Άγκυρα ήταν έντονη. Και ενώ, ήταν η εξωθεσμική αριστερά που κράτησε την σημαία της αντιπαράθεσης πιο έντονα, εντούτοις οι αλλαγές εμφανίστηκαν και στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής δεξιάς, η οποία υπήρξε ιστορικά κεφαλική.

Αναλογίες στην ιστορική εμπειρία των δυο κοινοτήτων:
Θα μπορούσε κάποιος να επεκτείνει την αναλογία με τη σχέση ελληνοκύπριων και ελληνικής κοινωνίας-κράτους: όπως οι Ελληνοκύπριοι και η αντίσταση τους το 1974, αλλά και πριν, βοήθησε, τελικά, τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Ελλάδα, έτσι έγινε και μετά το 2000 στην Τουρκία. Και όπως μετά το 1980, το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να μεταβάλει την Κύπρο από «σύμβολο της δημοκρατίας» σε χώρο επιβολής μιας δικής του ηγεμονίας – που ξεκίνησε με την υπονόμευση του μίνιμουμ προγράμματος τη δεκαετία του 1980 και έφτασε μέχρι και την παρέμβαση στις εκλογές του 1998 – έτσι και ο Ερτογάν και το κόμμα του, φαίνονται να ακολουθούν ανάλογη πορεία. Τα δεδομένα στην Κύπρο ήταν και είναι βέβαια διαφορετικά. Αλλά, οι αλλαγές και οι αντιπαραθέσεις θα επηρεάσουν αναπόφευκτα και τις δυο κοινότητες. Οπότε, η παρακολούθηση των δυναμικών στη βόρεια Κύπρο, ίσως να είναι και ένας καθρέφτης για τη συνολική εικόνα.
 

Δημοσίευση Δέφτερη Ανάγνωση, 13 Νοεμβρίου 2011

www.defterianaynosi.com

Ανοιχτές αντιθέσεις και ασφυκτικές ιμπεριαλιστικές πιέσεις

ΣΥΡΙΑ – ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΩΝ

Σε κλίμα έντασης εξελίχθηκε, όλη τη βδομάδα που μας πέρασε, στη Ντόχα του Κατάρ η σύνοδος συριακών αντικαθεστωτικών οργανώσεων που αυτή τη φορά, σε αντίθεση με τις προηγούμενες, δε χαρακτηρίστηκε από τα χαμόγελα και τα φιλικά «χτυπήματα» στην πλάτη ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις, φιλικά προσκείμενες, σε αυτούς συριακές οργανώσεις. Την ίδια στιγμή σε πλήρη ετοιμότητα έχει τεθεί η αμερικανοΝΑΤΟική βάση της Σούδας όπου έχουν καταφθάσει πολλά αεροπλάνα για ειδικές επιχειρήσεις (όπως αποκάλυψε ο «Ριζοσπάστης») ενώ στρατιωτικές δυνάμεις συσσωρεύονται σε όλη την περιοχή.

Το πλαίσιο ασφυκτικών πιέσεων εντός του οποίου κυλά, μέχρι την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, η σύνοδος είχε εξαρχής τεθεί σαφώς από την Αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών.

Η Χίλαρι Κλίντον μίλησε, χωρίς προσχήματα, περί επείγουσας αναγκαιότητας σύστασης μιας ευρείας οργάνωσης – ομπρέλας στους κόλπους της οποίας θα πρέπει να ενταχθούν εκπρόσωποι όλων των εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων της Συρίας αλλά και όλων των οργανώσεων, εντός και εκτός χώρας, που αυτοπροσδιορίζονται ως αντικαθεστωτικές. Μάλιστα, στηλίτευσε, για πρώτη φορά, τόσο ανοιχτά το «Εθνικό Συριακό Συμβούλιο», την οργάνωση που στήθηκε με ραχοκοκκαλιά τους ισλαμιστές «Αδελφούς Μουσουλμάνους» και με την άμεση παρέμβαση της Τουρκίας αλλά και την συναίνεση της Ουάσιγκτον, ότι δεν είναι «αρκετά αντιπροσωπευτικό» και ότι «δεν εκφράζει ικανοποιητικά όσους μάχονται στο εσωτερικό της Συρίας».

Την ξεκάθαρη τοποθέτηση της Κλίντον ήρθε να συμπληρώσει στα μέσα της βδομάδας η ωμότατη παρέμβαση του Βρετανού πρωθυπουργού Κάμερον, ο οποίος δήλωσε ότι το πρώτο πράγμα που θα συζητήσει με τον επανεκλεγέντα Αμερικανό Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, είναι «το πώς θα διαμορφώσουν τη συριακή αντιπολίτευση». Και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ουίλλιαμ Χέιγκ, έσπευσε να προσθέσει ότι το Λονδίνο επιδιώκει να συσταθεί το γρηγορότερο δυνατό αυτή η οργάνωση – ομπρέλα που ανέφερε η Κλίντον προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου, σε νέες βάσεις, η προοπτική άμεσου εξοπλισμού των αντικαθεστωτικών.

Οξυνση των ανταγωνισμών

Θα ήταν αφελές να μην εντάξει κανείς τη «στροφή» της Ουάσιγκτον ως προς το Εθνικό Συριακό Συμβούλιο και την ωμή παρέμβαση της Βρετανίας στην όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και μεταξύ «φίλιων δυνάμεων», η οποία εκφράστηκε με το «προβάδισμα» που αποπειράθηκε να κατοχυρώσει ο γαλλικός ιμπεριαλισμός. Το Παρίσι, από το περασμένο καλοκαίρι, άφησε ελαφρά στο περιθώριο το «Εθνικό Συριακό Συμβούλιο» για να αναζητήσει τα δικά του ξεχωριστά ερείσματα στο θολό τοπίο των Σύρων αντικαθεστωτικών. Ετσι, επεδίωξε και καλλιέργησε αποκλειστικές σχέσεις με τα λεγόμενα «πολιτικά διοικητικά συμβούλια» που ισχυρίζεται ότι εκλέχτηκαν σε περιοχές κυρίως της βόρειας Συρίας όπου εδώ και μήνες βρίσκονται εκτός του ελέγχου της Δαμασκού. Κατά τις επίσημες ανακοινώσεις, τα συμβούλια αυτά ανέλαβαν την αντιμετώπιση των καθημερινών ζητημάτων στις περιοχές αυτές: δηλαδή τη λειτουργία σχολείων, νοσοκομείων, τη χορήγηση τροφίμων, φαρμάκων κλπ.

Η γαλλική αυτή πρωτοβουλία ήρθε σε μια στιγμή που, αν και σε κοινό μέτωπο απέναντι στο καθεστώς Ασαντ, οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παραδέχονταν ότι ο κατακερματισμός των συριακών αντικαθεστωτικών αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που εμποδίζουν την προώθηση των σχεδιασμών τους για τη Συρία και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η ανυπαρξία ενός ενιαίου συντονιστικού και οργανωτικού αντικαθεστωτικού κέντρου, κατά τα πρότυπα της Λιβύης, εμποδίζει την περαιτέρω ενίσχυση των αντικαθεστωτικών, αφού, όπως αποδείχτηκε περίτρανα ο κατακερματισμός αυτός ευνοεί τις ακραία ισλαμιστικές οργανώσεις. Αυτές, με πιο έμπειρους και πειθαρχημένους μαθητές, αλλά και με σταθερή ροή χρηματικής και εξοπλιστικής υποστήριξης από τις πετρελαιομοναρχίες, τείνουν να καταλάβουν ηγετική θέση στους κόλπους των αντικαθεστωτικών κυρίως στο πεδίο των μαχών και «ξεφεύγουν» του ελέγχου των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Από τη θεωρία…

Μια ενωτική αντικαθεστωτική ηγεσία, επί της οποίας η Ουάσιγκτον θα είχε διασφαλίσει μέγιστη επιρροή, και θα μπορούσε, σε συνεργασία με τμήματα του συριακού καθεστώτος, να προχωρήσει σε ανατροπή του Ασαντ θα ήταν το «ιδανικό σενάριο» για τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού υποστηρίζει σε πρόσφατο άρθρο του στο «Φόρεϊν Αφαίρς» ο πρώην Αμερικανός πρέσβης στο Αφγανιστάν και εξαιρετικά έμπειρος διπλωμάτης Ζαλμάι Κχαλιζάντ. Επιχειρηματολογεί υπέρ μιας «στροφής» της αμερικανικής διπλωματίας που θα αφήσει κάπως στο περιθώριο τους ισλαμιστές, ακόμη και τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους», που αντικειμενικά έχουν καλύτερες σχέσεις με δυνάμεις όπως η Τουρκία ή οι πετρελαιομοναρχίες και θα ακολουθήσουν ευκολότερα τις δικές τους «συστάσεις».

Ο Κχαλιζάντ υποστηρίζει ότι θα πρέπει «να γίνουν γρήγορα βήματα ενίσχυσης μετριοπαθέστερων φωνών στους κόλπους των αντικαθεστωτικών», οι οποίοι θα έχουν επιρροή εντός Συρίας χωρίς να την επιβάλλουν διά της βίας, και θα μπορούν να επικοινωνήσουν με κάποιο τρόπο με πρόσωπα ή τμήματα του καθεστώτος στην κατεύθυνση ενός πραξικοπήματος. Ισχυρίζεται επίσης ότι παράλληλα οι ΗΠΑ θα πρέπει να απεργαστούν ένα ευρύτερο σχέδιο διανομής της εξουσίας εντός Συρίας, στο οποίο «θα υπάρχει χώρος» και για τα ρωσικά ή και τα κινεζικά συμφέροντα, έτσι ώστε να αρθούν οι αντιρρήσεις των δύο αυτών δυνάμεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας και να τερματιστεί η ροή βοήθειας προς το καθεστώς Ασαντ.

Ενας τέτοιος στόχος, εκτιμά ο Κχαλιζάντ, μπορεί να επιτευχθεί αν οι ΗΠΑ «γίνουν ο βασικός, αν όχι ο αποκλειστικός, χορηγός εξοπλισμού και χρημάτων» των αντικαθεστωτικών αυτών δυνάμεων. Και υπολογίζει ότι με τον τρόπο αυτό μπορεί να προετοιμαστεί το έδαφος για να περιοριστεί η δράση των ισλαμιστών ενόπλων και να πραγματοποιηθεί μια «ειρηνευτική διάσκεψη» ανάλογη με αυτήν του Ταΐφ, στη Σ. Αραβία, όπου το 1989 οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις «τα βρήκαν μεταξύ τους» και πέτυχαν τον τελικό συμβιβασμό που έβαλε τέλος στον πολυετή εμφύλιο του Λιβάνου. Ο Κχαλιζάντ, επικαλούμενος την εμπειρία του Αφγανιστάν, θεωρεί ότι αν δεν επιτευχθεί ο σχεδόν απόλυτος έλεγχος των ενόπλων αντικαθεστωτικών από τις ΗΠΑ, χωρίς ενδιάμεσες «στάσεις» στις πετρελαιομοναρχίες, η κατάσταση στη Συρία μπορεί να «εξελιχθεί αρνητικά για τα αμερικανικά συμφέροντα», ενώ έχει αρνητική άποψη για το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης.

…στην πράξη

Σχεδόν ταυτόχρονα με το άρθρο – παρέμβαση του Κχαλιζάντ, πήρε σάρκα και οστά η «εναλλακτική» αμερικανική πρόταση: η Συριακή Εθνική Πρωτοβουλία. Πρόκειται για πρωτοεμφανιζόμενη οργάνωση της οποίας την ιδρυτική διακήρυξη -5 Σεπτεμβρίου- όπου τίθενται σε αδρές γραμμές και οι στόχοι της φιλοξενεί το Ινστιτούτο για τη Μέση Ανατολή «Carnegie», γνωστή «δεξαμενή σκέψης» που προωθεί τους σχεδιασμούς του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ως στόχος τίθεται η «μετάβαση της Συρίας σε ένα δημοκρατικό, κοσμικό, πλουραλιστικό, ισχυρό και σταθερό κράτος» μέσα από μια «ενωτική πολιτική ηγεσία» που θα «φέρει κοντά όλες τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης» με «συνεργατικό και συμπεριληπτικό τρόπο».

Το πλαίσιο «αρχών» της Πρωτοβουλίας είναι η «διασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, της γεωγραφικής ενότητας της χώρας και του λαού, η έναρξη οποιασδήποτε πολιτικής μετάβασης μετά την αποχώρηση Ασαντ και όλων των συνεργατών του». Ως άμεσους στόχους θέτει τη δημιουργία ενός «ταμείου υποστήριξης», την «υποστήριξη του Ελεύθερου Συριακού Στρατού» -τον οποίο ξεχωρίζει από άλλες ένοπλες ομάδες καθώς δεν έχει ισλαμιστές μαχητές- τη διοίκηση των εδαφών που είναι εκτός του ελέγχου της Δαμασκού, την εκπόνηση ενός μεταβατικού σχεδίου και τη διασφάλιση διεθνούς αναγνώρισης.

Για να επιτευχθούν αυτά προτείνει τη δημιουργία τεσσάρων οργάνων: μιας ηγετικής επιτροπής, όπου θα εκπροσωπούνται όλες οι συμμετέχουσες συνιστώσες των αντικαθεστωτικών, ένα ανώτατο στρατιωτικό συμβούλιο, όπου θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των ενόπλων ομάδων σχεδόν μόνο από τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό», μια δικαστική επιτροπή και μια μεταβατική κυβέρνηση τεχνοκρατών. Είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι αν «περπατήσει» η Πρωτοβουλία και «κύριος μέντοράς της» είναι η Ουάσιγκτον, αυτομάτως πιέζονται έως και περιθωριοποιούνται οι ισλαμιστικές ένοπλες ή μη ομάδες αλλά υποσκάπτονται σοβαρά και τα επιτεύγματα του γαλλικού ιμπεριαλισμού.

Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι για την υιοθέτηση ακριβώς αυτού του πλαισίου πιέζουν ασφυκτικά οι ΗΠΑ τη σύνοδο στη Ντόχα. Και έχουν βρει και το κατάλληλο πρόσωπο για ν’ αναλάβει επικεφαλής του σχεδίου τους: τον Ριάντ Σαΐφ, 56χρονο Σύρο επιχειρηματία, ο οποίος έχει χρηματίσει και βουλευτής πριν «συγκρουστεί» με την ηγεσία Ασαντ. Ο Σαΐφ ήταν ο άνθρωπος της «Adidas» στη Συρία -από το 1993- και έχει ενδιαφέρον ότι πέντε χρόνια αργότερα άρχισε να «έχει πολιτικές αναζητήσεις» και έτσι το 2000 ίδρυσε το «Φόρουμ Ανεξάρτητου Διαλόγου» και το 2001 δήλωσε έτοιμος να φτιάξει το δικό του κόμμα. Ο ίδιος αποδίδει τις διώξεις που ακολούθησαν -δύο φορές φυλάκιση- στην πολιτική του δράση αν και μάλλον μεγαλύτερο ρόλο διαδραμάτισε η κόντρα του με την οικογένεια Ασαντ για τη διαχείριση του μονοπωλίου της κινητής τηλεφωνίας στη Συρία.

Επικίνδυνη κλιμάκωση

Οι αμερικανικές πιέσεις στη Ντόχα για την επιβολή της Πρωτοβουλίας και του Σαΐφ ήταν περισσότερο από έντονες. Εξίσου έντονη ήταν και η αντίδραση του «Εθνικού Συριακού Συμβουλίου» που μέχρι την τελευταία στιγμή -την ώρα που γράφονταν οι γραμμές αυτές- απαιτούσε ιδιαίτερη θέση στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας. Εκπρόσωποι άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που στηρίζουν τους αντικαθεστωτικούς τάχθηκαν, επίσης, υπέρ της ενότητας, χωρίς, όμως, να είναι σαφές αν αποδέχονται το «ασφυκτικό» αμερικανικό πλαίσιο. Η δυστοκία στη σύσταση της νέας αυτής οργάνωσης και στους συμμετέχοντές της -καθώς και η πεποίθηση πολλών αναλυτών ότι ακόμη και αν υπάρξει αποτέλεσμα θα αμφισβητηθεί, υπονομευτεί και τροποποιηθεί το επόμενο χρονικό διάστημα- αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι η σύνοδος της Ντόχα αποτελεί σημείο κλιμάκωσης των αντιθέσεων και εντός των «φίλιων» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνες και απρόβλεπτες τις εξελίξεις για τους λαούς της ευρύτερης περιοχής.

 

Ελένη Μαυρούλη

Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 11.11.2012