Λίγες ώρες πριν την κάλπη: Η νέα κατάσταση ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους

 
Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα: Η νέα κατάσταση λίγες ώρες πριν την κάλπη

Μόνο μερικά 24ωρα πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας στα κατεχόμενα είναι εφικτό να καταγραφούν ορισμένες τάσεις ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα και την κοινωνία, οι οποίες όχι μόνο θα επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα θα αναδείξουν ευρύτερες δυναμικές των επόμενων χρόνων. Οι πρόωρες εκλογές της 28ης Ιουλίου στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, διεξάγονται υπό τη σκιά που δημιουργεί η εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, η φθορά και η διάσπαση της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, η αποτυχία κατάληξης στο Κυπριακό και επιπλέον η κρίση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, η οποία δημιούργησε πολλαπλούς συνειρμούς ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Στο επίκεντρο της πολιτικής πραγματικότητας της κοινότητας βρίσκεται η κατάσταση έτσι όπως εξελίχθηκε ιδιαίτερα μετά το 2010 όταν πλέον αποφασίστηκε από την τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία ότι ο μετασχηματισμός των δομών θα έπρεπε να προχωρήσει με κάθε κόστος. Με λίγα λόγια, στις εκλογές της 28ης Ιουλίου, ίσως για πρώτη φορά και με τόσο έντονο τρόπο το σημείο αναφοράς θα κινηθεί σε δύο πολύ σημαντικούς άξονες: Ο πρώτος είναι οι σχέσεις που διεκδικούν να έχουν οι Τουρκοκύπριοι με την Άγκυρα. Ο δεύτερος είναι το πώς αντιμετωπίζουν σε σχέση με την Άγκυρα τις δομές που επικράτησαν ανάμεσα τους ιδιαίτερα μετά το 1974. Επομένως η σημασία αυτής της ψηφοφορίας είναι μεγάλη για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

Η «σιωπηλή» επάνοδος του Ρεπουμπλικανικού

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα παρουσιάζεται πλέον ο βέβαιος νικητής των εκλογών με τα ποσοστά του να κινούνται μεταξύ 35-40%. Έχει σοβαρές πιθανότητες για να σχηματίσει αυτοδύναμη «κυβέρνηση», όμως αυτό θα εξαρτηθεί κυρίως από την γενική αποχή και τα ποσοστά που θα κερδίσει επιπλέον από τη μικτή ψήφο (οριζόντια). Η επάνοδος του Ρεπουμπλικανικού βασίζεται κυρίως στη μεγάλη φθορά του Κόμματος Εθνικής Κοινότητας και στη διάσπαση της Δεξιάς. Οι εξελίξεις αυτές προκύπτουν ως συνέπεια του οικονομικού πρωτοκόλλου και του τρόπου με τον οποίο επέλεξε το Κόμμα Εθνικής Ενότητας να διαχειριστεί τις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Την ίδια στιγμή το Ρεπουμπλικανικό κατάφερε παρά τα πολλά εσωτερικά του προβλήματα να εμφανιστεί ως «μια πιο καλή επιλογή» (και όχι η καλύτερη) για την κοινότητα, αφού τήρησε μια αξιοπρεπέστερη στάση έναντι των ξεκάθαρων επιβολών της τουρκικής κυβέρνησης. Για παράδειγμα καταψήφισε την απόφαση για καθορισμό ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και ψευδοκράτους (για τον Έρντογαν ήταν «ασυγχώρητη» κίνηση) ενώ αντέδρασε πιο συγκροτημένα σε σχέση με το παρελθόν ενάντια σε πολιτικές όπως η αύξηση παραχώρησης υπηκοοτήτων και η ανεξέλεγκτη μεταφορά πηγών κερδοφορίας σε Τούρκους επιχειρηματίες. 

Καταλυτικός παράγοντας για την ενίσχυση του κόμματος φαίνεται να είναι και το ότι σε συνθήκες πλήρους απαξίωσης του πολιτικού συστήματος, σε συνθήκες όπου τα εσωτερικά προβλήματα του Κόμματος Εθνικής Ενότητας μονοπωλούσαν την επικαιρότητα για μήνες ολόκληρους και έφτασαν μέχρι του σημείου να παραλύσουν τις εργασίες της «βουλής», το Ρεπουμπλικανικό κατάφερε να μην μετατρέψει τα εσωτερικά του προβλήματα σε δημόσιο ζήτημα. Ενισχυτική ήταν και η σύντομη, αλλά αποτελεσματική παρουσία της Σιμπέλ Σιμπέρ ως υπηρεσιακού «πρωθυπουργού», η οποία κατάφερε να αναδείξει ένα νέο πνεύμα αναφορικά με τη διαφάνεια. Κατάφερε δηλαδή να δείξει ένα διαφορετικό δρόμο στην εφαρμογή αποφάσεων από το συνηθισμένο για τους Τουρκοκύπριους: οι αποφάσεις λαμβάνονται στη πρεσβεία και ο εκάστοτε «πρωθυπουργός» αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο της δημοσιοποίησης τους ωσάν να ήταν τουρκοκυπριακής προέλευσης.

Όμως η κρίσιμη μέρα για το Ρεπουμπλικανικό φαίνεται πλέον να είναι η 29η Ιουλίου. Και τη νέα πραγματικότητα στην εξουσία επηρεάζει η πορεία της εσωτερικής αντιπαράθεσης μεταξύ αριστερών και φιλελεύθερων. Προϊόν αυτής της σύγκρουσης που έμεινε στα παρασκήνια ήταν και το πρόγραμμα του κόμματος. Στις  24 σελίδες του προεκλογικού ντοκουμέντου αποφεύγεται έντονα η αναφορά είτε σε απόρριψη, είτε σε αποδοχή του οικονομικού πρωτοκόλλου. Το όραμα του κόμματος σε σχέση με το Κυπριακό καλύπτεται από μερικές γενικόλογες αναφορές στα συμφωνηθέντα Χριστόφια-Ταλάτ σε μία και μόνο παράγραφο, κάτι που προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση εάν κάποιος αναλογιστεί τη σημασία που έπαιξε η διεκδίκηση για λύση του προβλήματος στο ιστορικό υπόβαθρο και τη δημιουργία του Ρεπουμπλικανικού. Πάντως στον ίδιο βαθμό όμως θετική αίσθηση προκάλεσε η συμπερίληψη στο ψηφοδέλτιο του κόμματος, αριστερών προσωπικοτήτων και μάλιστα γνωστών για την κριτική που άσκησαν όλα αυτά τα χρόνια ενάντια στις φιλελεύθερες επιλογές που έγιναν από το Ρεπουμπλικανικό, ιδιαίτερα την περίοδο που ακολούθησε τα δημοψηφίσματα του 2004. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Κοράλ Ασάμ της ΝΤΕΒΙΣ, ο Αλί Γκουλέ μέχρι πρόσφατα επαρχιακός γραμματέας Αμμοχώστου, ο Τουφάν Έρχιουρμαν ακαδημαϊκός και η Ντοούς Ντεριά στέλεχος του φεμινιστικού κινήματος.

Συνεπώς ανοιχτό παραμένει και το ζήτημα της επιρροής που θα έχουν άτομα όπως τα προαναφερθέντα στην ευρύτερη πορεία του Ρεπουμπλικανικού τα αμέσως επόμενα χρόνια. Κομβικό σημείο θα πρέπει να θεωρηθεί και η στάση που θα τηρήσουν οι διαφορετικές τάσεις εντός του κόμματος στην περίπτωση που η τουρκική κυβέρνηση πιέσει «επίσημα» για συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού με το Κόμμα Εθνικής Ενότητας στην «κυβέρνηση».

Το μεγάλο θύμα του ισλαμικού χώρου

Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, μπορεί κάλλιστα να ανακηρυχθεί ως το «μεγάλο θύμα» του Έρντογαν. Το παραδοσιακό κόμμα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, ιδιαίτερα από το 2009 και μετά, κινήθηκε αποκλειστικά στα πλαίσια που έθεσε η τουρκική κυβέρνηση. Πλαίσια όμως πρωτόγνωρα για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα, αφού συμπεριλάμβαναν το περαιτέρω άνοιγμα της αγοράς προς την Τουρκία και τις ανακατατάξεις στην κοινωνία τοπικά με τρόπο που να συνιστούν απειλή για την πολιτική υπόσταση των Τουρκοκυπρίων. Η επιλογή του Κόμματος Εθνικής Ενότητας δεν είναι καθόλου άσχετη με τις επιλογές της σχετικά αδύνατης τουρκοκυπριακής επιχειρηματικής ελίτ (κυρίως του εμπορικού κεφαλαίου), η οποία μετά τα δημοψηφίσματα είχε επιλέξει το δρόμο άρσης της απομόνωσης με φορέα το τουρκικό κεφάλαιο και όχι τη λύση του Κυπριακού. Κάτι που μέσα σε λίγα μόνο χρόνια αποδείχτηκε ανεδαφικό. Όμως πέραν των κοινωνικών μετατοπίσεων, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας επέλεξε να μετατραπεί σε αποκλειστικό φορέα της νέας πολιτικής του Έρντογαν και να συμπεριφερθεί ως «παράρτημα» της Άγκυρας. Οι Τουρκοκύπριοι, συμπεριλαμβανομένων των ακραιφνών εθνικιστών, ποτέ δε θα ξεχάσουν την υποτακτικότητα του Κιουτσιούκ τη στιγμή που ο Έρντογαν τον ρωτούσε δημόσια πόσος είναι ο μισθός του για να αποδείξει την «καλοπέραση» των «αναγιωτών» Τουρκοκυπρίων, η οποία θα έπρεπε δια του πρωτοκόλλου να καταργηθεί.

Παράλληλα, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας μετατράπηκε στο πεδίο του ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ της ισλαμικής τουρκικής ηγεσίας και της κυπριακής έκδοσης του ακραίου κεμαλισμού. Εάν το κόμμα θα γινόταν ο τουρκοκυπριακός εκφραστής του νέου «κράτους» του Έρντογαν, τότε θα έπρεπε να «καθαρίσει» από τα απομεινάρια της σχολής Ντενκτάς. Δηλαδή της ιδρυτικής ιδεολογίας του 1983, η οποία συναντά τις ρίζες της στον περίγυρο της ΤΜΤ. Η επιχείρηση μετασχηματισμού του κόμματος, ως ενδιάμεσος ή παράλληλος σταθμός για το μετασχηματισμό των δομών στα βόρεια της Κύπρου, τελικά κατέληξε στη διάσπαση του με την αποχώρηση αρχικά των «οκτώ». Μετά ακολούθησαν και κάποιοι άλλοι όπως η επικεφαλής της γυναικείας οργάνωσης του κόμματος, Σουρεγιά Γκιουρσές.

Στο ψηφοδέλτιο του κόμματος γίνεται εξίσου φανερή η προσπάθεια να εμφανιστεί το «νέο» που θα προσαρμόζεται στο πρόγραμμα «εκσυγχρονισμού». Πέραν των πιο πιστών στο πρωτόκολλο «υπουργών», στο ψηφοδέλτιο του Κόμματος Εθνικής Ενότητας παρελαύνουν προσωπικότητες όπως ο Τουρκοκύπριος επιχειρηματίας Οκιάϊ Σαντίκογλου και ο πρώην επικεφαλής της Ομοσπονδίας Οργανώσεων των εποίκων «Συμβούλιο Δικαιοσύνης του Λαού», Οζντεμίρ Γκιούλ. Ο πρώτος είναι ο εκπρόσωπος του Ανεξάρτητου Συνδέσμου Επιχειρηματιών και Βιομηχάνων (MÜSİAD) της Τουρκίας στην Κύπρο – του γνωστού και ως ισλαμικού κεφαλαίου – ενώ την ίδια στιγμή είναι και επικεφαλής της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας του Ισλάμ. Συμβολίζει δηλαδή τους νέους πρωταγωνιστές. Ο δεύτερος είναι αριστερών καταβολών Αλεβίτης που ως επικεφαλής του «Συμβουλίου Δικαιοσύνης του Λαού» επιδίωξε να προωθήσει μια νέα προσέγγιση αναφορικά με τη λειτουργία του τουρκικού πληθυσμού στα κατεχόμενα. Είναι υποστηριχτής της ενσωμάτωσης των Τούρκων στα υφιστάμενα τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα και εναντίον της ίδρυσης χωριστών κομμάτων. Ως εκ τούτου συμβολίζει επίσης μια νέα φάση στη διεκδίκηση του τουρκικού πληθυσμού για αύξηση της εκπροσώπησης και ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα. 

Πέραν των πιο πάνω, κανένας δε μπορεί να υποτιμήσει τις ιστορικές ρίζες του κόμματος στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Μέχρι σήμερα και παρά την επιχείρηση μετασχηματισμού, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας συνεχίζει να στηρίζεται από τον πυρήνα και τα συμφέροντα που δημιούργησε η ΤΜΤ και ο κύκλος της ιδιαίτερα μετά την εισβολή του 1974. Το δεδομένο αυτό έχει εμποδίσει μέχρι σήμερα την ολοκλήρωση της παρέμβασης του τουρκικού ισλαμικού χώρου. Το ίδιο δεδομένο είναι που αναγκάζει ακόμα και τώρα τον Κιουτσιούκ να υπογραμμίζει με ένταση ότι το κόμμα αποτελεί την μοναδική «πολιτικοποιημένη μορφή της ΤΜΤ» και ως εκ τούτου την ιδεολογικο-πολιτική της συνέχεια.

Τουρκοκυπριακός εθνικισμός «νέου τύπου»

Η άλλη βασική συνιστώσα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, το Δημοκρατικό Κόμμα, ήταν σε όλη αυτή την περίοδο ο χώρος συνένωσης του τουρκοκυπριακού εθνικισμού ενάντια στην ισλαμική «απειλή». Η δύσκολη σχέση μεταξύ Σερντάρ Ντενκτάς και Έρντογαν είναι πολύ καλά γνωστή από την εποχή του δημοψηφίσματος αλλά και στη συνέχεια όταν το Δημοκρατικό εξαναγκάστηκε σε αποχώρηση από τη «κυβέρνηση» συνεργασίας με το Ρεπουμπλικανικό για να πάρει τη θέση του το «δημιούργημα» του Τουργκάϊ Αβτζί, το Κόμμα Ελευθερίας και Μεταρρύθμισης (ακόμα ένα αποτυχημένο πείραμα του ΑΚΡ για δημιουργία επίσημου κομματικού του φορέα ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους). Τώρα το Δημοκρατικό Κόμμα δέχτηκε στις τάξεις του τους οκτώ αποβληθέντες από το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, κίνηση για την οποία φημολογείται ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξε και ο Έρογλου.

Το πιο σημαντικό σημείο που φαίνεται να καταγράφει μια σοβαρή τάση ανάμεσα στην παραδοσιακή τουρκοκυπριακή Δεξιά είναι η δημιουργία του συνασπισμού των «Εθνικών Δυνάμεων» στα πλαίσια του κόμματος του Ντενκτάς. Το κόμμα κατέρχεται στις εκλογές υπό την ονομασία «Δημοκρατικό Κόμμα-Εθνικές Δυνάμεις» και επιδιώκει να καθορίσει νέες γραμμές στη σχέση του με την Άγκυρα.

Η ορολογία που χρησιμοποιήθηκε για τις «εθνικές δυνάμεις» είναι ιδεολογικά φορτισμένη και αποκαλυπτική: Χρησιμοποιείται ο όρος ulusal (ουλουσάλ) για το «εθνικές» και όχι ο όρος milli (μιλλί). Ο όρος ulusal αποτελεί τη σύγχρονη «κεμαλική» έκδοση απόδοσης του όρου «εθνικός-εθνικές» από την εποχή που επικράτησε ο πολιτιστικός πόλεμος ενάντια σε καθετί που παρέπεμπε στο αναχρονιστικό-ισλαμικό-οθωμανικό παρελθόν. Αντίστοιχα ο όρος μιλλί, έστω και αν ακόμα χρησιμοποιείται από πολλούς, διατηρεί το θρησκευτικό-ισλαμικό περιεχόμενο της πολιτικής-θρησκευτικής κοινότητας (ούμμα). Η ευαισθησία του ισλαμικού χώρου στη διάκριση αυτών των όρων είναι μεγάλη, όπως μεγάλη είναι και η αντίστοιχη ευαισθησία που έχουν για το θέμα οι «κοσμικοί» εθνικιστές. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαία η επιλογή του όρου από τον Σερντάρ Ντενκτάς για να περιγράψει μάλιστα τη διεύρυνση της συμμαχίας του κόμματός του με ανθρώπους (οι οκτώ αποβληθέντες) που έχουν διακηρύξει τη διαφωνία τους με τη «νέα κατεύθυνση που παίρνει το Κόμμα Εθνικής Ενότητας».

Με αυτά τα δεδομένα, το Δημοκρατικό Κόμμα αναμένεται να αυξήσει την εκλογική του δύναμη, μάλιστα σε βαθμό που θα ευνοήσει την επάνοδο του Ρεπουμπλικανικού στην εξουσία. Φαίνεται να υπάρχουν αρκετοί ψηφοφόροι της Δεξιάς που «συγκινούνται» από τις καταγγελίες Ντενκτάς περί παρεμβάσεων της τουρκικής πρεσβείας εναντίον του. Είναι και αυτό ίσως ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του τουρκοκυπριακού εθνικισμού ο οποίος αναδύεται διεκδικώντας μια διαφορετική από τη σημερινή σχέση με την Άγκυρα. Το ζήτημα για το Δημοκρατικό είναι το κατά πόσο οι έδρες που θα κερδίσει θα του επιτρέψουν να διεκδικήσει συνεργασία με το Ρεπουμπλικανικό για σχηματισμό «κυβέρνησης».     

Ακόμα μια προσπάθεια της αριστερής αντιπολίτευσης

Μια άλλη εξίσου σημαντική παράμετρος των εκλογών είναι ο σχηματισμός της αριστερής αντιπολίτευσης (απέναντι και στο Ρεπουμπλικανικό). Η προσπάθεια αυτή δεν είναι φυσικά η πρώτη και αποτελεί συνέχεια άλλων που προηγήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος αποφάσισε τη συγκρότηση κοινού ψηφοδελτίου με άλλες αριστερές ομάδες και οργανώσεις. Το όνομα της συμμαχίας είναι «Κόμμα Ενωμένη Κύπρος-Δυνάμεις της Κοινοτικής Ύπαρξης». Εξίσου ιδεολογικά φορτισμένη η χρήση των όρων, μια χρήση που επιδιώκει την ολοκληρωτική διαφοροποίηση από όλους τους προαναφερθέντες πολιτικούς χώρους και εμπνέεται κυρίως από το πλαίσιο που επικράτησε στις μεγάλες κινητοποιήσεις του 2011. Στο πρόγραμμα της συμμαχία καταγράφεται ρητώς η απόρριψη του οικονομικού πρωτοκόλλου, γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην τουρκική εισβολή και στην ανάγκη ομοσπονδιακής επίλυσης του Κυπριακού, το οποίο θεωρείται ως η βασική πηγή όλων των υπόλοιπων προβλημάτων της κοινότητας. Η συμμαχία έκανε ιδιαίτερες προσπάθειες συσπείρωσης δυνάμεων από τα προοδευτικά συνδικάτα της κοινότητας και ο στόχος που έθεσε είναι να ξεπεράσει το 5% κερδίζοντας μία έδρα. Πληροφορίες εκλογολόγων συγκλίνουν στο ότι η συμμαχία θα έχει μια αξιοπρεπή παρουσία στη Λευκωσία, ιδιαίτερα στις τουρκοκυπριακές περιοχές, εντούτοις αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αναφορικά με την προσέλκυση ψήφων των εποίκων. Εμπόδιο στην προσπάθεια αυτού του συνδυασμού αποτελεί και η απόφαση του Κόμματος Νέα Κύπρος για μποϊκοτάρισμα των εκλογών. Το κόμμα δε λαμβάνει φυσικά αυτή την απόφαση για πρώτη φορά, όμως η προοπτική συνεργασίας του με τις δυνάμεις της «κοινοτικής ύπαρξης» θα ήταν μια επιπλέον δυναμική για εκπροσώπηση στη «βουλή» μιας εντελώς διαφορετικής αντίληψης. Σε κάθε περίπτωση, εάν υλοποιηθεί ο δύσκολος στόχος της εκλογής του επικεφαλής της συμμαχίας, Ιζζέτ Ιζτζιάν, θα αποτελέσει ένα σοβαρό πολιτικό προηγούμενο αναφορικά με τα μηνύματα προς την Άγκυρα.   

Συμπερασματικά

Οι εκλογές της 28ης Ιουλίου πραγματοποιούνται σε ένα ιδιαίτερα «περίεργο» πολιτικό περιβάλλον. Η χρονική συγκυρία σε συνδυασμό με την γενική απαξίωση των Τουρκοκυπρίων προς το πολιτικό σύστημα, φαίνεται να ευνοούν καταρχήν την ενίσχυση της αποχής. Ένα φαινόμενο που και στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα πλέον «μονιμοποιείται». Για πρώτη φορά ίσως τόσο έντονα, το Κυπριακό δε βρίσκεται στην προτεραιότητα των ψηφοφόρων και των κομμάτων. Η κοινωνία σταδιακά στρέφεται στην επίλυση των «καθημερινών προβλημάτων», μια τάση που επικρατεί ιδιαίτερα μετά το μεγάλο ξέσπασμα του 2011, το οποίο δε βρήκε την αναγκαία πολιτική του συγκρότηση. Η αποτυχία κατάληξης στο Κυπριακό και η βαθιά οικονομική κρίση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα, επίσης συμβάλλουν στην απαξίωση της κοινότητας από τις πολιτικές διεργασίες. Την ίδια όμως στιγμή, φαίνεται ότι οι ισορροπίες που θα προκύψουν την 28η Ιουλίου θα είναι εργαλειακές ως προς τη νέα πρωτοβουλία στο Κυπριακό. Δεν είναι μυστικό ότι ο Έρογλου ανησυχεί για τη θέση του, ενώ ο Ταλάτ έχει ήδη ξεκινήσει την προεκλογική του εκστρατεία για το 2015, εμφανιζόμενος ως ο μόνος που μπορεί να διαχειριστεί το Κυπριακό υπό το πνεύμα του «ενός βήματος μπροστά». Συνεπώς η διαχείριση της κατάστασης από το Ρεπουμπλικανικό και οι εξελίξεις του επόμενου χρονικού διαστήματος στο Κυπριακό, αναμένεται να αναδείξουν δύο πολύ σημαντικά στοιχεία: Πρώτο, το πώς θα επηρεαστεί η αντίληψη της τουρκικής κυβέρνησης για τον τρόπο με τον οποίο θα επιδιώξει να αλλάξει το κυπριακό στάτους-κβο. Δεύτερο, τους Τουρκοκύπριους πρωταγωνιστές που θα επιλέξει η Άγκυρα για την εκπροσώπηση αυτής της πολιτικής σε κυπριακό επίπεδο. Η τελική κατάληξη των πιο πάνω δε μπορεί παρά να επηρεάζεται και από τις εσωτερικές δυναμικές της κοινότητας που συνήθως υποτιμούνται. 
 
ΔΕΦΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Από το νέο τεύχος της βδομάδας 24-31 Ιουλίου 2013
http://www.defterianaynosi.com/

Muhafazakâr Demokrasi’nin Parti Kimliği: Başka Bir Türk Modernleşmesi Mi? (2)



24 Temmuz 2013
11 Eylül 2001 sonrası uluslararası ortamda iz bırakan gelişmeler, sonuçta dünya çapında daha geniş teorik arayışların teşvik edilmesi yönünde de çok önemliydi. AKP’nin ideolojik kimliğini somutlaştırmaya çalıştığı bu dönemde, ortaya çıkan yeni durumda İslam’ın pozisyonu hakkındaki tartışmalar dünyanın başka yerlerinde de doruğa ulaşıyordu. Söz konusu dönemin hâkim anlayışlarından biri, aynen Batı’da olduğu şekilde, şehirleşme, sanayileşme, sekülerleşme, teknoloji ve medyanın gelişmesi gibi süreçlerin içinde yer aldığı “birleşik paket” halindeki bir modernleşmeyi istiyordu. Bu çerçeve içinde, modernleşme demokrasi için önkoşulu teşkil ediyordu ve bunun süreçleri batı kaynaklı “birleşik bir paket” olduğuna göre demokrasi, özgürlük, insan hakları gibi değerler İslam ile uyumlu değildi. Sadece ve mutlak olarak batı standartlarındaki “monolitik” bir modernleşme süreci teorisi aşamalı bir biçimde yara aldı ve zamanla üzerinde kuşku duyulur hale geldi.

Dünya çapında (ve İslam dünyasında) kapitalist kalkınmanın genişlemesi ve yaşamın tüm alanlarında İslam dininin güçlendirilmiş varlığı gibi iki temel gelişmenin bileşimi İslam’ın neoliberal küreselleşme sürecine engel teşkil etmediği yönünde başka bir entelektüel grubun düşüncelerine katkıda bulundu. 21. yüzyılın başlarından itibaren, İslam’ın toplum içerisindeki yoğun varlığı gibi Türkiye’yi ilgilendiren sorunlar yoğun tartışmalara da yol açarak Fransa, Almanya ve İngiltere gibi ülkelerde de gözlendi. İslami başörtüsünün ve camilerin Avrupa başkentlerindeki varlığı, pek çok Batı şehrinde Müslüman ve Hıristiyan Avrupalıların kamusal ve özel sektörün aynı binalarında birlikte var olması ve ortak faaliyetleri bu yeni tartışmayı tetikleyen öğeler oldu.
Neoliberal model temelinde kapitalizmin daha gelişmesi ve Müslümanların Batı’ya doğru hareketi, bu iki temel gelişme İslam ve demokrasi teorilerine modernleşmenin laikliği içermemesi hususunu ekledi. Örneğin Mısırlı yazar Ahmad Şevki El-Fencari, Ahmad Shanqi al-Fanjari Müslüman entelektüellerin eserlerindeki demokratik hak ve özgürlüklerin uzun bir listesini kaydederek, “Avrupa’da özgürlük diye adlandırılan şey, bizim dinimizde adalet (adl), hak (hak), danışma (şura) ve eşitlik (müsavat) olarak belirlenmiş olan şeylerdir. Çünkü özgürlük ve demokrasinin kuralları adaletin, halkların haklarının ve milletlerin kendi kaderlerini belirleme sürecine katılımının bir araya gelmesinden oluşmaktadır” sonucuna varmıştı. Bu durumda İslam, modernizmin temel değerlerini, burjuva tipi demokrasinin önkoşullarını içermektedir. Bu anlamda, bir “prototip merkez”, mutlak olarak Batı’da yansıtılan bir prototip arayışını modernleşme için temel konu olarak ele alan araştırmalar “bu merkezin kaydığı” görüşünü temel eksen edinen şüphelerle karşılaştı. Bu yaklaşıma göre, neoliberal küreselleşme “modernleşme merkezinin” kaymasına belirleyici olarak katkıda bulundu ve dolayısıyla İslam dünyasının bu sürece katılımı ekonominin küreselleşmesinden “Batı’nın özelliklerinin” çıkarılmasını (bunu başardığı anlamına gelmemekle beraber) talep etmektedir. Daha sonra Türkiye’nin 60. ve 61. hükümetlerinde Dışişleri Bakanı olan Profesör Ahmet Davutoğlu Batı’da “başlayıp bitmeyen” bir küreselleşme teorisini şöyle yorumladı: “Eğer bundan sonra uluslararası bir düzen oluşturulacaksa, küreselleşmeyle adaletli bir dünya oluşturulacaksa, burada her medeniyet havzasının bu yapıya katılmasının sağlanması lazım. Bunun için de din sosyolojisi, artık batıdaki sosyolojik yöntemlerin diğer toplumlara aktarılması şeklinde değil, diğer toplumların kendi dünyaları içinde anlaşılarak yapılması gerektiği çerçevesini sunuyorum. Mesela, eğer bütün dünyada felsefe, iktisadi, siyasi düşünce sahibi Eflatun ve Aristo ile başlayıp, Roma ile devam eder, Hıristiyanlıkla sürer ve son Reform, Rönesans ve Modernite hareketiyle biterse, bu belki eskiden sömürgecilik döneminde anlaşılabilir bir şey. Ama şimdi bunu bu ders kitapları formatında bütün dünyaya yayarsanız, bu fiilen batı dışındaki bütün medeniyetlerin, yani dünyanın dörtte üçünden daha fazlasının tarih dışına itilmesi anlamına geliyor…”.
Bu anlayışlar aşamalı bir şekilde başka liberal entelektüellerden de destek buldular ve modernleşme ile burjuva demokrasisinin yalnızca “Batı versiyonu” doktrini karşısında alternatif düşünce oluşturdular. Başkan Obama’nın Müslüman cemaatler nezdindeki özel temsilcisi olarak görev yapan, Keşmir doğumlu ABD vatandaşı Farah Pandith, “Müslüman olmak ile Batılı olmak arasında bir tercih yapmak gerekmiyor; İslam’la demokrasi iç içe var olabileceği gibi, bir insanın hem modern hem Müslüman olması da mümkün” demektedir. Bu karakteristik ifade Batı’nın bu konuda başı çekmesini şüpheyle karşılayan “alternatif” bir yenilikçilik ve modernleşme anlayışını fotoğraflamaktadır. Bu anlayışa göre, artık bir toplumda kapitalizmin gelişmesi için, toplumun batılılaşma sürecinden geçmesi şart değildir. Sosyolog Nilüfer Göle Batı’nın bir parçası olarak Türkiye’nin aynı zamanda kendi bölgesinde merkez bir ülke olduğunu ve İslami başörtüsünün Türk devletinin laik niteliği için tehdit teşkil etmediği örneğiyle, İslam dininin demokrasiyle normal bir biçimde bir arada var olabileceğini belirli bir bölgeye yönelik olarak Türkiye’nin kanıtlayabileceğini savunmaktadır. Dolayısıyla Göle’ye göre, sonuçta Türkiye “Batı dışı”bir modernleşme örneğini, yani “alternatif bir modernleşme” örneğini teşkil edebilir.
 
(devam edecek)

Nikos Moudouros

Çapulcu’nun kıbrıslıcası nedir?




Birkaç hafta önce sorduğum çapulcu’nun kıbrıslıcası nedir sorusuna işte Kıbrıslıtürklerden yaratıcı cevaplar!

1. Çapaçulli
 
2. Isgarta
 
3. Besleme
 
4. Zibidi
 
5. Gendigelen
 
6. Paçavulli
 
7. Ganimetçi
 
8. hazır yeyici
 
9. Paçaçulli
 
10. Gomonist
 
11. Çapullari

Εκλογές στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα: Αριθμοί με σημασία


ΠΡΟΩΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013
  1. Γενικά στοιχεία για τους ψηφοφόρους:
 Αριθμός ψηφοφόρων για το 2013 είναι 172,528. Το 2009 οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν 161,373. Συνεπώς μέσα σε τέσσερα χρόνια υπάρχει αύξηση 11,155 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, κάτι που σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Ανώτατου Εκλογικού Συμβουλίου, Νεβάρ Νολάν, «δεν είναι φυσιολογικό»[1].
Στις εκλογές του 2009 από τους 161,373 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους, τελικά άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα 131,849, δηλαδή ποσοστό προσέλευσης περίπου 83%[2], το οποίο θεωρείται αρκετά ψηλό. Στις εκλογές του Ιουλίου 2013 δεν αναμένεται τέτοιο ποσοστό προσέλευσης.
Σύμφωνα με δηλώσεις της «ΥΠΕΣ», Γκιουλσούν Γιουτζέλ, από το 2009 μέχρι και το Μάη του 2013 δόθηκαν συνολικά 4239 υπηκοότητες, από τις οποίες οι 1862 με απόφαση του «ΥΠΕΣ» και οι υπόλοιπες 2377 με απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και το ότι από τις 1862 υπηκοότητες που παραχώρησε το «ΥΠΕΣ», 874 πρόσωπα απέκτησαν ταυτότητα και συνεπώς θεωρούνται ψηφοφόροι. Όμως εάν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα μέλη των οικογενειών τους δικαιούνται αυτόματα υπηκοότητα και ταυτότητα, σημαίνει ότι υπάρχει άμεση αύξηση 2622ψηφοφόρων[3].

  1. Γενικά στοιχεία για τους υποψήφιους
Υπάρχουν 257 υποψήφιοι, από τους οποίους οι 7 είναι ανεξάρτητοι.
Λευκωσία εκλέγει 16 βουλευτές.
Αμμόχωστος εκλέγει 13 βουλευτές.
Κερύνεια εκλέγει 10 βουλευτές.
Μόρφου εκλέγει 6 βουλευτές.
Τρίκωμο εκλέγει 5 βουλευτές.
  1. Τα επαγγέλματα των υποψηφίων[4]:
Ανάμεσα στους υποψήφιους υπάρχουν 27 γιατροί και 7 δικηγόροι-νομικοί. Από 8 γιατρούς έχουν στα ψηφοδέλτια τους το Ρεπουμπλικανικό, το Εθνικής Ενότητας και το Δημοκρατικό. Στο Κοινοτικής Δημοκρατίας υπάρχουν μόνο δύο γιατροί και στο Ενωμένη Κύπρος ένας.
Υπάρχουν επίσης 13 συνδικαλιστές και στελέχη άλλων εθελοντικών οργανώσεων/ΜΚΟ. Τέσσερις συνδικαλιστές φιλοξενούν οι λίστες του Κοινοτικής Δημοκρατίας και από τρεις συνδικαλιστές/ΜΚΟ έχουν το Ρεπουμλικανικό, Δημοκρατικό και Εθνικής Ενότητας.
Επίσης υπάρχουν και τρεις υποψηφιότητες από τους έπαρχους (kaymakam) που είναι υψηλόβαθμοι «κρατικοί» αξιωματούχοι. Λευκωσίας και Τρικώμου είναι υποψήφιοι του ΚΕΕ, ενώ της Μόρφου είναι του Δημοκρατικού.
  1. Παρουσία γυναικών στα ψηφοδέλτια[5]:
Από τους 250 υποψήφιους των 5 κομματικών συνδυασμών, οι γυναίκες υποψήφιες είναι 47. Στη Λευκωσία υπάρχουν 17, στη Κερύνεια 13, στην Αμμόχωστο 9, στη Μόρφου 4 και στο Τρίκωμο 4.
Ο κομματικός συνδυασμός με τις περισσότερες γυναίκες υποψήφιες είναι το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος-Δυνάμεις Κοινοτικής Ύπαρξης με 13 από τους 50 και ποσοστό 26%. Ακολουθεί το ΡΤΚ με 12 γυναίκες και ποσοστό 24%, μετά το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας με 11 και ποσοστό 22%. Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει 8 γυναίκες και ποσοστό 16%, ενώ το Κόμμα Εθνικής Ενότητας έχει μόνο 3 γυναίκες από τους 50 υποψήφιους και ποσοστό 6%.
  1. Η παρουσία Τούρκων στα ψηφοδέλτια:
Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα έχει δύο Τούρκους στα ψηφοδέλτια του. Ένα στην Αμμόχωστο και ένα στο Τρίκωμο.
Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας έχει δέκα Τούρκους, τους περισσότερους από κάθε άλλο εκλογικό συνδυασμό. Τέσσερις στην επαρχία Τρικώμου, τρεις στην Αμμόχωστο, δύο στην Κερύνεια και ένα στη Λευκωσία.
Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει έξι Τούρκους. Δύο στο Τρίκωμο, δύο στην Αμμόχωστο και από ένα σε Λευκωσία και Κερύνεια.
Το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, έχει εφτά. Τρεις στην επαρχία Τρικώμου, 2 στην Αμμόχωστο και δύο στη Λευκωσία.
Τέλος ο συνδυασμός του Κόμματος Ενωμένη Κύπρος έχει τέσσερις Τούρκους. Δύο στην Αμμόχωστο, ένα στην Κερύνεια και ένα στη Λευκωσία.

Η «δύσκολη» ιστορία της καταστροφής στα Γαστριά

 

 

Τα χαράματα της 16ης Ιουλίου 2013 πετρελαιοφόρο πλοίο μετέφερε ποσότητες πετρελαίου στη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα Γαστριά, η οποία ανήκει στην ιδιωτική εταιρεία AKSA. Από διαρροή στους αγωγούς του πλοίου, χύθηκαν στη θάλασσα περίπου 100 τόνοι πετρελαίου μέσα σε ένα δεκάλεπτο, ποσότητες οι οποίες φυσιολογικά έφτασαν και στην παραλία. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ζημιά είναι παραπάνω από τραγική: οι επιπτώσεις στο βυθό της θάλασσας θα διαρκέσουν πάνω από 20 χρόνια, ενώ τα επόμενα 2-3 χρόνια σοβαρές συνέπειες θα κλονίζουν το περιβάλλον ολόκληρης της περιοχής. Ήδη περίπου 5-6 χιλιόμετρα της παραλίας της περιοχής έχουν καταστραφεί και υπολογίζεται να χρειαστούν πάνω από δύο μήνες εργασίας για τον καθαρισμό της. Αυτά σε σχέση με την πρώτη και εύκολη ανάγνωση της πρόσφατης περιβαλλοντικής καταστροφής.

Η δύσκολη πτυχή της ιστορίας όμως πάει μερικά χρόνια πίσω και σχετίζεται ολοκληρωτικά με τις ανακατατάξεις που προκαλεί ο συγκεκριμένος τύπος οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθείται. Τα βόρεια της Κύπρου αποτέλεσαν χώρο πειραματισμού της διαχείρισης δομικών οικονομικών κρίσεων για πάρα πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά. Ταυτόχρονα πολλές ήταν οι τουρκικές κυβερνήσεις που επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις του «περίεργου» καπιταλισμού στα κατεχόμενα διαμέσου της θεμελίωσης του ανοίγματος της αγοράς και της ενίσχυσης του ιδιωτικού (τουρκικού) τομέα. Από τον Οζάλ μέχρι και την Τσιλλέρ, πρωτόκολλα συνεργασίας είχαν στο επίκεντρό τους την πιο πάνω λογική. Όμως όπως και στην ίδια την Τουρκία, έτσι και στην Κύπρο, η πιο ολοκληρωμένη έκφραση ενός ριζικού νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού κορυφώνεται επί της διακυβέρνησης Έρντογαν.

Σε αυτό το πλαίσιο η ενέργεια και ο έλεγχος της από τον ιδιωτικό τομέα, αποκτούν στρατηγική σημασία. Τα προνόμια προς την εταιρεία AKSA, ο ελλιπής έως και μηδαμινός έλεγχος στις εργασίες της, η ρουσφετολογική μεταφορά πηγών κερδοφορίας από το «κράτος» προς την εν λόγω εταιρεία, ήταν στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ημερήσιας διάταξης όλων των πολιτικών κομμάτων που διαχειρίστηκαν την εξουσία στην κοινότητα. Η «δυσκολία» λοιπόν του παρασκηνίου της περιβαλλοντικής καταστροφής ξεκινά τη στιγμή που η τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία αποφασίζουν ότι ο στρατηγικός τομέας του ηλεκτρισμού πρέπει να αποκτήσει και άλλους «εκφραστές».

Στις 12 Ιουλίου 2000, η «κυβέρνηση» συνεργασίας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (επί «πρωθυπουργίας» Έρογλου) αποφάσισε να ενοικιάσει από ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό λόγω των αυξανόμενων αναγκών αλλά και λόγω της ανεπάρκειας της «κρατικής» εταιρείας ηλεκτρισμού (KIB-TEK) να ανταποκριθεί. Άλλωστε μια συνήθης πρακτική είναι η επίκληση και η διόγκωση των προβλημάτων του δημοσίου για να ανοίξει ο δρόμος ενίσχυσης της «αγοράς». Υπεύθυνος για την KIB-TEK ήταν ο τότε «Υπουργός» Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Ιρσέν Κιουτσιούκ.

Το Σεπτέμβριο του 2000 ακολούθησε απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης για έναρξη διαγωνισμού αναφορικά με τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία αρχικά το ψευδοκράτος θα ενοικίαζε για περίοδο πέντε χρόνων. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 η εταιρεία AKSA κερδίζει το διαγωνισμό και υπογράφει τη συμφωνία με την KIB-TEK.

Η τουρκική εταιρεία άρχισε επίσημα τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2003 με τη δημιουργία του σταθμού στα Γαστριά. Προηγουμένως όμως είχαν ανανεωθεί τα σχετικά συμβόλαια και συμφωνίες με τρόπο που να επεκτείνεται η ενοικίαση μέχρι και το 2026. Κεντρικό σημείο της ιδιωτικοποίησης μέρους της παραγωγής ηλεκτρισμού σε αυτή την περίπτωση ήταν και η δέσμευση του «κράτους» για εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ενέργειας από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Ποσότητες που τελικά άλλαζαν, προσαρμόζονταν και αυξάνονταν όχι στη βάση πραγματικών αναγκών, ούτε και των δυνατοτήτων της «κρατικής» εταιρείας των Τουρκοκυπρίων. Η συνεχής αλλαγή των όρων αναφορικά με τις ποσότητες ενέργειας που το «κράτος» είχε την υποχρέωση να αγοράζει είχε την εξής κατάληξη: Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την υποχρέωση του «κράτους» να εγγυηθεί την αγορά περίπου 175 εκατομμυρίων κιλοβατώρων ετησίως, αριθμός που εκτοξεύτηκε στα 825 εκατομμύρια σύμφωνα με απόφαση που ισχύει από τον Ιανουάριο του 2013. 

Πέραν των πιο πάνω και λόγω της εγγυημένης αγοράς ενέργειας από την AKSA, επενδύσεις ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων οδηγήθηκαν στην πληρωμή της εταιρείας και όχι στην ανάπτυξη της δημόσιας δομής της κοινότητας. Την ίδια στιγμή οι δύο μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού που συνδέονται με την KIB-TEK υποχρεώθηκαν να εργάζονται μόνο στο 56% και 14% αντίστοιχα των δυνατοτήτων τους, ενώ η μονάδα παραγωγής στα Γαστριά στο 71%. Η συνέχεια είναι το ίδιο τραγική… οι συμφωνίες περιλαμβάνουν και το μέλλον αφού μέχρι και το 2024 το ψευδοκράτος θα πρέπει να πληρώσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην εταιρεία, ακριβώς λόγω της δέσμευσης του σε εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ηλεκτρισμού.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό περιβάλλον σταδιακά η KIB-TEK μετατράπηκε σε ένα είδος «κακού παιδιού», ενώ η AKSA φάνταζε πλέον ως ο «σωτήρας» της επίλυσης του πιο βασικού καθημερινού προβλήματος που αντιμετώπιζε η Τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 1974 και μετά: αυτό της διακοπής στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Όμως ο «ιερός μανδύας» της σωτήριας εταιρείας δε ήρθε μόνος. Συνδυάστηκε με την ολοκληρωτική υποταγή, την καθολική απελευθέρωση της δραστηριότητας της από ελέγχους και φυσιολογικά στην αναστολή κάθε προσπάθειας βελτίωσης κοινωνικών και δημόσιων υπηρεσιών που σχετίζονται είτε με την ενέργεια, είτε με την προστασία του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό… οι υπηρεσίες του ψευδοκράτους δεν απέκτησαν καμιά απολύτως υποδομή αντιμετώπισης της πρόσφατης καταστροφής με αποτέλεσμα το κύριο βάρος του καθαρισμού της θαλάσσιας περιοχής να πέσει στους ώμους εθελοντών και φυσικά της… AKSA.

Η «δύσκολη» πτυχή της ιστορίας θα έχει και συνέχεια. Το 2014 προγραμματίζεται η έναρξη λειτουργίας του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία. Μέσα από το φιλόδοξο έργο επιδιώκεται η ολοκληρωτική κυριαρχία της επιχειρηματικής ελίτ σε δύο στρατηγικά ζητήματα ως προς την ενίσχυση των δομών ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τόσο ο αγωγός, όσο και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης Έρντογαν για δημιουργία χώρου αποθήκευσης πετρελαιοειδών με στόχο την ενσωμάτωση στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταφέρουν πλέον τα ζητήματα οικονομίας, περιβάλλοντος και λύσης, σε νέα πιο πολύπλοκα επίπεδα.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στη cyprusnews.eu στις 19 Ιουλίου 2013

Muhafazakâr Demokrasi’nin Parti Kimliği: Başka Bir Türk Modernleşmesi Mi? (1)



17 Temmuz 2013    
AKP, ilk ortaya çıktığı andan itibaren pek çok analist için bir tür siyasi “bilmece”yi teşkil ediyordu. Partinin “bilmece yanı” kuruluşundan itibaren çok kısa bir süre içinde dönemin neredeyse bütün toplumsal hoşnutsuzluğunu kendi çıkarına kullanmayı başararak ülkenin yönetiminde güçlü bir varlık olarak ortaya çıkmasına odaklandı. Türkiye’deki yeni hükümet partisi etrafında başlayan arayışlar, lider kadrolarının çoğunluğunun siyasi geçmişi göz önüne alındığında hem partinin ideolojik kimliğiyle, hem de ülkeyi istikrar koşullarında yönetme becerisiyle ilgiliydi. Ancak son tahlilde, bu yeni siyasi parti Türkiye’nin içinde ve dışında yaşanan geniş ve karmaşık süreçlerin sonucuydu. AKP’nin ortaya çıkışı ve egemen oluşu Türkiye’deki toplumsal farklılaşmaların ve aynı zamanda uluslararası gelişmelerin kapsamlı bir yansımasıydı. İdeolojik kimliğinin belirlenmesi ve sistemleştirilmesi çabasının bütün bu gelişmeleri dikkate almak zorunda olması hiç de tesadüfî değildir.

Nitekim 1990′lı yıllardan itibaren ve özellikle 21. yüzyılın başında İslam’ın batı tipi demokrasi ile ilişkisi etrafındaki tartışmalar dünya çapında alevlenmişti. ABD’deki 11 Eylül 2001 terörist saldırıları, Türkiye’nin de içinden eksik olamayacağı bu tartışmalara yeni bir boyut verdi. Bu somut tartışmalarda Türkiye’nin eksik olamamasının temel sebebi her şeyden önce siyasi idi ve ABD ile NATO’nun Avrasya bölgesine yönelik planlarıyla doğrudan bağlantılıydı. 11 Eylül saldırıları bölgeye ilişkin olarak zaten 1990′lı yıllarda ortaya çıkan teorik süreçler aracılığıyla, Amerikan dış politikasının Türkiye’ye yeni, çok boyutlu bir rol vermek için aradığı bahaneyi teşkil etti. Örneğin çeşitli Amerikan hükümetlerinin Ulusal Güvenlik ve Dış Siyaset konuları eski danışmanı Zbigniew Brzezinski’ye göre, “Karadeniz bölgesini istikrarlı hale getiren, Akdeniz’e erişimi kontrol eden, Rusya’yı Kafkaslarda dengeleyen, Müslüman fundamentalizmine karşı bir panzehiri teşkil eden ve NATO’nun güney sığınağı olarak kullanılan” Türkiye Sovyetler Birliği’nin dağılmasından sonra, Avrasya’da ABD’nin hegemonya rolünün devam etmesi hedefi açısından çok önemliydi.
2001 Eylülündeki olaylardan sonra, ABD ve müttefiklerinin çıkarlarına karşı en temel “tehdit” İslamcı fundamentalizmdi ve tam olarak bu noktada daha geniş planlamalarda ve özellikle de “terörizme karşı savaş” doktrininin ekonomik ve siyasi çerçevesinde Türkiye’nin önemi aşamalı bir şekilde arttırıldı. Orta Doğu’da, Arap dünyasında ve daha geniş olarak Avrasya’da Türkiye’nin öneminin arttırılması çabası bölgeye ilişkin Amerikan planlarının askeri eksenine ve özellikle de “Büyük Orta Doğu ve Kuzey Afrika Projesi” aracılığıyla ifade edilen siyasi ve ekonomik eksene dayanıyordu. Bu proje, BM Kalkınma Programı’nın himayesi altında ve 2002-2005 döneminde Arap entelektüelleri tarafından kaleme alınan Arap dünyasının kalkınması konulu raporlardan belirleyici olarak etkilendi. Söz konusu raporlarda, bölgenin problemlerinin demokrasi eksikliği, düşük eğitim düzeyi ve güçlü, geniş bir özel girişimci sektörün olmamasından kaynaklandığının altı çiziliyordu . Dolayısıyla, İslamcı fundamentalizmin silahlı biçiminin etkisizleştirilmesinin ötesinde, Amerikan planları çerçevesinde ortaya çıkan gereksinim bu bölgenin küresel kapitalist sisteme entegrasyonuydu. Türkiye, bazı önkoşullar altında, bir neoliberal ekonomik kalkınmanın ve gelişmiş pazarlara entegrasyonun iyi bir “örneği” idi .
11 Eylül terörist saldırılarından sadece birkaç hafta sonra, ünlü Economist dergisi yayınladığı bir makalede ABD’nin Ortadoğu’daki “tek Müslüman müttefiki” olarak Türkiye’nin öneminin arttırılmasının altını çiziyordu. Bu yeni uluslararası düzende Erdoğan’ın kendisinin ve partisinin ideolojik ve siyasi tezleri temelinde sahip olacakları önemin altının çizilmesi özellikle karakteristikti . Kısacası, Türkiye’nin işlevi konusunda ABD ve müttefiklerinin aradıkları, neoliberal değerlerle beraber ılımlı bir İslam” kavramını temsil edecek, İslam dünyası için bir “örnek bir model”in öne çıkarılmasıydı . 11 Eylül 2001′in uluslararası alanda yarattığı durumun içerisinde partisinin oynayacağı rolü bizzat Erdoğan’ın kendisi betimleyici bir şekilde tanımladı. Erdoğan 2002 Ocak ayında Amerikan Stratejik ve Uluslararası Araştırmalar Merkezi’nde (Center for Strategic and International Studies – CSIS) konuşurken “Partimizin görüşüne göre, terörizmin bertaraf edilmesi için askeri önlemler yeterli değildir. Batı ile İslam dünyası arasındaki karşılıklı anlayış askeri önlemler kadar önemlidir. Türkiye gibi bir ülke ve bizim partimiz gibi bir parti bu karşılıklı anlayışa katkıda bulunabilir. Eksiklikler olmasına rağmen Türkiye’de demokrasi işlemektedir ve laiklik tartışılmasına rağmen anayasal düzeni teşkil etmektedir. Bu özellikleriyle Türkiye örnek bir devlet olabilir” diye vurguladı .
Erdoğan’ın bu sözleri, hangi vesile çerçevesinde söylendiğine bakıldığında, özel bir önem kazanmaktadır. AKP lideri o zaman “Dinler arasında Barış” konulu New York’taki bir toplantıya devlet yetkilisi olarak değil, bir parti lideri olarak davet edilerek ABD’ye gitmişti. Bu bir taraftan ABD’deki çeşitli güçlü çevrelerin yeni partiye ilişkin tercihini gösteriyordu , ancak diğer taraftan da bizzat Erdoğan’a “Müslüman bir demokratın” ideolojik kimliğinin temellerini bütünsel bir biçimde öne çıkarma fırsatını veriyordu .
Nikos Moudouros
(devam edecek)

Το στάτους κβο, τα επικοινωνιακά και η δύσκολη πραγματικότητα

 

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Μια κλασσική, κυρίαρχη ανάγνωση της Τουρκίας και ιδιαίτερα της πολιτικής που ακολουθεί στην Κύπρο, υπογραμμίζει εμφαντικά την προσπάθεια της Άγκυρας για διατήρηση του «στάτους κβο». Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει την πολιτική εκείνη που έχει ως στόχο της, τη διατήρηση της διχοτομικής κατάστασης στην Κύπρο έτσι όπως προέκυψε από την εισβολή του 1974. Αυτή ήταν και η αντίληψη που οδήγησε τελικά – μεταξύ άλλων – και στην ερμηνεία της αντιπαράθεσης της τουρκικής κυβέρνησης με τον Ραούφ Ντενκτάς την περίοδο 2002-2004 ως ένα «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ως τέτοιο που ήταν φυσιολογικά οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι τελικά η Άγκυρα θα συμβιβαστεί με τον Ντενκτάς και θα τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Ανάν.

Από το αποτέλεσμα της τότε διαδικασίας γίνεται εύκολα κατανοητό ότι αυτή η μονοδιάστατη και κάποτε βολική ερμηνεία μιας «αιωνίως αμετακίνητης» τουρκικής πολιτικής, είχε ξεπεραστεί από την ίδια την ιστορία. Τελικά η Άγκυρα, για τους δικούς της λόγους, επιδίωξε και κατάφερε την απομάκρυνση Ντενκτάς από την ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Υπό αυτή την έννοια, συνέβαλε στην αλλαγή του «στάτους κβο» ανάμεσα στην κοινότητα, εξέλιξη που απελευθέρωσε νέες πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρέασαν σε κάποιο βαθμό και την πορεία του Κυπριακού.

Η απομάκρυνση Ντενκτάς από την τουρκοκυπριακή ηγεσία, η στήριξη του σχεδίου Ανάν, αλλά ιδιαίτερα το τι ακολούθησε σε σχέση με τη διαχείριση των κατεχομένων από την Άγκυρα, επιβεβαιώνουν φορτικά ότι η τουρκική κυβέρνηση δε βολεύεται από την υπάρχουσα κατάσταση. Ανεξάρτητα εάν εκείνο που επιδιώκει γίνεται αποδεχτό από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, η σημασία έγκειται στο ότι η υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο γενικά, ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων και το ιδεολογικό περίγραμμα που κυριαρχούν στα κατεχόμενα ειδικά, δεν είναι κάτι που «ανέχεται» η σημερινή τουρκική ηγεσία. Ο βασικός λόγος για τα πιο πάνω, βρίσκεται στον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας. Βρίσκεται στις ανάγκες που έχει δημιουργήσει ο συγκεκριμένος μετασχηματισμός στο εσωτερικό της. Είναι τελικά μια συνέχεια ή ένα μέρος της ίδιας της αλλαγής που επικράτησε στη χώρα. Όπως το προηγούμενο «στάτους κβο» στην Άγκυρα δεν ήταν ανεκτό από τον Έρντογαν, στον ίδιο βαθμό μη ανεκτό ήταν και το στάτους κβο στις βόρειες περιοχές της Κύπρου.

Από το 2004 μέχρι σήμερα έχουν συμβεί πολλά. Όμως το προαναφερθέν δίλλημα επανεμφανίζεται δυναμικά. Η ανατροπή του παλαιού-κεμαλικού στάτους κβο στην Τουρκία, αναζητεί τρόπους «διαφυγής» και στην Κύπρο. Η κατάργηση των λεγόμενων κόκκινων γραμμών του κεμαλισμού στην έδρα του, εξάγεται και στο νησί. Η παραγωγή και αναπαραγωγή εσωτερικών εχθρών στην Τουρκία με τρόπο που να ταιριάζουν στην ενίσχυση της νέας ισλαμικής εξουσίας, είναι μια διαδικασία που καθρεφτίζεται έντονα και στη δική μας περιοχή. Είτε γίνεται αντιληπτή, είτε όχι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα προκαλεί – ή πρέπει να προκαλεί – ενδιαφέρον και ερωτηματικά. Για παράδειγμα η πρόσφατη ομολογία του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου ότι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει καταφέρει να συναντηθεί με τον Έρντογαν και ότι ο Νταβούτογλου ακύρωσε δύο συναντήσεις που είχε μαζί του, δεν αποτελεί «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ούτε και η αποκάλυψη ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έστειλε στην Κύπρο επικοινωνιολόγους για να βοηθήσουν στην επικράτηση Κιουτσιούκ στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, αποτελεί ένα «παιχνίδι καλού-κακού» με στόχο να αποπροσανατολίσει τους Ελληνοκύπριους. Αποτελούν ειδήσεις μιας γνήσιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης στα πλαίσια της Δεξιάς, χωρίς βεβαίως να μπορεί κάποιος να μαντέψει τις κατευθύνσεις και την τελική της κατάληξη. Όμως είναι γεγονός ότι ο Έρογλου και ο κύκλος του, με λίγα λόγια η «ιδρυτική φιλοσοφία» των χωριστών δομών εξουσίας στην Κύπρο έτσι όπως επικράτησαν μετά την εισβολή του 1974, αποτελούν εμπόδια στην επικράτηση της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αποτελούν τις «παλαιές» κόκκινες γραμμές, τα «ξένα σώματα» σε ένα πεδίο που διεκδικεί η νέα κυρίαρχη αντίληψη της Τουρκίας. Για αυτό το λόγο, η πιθανότητα σοβαρών ανατροπών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μέχρι και την επόμενη εκλογή του ηγέτη της κοινότητας το 2015, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στη σφαίρα του ουσιαστικού παρά του επικοινωνιακού.

Άλλωστε οι ρυθμοί αλλαγών στα κατεχόμενα δεν αφήνουν άλλα περιθώρια. Το πρόγραμμα που επιβάλλεται μετασχηματίζει δομές και κοινωνία, με τρόπο που προκύπτει ενώπιον μας ένα «νέο και άγνωστο» περιβάλλον. Τόσο στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, όσο και στο ιδεολογικό πλαίσιο η κατάσταση πραγμάτων που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε σταδιακά ανατρέπεται προκαλώντας αντιδράσεις. Αυτές ακριβώς οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων είναι που αποκτούν σήμερα μια νέα σημασία. Διότι οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις δεν αναζητούν τη διατήρηση του «παλαιού στάτους κβο», δεν επιθυμούν τη συνέχιση των «αρχαϊκών» κόκκινων γραμμών της ανακήρυξης χωριστών δομών, αλλά ούτε και επικροτούν την επιβολή της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αντίθετα διεκδικούν την αλλαγή της σχέσης της κοινότητας με την Τουρκία. Κάτι που εφόσον ορίζεται από τα προοδευτικά ρεύματα, δεν μπορεί παρά να αποτελεί διεκδίκηση αλλαγής του ρόλου της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Συνεπώς αυτές οι αντιδράσεις ενδιαφέρουν και επηρεάζουν την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

ΠΗΓΗ: Δεύτερη Ανάγνωση, 10 Ιουλίου 2013

http://www.defterianaynosi.com/

"Ο Τουρκοκύπριος ‘παππούς’ του Ελληνοκύπριου ηγέτη"

Εφημερίδα Μιλλιέτ, 10 Ιουλίου 2013 με πρωτοσέλιδο τίτλο «Ο Τουρκοκύπριος ‘παππούς’ του Ελληνοκύπριου ηγέτη». Στον υπότιτλο «μια 39χρονη ιστορία της Κύπρου» ο ανταποκριτής της εφημερίδας Σεφά Καράχασαν γράφει τα εξής από τη συνέντευξη του με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη: 
«Έτος 1974. Οι ΕΟΚΑτζίδες εισβάλλουν σε ενα τουρκοκυπριακό χωριό. Ο Ιμπραχίμ Χουσεϊν Σιαχαλί τρέχει στο τηλέφωνο και καλεί για βοήθεια από ένα αξιωματικό. Ο Χρύσανθος, αξιωματικός της αστυνομίας με το παρατσούκλι ‘Ριζότος’ πηγαίνει στο χωριό και διώχνει τους ΕΟΚΑτζιδες λέγοντας ‘μην τολμήσετε να αγγίξετε ούτε ένα Τουρκοκύπριο’. Ο ‘Ριζότος’ ήταν ένα ορφανό παιδί που μεγάλωσε κοντά στην οικογένεια του Ιμπραχίμ. Ο Ιμπραχίμ ήταν σαν πατέρας του. Ο Αναστασιάδης διηγήθηκε αυτή την ιστορία και μετά πρόσθεσε ‘ο Ριζότος ήταν ο πατέρας μου'».

Το πιο πάνω αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα-μετάφραση από τη σημερινή δημοσίευση της συνέντευξης Αναστασιάδη στη Μιλλιέτ. Ανεξαρτήτως του εάν και πόσο έχουν ασχοληθεί τα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ με αυτή την ιστορία, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και το ενδιαφέρον επεκτείνεται πέραν των ίδιων των πρωταγωνιστών της ιστορίας (ο καθένας πλέον ξέρει την άλλη όψη του κάθε ‘Ριζότου’). Το θέμα δεν είναι καθόλου προσωπικό. Αποτελεί ίσως μια έστω και ανολοκλήρωτη ομολογία – και μάλιστα από το σημερινό ηγέτη της Δεξιάς – για τις σκοτεινές σελίδες της Κυπριακής ιστορίας. Τις σελίδες εκείνες στις οποίες η αλήθεια δεν είναι τόσο εύκολη όπως η τουρκική εισβολή του 1974. Ας γίνει λοιπόν η προαναφερθείσα μικρή ομολογία-αποκάλυψη αφορμή να επαναφέρουμε τη συζήτηση για τα δύσκολα της ιστορίας μας, για τις δεκαετίες 1950 και 1960, για τη σοβινιστική δράση είτε αυτή «μιλούσε» ελληνικά, είτε τουρκικά. Αυτή η συζήτηση θα έχει τη δική της σημασία και στο περιεχόμενο της κοινής Κύπρου που επιδιώκουμε με την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Διότι η λύση δε θα πρέπει να μείνει στα χαρτιά, αλλά να «υπογραφτεί» στις συνειδήσεις.

Νίκος Μούδουρος
10 Ιουλίου 2013

Η «εισβολή» του πολιτικού Ισλάμ και του τουρκικού κεφαλαίου


ΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ
Η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής εξάρτησης από την Τουρκία. Η συνεχής παρουσία του τουρκικού στοιχείου, τόσο οικονομικά όσο και πολιτιστικά, έχει ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο να χάνουν οι Τουρκοκύπριοι όλο και περισσότερο την ιστορική τους υπόσταση ως οντότητα.
Την κατάσταση που επικρατεί στην κατεχόμενη Κύπρο και τις πολιτικές της προεκτάσεις αναλύουν αποκλειστικά στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» ο ακαδημαϊκός κ. Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, μέλος του Συμβουλίου του τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και ο τουρκολόγος κ. Νίκος Μούδουρος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.

ΙΣΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΩΝ:
Το ισλαμικό κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία από το 2002 στην Τουρκία, προσπαθεί να ισλαμοποιήσει σταδιακά την Τουρκία αλλά και τα κατεχόμενα εδάφη. Σε δηλώσεις του ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπογράμμιζε τη θέλησή του για τη δημιουργία μιας «θρησκευτικής νεολαίας στη βάση των αξιών και αρχών του τουρκικού έθνους». Ο κ. Μούδουρος σημειώνει την προσπάθεια εξαγωγής ιδεολογίας με τη μεταφορά πολλών τουρκικών πανεπιστημίων και τουρκικών ιδιωτικών σχολείων στα κατεχόμενα. «Αλλάζει ο τομέας της παιδείας (προσθήκη κορανικών μαθημάτων, μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία σε υποχρεωτικό, αλλαγή στοιχείων στα βιβλία ιστορίας)».
Στο θέμα της παραχώρησης υπηκοοτήτων, ο κ. Κιζίλγιουρεκ επισημαίνει πως «όσο περνάει ο καιρός υπάρχει μια αυξημένη τάση πολλών Τούρκων εποίκων να αποκτούν υπηκοότητα του ψευδοκράτους, αποκτώντας έτσι πολιτικά δικαιώματα. Χωρίς την επίλυση του κυπριακού δεν εμποδίζεται το θέμα των υπηκοοτήτων. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν είναι ευχαριστημένη με το ποσοστό των εποίκων που αποκτούν υπηκοότητα και υπάρχει πίεση από την πλευρά της Άγκυρας προς αυτή την κατεύθυνση.»
ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΟΣ «ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ»;
«Σε τρεις σημαντικούς τομείς (οικονομία, διοίκηση, πολιτική δραστηριότητα) υπάρχει μία σταδιακή περιθωριοποίηση του τουρκοκυπριακού στοιχείου και η ενίσχυση του τουρκικού στοιχείου. Παρουσιάζεται ένα πατερναλιστικό ύφος, που αντιμετωπίζει τους Τουρκοκύπριους ούτε ως «καλούς Τούρκους» ούτε καν ως «καλούς Μουσουλμάνους». Προσπαθεί λοιπόν η τουρκική κυβέρνηση να κτίσει μια άλλη κοινωνία επηρεάζοντας την τουρκοκυπριακή ταυτότητα.
Παρατηρείται ένα νέο φαινόμενο όπου οποιοσδήποτε Τούρκος αξιωματούχος της τουρκικής κυβέρνησης μπορεί να επισκέπτεται τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και να έχει έναν ανοικτό διάλογο με τον τούρκικο πληθυσμό παραμερίζοντας την τουρκοκυπριακή διοίκηση. Περιθωριοποιούνται λοιπόν οι Τουρκοκύπριοι ως κυπριακή πολιτική κοινότητα της Κύπρου με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της» επισημαίνει ο κ. Μούδουρος ενώ ο κ. Κιζίλγιουρεκ προσθέτει πως αν και υπάρχει από την πλευρά της Άγκυρας η εντύπωση πως οι Τ/κ είναι σχεδόν άθεοι και θεωρούν επιβεβλημένη την εισαγωγή θρησκευτικής ταυτότητας στην κοινότητα, ωστόσο, δεν έχει επιβληθεί κάτι θεσμικά ή αλλαγή του «συντάγματος» από πλευράς Άγκυρας. «Ήδη ο Ερντογάν έχει δεχθεί μια σημαντική ήττα στο εσωτερικό με τις εξεγέρσεις της τελευταίας περιόδου και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η τουρκική κυβέρνηση θα είναι πιο προσεκτική σε οποιαδήποτε μορφή θρησκευτικής παρέμβασης» συμπληρώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ.
ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ:
Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο οι Τουρκοκύπριοι ως η πλέον κοσμική κοινότητα, θα μπορούσε να αντιδράσει στην ισλαμοποίησή της και αν η αντίδρασή της ενδεχομένως να προκαλέσει αντίκτυπο. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο υπάρχουν αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα ενώ γίνονται σημαντικές προσπάθειες από τα δύο μεγάλα συνδικάτα του εκπαιδευτικού τομέα και από την παιδαγωγική ακαδημία
ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ:
Στις δηλώσεις του αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης κάποιας σημαντικής αλλαγής στις αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο κ. Μούδουρος αναφέρει πως «η οικονομική εξάρτηση από την Τουρκία δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο οι αντιδράσεις των Τ/κ μπορούν να έχουν κάποιο ουσιώδη αντίκτυπο. Κάτι το πολύ ουσιαστικό δεν γίνεται αλλά έχουμε παραδείγματα ανατροπών. Αυτή τη στιγμή κανένα πολιτικό κόμμα δε μπορεί να καταργήσει αυτό το οικονομικό πρωτόκολλο. Ένας λόγος είναι η φοβερή οικονομική εξάρτηση που αντιμετωπίζουν. Υπάρχουν ωστόσο και σημεία στα οποία παρουσιάζεται ρήξη. Για παράδειγμα η τωρινή, προσωρινή κυβέρνηση που ανέλαβε προχώρησε σε πολιτικές, εντελώς διαφορετικές από τη νοοτροπία του πρωτοκόλλου. Δεν αναίρεσε το πρωτόκολλο, προχώρησε όμως στην ακύρωση υπηκοοτήτων εποίκων που έδωσε η προηγούμενη κυβέρνηση το οποίο είναι σημαντικό βήμα.
Προχώρησε επίσης στην ακύρωση έργων υποδομής, το οποίο ήταν επίσης θέμα επιβολής μέσα από το πρωτόκολλο. Ακύρωσε τη ρήτρα να ταξιδεύουν οι Τ/κ μόνο είτε με το διαβατήριο του ψευδοκράτους είτε της Τουρκίας και έδωσε τη δυνατότητα χρήσης του διαβατηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η βαθιά οικονομική εξάρτηση αυτή τη στιγμή και ιδιαίτερα με τον τρόπο που γίνεται δεν αφήνει την τ/κ κοινότητα να προχωρήσει σε πιο ριζοσπαστικά μέτρα, όπως την καταγγελία του πρωτοκόλλου επειδή έτσι νεκρώνει ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα στην τ/κ πλευρά. Ωστόσο υπάρχει ένας συνασπισμός -αυτή τη στιγμή- που χειρίζεται λίγο διαφορετικά τα πράγματα απ’ ότι η σύνθεση της προηγούμενης κυβέρνησης».
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ-ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ:
Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, «για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τι ακριβώς αλλάζει στα κατεχόμενα θα πρέπει να αντιληφθούμε τι επικρατούσε μέχρι σήμερα. Η Τουρκία παραχωρούσε τα κονδύλια στο ψευδοκράτος, όμως το ίδιο το ψευδοκράτος λειτουργούσε ως μια μορφή δομών διαμοιρασμού. Δηλαδή έπαιρνε τα κονδύλια και τα διαμοίραζε αναλόγως των οικονομικών αλλά και των πολιτικών στόχων που ήθελε. Με τη διακυβέρνηση του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αρχίζει σταδιακά η επιβολή μιας άλλης αντίληψης όσον αφορά την οικονομική διαχείριση των κατεχομένων. Η οικονομική διαχείριση τους φέρνει πολλές κοινωνικές, πολιτικές ανακατατάξεις. Μετά το 2004 αρχίζουν να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη συνέπεια τα οικονομικά πρωτόκολλα, αλλάζοντας έτσι ολόκληρη τη δομή του «κράτους».
Ενισχύεται σταδιακά η εκτελεστική εξουσία, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για να δραστηριοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας, όχι όμως ο τουρκοκυπριακός, που είναι ήδη αδύναμος, αλλά ο τουρκικός. Παράλληλα, όλες οι «κρατικές» επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονταν ουσιαστικά σε ελληνοκυπριακή γη, περνούν πλέον στον ιδιωτικό τομέα. Ένα άλλο σημείο το οποίο καταθέτει ο κ. Μούδουρος είναι ότι «τα κονδύλια που δίνονται από την Άγκυρα στα κατεχόμενα αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Αυτό που αλλάζει είναι ο προσανατολισμός. Δεν πάνε στο ταμείο του «κράτους» ούτως ώστε να τα διαμοιράσει η τ/κ «αρχή» όπως εκτιμά, αλλά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στα έργα υποδομής στον κατασκευαστικό τομέα και βέβαια στον τουριστικό τομέα».
ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΝΕΙ:
Την ιδιόμορφη κατάσταση που υπάρχει στα κατεχόμενα αλλά και την απομόνωσή της σημειώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. «Η τ/κ κοινότητα δεν είναι σε θέση να αναπαράγει τον εαυτό της χωρίς τη συμβολή της Τουρκίας. Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης παίρνει λοιπόν τη μορφή εκτουρκισμού της οικονομίας. Η ροή του τουρκικού κεφαλαίου έχει αυξηθεί ιδιαίτερα στον τομέα του τουρισμού και η αυξημένη παρουσία του δεν παρέχει τη δυνατότητα στους Τ/κ να δραστηριοποιηθούν πέραν του δημόσιου τομέα. Στα κατεχόμενα αναδύεται το λεγόμενο »κοινωνικό κεφάλαιο», τόσο με την οικονομική επιβολή όσο και με την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων. Με μια συμφωνία καθίσταται δυνατή η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, δεν είναι ωστόσο εφικτή η αποχώρηση του τουρκικού κεφαλαίου. Επομένως, η Τουρκία ενσωματώνεται οικονομικά στην Κύπρο. Αν υπάρξει λύση το τουρκικό κεφάλαιο θα επεκταθεί.
Μπορούμε να περιορίσουμε τους Τούρκους εποίκους στην Κύπρο μετά τη λύση όμως δε μπορούμε να εμποδίσουμε τη διακίνηση κεφαλαίου. Αποδυναμώνεται λοιπόν η παρουσία της τουρκοκυπριακής κοινωνίας και στον οικονομικό τομέα και ενδυναμώνεται η τουρκική παρουσία στην Κύπρο» αναφέρει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο το τουρκικό κεφάλαιο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας πραγματικότητας επομένως δε μπορεί να αναιρεθεί με μια συμφωνία. «Αυτό που προκαλεί τις περισσότερες αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα είναι ότι συμβαίνει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο που καθορίζεται κυρίως από την παρανομία. Δεν υπάρχει μια δομή που να είναι και επανενωτική της Κύπρου και να ενσωματώνει τους τ/κ νόμιμα στη διεθνή αγορά.
Γι’ αυτό και δημιουργούνται τόσα πολλά προνόμια στο τούρκικο κεφάλαιο και αφαιρούνται παράλληλα πάρα πολλά δικαιώματα από τους Τουρκοκύπριους. Από τη στιγμή που όλες αυτές οι δράσεις γίνονται στα πλαίσια μη επίλυσης, δημιουργούνται κάποια τετελεσμένα για την ίδια τη λύση του κυπριακού. Δε θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε ότι η νέα οικονομία έτσι όπως προκύπτει στα κατεχόμενα αυτή τη στιγμή, θα ενσωματώνεται και σε πιθανή λύση του κυπριακού προβλήματος σε προτεινόμενα σχέδια. Θα βρίσκει τον αντικατοπτρισμό της στις προσπάθειες λύσης του κυπριακού» υποστηρίζει ο κ. Μούδουρος.
ΚΥΠΡΙΑΚΟ:
Η προσπάθεια επιβολής του πολιτικού Ισλάμ αλλά και οι τελευταίες εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας θέτουν το ερώτημα επηρεασμού στη διαδικασία των συνομιλιών επίλυσης του κυπριακού. Ο κ. Κιζίλγιουρεκ υποστηρίζει πως οι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία θα παίξουν κάποιο ρόλο στη διαδικασία. «Ο Ερντογάν έχει αμφισβητηθεί αρκετά διεθνώς, έτσι δεν έχει την ευχέρεια να δράσει όπως ακριβώς θέλει στο κυπριακό. Αυτό που προκαλεί ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως οι δύο ηγέτες από τους οποίους εξαρτάται η επίλυση του κυπριακού (Ερντογάν – Αναστασιάδης) διέρχονται έκαστος δύσκολες πολιτικές φάσεις, γι αυτό και ουδεμία εκ των δυο πλευρών δεν θα προστρέξει ταχέως προς τη συνολική λύση του κυπριακού αλλά ίσως να προωθηθεί μία ενδιάμεση συμφωνία ή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που έχουν να κάνουν με επιστροφή της Αμμοχώστου στους Ε/κ και άνοιγμα αεροδρομίων».
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ:
«Αν καταφέρουν οι δύο πλευρές να καταλήξουν κάπου, αυτό μπορεί να αλλάξει την ψυχολογική και οικονομική συγκυρία στην Κύπρο και για τις δύο κοινότητες. Να καλλιεργήσει μία καλύτερη ατμόσφαιρα η οποία θα μπορούσε να οριστεί και ως προετοιμασία για τη συνολική επίλυση του κυπριακού» σύμφωνα με τον κ. Κιζίλγιουρεκ και προσθέτει πως «η οικονομική κρίση θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την επίλυση του κυπριακού. Η Τουρκία επίσης, θα μπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερα την ευρωπαϊκή της προοπτική μέσα από την επίλυση του κυπριακού, ενώ το τρίγωνο Τουρκία – Ελλάδα – Κύπρος θα μπορεί σε κάποια στιγμή να εξελιχθεί σε ένα χώρο οικονομικής πολιτισμικής συνεργασίας. Η τ/κ κοινότητα έχει πολύ περισσότερη ανάγκη από την επίλυση του κυπριακού από κάθε άλλη οντότητα επειδή μέρα με μέρα χάνει την ιστορική της υπόσταση και ενσωματώνεται σε ένα πλαίσιο τουρκικού έθνους από κάθε άποψη. Η επίλυση του κυπριακού είναι ένα ιστορικό βήμα το οποίο χρειάζεται τόλμη, καλή προετοιμασία ενώ είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κυπριακό δε μπορεί να περιμένει. Όσο καθυστερούμε τόσο εμπεδώνεται η διχοτόμηση».
ΠΗΓΗ:

Οι "τραμπούκοι" Τούρκοι και ο Έρντογαν

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποτελέσματα των κινητοποιήσεων στην Τουρκία, ήταν μια νέα διαδικασία επαναπολιτικοποίησης όρων και ανανοηματοδότησης εννοιών που χρησιμοποίησε με ιδιαίτερα αυταρχικό τρόπο η ισλαμική ελίτ ενάντια στους διαδηλωτές. Η λέξη/έννοια που επικράτησε ως η πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτής της «νέας» μορφής πολιτικοποίησης, νοηματοδότησης και αυτοκαθορισμού των διαδηλωτών ήταν η λέξη «çapulcu» (στα ελληνικά: τραμπούκος, πλατσικολόγος, άρπαγας), την οποία χρησιμοποίησε πολλές φορές ο Έρντογαν για να περιγράψει και να επικρίνει τους συμμετέχοντες στις κινητοποιήσεις. Η λέξη αυτή τελικά υιοθετήθηκε ακόμα και ως αγγλικό ρήμα (chapulling) για να περιγράψει την κινηματική δραστηριότητα στην Πλατεία Ταξίμ και στο Πάρκο Γκεζί, ενώ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις ονομασίες που πήραν οι εθελοντικοί ραδιοσταθμοί και διαδικτυακά κανάλια που δημιούργησαν οι οργανώσεις κατάληψης του Γκεζί.


Η ανανοηματοδότηση του όρου από τους διαδηλωτές, ήταν το απτό αποτέλεσμα της ιδεολογικής νοηματοδήσης της λέξης από την ηγεσία του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Συνεπώς για να κατανοηθεί καλύτερα η εναλλαχτική χρήση του όρου από την αντίσταση στο Γκεζί, πρέπει πρώτα να φωτιστούν διάφορες πτυχές της κυρίαρχης χρήσης του όρου. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο Έρντογαν επιδίωξε να επαναφέρει την παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου περί του κινδύνου/απειλής ενάντια στις ηθικές αξίες του «αυθεντικού έθνους». Το «αυθεντικό έθνος», δηλαδή το μουσουλμανικό, είναι η βασική μάζα του μετασχηματισμού της Τουρκίας και επομένως ο πρωταγωνιστής στην αναγέννηση των περιθωριοποιημένων από τον κεμαλικό αυταρχισμό, πραγματικών-θρησκευτικών ιδανικών των συντηρητικών μαζών. Οι «τραμπούκοι, πλατσικολόγοι, άρπαγες» σε αυτή την περίπτωση είναι οι μειοψηφικές μάζες που αποτελούν «ξένα σώματα» και συνεπώς δημιουργούν τον κίνδυνο «εμβολιασμού» της κοινωνίας με νοοτροπίες και αντιλήψεις «ξένες-δυτικότροπες» και ολίγον «άπιστες». Έτσι η χρήση του όρου αποτέλεσε ένα εργαλείο υπενθύμισης προς την κομματική βάση ότι οι «άλλοι» ακόμα υπάρχουν και κινητοποιούνται.

Σαν συνέχεια των πιο πάνω, στο δεύτερο επίπεδο η αναφορά σε «τραμπούκους» εργαλειοποιήθηκε από την πολιτική εξουσία για να υπογραμμίσει ότι ο αγώνας «κατάληψης της εξουσίας από τους εκπροσώπους του πραγματικού έθνους» ακόμα συνεχίζεται. Και στο σημείο αυτό επίσης επικαιροποιείται μια παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου. Το κράτος της Τουρκίας ήταν για χρόνια υπό την κατοχή των «ξένων-κοσμικών» δυνάμεων και τώρα δίνεται η μάχη επιστροφής της εξουσίας στο «αυθεντικό έθνος». Μόνο με την τελική νίκη διασφαλίζεται η δικαιοσύνη και η δημοκρατία στην Τουρκία. Αυτή η αντίληψη φυσικά, εξυπηρετεί το πολιτικό Ισλάμ και από μια άλλη εξίσου σημαντική οπτική: Παίζει το ρόλο της «αντιπολιτευόμενης κυβέρνησης». Επικρατεί στις δομές της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά επιδιώκει τη διεύρυνση της επιρροής και σε άλλους χώρους εξουσίας που ακόμα είναι «υπό την κατοχή ξένων». Συνεπώς στο σημείο αυτό ο Έρντογαν μπορεί ταυτίζει την πορεία του και τα πεπραγμένα του με το «αυθεντικό έθνος» ενσωματώνοντας το με αυτό τον τρόπο στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα και απορροφώντας τις όποιες πιθανές αντιδράσεις από τα φτωχότερα στρώματα τυ πληθυσμού. Μπορεί να ανανεώνει συνεχώς την έννοια ενός «ηγέτη από εμάς» και να εξουδετερώνει την κριτική για τις συντηρητικές οικονομικές του στρατηγικές.
 Με αυτό τον τρόπο λοιπόν, οι «τραμπούκοι» της πλατείας Τάξιμ είναι αυτοί που – κατά το πολιτικό Ισλάμ – επιθυμούν την επαναφορά σε ένα «αμαρτωλό παρελθόν» ξένων αξιών και νοοτροπιών, το οποίο είχε περιθωριοποιήσει τη μουσουλμανική πλειοψηφία. Στο σημείο αυτό οι διαδηλωτές ανανοηματοδότησαν τον όρο με σατυρικό τρόπο, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελούν όχι μια επικίνδυνη και «ξένη» μάζα, αλλά μια μάζα «άγνωστη» προς το ισλαμικό κατεστημένο των καιρών. Μια εναλλακτική αντίληψη απένταντι σε μια εξουσία που διεκδίκησε για πολλά χρόνια το μονοπώλιο του νέου και που τώρα όμως έχει νέους ανταγωνιστές. Ανταγωνιστές στον καθορισμο του τι αποτελεί το νέο στην Τουρκία σήμερα. Συνεπώς οι «τραμπούκοι» είναι και μιας μορφής «ανυπόταχτοι» απέναντι στους δύο πατερναλισμούς των τελευταίων αιώνων στη χώρα: τον κεμαλικό και τον ισλαμικό.

Οι «τραμπούκοι» αποδέχτηκαν ένα άλλο περιεχόμενο του όρου, που σαφέστατα παραπέμπει στη διεύρυνση της έννοιας της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Έτσι κατάφεραν όχι μόνο να σατυρίσουν τη στάση του Πρωθυπουργού, αλλά να κερδίσουν ένα σημαντικό σημείο στο πολιτικό λεξιλόγιο της εποχής. Από τούδε και στο εξής, όροι όπως αυτοί δε θα μπορούν εύκολα να επικρατούν στο δημόσιο χώρο της Τουρκίας ως αποκλειστικό πεδίο ηγεμονίας της αντίληψης περί του «αυθεντικού και ξένου». Διότι το «αυθεντικό» έχει αποκτήσει ένα νέο πόλο που έστω και μειοψηφικός, μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη δυναμική της προοδευτικής αντιπολίτευσης.

Ν.Μούδουρος