Μερικές σημειώσεις για την προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ



 Το παρασκήνιο της απολογίας Ισραήλ
Κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονική επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά (2010) μέχρι και τις αρχές του 2013, σημειώθηκαν σημαντικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και Ανατολικής Μεσογείου, οι οποίες φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τις ισορροπίες με τρόπο που να «εξαναγκάζουν» Ισραήλ και Τουρκία σε επανατοποθέτηση-οριοθέτηση κάποιων χειρισμών τους.

Σε σχέση με το Ισραήλ, οι εξελίξεις που φαίνεται να συμβάλλουν προς την προσέγγιση με την Τουρκία έχουν ως εξής: Η λεγόμενη αραβική άνοιξη άλλαξε τις ισορροπίες με τρόπο που το Ισραήλ να ανησυχεί για κάποιες από τις συμμαχίες του. Ο Μουμπάρακ στην Αίγυπτο απομακρύνθηκε, ενώ η μοναρχία της Ιορδανίας συνεχίζει να αντιμετωπίζει πολλές εσωτερικές πιέσεις. Την ίδια στιγμή η Χαμάς κατάφερε να ενισχυθεί στρατιωτικά με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις επιθέσεις εντός του Ισραήλ στα τέλη του 2012, ενώ παράλληλα ο εμφύλιος στη Συρία έφερε στο προσκήνιο πέραν της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και κινήματα όπως οι Σαλαφίδες, οι οποίοι μάλιστα εγγράφονταν στην ισραηλινή αντίληψη και ως κίνδυνος μελλοντικής κυριαρχίας επί του συριακού οπλισμού.
Σε σχέση με την Τουρκία, επίσης υπήρξαν εξελίξεις που προκαλούσαν προβληματισμό στην κρατική ελίτ. Η εμβάθυνση του συριακού εμφύλιου αποδείκτηκε τελικά «ανοιχτή πληγή» και για την Τουρκία, ενώ η σταθερή ενίσχυση (πολιτική και στρατιωτική) του κουρδικού κινήματος ευρύτερα στην περιοχή, έφερνε ακόμα πιο κοντά την προοπτική ανατροπών στο Κουρδικό πρόβλημα. Η αυξανόμενη επιθετική ρητορεία του Ιράν ενάντια στην Τουρκία με αφορμή την εμπλοκή της στο συριακό, ήταν επίσης μια επιπλέον πίεση προς την κυβέρνηση Έρντογαν, η οποία ετοιμάζεται για τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις μέχρι και το 2015.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η αμερικανική παρέμβαση με στόχο την αναπροσαρμογή της ηγεμονίας των ΗΠΑ στην περιοχή, ιδιαίτερα ενώπιον των ανταγωνισμών που γενιούνται μέχρι και την Ασία, ήταν καθοριστική για την (μερική έστω) προσέγγιση Έρντογαν-Νεντανιάχου. Στις 28 Φεβρουαρίου 2013 από τη Βιέννη, ο Έρντογαν κατάγγειλε το σιωνισμό και το φασισμό ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Την ίδια μέρα στην Άγκυρα, ο Αμερικανός ΥΠΕΞ κατά τη συνάντηση του με τον Νταβούντογλου ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ ενοχλούνται από τη συνεχή και αυξανόμενη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο συμμάχων τους. Ακολούθησε η επικριτική επιστολή μελών του Αμερικανικού Κογκρέσου προς τον Έρντογαν στις 12 Μαρτίου 2013. Τα πιο πάνω θεωρήθηκαν από τις ΗΠΑ ως «σημείο καμπής» και ως βάση για πιο ενεργό εμπλοκή τους στην ομαλοποίηση των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ. Η παρέμβαση των ΗΠΑ αρχικά επικεντρώθηκε στην αποστολή προσχεδίων συμφωνίας και εκ του σύνεγγυς συνομιλιών με τις δύο χώρες. Στις 17 Μαρτίου 2013, έγινε το πρώτο σημαντικό βήμα προσέγγισης. Ο επικεφαλής της Ένωσης Επιμελητηρίων Τουρκίας, Ριφάτ Χισαρτζικλίογλου, ανέλαβε την προεδρία της επιτροπής επιδιαιτησίας για επίλυση προβλημάτων μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων επιχειρηματιών. Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ ανέλαβαν δέσμευση στήριξης της τουρκικής κυβέρνησης στα ανοίγματα που θα έκανε στο Κουρδικό[1]. Η δημόσια αμερικανική στήριξη στην πολιτική της Τουρκίας στο Κουρδικό έγινε στις 21 Μαρτίου και την αμέσως επόμενη μέρα, ο Ομπάμα είχε διαμεσολαβήσει για να κλείσει η τελική συμφωνία Τουρκίας-Ισραήλ κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με Έρντογαν και Νεντανιάχου.
Τι προβλέπει η συμφωνία Τουρκίας-Ισραήλ
Η συμφωνία Άγκυρας-Τελ Αβίβ προβλέπει την απολογία του Ισραήλ για τη δολοφονική επίθεση στο Μαβί Μαρμαρά, καταβολή αποζημιώσεων στις οικογένειες των Τούρκων που δολοφονήθηκαν, σταδιακή άρση του αποκλεισμού της Γάζας για αγαθά που θα προορίζονται για ανθρωπιστικούς σκοπούς. Παράλληλα όπως σταματήσουν οι αγωγές εναντίον των Ισραηλινών στρατιωτών στην Τουρκία και να αρχίσει η σταδιακή ομαλοποίηση των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών[2]. Στο περιθώριο της συμφωνίας των δύο αντρών η Τουρκία σχεδιάζει να άρει τα βέτο που έθετε στη συμμετοχή του Ισραήλ σε διάφορες διεθνείς δραστηριότητες με κορυφαία τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ. Στο ίδιο πλαίσιο γίνονται σχεδιασμοί για επανέναρξη κοινών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε όλη την Παλαιστίνη από Τούρκους, Παλαιστινίους και Ισραηλινούς επιχειρηματίες[3].
Διάφορες πτυχές της προσέγγισης Τουρκίας-Ισραήλ
Καταρχήν η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει ξανά την καθοριστική σημασία που έχει το Ισραήλ και η Τουρκία για την αμερικανική στρατηγική στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ιδιαίτερα στη νέα κατάσταση πραγμάτων που δημιουργεί η λεγόμενη αραβική άνοιξη, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να επιδιώκουν την ενίσχυση της συνεργασίας και του συντονισμού δράσης με τις δύο αυτές χώρες[4]. Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι τουλάχιστον στο παρόν στάδιο ένα «αγκάθι» που απασχολούσε τις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις άρχισε να ξεπερνιέται. Συνεπώς η επιδιωκόμενη προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ αναμένεται να έχει σε σύντομο χρονικό διάστημα – εφόσον εμπεδωθεί – αποτελέσματα σε όλα τα βασικά προβλήματα της περιοχής όπως η Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, τα θέματα ενέργειας, αλλά και το Κυπριακό. Άλλωστε θα ήταν σημαντικό να σημειωθεί ότι βασικός στόχος των ΗΠΑ για συνεργασία Τουρκίας-Ισραήλ είναι η μείωση της ιρανικής επιρροής σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Ιράκ «εξαναγκάζει» την αμερικανική ηγεμονία στο να αναζητήσει σταθερούς άξονες συνεργασίας ενώπιον του πολιτικού «κενού».
Η συμφωνία αυτή θεωρείται επιτυχία της Τουρκίας, η οποία μάλιστα έγινε αποδεχτή σχεδόν σε ολόκληρο τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο με θριαμβευτικούς τόνους. Η Άγκυρα στήριξε τις θέσεις της για το επεισόδιο στο Μαβί Μαρμαρά με σταθερότητα και επιμονή, αναγκάζοντας το Ισραήλ σε απολογία για στρατιωτική ενέργεια ίσως για πρώτη φορά[5].
Το σημείο αυτό αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την εικόνα της Τουρκίας αν όχι σε επίπεδο ηγεσιών, σε επίπεδο κοινωνιών στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου. Οι πρώτες τοποθετήσεις από τις νέες εξουσίες σε Τυνησία, Αίγυπτο, αλλά και τα ισλαμικά κινήματα σε χώρες όπως το Κατάρ και η Ιορδανία, δείχνουν ότι η συμφωνία Τουρκίας-Ισραήλ παρουσιάζεται ως μια νίκη της «ισλαμικής κοινότητας» εναντίον των Ισραηλινών μετά από πάρα πολλά χρόνια. Παράλληλα επιβεβαιώνουν σε κάποιο βαθμό την ενισχυόμενη επιρροή της Τουρκίας ως ενός από τους βασικούς «εκπροσώπους» του ισλαμικού κόσμου. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι ο Έρντογαν πριν από την κατάληξη με Ισραήλ, είχε συνομιλίες με την παλαιστινιακή Χαμάς και την Αλ-Φαταχ, το Κατάρ και την Αίγυπτο[6].
Καταλυτική φαίνεται να είναι η επιρροή που ασκεί η προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ στο Παλαιστινιακό, αλλά ιδιαίτερα στο ζήτημα της Γάζας. Η Άγκυρα μέσα από αυτές τις εξελίξεις παρουσιάζεται πλέον ως ένας από τους αποτελεσματικότερους πρωταγωνιστές διαμεσολάβησης για την Γάζα, η οποία έχει ιδιαίτερους πολιτικούς και ιδεολογικούς συμβολισμούς για ολόκληρο το πολιτικό Ισλάμ της περιοχής. Στα πλαίσια των ενεργειών της Τουρκία μετά από αρκετό διάστημα φαίνεται να ξαναρχίζει η συζήτηση για τον αποκλεισμό της Γάζας και την αναγκαιότητα άρσης του, με την Άγκυρα να αποχτά «ηθικό» προβάδισμα ως εξής: καθίσταται η χώρα της οποίας ο θάνατος πολιτών της, ενίσχυσε τις προοπτικές για την μερική έστω άρση του αποκλεισμού μιας ισλαμικής εξουσίας[7]. Σε αυτό το πλαίσιο οργανώνεται και η επίσκεψη Έρντογαν στη Γάζα μέσα στον Απρίλιο-Μάιο.
Η κατάσταση στη Συρία επίσης επηρεάζεται από την προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ. Το Ισραήλ σε συνδυασμό με τη Δύση αναμένουν να δουν ολοκληρωμένα το ιδεολογικό υπόβαθρο της ισλαμικής συριακής αντιπολίτευσης και να έχουν συγκεκριμένες εγγυήσεις για την προοπτική των χημικών όπλων. Η Τουρκία αυτή τη στιγμή είναι μία από τις βασικές δυνάμεις που μπορεί να επηρεάσει προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις το συριακό πολιτικό Ισλάμ[8]. Συνεπώς η προσέγγιση Τουρκίας-Ισραήλ, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να βοηθήσει προς την άμβλυνση της «καχυποψίας» που έχει το Τελ-Αβίβ έναντι της συριακής μουσουλμανικής αδελφότητας. Βέβαια στο σημείο αυτό, αναμένεται να αναδειχθεί περαιτέρω ο ανταγωνισμός Τουρκίας-Ιράν για το μέλλον της Συρίας και γενικότερα της περιοχής.
Η βαθιά εξάρτηση της Τουρκίας από την εισαγωγή ενέργειας, αποτελεί ένα εξίσου σημαντικό θέμα μέσα από την προσέγγιση με το Ισραήλ. Το Ιράν και η Ρωσία είναι η βασικότεροι ενεργειακοί τροφοδότες της Τουρκίας. Παράλληλα, η Τουρκία μέσα από τους αγωγούς επιδιώκει την ανάδειξη της σε βασική ενεργειακή διαδρομή. Συνεπώς η αναδιαμόρφωση των εισαγωγών της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο με τρόπο που να αμβλύνει την εξάρτηση της μόνο από δύο χώρες, καθώς και τα μεγάλα αποθέματα του Ισραήλ, αποτελούν τους πρώτους στόχους της Τουρκίας στον ενεργειακό τομέα στα πλαίσια της τελευταίας εξέλιξης[9]. 
Η διάσταση του Κυπριακού 
Εδώ κάποια χρόνια, η Τουρκία αντιλαμβάνεται την τελική διευθέτηση του Κυπριακού μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των ανακατατάξεων στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής της προοπτικής. Η λεγόμενη αραβική άνοιξη επηρέασε περισσότερο αυτή την κατεύθυνση, λόγω των στόχων της Τουρκίας για ενίσχυση της επιρροής της στις νέες ηγεσίες της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αίγυπτος και η προσπάθεια που καταβάλλει η Τουρκία για ανατροπή των συμφωνιών σε ζητήματα ενέργειας και ΑΟΖ. Το κυρίαρχο επιχείρημα της Τουρκίας είναι ότι ο πιθανός καθορισμός ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου θα δώσει περισσότερα πλεονεκτήματα στο Κάϊρο κυρίως λόγω της «μέσης γραμμής». Συγκεκριμένα η Τουρκία υποστηρίζει ότι με τη συμφωνία της Κυπριακής Δημοκρατίας η Αίγυπτος χάνει «άδικα» μεγάλο θαλάσσιο χώρο από μια εξαιρετικά μικρότερη γεωγραφία-ακτογραμμή όπως είναι η Κύπρος.
Η «νέα» αντίληψη που προωθεί η Άγκυρα στο Κυπριακό θέτει το εξής δίλημμα: εάν οι Ελληνοκύπριοι δεν επιθυμούν λύση στη βάση συνεταιρισμού ιδιαίτερα μετά την ανεύρεση του φυσικού αερίου, τότε θα πρέπει να αρχίσουν συνομιλίες για ένα «βελούδινο διαζύγιο». Προς αυτή την λογική επικεντρώνεται η τελευταία απόφαση της Συνόδου των Πρέσβεων της Τουρκίας που γίνεται κάθε Ιανουάριο. Οι πρόσφατες δηλώσεις Νταβούντογλου αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή τη λογική.
Το υπόβαθρο για την προαναφερθείσα στρατηγική της Τουρκίας έχει τους εξής βασικούς άξονες:
·         Με την αλλαγή στη Μέση Ανατολή, η Τουρκία θέλει να μετατραπεί σε δύναμη οικονομικής και εμπορικής ενσωμάτωσης της περιοχής στις παγκόσμιες δομές. Ο γεωγραφικός χώρος αυτής της δραστηριότητας συμπεριλαμβάνει και την Κύπρο – κατεχόμενες περιοχές. Για παράδειγμα ο αγωγός υποθαλάσσιας μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού αποτελεί το πρώτο ολοκληρωμένο δείγμα.
·    Στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα επιχειρείται ένας συνολικός μετασχηματισμός από τον οποίο προκύπτουν κάποιες νέες δομές, οι οποίες θα πάρουν τη θέση τους στην όποια μελλοντική διευθέτηση του Κυπριακού. Αυτός ο μετασχηματισμός εκφράζεται μέσα από τα οικονομικά πρωτόκολλα, τα οποία είναι περιεκτικά πολιτικά προγράμματα που αφορούν κάθε έκφανση της ζωής της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.
·  Η Τουρκία εκτιμά ότι η κατάσταση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα έτσι όπως διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια, ευνοεί περισσότερο μια λύση «βελούδινου διαζυγίου», η οποία μπορεί να εκφράζεται μέσα από μια χαλαρή συνεργασία των δύο μερών. Μια τέτοια λύση η οποία δε θα προβλέπει διαμοιρασμό εξουσίας σε ένα κοινό κράτος, θα πρέπει να διασφαλίζει κάποιες υποχωρήσεις σε θέματα εδαφικού. Σε αυτό το πλαίσιο το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι το περιουσιακό. Σε αυτό το θέμα η Άγκυρα επιδιώκει να βελτιώσει τη λειτουργία της επιτροπής αποζημιώσεων και να ενισχύσει την οικονομική της βιωσιμότητα, γιατί εκτιμά ότι με την κρίση μπορεί να πετύχει «ανώδυνα» την αποξένωση των Ελληνοκυπρίων από τις περιουσίες τους, τις οποίες και θα προωθήσει για νέες επενδύσεις.
Προβλήματα που παραμένουν
Η προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα επιλύσει όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Από πλευράς Τουρκίας, η εξουσία του πολιτικού Ισλάμ διατηρεί κάποιους πυρήνες αντιεβραϊκούς. Παράλληλα, η σταθερή υποστήριξη της Τουρκίας προς τη Χαμάς σε συνδυασμό με την μετατροπή του θέματος της Γάζας σε ένα άλλο «παλαιστινιακό πρόβλημα», αποτελούν παράγοντες που θα συνεχίσουν σε κάποιο βαθμό να τροφοδοτούν την καχυποψία. Πολλά ερωτηματικά παραμένουν και σε σχέση με τη στάση που θα τηρήσει το εβραϊκό λόμπι στις ΗΠΑ έναντι κάποιων διαχρονικών τουρκικών διεκδικήσεων, όπως για παράδειγμα η μη αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων. Δίπλα σε όλα αυτά, ανοιχτό παραμένει και το κορυφαίο θέμα αγοράς διάφορων οπλικών συστημάτων της Τουρκίας από τις ΗΠΑ που μέχρι σήμερα εμποδίζονταν από το εβραϊκό λόμπι.


[1] Murat Yetkin, “İsrail’in özrünün perde arkası”, Radikal, 23.3.2013.
[2]“İsrail Türkiye’den özür diledi”, Anadolu Ajansı, 22.3.2013.
[3]“İsrail özür diledi, şimdi ne olacak”, Hürriyet, 23.3.2013.
[4]Cengiz Çandar, “İsrail, Türkiye’nin önünde eğilince…”, Radikal, 24.3.2013.
[5]Murat Yetkin, “İsrail’in özrünün perde arkası”, Radikal, 23.3.2013.
[6]“İsrail bütün taleplerimizi karşıladı”, Yeni Şafak, 23.3.2013.
[7] Özdem Sanberk, “Türkiye-İsrail ilişkilerinde yeni dönem”, USAK, 23.3.2013.
[8]Mehmet Şahin, “İsrail’in Türkiye’den özür dilemesinin anlamı”, ORSAM, 25.3.2013.
[9]Michael J. Koplaw, “Özür ve sıradaki adımlar”, www.yeniturkiye.org, 26.3.2013.
Νίκος Μούδουρος

Δημόσιος Διάλογος: ΤΡΟΙΚΑ και ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ

Μια πρώτη ματιά στις εκλογές για τον Τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας



Εκτιμήσεις και Συμπεράσματα

Η νίκη του Καντρί Φελλάχογλου του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (ΡΤΚ) στις εκλογές για τον τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας, τελικά έμεινε στη σκιά της τεράστιας αποχής, η οποία και αποτέλεσε την χαρακτηριστικότερη εξέλιξη των τελευταίων χρόνων στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο νέος Δήμαρχος επικράτησε με περίπου εφτά χιλιάδες ψήφους και ποσοστό 34.8%. Ο Χασάν Σέρτογλου του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) έμεινε στο 26.2%, ο Μουσταφά Αραμπατζίογλου του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΚ) πήρε 21.8%, ο Σουπχί Χιουντάογλου του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (ΚΚΔ) κέρδισε 14.1% και ο Μουράτ Κανατλί του Κόμματος Νέα Κύπρος (ΚΝΚ) πήρε 1.6%. Οι έδρες του Δήμου κατανεμήθηκαν ως εξής: Έξι στο Ρεπουμπλικανικό, τέσσερις στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, τρεις στο Δημοκρατικό και δύο στο Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας. Από τους 35.531 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους μόνο το 56.3% συμμετείχε στις εκλογές, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ αποχής.


Το νέο «κόμμα» της αποχής

Οι εκλογές για τον τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας στις 7 Απριλίου, αποτέλεσαν ουσιαστικά ένα γενικότερο αντικατοπτρισμό της μερικής έστω κατάρρευσης και φθοράς του πολιτικού συστήματος στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα έτσι όπως αυτό οικοδομήθηκε και λειτούργησε από το 1974 και μετά. Τα οικονομικά προβλήματα και τα πολιτικά αδιέξοδα του Δήμου, είναι η μικρή φωτογραφία της πραγματικότητας που βιώνουν οι Τουρκοκύπριοι τα τελευταία χρόνια σε συνδυασμό με τον επιβαλλόμενο από την Άγκυρα μετασχηματισμό. Η αποχή από τις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής ήταν τέτοια που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Αντίθετα, καταγράφει με γενικό τρόπο την απόσταση που χωρίζει ένα μέρος της κοινότητας από το πολιτικό και κομματικό περιβάλλον, υπογραμμίζει έντονα το πολιτικό κενό που δημιουργείται. Κάποιος θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί ότι οι Τουρκοκύπριοι επέλεξαν τις δημοτικές εκλογές για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη γενικότερη πίεση που νιώθουν, αλλά και για την απουσία πολιτικού προγράμματος που να απαντά ικανοποιητικά στα δύο βασικά αιτήματα: την αυτοδιοίκηση και την προστασία της κυπριακής τους ταυτότητας.

Επιπλέον, είναι φανερό ότι το ποσοστό αποχής δημιουργεί ένα ακαθόριστο «μπλοκ μποϊκοταρίσματος» πολιτικών διαδικασιών, άγνωστο μέχρι σήμερα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αυτό το «μπλοκ» μπορεί υπό κάποιες προϋποθέσεις να αποτελέσει μια συγκεκριμένη ιδεολογική τάση την οποία θα επιδιώξουν να εγκολπωθούν διάφορες νέες κινήσεις και οργανώσεις που κάνουν σταδιακά την εμφάνισή τους στα κατεχόμενα. Πάντως είναι γεγονός ότι τα υφιστάμενα κόμματα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα αδυνατούν να κινητοποιήσουν τον κόσμο, ενώ τα πολιτικά τους προγράμματα δεν φαίνεται να δίνουν ικανοποιητικές απαντήσεις στο ζήτημα μιας εναλλακτικής εξουσίας και στο θέμα αλλαγής της δομής των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία.

Η νίκη του Φελλάχογλου

Πέραν όμως της αποχής, σημαντική θα ήταν και μια σύντομη ανάλυση των μηνυμάτων των εκλογών με επίκεντρο τα κυριότερα πολιτικά κόμματα. Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα κατάφερε για πρώτη φορά μετά το 2009 να κάνει μια δυναμική επιστροφή με άνοδο της εκλογικής του δύναμης, τουλάχιστον σε επίπεδο ποσοστών. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ευνοήθηκε από τη μεγάλη αποχή και από τη φθορά των δύο κομμάτων της Δεξιάς – Εθνικής Ενότητας και Δημοκρατικού – τα οποία διαχειρίστηκαν το Δήμο από το 2006. Χαρακτηριστικά, ο Φελλάχογλου εκλέγηκε Δήμαρχος με περίπου τον ίδιο αριθμό ψήφων (7.000) που πήρε ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού, Σιμαβί Ασίκ, στις προηγούμενες δημοτικές χωρίς να εκλεγεί.

Ωστόσο, η σημασία της επιτυχίας του Ρεπουμπλικανικού «διανθίζεται» από την πολυπλοκότητα αλλά και το συμβολικό χαρακτήρα που έχει ο Δήμος της Λευκωσίας. Άλλωστε, δεν ήταν καθόλου τυχαία η πρώτη δήλωση του προέδρου του κόμματος, Οζκάν Γιοργκαντζίογλου, αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, με την οποία έσπευσε να παραλληλίσει την εκλογική επικράτηση στο Δήμο με τι επερχόμενες γενικές εκλογές το 2014.

Υπό κάποιες προϋποθέσεις η εκλογική επιτυχία του Ρεπουμπλικανικού, αλλά πολύ περισσότερο ο τρόπος που θα διαχειριστεί τις υποθέσεις του Δήμου για τους επόμενους 14 μήνες μέχρι και τις νέες δημοτικές εκλογές, μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω την παρουσία του ως εναλλακτική επιλογή έναντι στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας. Την ίδια στιγμή όμως το κόμμα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζει κυρίως σε δύο άξονες: 1. τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις που τα τελευταία χρόνια γίνονται όλο και πιο έντονες, 2. τη θέση της ηγεσίας του, η οποία μέχρι και τις εκλογές της Κυριακής ήταν στο στόχαστρο των διαφορετικών τάσεων. Το επερχόμενο συνέδριο του Ρεπουμπλικανικού θα καλεστεί σε αυτό το πλαίσιο να δώσει απαντήσεις.

Παράλληλα, τα πεπραγμένα στο Δήμο Λευκωσίας θα αποτελέσουν κριτήριο για τις θέσεις του κόμματος αναφορικά με την προσπάθεια επανακαθορισμού των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία. Το δίλημμα αυτό είναι ίσως το κυριότερο. Είναι γεγονός ότι στο παρόν στάδιο τα τεράστια χρέη του Δήμου δεν μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς την οικονομική συνδρομή του τουρκικού τραπεζικού τομέα. Συνεπώς το πρόγραμμα που θα εφαρμόσει το Ρεπουμπλικανικό, μπορεί να κρίνει και τη γενικότερη στάση του αναφορικά με την Τουρκία και τις σχέσεις εξάρτησης. Σε συμβολικό επίπεδο προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η προεκλογική δέσμευση του Φελλάχογλου ότι θα αλλάξει το όνομα του πάρκου «Άγκυρα», η οποία καταρχήν έδειξε μια αποφασιστικότητα έναντι του ασφυκτικού τουρκικού «εναγκαλισμού».

Η Τουρκοκυπριακή Δεξιά

Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, αλλά και σε δεύτερο πλάνο το Δημοκρατικό, εισέπραξαν την αποτυχία τους στη διαχείριση του Δήμου τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και τη φθορά που προκαλεί η εφαρμογή του προγράμματος λιτότητας. Ιδιαίτερα το Κόμμα Εθνικής Ενότητας συγκεντρώνει το «συλλογικό θυμό» ενός μέρους της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ως αποτέλεσμα της «συλλογικής τιμωρίας» που επιβάλλει η Άγκυρα. Γιατί σε τελική ανάλυση ως «συλλογική τιμωρία» γίνεται αντιληπτό το τουρκικό πρόγραμμα μετασχηματισμού της κοινωνίας. Την ίδια στιγμή το Κόμμα Εθνικής Ενότητας επιβεβαιώνει ότι δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των ομάδων Κιουτσιούκ και Έρογλου. Παρόλο που ο υποψήφιος του κόμματος, Χασάν Σέρτογλου, είναι γνωστός για τις καλές σχέσεις με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, εντούτοις φαίνεται ότι η ομάδα Έρογλου επιδίωξε την αποτυχία για να την χρεώσει στο περιβάλλον Κιουτσιούκ. Στο υπόβαθρο αυτής της εξέλιξης συνεχίζει να κρύβεται η διαφωνία για τους στόχους της τουρκικής κυβέρνησης αναφορικά με τη δομή των κατεχομένων. Συνεπώς δε θα πρέπει να αποτελέσει έκπληξη πιθανή νέα κρίση σε επίπεδο ηγεσίας της κοινότητας το επόμενο χρονικό διάστημα. Όμως σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει να υποτιμηθεί το ποσοστό που πήρε ο Σέρτογλου. Το κόμμα έδειξε ότι ακόμα και σε συνθήκες φθοράς μπορεί να χειρίζεται με «το δικό του τρόπο» τις πελατειακές σχέσεις κάθε είδους, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τουρκικό πληθυσμό, σχέσεις που οικοδόμησε παράλληλα με την ενδυνάμωση των δομών από το 1974 και μετά. Με λίγα λόγια το Κόμμα Εθνικής Ενότητας συνεχίζει να διατηρεί την «πρωτοκαθεδρία» του στην ταύτιση «κόμματος-κράτους» και επομένως ως σημαντικού φορέα χωριστής συνείδησης εξουσίας ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Το Δημοκρατικό Κόμμα, παρά τα προβλήματα, φαίνεται να διατηρεί την επιρροή του στη Λευκωσία. Όμως πλέον είναι ξεκάθαρο ότι αναγκάζεται να διαφοροποιηθεί περισσότερο από το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς, εάν επιθυμεί αύξηση των ποσοστών του. Φαίνεται ότι η στήριξη του Δημοκρατικού στις θέσεις Έρογλου στο Κυπριακό, προκαλεί μια γενική ταύτιση στο χώρο της Τουρκοκυπριακής Δεξιάς, χωρίς να δίνει την ευκαιρία ανάδειξης των διαφορών των δύο κομμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αναμένεται ότι το κόμμα του Σερντάρ Ντενκτάς θα προχωρήσει στην ενίσχυση της παρουσίας ενός ιδιότυπου τουρκοκυπριακού εθνικισμού που επιδιώκει να θέσει αποστάσεις από τους Ελληνοκύπριους διαμέσου της καλλιέργειας ενός ανεξάρτητου (ακόμα και από την Τουρκία) τουρκοκυπριακού λαού και κράτους.  

Η απουσία αριστερής συνεργασίας

Το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, αλλά και το Κόμμα Νέα Κύπρος επιδίωξαν σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας να εισπράξουν με θετικό τρόπο την γενική απογοήτευση που επικρατεί στην κοινότητα. Την ίδια στιγμή προσπάθησαν να θέσουν τη σημασία των εκλογών στο Δήμο εντός του ευρύτερου πλαισίου των σχέσεων με την Άγκυρα με στόχο την καταγραφή ποσοστών αποδοκιμασίας όχι μόνο της πολιτικής της Τουρκοκυπριακής ηγεσίας, αλλά και της Τουρκίας. Από το αποτέλεσμα φαίνεται ότι η διαμαρτυρία τελικά δεν εκφράστηκε με θετική ψήφο προς τους υποψηφίους των δύο αυτών κομμάτων, αλλά με την αποχή. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη εξέλιξη θα πρέπει να αναμένεται επανάληψη των συζητήσεων γύρω από τις προσπάθειες συνεργασίας των κομμάτων και οργανώσεων της ευρύτερης Αριστεράς εκτός του Ρεπουμπλικανικού. Η νέα εντατικοποίηση των ζυμώσεων στο συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο, ανεξάρτητα από τις προοπτικές επιτυχίας, αναγκάζεται πλέον να συμπεριλάβει πολύ πιο συγκεκριμένα ένα περιεκτικό πολιτικό πρόγραμμα γύρω από ζητήματα όπως οι σχέσεις με την Τουρκία, η επίλυση του Κυπριακού και το μέλλον των Τουρκοκυπρίων ως κυπριακή πολιτική κοινότητα.

Συμπερασματικά…

Το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών στη Λευκωσία μπορεί να μην αποτελεί την καταγραφή των τάσεων της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με ολοκληρωμένο τρόπο, αλλά αφήνει πίσω του κάποια σημαντικά δεδομένα για τα «δύσκολα» χρόνια που ακολουθούν. Το 2014 θα είναι έτος δημοτικών και γενικών εκλογών, ενώ το 2015 οι Τουρκοκύπριοι θα καλεστούν να αναδείξουν τον ηγέτη της κοινότητάς τους. Όλα τα πιο πάνω επηρεάζονται μοιραία από τις εξελίξεις στην Τουρκία, αλλά και από τον τρόπο που αντιδρά η τουρκική εξωτερική πολιτική στις ανακατατάξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Παράλληλα όμως, οι διαφοροποιήσεις εντός Τουρκοκυπριακής κοινότητας επηρεάζονται με καθοριστικό τρόπο και από τις εξελίξεις εντός Ελληνοκυπριακής κοινότητας. Η κρίση προκαλεί στους Τουρκοκύπριους συνειρμούς περαιτέρω εξάρτησης από την Τουρκία και την ίδια στιγμή αναδεικνύει στο δημόσιο χώρο κοινά αιτήματα και διεκδικήσεις των δύο κοινοτήτων. Συνεπώς δε θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι πέραν του Κυπριακού, η διαχείριση της κρίσης από την Ελληνοκυπριακή ηγεσία είναι το ίδιο καθοριστική στη δημιουργία αρνητικών ή θετικών εντυπώσεων ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους, με σαφέστατες προεκτάσεις στο περιεχόμενο επίλυσης του πολιτικού μας προβλήματος.

Νίκος Μούδουρος

10 Απριλίου 2013

Ημερίδα με θέμα: "Ο ρόλος των κοινωνικών επιστημόνων σήμερα, στην εποχή της κρίσης"


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Με την ευκαιρία της έκδοσης του περιοδικού ΚΕ (Κοινωνικές Επιστήμες), το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια οργανώνει ημερίδα, με θέμα:
Ο ρόλος των κοινωνικών επιστημόνων σήμερα, στην εποχή της κρίσης
Τετάρτη, 10 Απριλίου και ώρα 19:30
Αίθουσα UNESCO, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Πρόγραμμα:
Μιχάλης Ατταλίδης, Πρύτανης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Νίκος Περιστιάνης, Πρόεδρος του Συμβουλίου, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Σταύρος Ζένιος, Καθηγητής Διοικητικής Επιστήμης και Χρηματοικονομικών, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Νίκος Παναγιωτόπουλος, Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης
Σταύρος Τομπάζος, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου
Συντονιστής Ημερίδας: Αλέξιος Πέτρου, Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας
Ένα σύντομο σκεπτικό επί του θέματος
Ο ρόλος των κοινωνικών επιστημόνων σήμερα, στην εποχή της κρίσης
Μέσα στο πλαίσιο και των τελευταίων ετών, της εποχής της «Μεγάλης Κρίσης», εμφανίζεται, με εξαιρετική επίταση αυτή τη φορά ως απολύτως κοινωνικά αναγκαία η διαμόρφωση των όρων παραγωγής δράσεων και έργων με στόχο τόσο την εξάλειψη των πλαστών προβλημάτων ή των κακώς διατυπωμένων προβλημάτων όσο και την ανέλκυση και προβολή μιας σειράς μειζόνων ατομικών και συλλογικών  προβλημάτων που δεν έχουν πρόσβαση στη διατύπωση και, ακόμη λιγότερο, στο δημόσιο χώρο. Όλα τείνουν να δείξουν πως είναι καιρός να θυμηθούμε πως βασική διάσταση αυτών των όρων αποτελεί η οργανωμένη δράση των επιστημόνων. Σήμερα, όπου οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις έχουν μια απίστευτη δύναμη που αποτελεί το εφαλτήριο για μια άνευ προηγουμένου συμβολική κυριαρχία τους που ασκείται και διαχέεται κυρίως από τα Μέσα Ενημέρωσης, δημιουργώντας τρομακτικές υλικές και συμβολικές επιδράσεις, οι διανοούμενοι και ειδικότερα οι κοινωνικοί επιστήμονες είναι ιδιαίτερα απαραίτητοι στο πεδίο των αγώνων μέσω και μέσα στους οποίους διαμορφώνονται και αποκρυσταλλώνονται οι κυρίαρχες πολιτικές σκέψεις. Μια τέτοια θέση είναι ή μπορεί να γίνει καθολικά αποδεκτή; Και  αν  κανείς συμφωνήσει με αυτή τη θέση ποιες είναι οι  γενικές προϋποθέσεις της πολιτικής παρέμβασης των επιστημόνων; Ποια μορφή μπορεί να πάρει αυτή  η παρέμβαση; Ποιες μπορεί να είναι οι βασικές λειτουργίες αυτής της παρέμβασης;

Διάλεξη: Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία


Το Τμημα Τουρκικων και Μεσανατολικων Σπουδων σας Προσκαλει
στη διαλεξη:
Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία
Ομιλητής:
Χρήστος Τεάζησ
Λέκτορας, Πανεπιστήμιο Άγκυρας
Σύντομο περιεχόμενο
Οι μη προνομιούχες δυνάμεις, που είχαν μπει στο περιθώριο από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και μετά εκφράστηκαν μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της Δεύτερης Μεταπολίτευσης στην Τουρκία. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτές τις δυνάμεις θα πρέπει να ανατρέξουμε, όχι μόνο στις ρίζες του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά και στην κοινωνικοοικονομική και κοινωνικοπολιτική νοοτροπία. Για να αναγνωρίσουμε τις ρίζες του κόμματος θα πρέπει να ανατρέξουμε στην πρώτη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που διακρίνει την πρώτη εθνοσυνέλευση ήταν το ‘αντιπολιτευόμενο ρεύμα’, ενάντια στις ιδέες του Μουσταφά Κεμάλ και κατ’ επέκταση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Σχετικά με την κοινωνικοοικονομική νοοτροπία, θα αναφερθούμε, στην περίοδο εμφάνισης και ανάπτυξης του κεφαλαίου της Ανατολίας (Ισλαμικό κεφάλαιο), ενώ για την κοινωνικοπολιτική νοοτροπία, θα επικεντρωθούμε ειδικότερα στις νέες ‘κόκκινες γραμμές’ του Τουρκικού κράτους.

Σύντομο βιογραφικό
Ο Χρήστος Τεάζης είναι απόφοιτος Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης). Μεταπτυχιακό Δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών) με τίτλο: »Το κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (Γκρίζοι Λύκοι) επί αρχηγίας Ντεβλέτ Μπαχτσελί (1997-2001)». Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών-2010) με θέμα »Kόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ): Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία». Η διδακτορική διατριβή, εξεδόθη ως βιβλίο με τίτλο »Η Δημοκρατία της Ομάδας των Δεύτερων: Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ)» (κυκλοφορεί η 2η έκδοση στην Τουρκία). Τον Ιανουάριο του 2013 θα εκδοθεί στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Πατάκη με τίτλο: »Η Δεύτερη Μεταπολίτευση στην Τουρκία». Μιλά τουρκικά, αγγλικά, οθωμανικά και περσικά.
Τρίτη, 26Μαρτίου 2013
 7:30 μ.μ.
Αίθουσα: EB107, Νέα Πτερυγα, Κεντρικά Κτίρια
Πανεπιστήμιο Κύπροy

Τα επίπεδα ανασυγκρότησης της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο



Μετά τα δημοψηφίσματα του 2004 και το πολιτικό προβάδισμα που ομολογουμένως απέκτησε η Τουρκία διεθνώς, η πολιτική της Άγκυρας στο Κυπριακό άρχισε να παρουσιάζει στοιχεία «ανασυγκρότησης». Η διαφοροποίηση καταγράφηκε και σε προγραμματικό επίπεδο. Αξίζει να υπενθυμιστεί ότι το προεκλογικό πρόγραμμα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στις εκλογές του 2002 αναφερόταν σε λύση «βελγικού μοντέλου των δύο κυρίαρχων κοινοτήτων». Στις εκλογές του 2007 και 2011, η λύση του Κυπριακού περνούσε μέσα από την «διατήρηση των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο και την αναβάθμιση της ΤΔΒΚ».
Αυτή η στροφή της τουρκικής κυβέρνησης προωθούσε μια εντελώς νέα φιλοσοφία για την Κύπρο, η οποία απομακρυνόταν από την παραδοσιακή κεμαλική αντίληψη περί στρατιωτικής ασφάλειας. Από το 2007 και σε συνδυασμό με την αλλαγή των διεθνών και περιφερειακών συγκυριών, η κυβέρνηση Έρντογαν έθεσε σε προτεραιότητα μια έννοια «οικονομικής ασφάλειας» στην Ανατολική Μεσόγειο, μέρος της οποίας ήταν η δημιουργία ενός άλλου πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος στα κατεχόμενα. Την ίδια στιγμή, το νέο πλαίσιο σχέσεων της Τουρκίας με την Τουρκοκυπριακή κοινότητα διαφοροποιούσε σε μεγάλο βαθμό και την έννοια της «σταθερότητας» μεταξύ των δύο μερών. Από την «σταθερότητα» στην ολοκληρωτική εξάρτηση της κοινότητας από την αναπαραγωγή των χωριστών δομών, η σχέση μεταφέρθηκε στην «σταθερότητα» του μετασχηματισμού που οδηγούσε πλέον την κοινότητα στην ολοκληρωτική της περιθωριοποίηση από τις τουρκικές επιχειρηματικές ελίτ και τους φορείς τους.

Με λίγα λόγια, η προαναφερθείσα περίοδος χαρακτηρίστηκε έντονα από την εισαγωγή μιας νέας διαδικασίας «κοινωνικής μηχανικής» που στόχευε στην όσο το δυνατό μεγαλύτερη αλλαγή της λειτουργίας των δομών έτσι όπως αυτές οικοδομήθηκαν με την εισβολή του 1974. Αυτή η προσπάθεια μοιραία επηρέασε όλες ανεξαιρέτως τις εκφάνσεις τις καθημερινότητας των Τουρκοκυπρίων. Τα τρίχρονα οικονομικά πρωτόκολλα, αναδείχθηκαν σε περιεκτικούς μηχανισμούς μετασχηματισμού ακόμα και της ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων, στα μέτρα και στους ιδεολογικούς άξονες που επιθυμούσε η τουρκική κυβέρνηση. Οι μαζικές κινητοποιήσεις του 2011, αλλά και οι νέες διεκδικήσεις της κοινότητας έναντι της Τουρκίας, αντικατοπτρίζουν ακριβώς την κορύφωση των αντιδράσεων ενάντια στην περιθωριοποίηση της.   
Η «ανασυγκρότηση» της πολιτικής της Άγκυρας, όπως θα έπρεπε να ήταν αναμενόμενο, επηρεάζει τώρα με συγκεκριμένο τρόπο και το τραπέζι των συνομιλιών. Φαίνεται μάλιστα να υιοθετεί μονόπλευρα και να ερμηνεύει κάπως αυθαίρετα πτυχές των εξελίξεων στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα με κορυφαία την οικονομική κρίση και τις εξελίξεις στα ζητήματα ενέργειας. Συνεπώς στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να κατατεθούν κάποιες βασικές κατευθυντήριες γραμμές που αναμένεται να ακολουθήσει η Άγκυρα και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία.
Σε ένα πρώτο επίπεδο διαφαίνεται μια νέα εξέλιξη στο περιεχόμενο λύσης-διευθέτησης του Κυπριακού. Χαρακτηριστικά το ντοκουμέντο που κατέθεσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου στην Εθνοσυνέλευση για τον προϋπολογισμό του 2013, υπογραμμίζει ότι «εάν η λύση που επιθυμεί η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είναι συνεταιρισμός, τότε θα πρέπει να γίνουν σκέψεις και για λύση που δε θα τον περιλαμβάνει». Σε συνέχεια αυτού, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας ανέφερε πρόσφατα σε συνέντευξη του ότι η λύση μπορεί να αναζητηθεί και «σε μια βάση εκτός του Σχεδίου Ανάν». Οι παραπομπές στα σημεία αυτά είναι ξεκάθαρες: Η τουρκική πλευρά παρουσιάζεται πρόθυμη να συζητήσει άλλες μορφές λύσης του προβλήματος στην Κύπρο που να μην συμπεριλαμβάνουν το διαμοιρασμό εξουσίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε ένα κοινό κράτος. Αφήνεται μάλιστα να νοηθεί ότι η κατάσταση στην Ελληνοκυπριακή πλευρά ευνοεί έναν τέτοιο διάλογο. Εδώ έγκειται και η μερική «αυθαιρεσία» στην ερμηνεία των εξελίξεων στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπαίνει το ζήτημα των χρονοδιαγραμμάτων λήξης των συνομιλιών. Η θέση αυτή δεν είναι νέα, όμως υπάρχει η πιθανότητα αυτή τη φορά τα χρονοδιαγράμματα να τεθούν ως μια μορφή προϋπόθεσης για την έναρξη απευθείας συνομιλιών στο Κυπριακό. Η βάση νομιμοποίησης αυτής της θέσης θα είναι φυσικά η μακρά περίοδος μη επίλυσης του προβλήματος, αλλά και η διεκδίκηση της Τουρκίας για αλλαγή της «τάξης πραγμάτων» στην Ανατολική Μεσόγειο με τρόπο που να προσαρμόζεται στην ευρύτερη πολιτική οικονομικής και εμπορικής ενσωμάτωσης που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια. Στο σημείο αυτό, τα ζητήματα ενέργειας αποκτούν σταδιακά στρατηγικό περιεχόμενο για τις κινήσεις της Άγκυρας στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα.
Στο τρίτο επίπεδο εισέρχονται τα σενάρια για μια γενικότερη «αλλαγή στρατηγικής» και «δομής του διαλόγου», τα οποία επεξεργάζεται η Τουρκία. Μια από τις σκέψεις είναι η δημιουργία μιας παράλληλης διαδικασίας, η οποία θα επικεντρώνεται σε ζητήματα συνεργασίας των δύο κυπριακών πλευρών. Συγκεκριμένα αυτή η συνεργασία μπορεί να περιλαμβάνει ζητήματα εμπορίου, ενέργειας, τουρισμού, συγκοινωνιών στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Πιθανότατα θα παίρνει σταδιακά τη μορφή μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και θα λειτουργεί ως μια μορφή «σχεδίου Β» στην περίπτωση μη λύσης-διευθέτησης. Μάλιστα η δημόσια προεκλογική παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου περί περάσματος του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από την Τουρκία «εφόσον εξυπηρετεί τα συμφέροντα μας», έτυχε αξιολόγησης από την Τουρκία ακριβώς στο εξής σημείο: εφόσον η περιεκτική λύση στο Κυπριακό είναι απομακρυσμένη περίπτωση, τότε άλλες μορφές συνεργασίας πέραν του κοινού κράτους μπορούν να συζητηθούν.
Επομένως, απέναντι στο προαναφερθέν ολοκληρωμένο σκεπτικό – έστω και ανεπίσημο – της Άγκυρας, η Λευκωσία οφείλει να προχωρήσει στους δικούς της σχεδιασμούς. Έστω και αν στο παρόν στάδιο λόγω αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων, δεν αναμένεται μια δυναμική έναρξη ουσιαστικού διαλόγου στο Κυπριακό, εντούτοις το πολιτικό μας πρόβλημα δε θα πάψει να επηρεάζεται καθοριστικά από τις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις. Η μη ύπαρξη διαλόγου, καθόλου δεν εμποδίζει τις πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές στην Κύπρο και την γειτονιά της από του να λειτουργούν και μάλιστα υπό τη μορφή «τετελεσμένων». Άρα μια πρώτη ωφέλιμη «άσκηση» της ελληνοκυπριακής πλευράς θα πρέπει να συμπεριλάβει την χαρτογράφηση των ισορροπιών έτσι όπως αναπτύσσονται ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, καθώς και τη σύναψη συμμαχιών με τις εκείνες τις τουρκοκυπριακές δυνάμεις που ακόμα πιστεύουν στο κοινό κυπριακό κράτος. 
Νίκος Μούδουρος
Μέλος Ε.Σ Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας
  

Rise or Fall of Islamism in Turkey

Rise or Fall of Islamism in Turkey

Insight Turkey Volume 14 No 4

What happens when an ideological movement whose raison d’être is to challenge the existing political system and government structure, and one that gains its identity and character from criticizing power, takes control of the government? Turkey no longer has a noteworthy Islamist project. We must place this vanishing, or death, at the end of the story, a story that begins with its birth. When Muslims are able to express themselves through democratic means, they move away not only from violence, but also from an ideological Islamic interpretation. The death of Islamism in Turkey can therefore be explained by the wide-open channels of democracy. In such a free and democratic setting, there is no environment for Islamism to survive, especially when it is fit into a different mold through the support of the government.
The expression “the death of Is- lamism” is a metaphor. It de- scribes the disappearance of a main political movement, more pre- cisely; the loss of the oppositional char- acter of an ideology, giving life to the AK Party government. What happens when an ideological movement whose raison d’être is to challenge the exist- ing political system  and government structure, and one that gains its identity and character from criticizing power, takes control of the government? In this case, a political movement based on an Islamist ideology was transformed into a political party in order to come to power democratically. What was once a political movement based on the faith of Islam has been softened and modified in order to be compatible with democra- cy’s rules, and once it carried this idea into government, the Islamic ideology vanished, just like the caterpillar who makes its cocoon and then breaks out of this cocoon as a butterfly. This metaphor argues that the AK Party government transformed Islamism, by injecting it into the democratic system, from a totali- tarian ideology into a moderate democratic one.
In July 2012, a debate over this metaphor began between Ali Bulaç and my- self. Ali Bulaç is to this day one of the most reputable and important names in Islamist thought . He is a highly talented intellectual and has significant influence on the latest generation of Islamists. It is very difficult to imag- ine an Islamist who has not read his books, which have been deemed in- dispensable for those interested in the Islamist ideology When we worked as columnists at the same newspaper, I put forward a claim that Islamism disappeared with the AK Party government in opposition to him. The debate continued in a levelheaded manner and, expectedly, others joined in. Pandora’s box had been opened. The issue grew with the input of Etyen Mahçupyan,Şükrü Hanioğlu, and other writers who still hold on to their Islamist identities. Thus, the freshest views available to judge the state of Islamism in the Turkey of 2012 have emerged.  I believe that the course of this debate and the arguments as well as objections put forth support my claim. Islamism does not really exist in Turkey as a live and vigorous organism. The fact that the debate over whether Islamism is dead or alive is being carried out in the manner of an autopsy alone proves this point.
If we consider Karl Manheim’s “ideology-utopia” distinction, we would have to label Islamism as utopia. And what happens to all utopias happened to Islamism as well: it vanished when it took power. Turkey no longer has a note- worthy Islamist project. We must place this vanishing, or death, at the end of the story, a story that begins with its birth.

[ Read full text in .pdf format ]

http://file.insightturkey.com/Files/Pdf/20121030112907_insight_turkey_vol_14_no_4_2012_turkone.pdf

The Truth About the Economy

Presentation by
ROBERT B. REICH, Chancellor’s Professor of Public Policy at the University of California at Berkeley; he was Secretary of Labor in the Clinton administration.
 
 

Οι ιδεολογικές καταβολές του Νόμπελ στα Οικονομικά


Άντης Ζήσιμος
Με την απονομή του Νόμπελ Οικονομικών στον συμπατριώτη μας έγινε πολλής λόγος για τη μεγάλη διάκριση της Κύπρου ανά το παγκόσμιο. Στη συνέχεια ο Κύπριος Νομπελίστας κατέθεσε τις απόψεις του στην κρίση της Κυπριακής κοινωνίας. Το όνομα του κ. Πισσαρίδη έχει επίσης χρησιμοποιηθεί εκτενώς από τον υποψήφιο των συντηρητικών κατά την προεκλογική εκστρατεία στην επικείμενη εκλογή του επόμενου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εντός ή εκτός του εκλογικού επιτελείου του οι απόψεις του Κύπριου Νομπελίστα φαίνεται να βρίσκουν έδαφος με πολιτικούς της νεοφιλελεύθερης ιδεολογικοπολιτικής προσέγγισης. Όλα αυτά με παρακίνησαν να ψάξω λίγο το θέμα του Νόμπελ στα οικονομικά για να μπορέσω να κατανοήσω τι είναι ακριβώς αυτή η διάκριση που του έχει απονεμηθεί. Και κατ´επέκταση εάν αυτή η διάκριση από μόνη της δίνει επιπλέον κύρος στον πολιτικό λόγο που εκφράζει. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Τα περί τεχνοκρατών και των «ανεξάρτητων» απόψεων τους όποτε τα ακούω νιώθω να μου υποτιμάται η νοημοσύνη.

Το Νόμπελ στα οικονομικά είναι συνήθως το τελευταίο βραβείο που ανακοινώνεται. Και δικαιολογημένα γιατί ήταν το τελευταίο βραβείο Νόμπελ που καθιερώθηκε ως θεσμός. Αυστηρά μιλώντας δεν αποτελεί βραβείο Νόμπελ. Τα πέντε πρώτα βραβεία καθιερώθηκαν το 1901 για την λογοτεχνία, την ειρήνη, την ιατρική, τη φυσική και τη χημεία από τον Άλφρετ Νόμπελ ως αναγνώριση της προσφοράς για την καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής των ανθρώπων μέσω επιστημονικών επιτευγμάτων, καινοτομίας ή της προσφοράς για την επικράτηση της ειρήνης.
Το Νόμπελ στα οικονομικά δεν αποτελεί βραβείο του Ινστιτούτου Νόμπελ. Ήταν κάτι το οποίο δημιουργήθηκε το 1968 από την Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας ως ένα «βραβείο των οικονομικών επιστημών στη μνήμη του Άλφρετ Νόμπελ». Παρόλα αυτά σήμερα πρέπει να πούμε ότι ακολουθείται η ίδια διαδικασία απονομής του βραβείου με αυτή που ακολουθεί η Σουηδική ακαδημία για τα υπόλοιπα βραβεία Νόμπελ. Δίδεται επίσης η ίδια χρηματική αμοιβή που δίνεται στην περίπτωση των πραγματικών βραβείων.
Στη δημόσια σφαίρα υπήρξαν και υπάρχουν ακόμα πολλές αμφιβολίες για το κατά πόσο το βραβείο στα οικονομικά πληροί τις βασικές αρχές και σκοπούς που οραματίστηκε ο ιδρυτής των Νόμπελ. Αποτελούν όντως τα οικονομικά επιστήμη με τον ίδιο τρόπο που ορίζονται ως επιστήμη η φυσική και η χημεία; Συνεισφέρουν στην καλυτέρευση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων όπως η ειρήνη και η λογοτεχνία; Το ερώτημα παραμένει για το κατά πόσο τα οικονομικά πρέπει να έχουν εξέχουσα θέση σε σχέση με άλλα επιστημονικά πεδία.
Σε κάθε περίπτωση ο PeterNobel απόγονος του ιδρυτή των βραβείων και γνωστός ακτιβιστής υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει στο παρελθόν αναλύσει γιατί ο πρόγονος του δεν θα αποδεχόταν ποτέ την καθιέρωση ενός βραβείου το οποίο ο ίδιος αποκαλεί «μια απόπειρα δημοσίων σχέσεων των οικονομολόγων για να αναβαθμίσουν τη κοινωνική τους θέση… το οποίο πολύ συχνά απονέμεται σε σπεκουλαδόρους των αγορών».
Στο παρελθόν ακόμα και πριν την παγκόσμια οικονομική κρίση την οποία διάγουμε σήμερα, η φήμη των οικονομολόγων δεν ήταν η καλύτερη. Ειδικότερα όσο το επικρατέστερο ρεύμα στα οικονομικά γινόταν το άλλοθι και ο φορέας των θεωριών για στήριξη της ασυδοσίας των «αγορών». Το ευρύ κοινό αποξενωνόταν ολοένα και περισσότερο από τις δραστηριότητες των οικονομολόγων. Σε αυτό συνέτειναν επίσης το δημοκρατικό έλλειμμα που σταδιακά δημιουργήθηκε σε πολλές χώρες με την ίδρυση «ανεξάρτητων θεσμών» οι οποίοι επιφορτίστηκαν με την αρμοδιότητα της εποπτείας των «αγορών». Κάτι παρόμοιο βλέπουμε σήμερα στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπου θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για παράδειγμα δεν στηρίζεται σε καμιά δημοκρατική διαδικασία. Σε αυτή τη γενικότερη αποξένωση η απονομή των βραβείων αποτέλεσε ένα σημαντικό εργαλείο όχι μόνο για να προωθήσει τα επιτεύγματα της επιστήμης των οικονομικών αλλά και για να προάξει συγκεκριμένες λογικές ανάλυσης, ιδεολογήματα και συγκεκριμένες έρευνες. Έτσι το εργαλείο αυτό αποτέλεσε κάτι περισσότερο από ένα εργαλείο προώθησης. Άλλαξε ακόμη και αυτή την ίδια την παραγωγή της γνώσης στο πεδίο των οικονομικών.
Τα πρώτα βραβεία δόθηκαν για να τιμηθούν οικονομολόγοι των οποίων η εργασία ήταν ήδη αρκετά αναγνωρισμένη.  Ακόμα όμως και κατά την πρώτη δεκαετία απονομών ο κατάλογος των ονομάτων που παραγνωρίστηκαν από την Επιτροπή Απονομής ήταν πιο εντυπωσιακός από τον κατάλογο αυτών που βραβεύτηκαν. Μεγάλα ονόματα όπως οι Michal Kalecki, Joan Robinson, Nicholas Kaldorκαι PieroSraffa παραγνωρίστηκαν προς όφελος λιγότερο επιφανών ερευνητών. Στην περίοδο που ακολούθησε της πρώτης δεκαετίας το βραβείο στα οικονομικά δόθηκε σε αρκετές περιπτώσεις σε ανθρώπους με σχετικά μικρή και σε κάποιες περιπτώσεις με αμφίβολη προσφορά.
Το πολιτικό όμως αποτέλεσμα της απονομής του βραβείου αυτού υπήρξε χωρίς αμφιβολία σημαντικό. Η κύρια σχολή σκέψης που εκφράζει τους πλείστους βραβευθέντες είναι η σχολή των νεοκλασικών οικονομικών γεγονός το οποίο έχει αποκλείσει όλες τις άλλες σχολές. Οι περιπτώσεις απονομής σε σχολές μεγαλύτερης κοινωνικής ευαισθησίας είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν η ενθάρρυνση συντηρητικών προσεγγίσεων στην έρευνα αλλά και τη διδασκαλία.
Οι νομισματικές προσεγγίσεις καθώς και οι προσεγγίσεις της ελεύθερης αγοράς έχουν βραβευτεί δυσανάλογα συχνά και σε πολύ κρίσιμες μάλιστα στιγμές. Για παράδειγμα η απονομή του βραβείου το 1974 στον Friedrich vonHayek οδήγησε σε αναπτέρωση του ενδιαφέροντος της Αυστριακής Σχολής και έκαμε το βιβλίο του ανάρπαστο. Δυο χρόνια αργότερα το βραβείο απονεμήθηκε στον Milton Friedmanκάνοντας την ακραία νεοφιλελεύθερη προσέγγιση του ακαδημαϊκά αποδεκτή ντύνοντας την με το πέπλο εντιμότητας που χρειαζόταν. Αργότερα η προσέγγιση του οδήγησε σε μια πρωτοφανή ιδεολογική επανάσταση στην νεοφιλελεύθερη συντηρητική πολιτική. Σήμερα ακούμε την ήχο των μηνυμάτων του Friedman στους «δικούς μας» πολιτικούς και ακαδημαϊκούς υπό την μορφή μηνυμάτων όπως «δεν θέλουμε κράτος επιχειρηματία», «αύξηση της φορολογικής βάσης», «μετοχοποίηση των ημικρατικών οργανισμών», «ευέλικτοι όροι εργασίας», «ανάγκη συρρίκνωσης του σπάταλου κράτους».
Η γεωγραφική κατανομή των απονομών του βραβείου Νόμπελ στα οικονομικά αντικατοπτρίζει ακριβώς τις ιεραρχικές δομές εξουσίας στο πεδίο των οικονομικών. Το βραβείο απονεμήθηκε 40 φορές σε 62 αποδέκτες, 42 εκ των οποίων προέρχονται από τις Ηνωμένες πολιτείες της Αμερικής και περισσότεροι από 50 εργάζονταν στην χώρα κατά το χρόνο της απονομής. Μόνο το πανεπιστήμιο του Σικάγο μετρά 11 απονομές! Αυτό κατά την άποψη μου δεν αντικατοπτρίζει την παραγόμενη γνώση στα οικονομικά αλλά περισσότερο την ιδεοληψία από την οποία διακατέχεται η Επιτροπή Απονομής του βραβείου. Μόνο δυο άνθρωποι από αναπτυσσόμενες χώρες (Arthur Lewisκαι AmartyaSen) απονεμήθηκαν το βραβείο και οι δυο καθόλου συμπωματικά εργάζονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Μεγάλη Βρετανία κατά τον χρόνο απονομής. Εντύπωση δημιουργεί το γεγονός ότι μόνο τρεις ερευνητές που δούλευαν σε πεδία των οικονομικών και αφορούσαν τις αναπτυσσόμενες οικονομίες απονεμήθηκαν το βραβείο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τα θέματα των αναπτυσσομένων χωρών αποτελούν το μεγαλύτερο κομμάτι της σημερινής τραγικής πραγματικότητας στα θέματα των οικονομικών.
Στα πιο πρόσφατα χρόνια το βραβείο απονεμήθηκε κυρίως για προσφορά στο πεδίο που αφορά τις συμπεριφορές των «αγορών». Το 1997 το βραβείο δόθηκε σε δυο οικονομολόγους τους RobertMerton και Myron Scholes. Οι κύριοι αυτοί είχαν ανακαλύψει μια μέθοδο αξιολόγησης συμβολαίων η οποία δυνητικά αποσοβούσε τον ρίσκο μεγάλων οικονομικών επενδύσεων. Όταν η εταιρεία αμοιβαίων κεφαλαίων (Long TermCapital Management) που διεύθυναν κατέρρευσε οικονομικά και χρειάστηκε η στήριξη του αμερικανικού κράτους για να τη ξελασπώσει υπήρξε φανερή αμηχανία στους κύκλους της Επιτροπής. Σε μια μετέπειτα εξέλιξη και πιθανή διορθωτική κίνηση το βραβείο απονεμήθηκε στους GeorgeAkerlof και Joseph Stiglitzοι οποίοι κατέδειξαν τα ζητήματα της ατελούς λειτουργίας των «αγορών». Άλλος επιφανής οικονομολόγος που απονεμήθηκε το βραβείο ήταν ο Paul Krugmanκαι μετέπειτα ο συμπατριώτης μας κ. Πισσαρίδης ο οποίος ασχολήθηκε με τα ζητήματα ανεργίας. Θα ήταν όμως παράληψη εκ μέρους μου εάν δεν ανέφερα ότι το βραβείο δεν έχει ποτέ απονεμηθεί σε γυναίκα.
Ενισχύονται λοιπόν τα ερωτηματικά για το πολύκροτο γεγονός της απονομής του βραβείου αυτού. Όταν ειδικότερα ακούω τις απόψεις του κ. Πισσαρίδη να προσομοιάζουν με αυτές επιφανών νεοφιλελεύθερων πολιτικών της κυπριακής κοινωνίας δεν μπορώ παρά να είμαι πολύ πολύ επιφυλακτικός. Περισσότερο μετρούν οι απόψεις και οι πολιτικές προεκτάσεις τον όσων λέγονται στη δημόσια σφαίρα. Κανένας τεχνοκράτης δεν είναι μόνο τεχνοκράτης και ο μύθος ως τέτοιος έχει καταρρεύσει προ πολλού στη συνείδηση του καθημερινού ανθρώπου.

Sketches on the Condition of the Working Class in Turkey



Zehra Güner (1)
In March 1885, Friedrich Engels wrote an article for the London Commonweal under the heading “England in 1845 and in 1885” as a sequel to his seminal work The Condition of the Working Class in England. In this article, Engels pictured the condition of the class movement in 40 years after writing The Condition of the Working Class in England very vividly as follows:
“Chartism was dying out. The revival of commercial prosperity, natural after the revulsion of 1847 had spent itself, was put down altogether to the credit of Free Trade. Both these circumstances had turned the English working-class, politically, into the tail of the ‘great Liberal Party,’ the party led by the manufacturers. This advantage, once gained, had to be perpetuated. And the manufacturing capitalists, from the Chartist opposition, not to Free Trade, but to the transformation of Free Trade into the one vital national question, had learnt, and were learning more and more, that the middle-class can never obtain full social and political power over the nation except by the help of the working-class. Thus a gradual change came over the relations between both classes. The Factory Acts, once the bugbear of all manufacturers, were not only willingly submitted to, but their expansion into acts regulating almost all trades was tolerated. Trades’ Unions, hitherto considered inventions of the devil himself, were now petted and patronised as perfectly legitimate institutions, and as useful means of spreading sound economical doctrines amongst the workers. Even strikes, than which nothing had been more nefarious up to 1848, were now gradually found out to be occasionally very useful, especially when provoked by the masters themselves, at their own time. Of the legal enactments, placing the workman at a lower level or at a disadvantage with regard to the master, at least the most revolting were repealed.”2


Interestingly enough, the essence of this vivid statement on the working class movement 40 years after Engels’ seminal work, describes the condition of the working class in Turkey well enough. I mean, in essence but not in form, which I shall elaborate in a few sentences.
As the working class failed to advance the movement towards taking the political power in 1847 -it is a different matter whether or not it was historically possible for the working class to seize the political power- it was broadly enslaved by the bourgeois political system and the dominant ideology of “Free Trade”. Engels was, then, talking about the dying out of Chartism and the working class movement turning into the tail of the Liberal Party. In his description of the situation in 1885, Engels refers to the assimilation of the trade union movement within the bourgeois ideology and the formation of a labor aristocracy. In his preface to the English edition of his book, he elaborates on how the capitalists resort to trade unions on different occasions as just another tool to postpone the impacts of the capitalist crises of overproduction. These are, of course, facts we know well enough from the experiences of more than a century now. Yet, Engels’ brief description of the condition of working class in England in 1885 draws a picture of the dynamics of class struggle in a nutshell.
In essence, as the working class fails to march towards greater unity and militancy in class-oriented direction, it is assimilated and defeated by the opposing class, and thereby, broad sections of the working class become appendages of the bourgeois political system and ideology. The opposite of unification and greater militancy becomes the motto of the day, that is fragmentation, disorganization, assimilation and subjugation.
These are the essential points of reference which we may draw parallels with Engels’ description and the condition of the working class in Turkey for the last three decades. Of course, Engels’ vivid picture may as well be applied to the working classes of other countries in these general lines. Therefore, we need to discuss the peculiarities of the condition of the working class in Turkey in order to make our argument more comprehensive and plausible.
Engels wrote a book of almost 250 pages, covering different sections of the working class in England in order to describe their condition. Of course, in such a brief article, we do not have enough space neither to discuss the condition of each section of the working class in Turkey, nor to indicate each and every factor that have an explanatory power in describing this condition. Furthermore, I do not have the brilliance of Engels, but I merely resort to the theoretical heritage of the great masters. Yet, I believe, we can point to several important, maybe the most important as we see it, factors that have a broad influence over the working class in Turkey. In general, I simply try to give a sketch of the factors that lead to the fragmentation, disorganization, assimilation and subjugation of the working class in Turkey. However, the most important question, i.e. the strategy and the tactics of the communists to tackle these forces is left unanswered in this article, for it can only be the topic of another one.
Unemployment as a dehumanizing factor
Before drawing conclusions on the effects of high and persistent levels of unemployment on the working class in Turkey, allow me to address several data on the issue. But, first of all, I should explain briefly why I start an article on the condition of the working class in Turkey with “unemployment”. The reason is simple and clear: it is not only that the threat of unemployment affects very large segments of the working class, but the unemployed constitutes one of the largest sections of the working class in Turkey.
According to the labor statistics presented by Turkish Statistical Institute (TSI), the unemployment rate in Turkey as of November 2011 is 9.1 per cent and the number of the unemployed is 2.5 million persons. However, in terms of the broader and truer definition of unemployment,3 the number of unemployed reaches to 4.5 million and the unemployment rate to 16.2 per cent approximately. The official unemployment rate among the youth (those who are between 15 and 24 years of age) is around 17 per cent, whereas the real rate of unemployment among the youth is approximately 30 per cent and the number of unemployed young people is 1.438 million. In urban areas and among the youth with higher education levels these rates are even higher.
The number of those who are not actively seeking a job but available to start a job has been gradually increasing, reaching to 1.2 million. Approximately 700 thousand of those are discouraged workers, i.e. workers who gave up hope of finding work. It is perfectly plausible to assume that the subsistence of these people depends on social welfare benefits and other resources such as rural ties and solidarity funds etc.
Table 1 below summarizes the unemployment statistics we have noted so far.
Table 1. Unemployment and labor force statistics
(thousand persons)
November 2010
November 2011
Labor force
25,665
26,696
Employed
22,854
24,267
Unemployed
2,811
2,429
Labor force participation rate (%)
48.6
49.4
Employment rate (%)
43.2
44.9
Unemployment rate (%)
11.0
9.1
Non-agricultural unemployment rate (%)
13.7
11.4
Unemployment rate among the youth (%)
20.8
17.0
Persons not in labor force
27,195
27,331
Unemployed according to broad definition
5,126
4,508
Broader (real) unemployment rate (%)
19,0
16.2
Source: TSI labor statistics
Another important matter that we shall underline is the large magnitude of persons not classified in the labor force4 in Turkey. The persons who are not seeking a job but available to start a job are also a part of this category. 12.2 million of this population, which exceeds 27 million persons in total, are housewives, 4.4 million are persons in education or training, and the rest are the retired, disabled, ill or the elderly. These sections of the working class, which may be considered as inactive population, provide yet another potential labor force reserve to the capitalists apart from the unemployed. The ambition of the latest steps to be taken in the direction of imposing greater flexibility in the work regime in Turkey is to create a large labor force pool in which these sections of the working class could be mobilized when required. Of course, with the policies aiming to affiliate this population to the labor markets through atypical work, the government seeks both to increase labor force circulation and to exert downward pressure on the average wage, rights and working conditions of the laborers.
The so-called inactive population, which includes the underemployed5, seasonal workers and persons not seeking a job but available to start a job as well, is an important leverage for the capitalist class. Similarly, those who participate in the work life after being a part of the large pool of inactive population will be proletarianized under the ideological influence of the same section of the population. Therefore, we may say that after the assault of imposing flexibility is completed, the new working class will be even more alien to ideas of organization and struggle due to both objective and subjective factors.
A crucial issue worth to mention is that the inactive population waiting to be included in the labor force, the unemployed and the workers with below-subsistence wage levels have gradually become more dependent on social welfare benefits and informal solidarity networks such as religious communities and sects during the terms of Justice and Development Party (AKP) governments. In this respect, we may claim that the ideological deformation caused by lasting ties of the urbanizing working class in Turkey with the countryside has eventually been replaced by the deformation caused by social welfare benefits and communal solidarity and charity networks as the former had been eliminated with the so-called “reforms” made after 2001 crisis in Turkey.
The most up-to-date data on the social welfare benefits provided by the government belong to late 2009. Yet, the time trend of the data provides sufficient information to summarize the situation. According to official statistics, the amount of food aids granted by the government to local administrations in order to be distributed through Social Assistance and Solidarity Foundations was 35 million TL (approximately 23 million USD) in 2003, 55 million TL (approximately 34 million USD) in 2004, 90 million TL (approximately in 60 million USD) in 2005, 150 million (approximately 100 million USD) in 2006, 140 million TL (approximately 93 million USD) in 2007, 213.7 million TL (approximately 142 million USD) in 2008 and 382.4 million TL (approximately 255 million USD) in 2009. We observe a similar, rapidly increasing trend in the provision of coal aid as in the provision of food aid during the terms of the AKP government. The number of households benefiting from the coal aid exceeded 2.2 million in 2009. Since this figure has increased even more in 2010, we can say that we are talking about a welfare item regarding approximately 12 million persons or around 7 million electors. Table 2 shows the trend of coal aid provision from 2003 to 2009.
Table 2. Number of families benefitting from coal aid, 2003-2009
Year
Amount of coal distributed (in tons)
Number of beneficiaries (household)
2003
649,82
1,096,488
2004
1,052,379
1,610,170
2005
1,329,676
1,831,234
2006
1,363,288
1,797,083
2007
1,494,163
1,894,555
2008
1,827,131
2,246,280
In terms of housing benefits, the government provided 919,900 TL (approximately 612,000 USD) to 415 persons in 2006, 2,503,950 TL (approximately 1,669,300 USD) to 642 persons in 2007, 40,461,955 TL (approximately 26,974,637 USD) to 27,906 persons in 2008 and 74,430,494 TL (approximately 49,620,329 USD) to 72,304 persons as of December 2009.
As these data suggest, the AKP government organized a broad social welfare network in which a large section of the population is included. Apparently, in the perception of these broad sections of the population, which as well include the working poor, the unemployed and the inactive population, the character of the government as a “service provider” has been replaced with the government as an “aid provider”. This is an important factor as it fits into the larger picture of changing perceptions on exploitation and inequalities. In this framework, the rights of the working class is not perceived as something achieved through struggle, but as something granted by the powerful. Hence, the public sphere gets wide-open for religious and reactionary organizations as the culture of “charity” is closely linked with religious ideology.
Besides social welfare benefits and charity networks, borrowing has become an important mean of subsistence for a large part of the working class and the mentioned population surrounding it. The banking reforms and economic conjuncture after 2001 crisis facilitated the access to personal consumer credits and credit cards have become one of the leading means of payment. Especially for the workers who do not receive their wages and salaries regularly, credit cards are essential. The highly indebted working class can be subjugated to the bourgeois ideology way more easily and strongly, and its interest shifts to sustaining the “economic stability” and the demands of the capitalist class so as to be able to roll-over its debts. In other words, to the highly indebted workers, the demands of their class enemies rather than their own seem much more relevant.
In order to give a rough idea about the level of indebtedness, allow me to refer to several statistics. In 2002, total amount of consumer credits were about 2 billion dollars, whereas it was over 80 billion dollars in 2010, and more than 90 billion dollars as of June 2011. The total liabilities of households were 129 billion TL in 2008, 147 billion TL in 2009 and 191 billion TL in 2010. During the same period, the ratio of households’ total liabilities to their disposable income has increased from 36 to 41 per cent. However, the ratio of interest payments to the disposable income declined from 5.2 per cent to 4.4 per cent due to falling interest rates. In other words, consumers are way more indebted, but they allocate a lesser part of their income to interest payments. Thus, it is plausible to claim that their sensitivity to the changes in interest rates has increased. Almost half of the consumer credits are housing loans, whereas 45 per cent consists of personal finance credits and 5 per cent consists of vehicle credits. The number of persons with non-performing credit card loans has increased from around 1.1 million in 2008 to 1.6 million in March 2011.
Any development that would disrupt the flow of social welfare benefits, charity and loans would mean a disaster for the workers who gradually become more and more dependent on these factors. Therefore, the stability of the bourgeois politics and abstinent life has become their sole expectation for future. These circumstances are further entrenched by the relative distance of young generations of workers to the idea of organization and struggle.
The despair of unemployed masses and the quest for a safe haven led by it have played a significant role for the prevailing system to build the mass bases of reactionism.
A third factor which plays an important part in the fragmentation, disorganization, assimilation and subjugation of the working class in Turkey is the expansion of informal work in all sectors. It is impossible to talk about any kind of freedom for informal workers, let alone the freedom to organize. Apart from unemployment, an important reason for the toiling masses in Turkey to be engaged in informal work is the high level of indebtedness. In Turkey, the government plays a decisive role in collecting the loans, as non-performing loans are cashed out through confiscation. The government regulates the regime of loan payments; hence workers who either try to escape from the probability that their wages are seized or make ends meet give consent to informal work with no rights at all.
Origins of the fragmentation of the working class in recent history
The fascist regime established after the coup d’état on 12 September 1980 paved the way for the Turkish bourgeoisie to raise its systematic attacks on the working class at a massive scale, and the advantage achieved by the capitalist class has been strongly reproduced in every sphere of life against the working class. The fascist regime did not only consist of legal arrangements or the fascistic practices carried out against working class organizations. More than that, it was an all-out ideological assault on the working class
If one of the fundamental pillars empowering bourgeoisie’s ideological assault was the policies that strengthen imperialism at large in our country and the region, the other was the increasing distance between the communist movement and the working class. This distance eventually resulted in the isolation of the working class.
After 12 September coup, the political parties, which should represent the working class and the economic organizations of the working class, trade unions, have been weakened. While the number of workers organized in trade unions was diminishing rapidly, the trade unions assisted the endeavors to isolate the working class from socialist politics. One shall remember that within the Turkish trade union movement today, there are only a few class-oriented cadres, who mostly became affiliated with the movement before 1980 when trade unions were not described as “supra-political” organizations. Furthermore, even those cadres are forced to a position at which they cannot take any initiative in order to protect themselves in the trade unions, which are pushed to a compromising line after the coup d’état.
It is worth to note that the workers’ resistances and actions, which occasionally set the agenda of the country after 1980, were carried through by the unions. The proletarianization of the country’s agenda by these actions had lasted for limited days. Although the achievements of the working class after these rallies had been limited, they should be deemed as important experiences. However, all of these experiences were doomed to the lack of persistence; neither Turkish left nor trade unions could manage to raise this siege. Furthermore, struggling workers could not prevent submissive trade unions to leave them in the lurch. In the final analysis, as the trade unions did not allow the workers’ uprisings to be politicized, hence could not carry them through, these actions did not leave deep marks in the collective memory of the proletariat as moments of transcending fragmentation and solidarity.
For instance, the recent uprising of tobacco workers at TEKEL started with the trade union’s (Tek Gıda-İş) decision to take action. As the workers pursued the decision even beyond the trade union itself and as their rally got affiliated with the communist movement, it was politicized, gained approval of the broader public and achieved the ability to organize the society. However, we should mention that, when considered in all respects, the intervention of the Communist Party of Turkey to establish the ties between the communist movement and TEKEL workers’ resistance had been insufficient, and the representation of the resistance did not materialize in the person of the TKP despite the strong intervention.
The disconnectedness between the working class and the communist movement is the main hindrance before the act of leaving deep marks in the collective memory of the working class. There is a clear connection between the trade union’s ambition to isolate the workers from communist politics and the fact that all significant workers’ resistances and actions carried out spontaneously and with the effort of trade unions were not conducted to win new fronts in the class struggle, but to maintain existing achievements. Such actions could not organize the society at large. A class-oriented line of struggle with broader claims, which will serve the working class to achieve new rights, could only be organized by the communist movement that represent political assertions on the future of the country.
Before going on with other aspects of the condition of the working class in Turkey, let me say a few more words on the situation of the so-called “progressive” trade union movement and the gradual liquidation of the class-oriented line in this section.
When the Confederation of Revolutionary Trade Unions6 (DİSK) was acquitted from all charges pressed on it in 1991, the new leadership of DİSK adopted the dominant political line of legitimizing the defeat of socialism prevailing in trade unions. This attitude has certainly played an important role in alienating the working class to economic and political struggle. As soon as the confederation was re-established, the new, social democratic leadership of DİSK condemned class-oriented trade unionism and adopted the ideology of so-called “contemporary” trade unionism. As they interpreted the demise of socialism in the Soviet Union and Eastern Europe as the end of class struggle, they expressed their willingness to come to terms with the capitalist class on every platform; hence lost a great deal of its members. As DİSK denied the fact that it is an organization of class struggle, it started to identify itself as a non-governmental organization necessary for establishing compromise and social dialogue. On this premise, the new DİSK could sidle with the organizations of the capitalist class more easily.
After 1980, the distance between the socialist left and the working class has increased even more when a large part of the left got liberalized and gave up pursuing revolutionary objectives. The liberalization of the Turkish left and the transformation of DİSK into a “non-governmental organization” had gone hand-in-hand.
In line with the so-called conception of contemporary trade unionism, which denies the fact that unions are class organizations, DİSK preferred “identity politics” instead of class politics. Thus, it did not steadfastly challenged privatization policies, and attributed positive characteristics to the so-called “new world order”. As it became more and more alienated from the class struggle, it started to appeal more and more to imperialist organizations such as the European Union and its branches in the trade union movement.
Alienation from revolutionary objectives and liberalization caused DİSK to lose a great deal of its members. DİSK is losing members even today, and the number of trade unions affiliated with DİSK, which organize genuine struggles is unfortunately very low. Today, DİSK and the left-wing trade union confederation among the public employees, KESK, do not fill a left-wing space in the trade union movement. The libertarian voices of the liberal-reactionary coalition in our country are quite far away from giving hope to the working class. These confederations are forced to retreat at a level such that they promise not to do anything other than demanding a new, democratic constitution despite grandiose attacks on the working class.
The sectoral segregation of the working class
Now, we may continue with the changes in the composition of the working class in Turkey in terms of economic sectors. This is not only important as regards the sectoral shifts in workers’ employment, but also in terms of the changes in the forms of employment.
According to the TSI data, in 2010, 25 per cent of the employment was in agriculture, 20 per cent in industry, 6 per cent in construction and 49 per cent in services. Most of the workers employed in industry work in the manufacturing industries, while 15 per cent are employed in the trade sector and 5 per cent in restaurants and entertainment.
The trends of the sectoral change in employment in our country point to the dramatic change in the Turkish economy and society. Two decades ago, i.e. in 1990, 46.5 per cent of workers were employed in agriculture, 15.8 per cent in industry, 5.7 per cent in construction and 32 per cent in services. In other words, in a relatively short period of time, the percentage of those employed in agriculture diminished about a half, while the number of those who are working in services increased drastically. Although the construction sector grew a great deal in years, its share in employment almost has not changed in the last twenty years.
Informal work has become a cost-reduction strategy for the Turkish capitalists. According to official data, there are 3 million 535 thousand wage earners under informal employment as of 2010, whereas the total amount of wage earners is 13 million 762. In other words, one out of four wage earners works under informal contracts, with no job security at all.
Once again, according to the official statistics, there are 3 million 37 thousand 447 workers employed in the public sector as of March 2011. This figure amounts to 13.31 per cent of total employment and 4.1 per cent of the total population. In historical terms, during the AKP’s terms of government, the share of the public sector in employment has declined from 15.2 per cent in 2002 to 13.31 per cent in 2011.
Figure 1: The Share of Workers Employed in the Public Sector in Total Employment (%)
Source: Turkish Statistical Institute
In general, public sector employees are employed under five different statuses: tenured personnel, personnel on contract, temporary personnel, permanent worker and temporary worker. About 70 per cent of the public employees (approximately 2 million) are employed under tenured status. However, with the so-called “Public Employees Reform” that has been on the agenda for quite a long time now, the government aims to shift most of these tenured personnel to the personnel on contract status. As a matter of fact, the number of employees working on contract has increased almost 100 per cent since March 2007, despite the fact that its share in total public sector employment is still low (10.93 per cent).
The condition of the Kurdish workers
Since 1960s, migration from Kurdish towns to especially large cities in the Aegean, Marmara and Mediterranean regions has been continuing. Before 1985 the major reason of migration was economic, but since then political reasons such as “forced migration” due to war have been added on this. Therefore, although migration from the Kurdish towns to the west is a phenomenon that has been going on for the last five decades, it has accelerated considerably since early 1990s. The change in the factors causing migration has not affected the outcomes significantly. The main difference for the Kurdish population is much more related with the rapid changes in the conditions of life and work in the towns where they migrate.
One shall underline that the character of the jobs the emigrant Kurdish people can find as well as the working conditions in the western towns has been changing in years. During the previous years of the migration movement, when the results of neoliberal policies and practices had not emerge in full scope yet, the emigrant Kurdish worker could usually find the opportunity to start a self-employed, though informal, job such as peddling or petite commodity production. This opportunity has either been eliminated almost totally or has become quite marginal starting from late 1980s to the period of the AKP. As informal, insecure, subcontracting and temporary, in other words atypical, work has become the rule of the day, and as such forms of employment has become the dominant type since early 1990s, the types of work Kurdish emigrants could find in the west have also changed. In other words, instead of being located in marginal urban employments, the Kurdish workers have become an inseparable part of the working class in Turkey. For the same reason, emigrant Kurds are getting proletarianized much more rapidly compared to the pace of proletarianization in the former years of migration. However, this is not an entirely new and peculiar phenomenon, but it is a part of the overall change of the working class in Turkey. However, the qualitative difference of the new forms of proletarianization from the classic processes is another topic of discussion.
The expansion of atypical forms of employment, the gradual increase in the quantity of workers in informal, insecure, subcontracting and temporary employment, is a general phenomenon. As the more dynamic sections of the working class, which try different ways of struggle, are those who work under such employment conditions as well as those who are under the threat of insecurity, the Kurdish workers have also become more visible in various experiences of organization and struggle.
The increasing number of Kurdish workers through migration to the metropolitan cities in the west or in large Kurdish towns such as Diyarbakır does not weaken, but quite the contrary; strengthen the class roots of the Kurdish problem. Compared to the previous period, proletarianized Kurds have become more open to class politics apart from identity politics.
An important specification that should be noted in relation to Kurdish workers is that, the processes of proletarianization among the Kurdish poor has been accelerating –this is in contradistinction with the thesis that claims the working class in Turkey has become “Kurdified”. Likewise, a new and common ground of struggle of Turkish and Kurdish workers, who are increasingly being subject to informal, insecure, subcontracting and temporary forms of employment, has been maturing despite the relative weakness of the opportunities of organization.
1.    Member of the Central Committee of Communist Party of Turkey
2.    Engels, F., “The Condition of the Working Class in England”, in Collected Works, vol.4, Progress Publishers, Moscow, 1975, p.297.
3.    The broad definition of unemployment takes the following into account as well: the underemployed, those who are not actively seeking a job but available to start a job and seasonal workers. The real rate of unemployment is calculated according to the following formula: (the unemployed + the underemployed + those who are not actively seeking a job but available to start a job + seasonal workers) / (the labor force + those who are not actively seeking a job but available to start a job+ seasonal workers).
4.    This category includes people at working age, i.e. 15 years of age or over.
5.    The category of underemployment includes “time-related underemployment” and “inadequate employment”. The former is described as persons employed in the reference week who worked less than 40 hours as total, despite their willingness to work additional hours. The latter is described as persons employed in the reference week but were also looking for a job to replace present job or as an additional job within last 4 weeks and were available to start if could find.
6.    Interestingly enough, the official documents of DİSK in English refers to the organization as the Confederation of “Progressive” Trade Unions, despite the fact that its name is “Devrimci İşçi Sendikaları Konfedarasyonu” in Turkish, which can literally be translated into English as the Confederation of “Revolutionary” Trade Unions.