Çapulcu’nun kıbrıslıcası nedir?




Birkaç hafta önce sorduğum çapulcu’nun kıbrıslıcası nedir sorusuna işte Kıbrıslıtürklerden yaratıcı cevaplar!

1. Çapaçulli
 
2. Isgarta
 
3. Besleme
 
4. Zibidi
 
5. Gendigelen
 
6. Paçavulli
 
7. Ganimetçi
 
8. hazır yeyici
 
9. Paçaçulli
 
10. Gomonist
 
11. Çapullari

Εκλογές στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα: Αριθμοί με σημασία


ΠΡΟΩΡΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013
  1. Γενικά στοιχεία για τους ψηφοφόρους:
 Αριθμός ψηφοφόρων για το 2013 είναι 172,528. Το 2009 οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν 161,373. Συνεπώς μέσα σε τέσσερα χρόνια υπάρχει αύξηση 11,155 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, κάτι που σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Ανώτατου Εκλογικού Συμβουλίου, Νεβάρ Νολάν, «δεν είναι φυσιολογικό»[1].
Στις εκλογές του 2009 από τους 161,373 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους, τελικά άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα 131,849, δηλαδή ποσοστό προσέλευσης περίπου 83%[2], το οποίο θεωρείται αρκετά ψηλό. Στις εκλογές του Ιουλίου 2013 δεν αναμένεται τέτοιο ποσοστό προσέλευσης.
Σύμφωνα με δηλώσεις της «ΥΠΕΣ», Γκιουλσούν Γιουτζέλ, από το 2009 μέχρι και το Μάη του 2013 δόθηκαν συνολικά 4239 υπηκοότητες, από τις οποίες οι 1862 με απόφαση του «ΥΠΕΣ» και οι υπόλοιπες 2377 με απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί και το ότι από τις 1862 υπηκοότητες που παραχώρησε το «ΥΠΕΣ», 874 πρόσωπα απέκτησαν ταυτότητα και συνεπώς θεωρούνται ψηφοφόροι. Όμως εάν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα μέλη των οικογενειών τους δικαιούνται αυτόματα υπηκοότητα και ταυτότητα, σημαίνει ότι υπάρχει άμεση αύξηση 2622ψηφοφόρων[3].

  1. Γενικά στοιχεία για τους υποψήφιους
Υπάρχουν 257 υποψήφιοι, από τους οποίους οι 7 είναι ανεξάρτητοι.
Λευκωσία εκλέγει 16 βουλευτές.
Αμμόχωστος εκλέγει 13 βουλευτές.
Κερύνεια εκλέγει 10 βουλευτές.
Μόρφου εκλέγει 6 βουλευτές.
Τρίκωμο εκλέγει 5 βουλευτές.
  1. Τα επαγγέλματα των υποψηφίων[4]:
Ανάμεσα στους υποψήφιους υπάρχουν 27 γιατροί και 7 δικηγόροι-νομικοί. Από 8 γιατρούς έχουν στα ψηφοδέλτια τους το Ρεπουμπλικανικό, το Εθνικής Ενότητας και το Δημοκρατικό. Στο Κοινοτικής Δημοκρατίας υπάρχουν μόνο δύο γιατροί και στο Ενωμένη Κύπρος ένας.
Υπάρχουν επίσης 13 συνδικαλιστές και στελέχη άλλων εθελοντικών οργανώσεων/ΜΚΟ. Τέσσερις συνδικαλιστές φιλοξενούν οι λίστες του Κοινοτικής Δημοκρατίας και από τρεις συνδικαλιστές/ΜΚΟ έχουν το Ρεπουμλικανικό, Δημοκρατικό και Εθνικής Ενότητας.
Επίσης υπάρχουν και τρεις υποψηφιότητες από τους έπαρχους (kaymakam) που είναι υψηλόβαθμοι «κρατικοί» αξιωματούχοι. Λευκωσίας και Τρικώμου είναι υποψήφιοι του ΚΕΕ, ενώ της Μόρφου είναι του Δημοκρατικού.
  1. Παρουσία γυναικών στα ψηφοδέλτια[5]:
Από τους 250 υποψήφιους των 5 κομματικών συνδυασμών, οι γυναίκες υποψήφιες είναι 47. Στη Λευκωσία υπάρχουν 17, στη Κερύνεια 13, στην Αμμόχωστο 9, στη Μόρφου 4 και στο Τρίκωμο 4.
Ο κομματικός συνδυασμός με τις περισσότερες γυναίκες υποψήφιες είναι το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος-Δυνάμεις Κοινοτικής Ύπαρξης με 13 από τους 50 και ποσοστό 26%. Ακολουθεί το ΡΤΚ με 12 γυναίκες και ποσοστό 24%, μετά το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας με 11 και ποσοστό 22%. Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει 8 γυναίκες και ποσοστό 16%, ενώ το Κόμμα Εθνικής Ενότητας έχει μόνο 3 γυναίκες από τους 50 υποψήφιους και ποσοστό 6%.
  1. Η παρουσία Τούρκων στα ψηφοδέλτια:
Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα έχει δύο Τούρκους στα ψηφοδέλτια του. Ένα στην Αμμόχωστο και ένα στο Τρίκωμο.
Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας έχει δέκα Τούρκους, τους περισσότερους από κάθε άλλο εκλογικό συνδυασμό. Τέσσερις στην επαρχία Τρικώμου, τρεις στην Αμμόχωστο, δύο στην Κερύνεια και ένα στη Λευκωσία.
Το Δημοκρατικό Κόμμα έχει έξι Τούρκους. Δύο στο Τρίκωμο, δύο στην Αμμόχωστο και από ένα σε Λευκωσία και Κερύνεια.
Το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, έχει εφτά. Τρεις στην επαρχία Τρικώμου, 2 στην Αμμόχωστο και δύο στη Λευκωσία.
Τέλος ο συνδυασμός του Κόμματος Ενωμένη Κύπρος έχει τέσσερις Τούρκους. Δύο στην Αμμόχωστο, ένα στην Κερύνεια και ένα στη Λευκωσία.

Η «δύσκολη» ιστορία της καταστροφής στα Γαστριά

 

 

Τα χαράματα της 16ης Ιουλίου 2013 πετρελαιοφόρο πλοίο μετέφερε ποσότητες πετρελαίου στη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα Γαστριά, η οποία ανήκει στην ιδιωτική εταιρεία AKSA. Από διαρροή στους αγωγούς του πλοίου, χύθηκαν στη θάλασσα περίπου 100 τόνοι πετρελαίου μέσα σε ένα δεκάλεπτο, ποσότητες οι οποίες φυσιολογικά έφτασαν και στην παραλία. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ζημιά είναι παραπάνω από τραγική: οι επιπτώσεις στο βυθό της θάλασσας θα διαρκέσουν πάνω από 20 χρόνια, ενώ τα επόμενα 2-3 χρόνια σοβαρές συνέπειες θα κλονίζουν το περιβάλλον ολόκληρης της περιοχής. Ήδη περίπου 5-6 χιλιόμετρα της παραλίας της περιοχής έχουν καταστραφεί και υπολογίζεται να χρειαστούν πάνω από δύο μήνες εργασίας για τον καθαρισμό της. Αυτά σε σχέση με την πρώτη και εύκολη ανάγνωση της πρόσφατης περιβαλλοντικής καταστροφής.

Η δύσκολη πτυχή της ιστορίας όμως πάει μερικά χρόνια πίσω και σχετίζεται ολοκληρωτικά με τις ανακατατάξεις που προκαλεί ο συγκεκριμένος τύπος οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθείται. Τα βόρεια της Κύπρου αποτέλεσαν χώρο πειραματισμού της διαχείρισης δομικών οικονομικών κρίσεων για πάρα πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά. Ταυτόχρονα πολλές ήταν οι τουρκικές κυβερνήσεις που επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις του «περίεργου» καπιταλισμού στα κατεχόμενα διαμέσου της θεμελίωσης του ανοίγματος της αγοράς και της ενίσχυσης του ιδιωτικού (τουρκικού) τομέα. Από τον Οζάλ μέχρι και την Τσιλλέρ, πρωτόκολλα συνεργασίας είχαν στο επίκεντρό τους την πιο πάνω λογική. Όμως όπως και στην ίδια την Τουρκία, έτσι και στην Κύπρο, η πιο ολοκληρωμένη έκφραση ενός ριζικού νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού κορυφώνεται επί της διακυβέρνησης Έρντογαν.

Σε αυτό το πλαίσιο η ενέργεια και ο έλεγχος της από τον ιδιωτικό τομέα, αποκτούν στρατηγική σημασία. Τα προνόμια προς την εταιρεία AKSA, ο ελλιπής έως και μηδαμινός έλεγχος στις εργασίες της, η ρουσφετολογική μεταφορά πηγών κερδοφορίας από το «κράτος» προς την εν λόγω εταιρεία, ήταν στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ημερήσιας διάταξης όλων των πολιτικών κομμάτων που διαχειρίστηκαν την εξουσία στην κοινότητα. Η «δυσκολία» λοιπόν του παρασκηνίου της περιβαλλοντικής καταστροφής ξεκινά τη στιγμή που η τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία αποφασίζουν ότι ο στρατηγικός τομέας του ηλεκτρισμού πρέπει να αποκτήσει και άλλους «εκφραστές».

Στις 12 Ιουλίου 2000, η «κυβέρνηση» συνεργασίας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (επί «πρωθυπουργίας» Έρογλου) αποφάσισε να ενοικιάσει από ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό λόγω των αυξανόμενων αναγκών αλλά και λόγω της ανεπάρκειας της «κρατικής» εταιρείας ηλεκτρισμού (KIB-TEK) να ανταποκριθεί. Άλλωστε μια συνήθης πρακτική είναι η επίκληση και η διόγκωση των προβλημάτων του δημοσίου για να ανοίξει ο δρόμος ενίσχυσης της «αγοράς». Υπεύθυνος για την KIB-TEK ήταν ο τότε «Υπουργός» Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Ιρσέν Κιουτσιούκ.

Το Σεπτέμβριο του 2000 ακολούθησε απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης για έναρξη διαγωνισμού αναφορικά με τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία αρχικά το ψευδοκράτος θα ενοικίαζε για περίοδο πέντε χρόνων. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 η εταιρεία AKSA κερδίζει το διαγωνισμό και υπογράφει τη συμφωνία με την KIB-TEK.

Η τουρκική εταιρεία άρχισε επίσημα τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2003 με τη δημιουργία του σταθμού στα Γαστριά. Προηγουμένως όμως είχαν ανανεωθεί τα σχετικά συμβόλαια και συμφωνίες με τρόπο που να επεκτείνεται η ενοικίαση μέχρι και το 2026. Κεντρικό σημείο της ιδιωτικοποίησης μέρους της παραγωγής ηλεκτρισμού σε αυτή την περίπτωση ήταν και η δέσμευση του «κράτους» για εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ενέργειας από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Ποσότητες που τελικά άλλαζαν, προσαρμόζονταν και αυξάνονταν όχι στη βάση πραγματικών αναγκών, ούτε και των δυνατοτήτων της «κρατικής» εταιρείας των Τουρκοκυπρίων. Η συνεχής αλλαγή των όρων αναφορικά με τις ποσότητες ενέργειας που το «κράτος» είχε την υποχρέωση να αγοράζει είχε την εξής κατάληξη: Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την υποχρέωση του «κράτους» να εγγυηθεί την αγορά περίπου 175 εκατομμυρίων κιλοβατώρων ετησίως, αριθμός που εκτοξεύτηκε στα 825 εκατομμύρια σύμφωνα με απόφαση που ισχύει από τον Ιανουάριο του 2013. 

Πέραν των πιο πάνω και λόγω της εγγυημένης αγοράς ενέργειας από την AKSA, επενδύσεις ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων οδηγήθηκαν στην πληρωμή της εταιρείας και όχι στην ανάπτυξη της δημόσιας δομής της κοινότητας. Την ίδια στιγμή οι δύο μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού που συνδέονται με την KIB-TEK υποχρεώθηκαν να εργάζονται μόνο στο 56% και 14% αντίστοιχα των δυνατοτήτων τους, ενώ η μονάδα παραγωγής στα Γαστριά στο 71%. Η συνέχεια είναι το ίδιο τραγική… οι συμφωνίες περιλαμβάνουν και το μέλλον αφού μέχρι και το 2024 το ψευδοκράτος θα πρέπει να πληρώσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην εταιρεία, ακριβώς λόγω της δέσμευσης του σε εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ηλεκτρισμού.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό περιβάλλον σταδιακά η KIB-TEK μετατράπηκε σε ένα είδος «κακού παιδιού», ενώ η AKSA φάνταζε πλέον ως ο «σωτήρας» της επίλυσης του πιο βασικού καθημερινού προβλήματος που αντιμετώπιζε η Τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 1974 και μετά: αυτό της διακοπής στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Όμως ο «ιερός μανδύας» της σωτήριας εταιρείας δε ήρθε μόνος. Συνδυάστηκε με την ολοκληρωτική υποταγή, την καθολική απελευθέρωση της δραστηριότητας της από ελέγχους και φυσιολογικά στην αναστολή κάθε προσπάθειας βελτίωσης κοινωνικών και δημόσιων υπηρεσιών που σχετίζονται είτε με την ενέργεια, είτε με την προστασία του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό… οι υπηρεσίες του ψευδοκράτους δεν απέκτησαν καμιά απολύτως υποδομή αντιμετώπισης της πρόσφατης καταστροφής με αποτέλεσμα το κύριο βάρος του καθαρισμού της θαλάσσιας περιοχής να πέσει στους ώμους εθελοντών και φυσικά της… AKSA.

Η «δύσκολη» πτυχή της ιστορίας θα έχει και συνέχεια. Το 2014 προγραμματίζεται η έναρξη λειτουργίας του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία. Μέσα από το φιλόδοξο έργο επιδιώκεται η ολοκληρωτική κυριαρχία της επιχειρηματικής ελίτ σε δύο στρατηγικά ζητήματα ως προς την ενίσχυση των δομών ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τόσο ο αγωγός, όσο και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης Έρντογαν για δημιουργία χώρου αποθήκευσης πετρελαιοειδών με στόχο την ενσωμάτωση στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταφέρουν πλέον τα ζητήματα οικονομίας, περιβάλλοντος και λύσης, σε νέα πιο πολύπλοκα επίπεδα.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στη cyprusnews.eu στις 19 Ιουλίου 2013

Muhafazakâr Demokrasi’nin Parti Kimliği: Başka Bir Türk Modernleşmesi Mi? (1)



17 Temmuz 2013    
AKP, ilk ortaya çıktığı andan itibaren pek çok analist için bir tür siyasi “bilmece”yi teşkil ediyordu. Partinin “bilmece yanı” kuruluşundan itibaren çok kısa bir süre içinde dönemin neredeyse bütün toplumsal hoşnutsuzluğunu kendi çıkarına kullanmayı başararak ülkenin yönetiminde güçlü bir varlık olarak ortaya çıkmasına odaklandı. Türkiye’deki yeni hükümet partisi etrafında başlayan arayışlar, lider kadrolarının çoğunluğunun siyasi geçmişi göz önüne alındığında hem partinin ideolojik kimliğiyle, hem de ülkeyi istikrar koşullarında yönetme becerisiyle ilgiliydi. Ancak son tahlilde, bu yeni siyasi parti Türkiye’nin içinde ve dışında yaşanan geniş ve karmaşık süreçlerin sonucuydu. AKP’nin ortaya çıkışı ve egemen oluşu Türkiye’deki toplumsal farklılaşmaların ve aynı zamanda uluslararası gelişmelerin kapsamlı bir yansımasıydı. İdeolojik kimliğinin belirlenmesi ve sistemleştirilmesi çabasının bütün bu gelişmeleri dikkate almak zorunda olması hiç de tesadüfî değildir.

Nitekim 1990′lı yıllardan itibaren ve özellikle 21. yüzyılın başında İslam’ın batı tipi demokrasi ile ilişkisi etrafındaki tartışmalar dünya çapında alevlenmişti. ABD’deki 11 Eylül 2001 terörist saldırıları, Türkiye’nin de içinden eksik olamayacağı bu tartışmalara yeni bir boyut verdi. Bu somut tartışmalarda Türkiye’nin eksik olamamasının temel sebebi her şeyden önce siyasi idi ve ABD ile NATO’nun Avrasya bölgesine yönelik planlarıyla doğrudan bağlantılıydı. 11 Eylül saldırıları bölgeye ilişkin olarak zaten 1990′lı yıllarda ortaya çıkan teorik süreçler aracılığıyla, Amerikan dış politikasının Türkiye’ye yeni, çok boyutlu bir rol vermek için aradığı bahaneyi teşkil etti. Örneğin çeşitli Amerikan hükümetlerinin Ulusal Güvenlik ve Dış Siyaset konuları eski danışmanı Zbigniew Brzezinski’ye göre, “Karadeniz bölgesini istikrarlı hale getiren, Akdeniz’e erişimi kontrol eden, Rusya’yı Kafkaslarda dengeleyen, Müslüman fundamentalizmine karşı bir panzehiri teşkil eden ve NATO’nun güney sığınağı olarak kullanılan” Türkiye Sovyetler Birliği’nin dağılmasından sonra, Avrasya’da ABD’nin hegemonya rolünün devam etmesi hedefi açısından çok önemliydi.
2001 Eylülündeki olaylardan sonra, ABD ve müttefiklerinin çıkarlarına karşı en temel “tehdit” İslamcı fundamentalizmdi ve tam olarak bu noktada daha geniş planlamalarda ve özellikle de “terörizme karşı savaş” doktrininin ekonomik ve siyasi çerçevesinde Türkiye’nin önemi aşamalı bir şekilde arttırıldı. Orta Doğu’da, Arap dünyasında ve daha geniş olarak Avrasya’da Türkiye’nin öneminin arttırılması çabası bölgeye ilişkin Amerikan planlarının askeri eksenine ve özellikle de “Büyük Orta Doğu ve Kuzey Afrika Projesi” aracılığıyla ifade edilen siyasi ve ekonomik eksene dayanıyordu. Bu proje, BM Kalkınma Programı’nın himayesi altında ve 2002-2005 döneminde Arap entelektüelleri tarafından kaleme alınan Arap dünyasının kalkınması konulu raporlardan belirleyici olarak etkilendi. Söz konusu raporlarda, bölgenin problemlerinin demokrasi eksikliği, düşük eğitim düzeyi ve güçlü, geniş bir özel girişimci sektörün olmamasından kaynaklandığının altı çiziliyordu . Dolayısıyla, İslamcı fundamentalizmin silahlı biçiminin etkisizleştirilmesinin ötesinde, Amerikan planları çerçevesinde ortaya çıkan gereksinim bu bölgenin küresel kapitalist sisteme entegrasyonuydu. Türkiye, bazı önkoşullar altında, bir neoliberal ekonomik kalkınmanın ve gelişmiş pazarlara entegrasyonun iyi bir “örneği” idi .
11 Eylül terörist saldırılarından sadece birkaç hafta sonra, ünlü Economist dergisi yayınladığı bir makalede ABD’nin Ortadoğu’daki “tek Müslüman müttefiki” olarak Türkiye’nin öneminin arttırılmasının altını çiziyordu. Bu yeni uluslararası düzende Erdoğan’ın kendisinin ve partisinin ideolojik ve siyasi tezleri temelinde sahip olacakları önemin altının çizilmesi özellikle karakteristikti . Kısacası, Türkiye’nin işlevi konusunda ABD ve müttefiklerinin aradıkları, neoliberal değerlerle beraber ılımlı bir İslam” kavramını temsil edecek, İslam dünyası için bir “örnek bir model”in öne çıkarılmasıydı . 11 Eylül 2001′in uluslararası alanda yarattığı durumun içerisinde partisinin oynayacağı rolü bizzat Erdoğan’ın kendisi betimleyici bir şekilde tanımladı. Erdoğan 2002 Ocak ayında Amerikan Stratejik ve Uluslararası Araştırmalar Merkezi’nde (Center for Strategic and International Studies – CSIS) konuşurken “Partimizin görüşüne göre, terörizmin bertaraf edilmesi için askeri önlemler yeterli değildir. Batı ile İslam dünyası arasındaki karşılıklı anlayış askeri önlemler kadar önemlidir. Türkiye gibi bir ülke ve bizim partimiz gibi bir parti bu karşılıklı anlayışa katkıda bulunabilir. Eksiklikler olmasına rağmen Türkiye’de demokrasi işlemektedir ve laiklik tartışılmasına rağmen anayasal düzeni teşkil etmektedir. Bu özellikleriyle Türkiye örnek bir devlet olabilir” diye vurguladı .
Erdoğan’ın bu sözleri, hangi vesile çerçevesinde söylendiğine bakıldığında, özel bir önem kazanmaktadır. AKP lideri o zaman “Dinler arasında Barış” konulu New York’taki bir toplantıya devlet yetkilisi olarak değil, bir parti lideri olarak davet edilerek ABD’ye gitmişti. Bu bir taraftan ABD’deki çeşitli güçlü çevrelerin yeni partiye ilişkin tercihini gösteriyordu , ancak diğer taraftan da bizzat Erdoğan’a “Müslüman bir demokratın” ideolojik kimliğinin temellerini bütünsel bir biçimde öne çıkarma fırsatını veriyordu .
Nikos Moudouros
(devam edecek)

Το στάτους κβο, τα επικοινωνιακά και η δύσκολη πραγματικότητα

 

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Μια κλασσική, κυρίαρχη ανάγνωση της Τουρκίας και ιδιαίτερα της πολιτικής που ακολουθεί στην Κύπρο, υπογραμμίζει εμφαντικά την προσπάθεια της Άγκυρας για διατήρηση του «στάτους κβο». Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει την πολιτική εκείνη που έχει ως στόχο της, τη διατήρηση της διχοτομικής κατάστασης στην Κύπρο έτσι όπως προέκυψε από την εισβολή του 1974. Αυτή ήταν και η αντίληψη που οδήγησε τελικά – μεταξύ άλλων – και στην ερμηνεία της αντιπαράθεσης της τουρκικής κυβέρνησης με τον Ραούφ Ντενκτάς την περίοδο 2002-2004 ως ένα «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ως τέτοιο που ήταν φυσιολογικά οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι τελικά η Άγκυρα θα συμβιβαστεί με τον Ντενκτάς και θα τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Ανάν.

Από το αποτέλεσμα της τότε διαδικασίας γίνεται εύκολα κατανοητό ότι αυτή η μονοδιάστατη και κάποτε βολική ερμηνεία μιας «αιωνίως αμετακίνητης» τουρκικής πολιτικής, είχε ξεπεραστεί από την ίδια την ιστορία. Τελικά η Άγκυρα, για τους δικούς της λόγους, επιδίωξε και κατάφερε την απομάκρυνση Ντενκτάς από την ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Υπό αυτή την έννοια, συνέβαλε στην αλλαγή του «στάτους κβο» ανάμεσα στην κοινότητα, εξέλιξη που απελευθέρωσε νέες πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρέασαν σε κάποιο βαθμό και την πορεία του Κυπριακού.

Η απομάκρυνση Ντενκτάς από την τουρκοκυπριακή ηγεσία, η στήριξη του σχεδίου Ανάν, αλλά ιδιαίτερα το τι ακολούθησε σε σχέση με τη διαχείριση των κατεχομένων από την Άγκυρα, επιβεβαιώνουν φορτικά ότι η τουρκική κυβέρνηση δε βολεύεται από την υπάρχουσα κατάσταση. Ανεξάρτητα εάν εκείνο που επιδιώκει γίνεται αποδεχτό από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, η σημασία έγκειται στο ότι η υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο γενικά, ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων και το ιδεολογικό περίγραμμα που κυριαρχούν στα κατεχόμενα ειδικά, δεν είναι κάτι που «ανέχεται» η σημερινή τουρκική ηγεσία. Ο βασικός λόγος για τα πιο πάνω, βρίσκεται στον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας. Βρίσκεται στις ανάγκες που έχει δημιουργήσει ο συγκεκριμένος μετασχηματισμός στο εσωτερικό της. Είναι τελικά μια συνέχεια ή ένα μέρος της ίδιας της αλλαγής που επικράτησε στη χώρα. Όπως το προηγούμενο «στάτους κβο» στην Άγκυρα δεν ήταν ανεκτό από τον Έρντογαν, στον ίδιο βαθμό μη ανεκτό ήταν και το στάτους κβο στις βόρειες περιοχές της Κύπρου.

Από το 2004 μέχρι σήμερα έχουν συμβεί πολλά. Όμως το προαναφερθέν δίλλημα επανεμφανίζεται δυναμικά. Η ανατροπή του παλαιού-κεμαλικού στάτους κβο στην Τουρκία, αναζητεί τρόπους «διαφυγής» και στην Κύπρο. Η κατάργηση των λεγόμενων κόκκινων γραμμών του κεμαλισμού στην έδρα του, εξάγεται και στο νησί. Η παραγωγή και αναπαραγωγή εσωτερικών εχθρών στην Τουρκία με τρόπο που να ταιριάζουν στην ενίσχυση της νέας ισλαμικής εξουσίας, είναι μια διαδικασία που καθρεφτίζεται έντονα και στη δική μας περιοχή. Είτε γίνεται αντιληπτή, είτε όχι.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα προκαλεί – ή πρέπει να προκαλεί – ενδιαφέρον και ερωτηματικά. Για παράδειγμα η πρόσφατη ομολογία του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου ότι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει καταφέρει να συναντηθεί με τον Έρντογαν και ότι ο Νταβούτογλου ακύρωσε δύο συναντήσεις που είχε μαζί του, δεν αποτελεί «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ούτε και η αποκάλυψη ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έστειλε στην Κύπρο επικοινωνιολόγους για να βοηθήσουν στην επικράτηση Κιουτσιούκ στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, αποτελεί ένα «παιχνίδι καλού-κακού» με στόχο να αποπροσανατολίσει τους Ελληνοκύπριους. Αποτελούν ειδήσεις μιας γνήσιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης στα πλαίσια της Δεξιάς, χωρίς βεβαίως να μπορεί κάποιος να μαντέψει τις κατευθύνσεις και την τελική της κατάληξη. Όμως είναι γεγονός ότι ο Έρογλου και ο κύκλος του, με λίγα λόγια η «ιδρυτική φιλοσοφία» των χωριστών δομών εξουσίας στην Κύπρο έτσι όπως επικράτησαν μετά την εισβολή του 1974, αποτελούν εμπόδια στην επικράτηση της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αποτελούν τις «παλαιές» κόκκινες γραμμές, τα «ξένα σώματα» σε ένα πεδίο που διεκδικεί η νέα κυρίαρχη αντίληψη της Τουρκίας. Για αυτό το λόγο, η πιθανότητα σοβαρών ανατροπών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μέχρι και την επόμενη εκλογή του ηγέτη της κοινότητας το 2015, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στη σφαίρα του ουσιαστικού παρά του επικοινωνιακού.

Άλλωστε οι ρυθμοί αλλαγών στα κατεχόμενα δεν αφήνουν άλλα περιθώρια. Το πρόγραμμα που επιβάλλεται μετασχηματίζει δομές και κοινωνία, με τρόπο που προκύπτει ενώπιον μας ένα «νέο και άγνωστο» περιβάλλον. Τόσο στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, όσο και στο ιδεολογικό πλαίσιο η κατάσταση πραγμάτων που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε σταδιακά ανατρέπεται προκαλώντας αντιδράσεις. Αυτές ακριβώς οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων είναι που αποκτούν σήμερα μια νέα σημασία. Διότι οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις δεν αναζητούν τη διατήρηση του «παλαιού στάτους κβο», δεν επιθυμούν τη συνέχιση των «αρχαϊκών» κόκκινων γραμμών της ανακήρυξης χωριστών δομών, αλλά ούτε και επικροτούν την επιβολή της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αντίθετα διεκδικούν την αλλαγή της σχέσης της κοινότητας με την Τουρκία. Κάτι που εφόσον ορίζεται από τα προοδευτικά ρεύματα, δεν μπορεί παρά να αποτελεί διεκδίκηση αλλαγής του ρόλου της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Συνεπώς αυτές οι αντιδράσεις ενδιαφέρουν και επηρεάζουν την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

ΠΗΓΗ: Δεύτερη Ανάγνωση, 10 Ιουλίου 2013

http://www.defterianaynosi.com/

"Ο Τουρκοκύπριος ‘παππούς’ του Ελληνοκύπριου ηγέτη"

Εφημερίδα Μιλλιέτ, 10 Ιουλίου 2013 με πρωτοσέλιδο τίτλο «Ο Τουρκοκύπριος ‘παππούς’ του Ελληνοκύπριου ηγέτη». Στον υπότιτλο «μια 39χρονη ιστορία της Κύπρου» ο ανταποκριτής της εφημερίδας Σεφά Καράχασαν γράφει τα εξής από τη συνέντευξη του με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη: 
«Έτος 1974. Οι ΕΟΚΑτζίδες εισβάλλουν σε ενα τουρκοκυπριακό χωριό. Ο Ιμπραχίμ Χουσεϊν Σιαχαλί τρέχει στο τηλέφωνο και καλεί για βοήθεια από ένα αξιωματικό. Ο Χρύσανθος, αξιωματικός της αστυνομίας με το παρατσούκλι ‘Ριζότος’ πηγαίνει στο χωριό και διώχνει τους ΕΟΚΑτζιδες λέγοντας ‘μην τολμήσετε να αγγίξετε ούτε ένα Τουρκοκύπριο’. Ο ‘Ριζότος’ ήταν ένα ορφανό παιδί που μεγάλωσε κοντά στην οικογένεια του Ιμπραχίμ. Ο Ιμπραχίμ ήταν σαν πατέρας του. Ο Αναστασιάδης διηγήθηκε αυτή την ιστορία και μετά πρόσθεσε ‘ο Ριζότος ήταν ο πατέρας μου'».

Το πιο πάνω αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα-μετάφραση από τη σημερινή δημοσίευση της συνέντευξης Αναστασιάδη στη Μιλλιέτ. Ανεξαρτήτως του εάν και πόσο έχουν ασχοληθεί τα ελληνοκυπριακά ΜΜΕ με αυτή την ιστορία, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και το ενδιαφέρον επεκτείνεται πέραν των ίδιων των πρωταγωνιστών της ιστορίας (ο καθένας πλέον ξέρει την άλλη όψη του κάθε ‘Ριζότου’). Το θέμα δεν είναι καθόλου προσωπικό. Αποτελεί ίσως μια έστω και ανολοκλήρωτη ομολογία – και μάλιστα από το σημερινό ηγέτη της Δεξιάς – για τις σκοτεινές σελίδες της Κυπριακής ιστορίας. Τις σελίδες εκείνες στις οποίες η αλήθεια δεν είναι τόσο εύκολη όπως η τουρκική εισβολή του 1974. Ας γίνει λοιπόν η προαναφερθείσα μικρή ομολογία-αποκάλυψη αφορμή να επαναφέρουμε τη συζήτηση για τα δύσκολα της ιστορίας μας, για τις δεκαετίες 1950 και 1960, για τη σοβινιστική δράση είτε αυτή «μιλούσε» ελληνικά, είτε τουρκικά. Αυτή η συζήτηση θα έχει τη δική της σημασία και στο περιεχόμενο της κοινής Κύπρου που επιδιώκουμε με την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Διότι η λύση δε θα πρέπει να μείνει στα χαρτιά, αλλά να «υπογραφτεί» στις συνειδήσεις.

Νίκος Μούδουρος
10 Ιουλίου 2013

Η «εισβολή» του πολιτικού Ισλάμ και του τουρκικού κεφαλαίου


ΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ
Η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής εξάρτησης από την Τουρκία. Η συνεχής παρουσία του τουρκικού στοιχείου, τόσο οικονομικά όσο και πολιτιστικά, έχει ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο να χάνουν οι Τουρκοκύπριοι όλο και περισσότερο την ιστορική τους υπόσταση ως οντότητα.
Την κατάσταση που επικρατεί στην κατεχόμενη Κύπρο και τις πολιτικές της προεκτάσεις αναλύουν αποκλειστικά στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» ο ακαδημαϊκός κ. Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, μέλος του Συμβουλίου του τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και ο τουρκολόγος κ. Νίκος Μούδουρος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.

ΙΣΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΩΝ:
Το ισλαμικό κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία από το 2002 στην Τουρκία, προσπαθεί να ισλαμοποιήσει σταδιακά την Τουρκία αλλά και τα κατεχόμενα εδάφη. Σε δηλώσεις του ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπογράμμιζε τη θέλησή του για τη δημιουργία μιας «θρησκευτικής νεολαίας στη βάση των αξιών και αρχών του τουρκικού έθνους». Ο κ. Μούδουρος σημειώνει την προσπάθεια εξαγωγής ιδεολογίας με τη μεταφορά πολλών τουρκικών πανεπιστημίων και τουρκικών ιδιωτικών σχολείων στα κατεχόμενα. «Αλλάζει ο τομέας της παιδείας (προσθήκη κορανικών μαθημάτων, μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία σε υποχρεωτικό, αλλαγή στοιχείων στα βιβλία ιστορίας)».
Στο θέμα της παραχώρησης υπηκοοτήτων, ο κ. Κιζίλγιουρεκ επισημαίνει πως «όσο περνάει ο καιρός υπάρχει μια αυξημένη τάση πολλών Τούρκων εποίκων να αποκτούν υπηκοότητα του ψευδοκράτους, αποκτώντας έτσι πολιτικά δικαιώματα. Χωρίς την επίλυση του κυπριακού δεν εμποδίζεται το θέμα των υπηκοοτήτων. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν είναι ευχαριστημένη με το ποσοστό των εποίκων που αποκτούν υπηκοότητα και υπάρχει πίεση από την πλευρά της Άγκυρας προς αυτή την κατεύθυνση.»
ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΟΣ «ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ»;
«Σε τρεις σημαντικούς τομείς (οικονομία, διοίκηση, πολιτική δραστηριότητα) υπάρχει μία σταδιακή περιθωριοποίηση του τουρκοκυπριακού στοιχείου και η ενίσχυση του τουρκικού στοιχείου. Παρουσιάζεται ένα πατερναλιστικό ύφος, που αντιμετωπίζει τους Τουρκοκύπριους ούτε ως «καλούς Τούρκους» ούτε καν ως «καλούς Μουσουλμάνους». Προσπαθεί λοιπόν η τουρκική κυβέρνηση να κτίσει μια άλλη κοινωνία επηρεάζοντας την τουρκοκυπριακή ταυτότητα.
Παρατηρείται ένα νέο φαινόμενο όπου οποιοσδήποτε Τούρκος αξιωματούχος της τουρκικής κυβέρνησης μπορεί να επισκέπτεται τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και να έχει έναν ανοικτό διάλογο με τον τούρκικο πληθυσμό παραμερίζοντας την τουρκοκυπριακή διοίκηση. Περιθωριοποιούνται λοιπόν οι Τουρκοκύπριοι ως κυπριακή πολιτική κοινότητα της Κύπρου με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της» επισημαίνει ο κ. Μούδουρος ενώ ο κ. Κιζίλγιουρεκ προσθέτει πως αν και υπάρχει από την πλευρά της Άγκυρας η εντύπωση πως οι Τ/κ είναι σχεδόν άθεοι και θεωρούν επιβεβλημένη την εισαγωγή θρησκευτικής ταυτότητας στην κοινότητα, ωστόσο, δεν έχει επιβληθεί κάτι θεσμικά ή αλλαγή του «συντάγματος» από πλευράς Άγκυρας. «Ήδη ο Ερντογάν έχει δεχθεί μια σημαντική ήττα στο εσωτερικό με τις εξεγέρσεις της τελευταίας περιόδου και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η τουρκική κυβέρνηση θα είναι πιο προσεκτική σε οποιαδήποτε μορφή θρησκευτικής παρέμβασης» συμπληρώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ.
ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ:
Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο οι Τουρκοκύπριοι ως η πλέον κοσμική κοινότητα, θα μπορούσε να αντιδράσει στην ισλαμοποίησή της και αν η αντίδρασή της ενδεχομένως να προκαλέσει αντίκτυπο. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο υπάρχουν αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα ενώ γίνονται σημαντικές προσπάθειες από τα δύο μεγάλα συνδικάτα του εκπαιδευτικού τομέα και από την παιδαγωγική ακαδημία
ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ:
Στις δηλώσεις του αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης κάποιας σημαντικής αλλαγής στις αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο κ. Μούδουρος αναφέρει πως «η οικονομική εξάρτηση από την Τουρκία δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο οι αντιδράσεις των Τ/κ μπορούν να έχουν κάποιο ουσιώδη αντίκτυπο. Κάτι το πολύ ουσιαστικό δεν γίνεται αλλά έχουμε παραδείγματα ανατροπών. Αυτή τη στιγμή κανένα πολιτικό κόμμα δε μπορεί να καταργήσει αυτό το οικονομικό πρωτόκολλο. Ένας λόγος είναι η φοβερή οικονομική εξάρτηση που αντιμετωπίζουν. Υπάρχουν ωστόσο και σημεία στα οποία παρουσιάζεται ρήξη. Για παράδειγμα η τωρινή, προσωρινή κυβέρνηση που ανέλαβε προχώρησε σε πολιτικές, εντελώς διαφορετικές από τη νοοτροπία του πρωτοκόλλου. Δεν αναίρεσε το πρωτόκολλο, προχώρησε όμως στην ακύρωση υπηκοοτήτων εποίκων που έδωσε η προηγούμενη κυβέρνηση το οποίο είναι σημαντικό βήμα.
Προχώρησε επίσης στην ακύρωση έργων υποδομής, το οποίο ήταν επίσης θέμα επιβολής μέσα από το πρωτόκολλο. Ακύρωσε τη ρήτρα να ταξιδεύουν οι Τ/κ μόνο είτε με το διαβατήριο του ψευδοκράτους είτε της Τουρκίας και έδωσε τη δυνατότητα χρήσης του διαβατηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η βαθιά οικονομική εξάρτηση αυτή τη στιγμή και ιδιαίτερα με τον τρόπο που γίνεται δεν αφήνει την τ/κ κοινότητα να προχωρήσει σε πιο ριζοσπαστικά μέτρα, όπως την καταγγελία του πρωτοκόλλου επειδή έτσι νεκρώνει ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα στην τ/κ πλευρά. Ωστόσο υπάρχει ένας συνασπισμός -αυτή τη στιγμή- που χειρίζεται λίγο διαφορετικά τα πράγματα απ’ ότι η σύνθεση της προηγούμενης κυβέρνησης».
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ-ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ:
Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, «για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τι ακριβώς αλλάζει στα κατεχόμενα θα πρέπει να αντιληφθούμε τι επικρατούσε μέχρι σήμερα. Η Τουρκία παραχωρούσε τα κονδύλια στο ψευδοκράτος, όμως το ίδιο το ψευδοκράτος λειτουργούσε ως μια μορφή δομών διαμοιρασμού. Δηλαδή έπαιρνε τα κονδύλια και τα διαμοίραζε αναλόγως των οικονομικών αλλά και των πολιτικών στόχων που ήθελε. Με τη διακυβέρνηση του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αρχίζει σταδιακά η επιβολή μιας άλλης αντίληψης όσον αφορά την οικονομική διαχείριση των κατεχομένων. Η οικονομική διαχείριση τους φέρνει πολλές κοινωνικές, πολιτικές ανακατατάξεις. Μετά το 2004 αρχίζουν να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη συνέπεια τα οικονομικά πρωτόκολλα, αλλάζοντας έτσι ολόκληρη τη δομή του «κράτους».
Ενισχύεται σταδιακά η εκτελεστική εξουσία, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για να δραστηριοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας, όχι όμως ο τουρκοκυπριακός, που είναι ήδη αδύναμος, αλλά ο τουρκικός. Παράλληλα, όλες οι «κρατικές» επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονταν ουσιαστικά σε ελληνοκυπριακή γη, περνούν πλέον στον ιδιωτικό τομέα. Ένα άλλο σημείο το οποίο καταθέτει ο κ. Μούδουρος είναι ότι «τα κονδύλια που δίνονται από την Άγκυρα στα κατεχόμενα αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Αυτό που αλλάζει είναι ο προσανατολισμός. Δεν πάνε στο ταμείο του «κράτους» ούτως ώστε να τα διαμοιράσει η τ/κ «αρχή» όπως εκτιμά, αλλά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στα έργα υποδομής στον κατασκευαστικό τομέα και βέβαια στον τουριστικό τομέα».
ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΝΕΙ:
Την ιδιόμορφη κατάσταση που υπάρχει στα κατεχόμενα αλλά και την απομόνωσή της σημειώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. «Η τ/κ κοινότητα δεν είναι σε θέση να αναπαράγει τον εαυτό της χωρίς τη συμβολή της Τουρκίας. Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης παίρνει λοιπόν τη μορφή εκτουρκισμού της οικονομίας. Η ροή του τουρκικού κεφαλαίου έχει αυξηθεί ιδιαίτερα στον τομέα του τουρισμού και η αυξημένη παρουσία του δεν παρέχει τη δυνατότητα στους Τ/κ να δραστηριοποιηθούν πέραν του δημόσιου τομέα. Στα κατεχόμενα αναδύεται το λεγόμενο »κοινωνικό κεφάλαιο», τόσο με την οικονομική επιβολή όσο και με την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων. Με μια συμφωνία καθίσταται δυνατή η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, δεν είναι ωστόσο εφικτή η αποχώρηση του τουρκικού κεφαλαίου. Επομένως, η Τουρκία ενσωματώνεται οικονομικά στην Κύπρο. Αν υπάρξει λύση το τουρκικό κεφάλαιο θα επεκταθεί.
Μπορούμε να περιορίσουμε τους Τούρκους εποίκους στην Κύπρο μετά τη λύση όμως δε μπορούμε να εμποδίσουμε τη διακίνηση κεφαλαίου. Αποδυναμώνεται λοιπόν η παρουσία της τουρκοκυπριακής κοινωνίας και στον οικονομικό τομέα και ενδυναμώνεται η τουρκική παρουσία στην Κύπρο» αναφέρει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο το τουρκικό κεφάλαιο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας πραγματικότητας επομένως δε μπορεί να αναιρεθεί με μια συμφωνία. «Αυτό που προκαλεί τις περισσότερες αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα είναι ότι συμβαίνει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο που καθορίζεται κυρίως από την παρανομία. Δεν υπάρχει μια δομή που να είναι και επανενωτική της Κύπρου και να ενσωματώνει τους τ/κ νόμιμα στη διεθνή αγορά.
Γι’ αυτό και δημιουργούνται τόσα πολλά προνόμια στο τούρκικο κεφάλαιο και αφαιρούνται παράλληλα πάρα πολλά δικαιώματα από τους Τουρκοκύπριους. Από τη στιγμή που όλες αυτές οι δράσεις γίνονται στα πλαίσια μη επίλυσης, δημιουργούνται κάποια τετελεσμένα για την ίδια τη λύση του κυπριακού. Δε θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε ότι η νέα οικονομία έτσι όπως προκύπτει στα κατεχόμενα αυτή τη στιγμή, θα ενσωματώνεται και σε πιθανή λύση του κυπριακού προβλήματος σε προτεινόμενα σχέδια. Θα βρίσκει τον αντικατοπτρισμό της στις προσπάθειες λύσης του κυπριακού» υποστηρίζει ο κ. Μούδουρος.
ΚΥΠΡΙΑΚΟ:
Η προσπάθεια επιβολής του πολιτικού Ισλάμ αλλά και οι τελευταίες εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας θέτουν το ερώτημα επηρεασμού στη διαδικασία των συνομιλιών επίλυσης του κυπριακού. Ο κ. Κιζίλγιουρεκ υποστηρίζει πως οι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία θα παίξουν κάποιο ρόλο στη διαδικασία. «Ο Ερντογάν έχει αμφισβητηθεί αρκετά διεθνώς, έτσι δεν έχει την ευχέρεια να δράσει όπως ακριβώς θέλει στο κυπριακό. Αυτό που προκαλεί ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως οι δύο ηγέτες από τους οποίους εξαρτάται η επίλυση του κυπριακού (Ερντογάν – Αναστασιάδης) διέρχονται έκαστος δύσκολες πολιτικές φάσεις, γι αυτό και ουδεμία εκ των δυο πλευρών δεν θα προστρέξει ταχέως προς τη συνολική λύση του κυπριακού αλλά ίσως να προωθηθεί μία ενδιάμεση συμφωνία ή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που έχουν να κάνουν με επιστροφή της Αμμοχώστου στους Ε/κ και άνοιγμα αεροδρομίων».
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ:
«Αν καταφέρουν οι δύο πλευρές να καταλήξουν κάπου, αυτό μπορεί να αλλάξει την ψυχολογική και οικονομική συγκυρία στην Κύπρο και για τις δύο κοινότητες. Να καλλιεργήσει μία καλύτερη ατμόσφαιρα η οποία θα μπορούσε να οριστεί και ως προετοιμασία για τη συνολική επίλυση του κυπριακού» σύμφωνα με τον κ. Κιζίλγιουρεκ και προσθέτει πως «η οικονομική κρίση θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την επίλυση του κυπριακού. Η Τουρκία επίσης, θα μπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερα την ευρωπαϊκή της προοπτική μέσα από την επίλυση του κυπριακού, ενώ το τρίγωνο Τουρκία – Ελλάδα – Κύπρος θα μπορεί σε κάποια στιγμή να εξελιχθεί σε ένα χώρο οικονομικής πολιτισμικής συνεργασίας. Η τ/κ κοινότητα έχει πολύ περισσότερη ανάγκη από την επίλυση του κυπριακού από κάθε άλλη οντότητα επειδή μέρα με μέρα χάνει την ιστορική της υπόσταση και ενσωματώνεται σε ένα πλαίσιο τουρκικού έθνους από κάθε άποψη. Η επίλυση του κυπριακού είναι ένα ιστορικό βήμα το οποίο χρειάζεται τόλμη, καλή προετοιμασία ενώ είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κυπριακό δε μπορεί να περιμένει. Όσο καθυστερούμε τόσο εμπεδώνεται η διχοτόμηση».
ΠΗΓΗ:

Οι "τραμπούκοι" Τούρκοι και ο Έρντογαν

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποτελέσματα των κινητοποιήσεων στην Τουρκία, ήταν μια νέα διαδικασία επαναπολιτικοποίησης όρων και ανανοηματοδότησης εννοιών που χρησιμοποίησε με ιδιαίτερα αυταρχικό τρόπο η ισλαμική ελίτ ενάντια στους διαδηλωτές. Η λέξη/έννοια που επικράτησε ως η πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτής της «νέας» μορφής πολιτικοποίησης, νοηματοδότησης και αυτοκαθορισμού των διαδηλωτών ήταν η λέξη «çapulcu» (στα ελληνικά: τραμπούκος, πλατσικολόγος, άρπαγας), την οποία χρησιμοποίησε πολλές φορές ο Έρντογαν για να περιγράψει και να επικρίνει τους συμμετέχοντες στις κινητοποιήσεις. Η λέξη αυτή τελικά υιοθετήθηκε ακόμα και ως αγγλικό ρήμα (chapulling) για να περιγράψει την κινηματική δραστηριότητα στην Πλατεία Ταξίμ και στο Πάρκο Γκεζί, ενώ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις ονομασίες που πήραν οι εθελοντικοί ραδιοσταθμοί και διαδικτυακά κανάλια που δημιούργησαν οι οργανώσεις κατάληψης του Γκεζί.


Η ανανοηματοδότηση του όρου από τους διαδηλωτές, ήταν το απτό αποτέλεσμα της ιδεολογικής νοηματοδήσης της λέξης από την ηγεσία του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Συνεπώς για να κατανοηθεί καλύτερα η εναλλαχτική χρήση του όρου από την αντίσταση στο Γκεζί, πρέπει πρώτα να φωτιστούν διάφορες πτυχές της κυρίαρχης χρήσης του όρου. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο Έρντογαν επιδίωξε να επαναφέρει την παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου περί του κινδύνου/απειλής ενάντια στις ηθικές αξίες του «αυθεντικού έθνους». Το «αυθεντικό έθνος», δηλαδή το μουσουλμανικό, είναι η βασική μάζα του μετασχηματισμού της Τουρκίας και επομένως ο πρωταγωνιστής στην αναγέννηση των περιθωριοποιημένων από τον κεμαλικό αυταρχισμό, πραγματικών-θρησκευτικών ιδανικών των συντηρητικών μαζών. Οι «τραμπούκοι, πλατσικολόγοι, άρπαγες» σε αυτή την περίπτωση είναι οι μειοψηφικές μάζες που αποτελούν «ξένα σώματα» και συνεπώς δημιουργούν τον κίνδυνο «εμβολιασμού» της κοινωνίας με νοοτροπίες και αντιλήψεις «ξένες-δυτικότροπες» και ολίγον «άπιστες». Έτσι η χρήση του όρου αποτέλεσε ένα εργαλείο υπενθύμισης προς την κομματική βάση ότι οι «άλλοι» ακόμα υπάρχουν και κινητοποιούνται.

Σαν συνέχεια των πιο πάνω, στο δεύτερο επίπεδο η αναφορά σε «τραμπούκους» εργαλειοποιήθηκε από την πολιτική εξουσία για να υπογραμμίσει ότι ο αγώνας «κατάληψης της εξουσίας από τους εκπροσώπους του πραγματικού έθνους» ακόμα συνεχίζεται. Και στο σημείο αυτό επίσης επικαιροποιείται μια παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου. Το κράτος της Τουρκίας ήταν για χρόνια υπό την κατοχή των «ξένων-κοσμικών» δυνάμεων και τώρα δίνεται η μάχη επιστροφής της εξουσίας στο «αυθεντικό έθνος». Μόνο με την τελική νίκη διασφαλίζεται η δικαιοσύνη και η δημοκρατία στην Τουρκία. Αυτή η αντίληψη φυσικά, εξυπηρετεί το πολιτικό Ισλάμ και από μια άλλη εξίσου σημαντική οπτική: Παίζει το ρόλο της «αντιπολιτευόμενης κυβέρνησης». Επικρατεί στις δομές της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά επιδιώκει τη διεύρυνση της επιρροής και σε άλλους χώρους εξουσίας που ακόμα είναι «υπό την κατοχή ξένων». Συνεπώς στο σημείο αυτό ο Έρντογαν μπορεί ταυτίζει την πορεία του και τα πεπραγμένα του με το «αυθεντικό έθνος» ενσωματώνοντας το με αυτό τον τρόπο στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα και απορροφώντας τις όποιες πιθανές αντιδράσεις από τα φτωχότερα στρώματα τυ πληθυσμού. Μπορεί να ανανεώνει συνεχώς την έννοια ενός «ηγέτη από εμάς» και να εξουδετερώνει την κριτική για τις συντηρητικές οικονομικές του στρατηγικές.
 Με αυτό τον τρόπο λοιπόν, οι «τραμπούκοι» της πλατείας Τάξιμ είναι αυτοί που – κατά το πολιτικό Ισλάμ – επιθυμούν την επαναφορά σε ένα «αμαρτωλό παρελθόν» ξένων αξιών και νοοτροπιών, το οποίο είχε περιθωριοποιήσει τη μουσουλμανική πλειοψηφία. Στο σημείο αυτό οι διαδηλωτές ανανοηματοδότησαν τον όρο με σατυρικό τρόπο, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελούν όχι μια επικίνδυνη και «ξένη» μάζα, αλλά μια μάζα «άγνωστη» προς το ισλαμικό κατεστημένο των καιρών. Μια εναλλακτική αντίληψη απένταντι σε μια εξουσία που διεκδίκησε για πολλά χρόνια το μονοπώλιο του νέου και που τώρα όμως έχει νέους ανταγωνιστές. Ανταγωνιστές στον καθορισμο του τι αποτελεί το νέο στην Τουρκία σήμερα. Συνεπώς οι «τραμπούκοι» είναι και μιας μορφής «ανυπόταχτοι» απέναντι στους δύο πατερναλισμούς των τελευταίων αιώνων στη χώρα: τον κεμαλικό και τον ισλαμικό.

Οι «τραμπούκοι» αποδέχτηκαν ένα άλλο περιεχόμενο του όρου, που σαφέστατα παραπέμπει στη διεύρυνση της έννοιας της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Έτσι κατάφεραν όχι μόνο να σατυρίσουν τη στάση του Πρωθυπουργού, αλλά να κερδίσουν ένα σημαντικό σημείο στο πολιτικό λεξιλόγιο της εποχής. Από τούδε και στο εξής, όροι όπως αυτοί δε θα μπορούν εύκολα να επικρατούν στο δημόσιο χώρο της Τουρκίας ως αποκλειστικό πεδίο ηγεμονίας της αντίληψης περί του «αυθεντικού και ξένου». Διότι το «αυθεντικό» έχει αποκτήσει ένα νέο πόλο που έστω και μειοψηφικός, μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη δυναμική της προοδευτικής αντιπολίτευσης.

Ν.Μούδουρος 

Η Πλατεία Τάξιμ και ο ισλαμικός "προτεσταντισμός"

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΣΤΙΣ 17 ΙΟΥΝΙΟΥ 2013
 
Τίτλος : Η πόλωση στην Τουρκία δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα, εκτιμά στο ΚΥΠΕ ο Νίκος Μούδουρος

Η πόλωση μεταξύ του ισλαμικού πολιτικού χώρου και όλων όσοι έχουν αφετηρία την ιστορική πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα πλέον, όποια και αν είναι η διάρκεια των κινητοποιήσεων, δηλώνει στο ΚΥΠΕ ο Νίκος Μούδουρος, τουρκολόγος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.  

Τις πρώτες ημέρες έναρξης των συγκρούσεων στο πάρκο Γκεζί ο κ. Μούδουρος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τώρα, δύο και πλέον εβδομάδες μετά εκτιμά ότι αν υπάρχει κάτι στο οποίο να μετουσιώνεται όλη αυτή η κινητοποίηση διαμαρτυρίας είναι η διεκδίκηση για ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού της Τουρκίας, επισημαίνοντας ότι ο κεντρικός κορμός των διαδηλώσεων τήρησε ξεκάθαρες αποστάσεις και από την προηγούμενη κεμαλική έκδοση της αυταρχικότητας.

Εξηγεί την «προτεσταντικού τύπου» ισλαμική ηθική και τη νέα επιχειρηματική ελίτ του κεφαλαίου της Ανατολίας που βρίσκεται τώρα στην εξουσία.   Σε πιο βαθμό η κρίση θα επηρεάσει το ΑΚΡ δεν είναι ξεκάθαρο ακόμη, αναφέρει, σημειώνοντας πως για την επιρροή της στο Κυπριακό δεν διαφαίνεται στο παρόν στάδιο διαφοροποίηση των τουρκικών θέσεων κατά τα πρότυπα της περιόδου 2002-2004, αλλά θα πρέπει να εντοπίσουμε κάποιες νέες δυναμικές εντός της τ/κ κοινότητας, μια μεγάλη μερίδα της οποίας διεκδικεί την αλλαγή των σχέσεων της με την Τουρκία.  

Ακολουθεί ολοκληρωμένη η συνέντευξη:  

Ερ: Έκλεισαν δύο εβδομάδες διαδηλώσεων στην Τουρκία με το κλίμα να μην αποφορτίζεται. Πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτή η αντίσταση/εξέγερση και πώς βλέπετε να μετουσιώνεται;  

Απ: Οι δύο καθοριστικοί παράγοντες για τη διάρκεια και το περιεχόμενο των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας στην Τουρκία είναι οι χειρισμοί του Πρωθυπουργού Ερντογάν και του ΑΚΡ και σε δεύτερο πλάνο, η διαχείριση της κατάστασης από την πλατφόρμα αλληλεγγύης της πλατείας Ταξίμ, η οποία συναποτελείται από πολλές οργανώσεις. Η στρατηγική που ακολούθησε η κυβέρνηση την τελευταία εβδομάδα χωρίστηκε σε δύο μεγάλους άξονες. Ο πρώτος ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων με αντιπροσώπους των διαδηλωτών, από τις οποίες το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση για ένα είδος δημοψηφίσματος-δημοσκόπηση στην Κωνσταντινούπολη για το μέλλον του πάρκου Γκεζί (πάρκου του Περιπάτου).

Ο δεύτερος άξονας ήταν η διακήρυξη της πολιτικής βούλησης για καταστολή των διαμαρτυριών. Συνεπώς το ΑΚΡ επιδίωξε να διαχωρίσει τα αιτήματα των διαδηλώσεων σε «περιβαλλοντικά» και «ιδεολογικά» με σαφέστατες αιχμές για βία εναντίον των δεύτερων. Επομένως σε αυτό το σημείο μπορεί να προκύψει η αποκωδικοποίηση του ιδεολογικού υπόβαθρου των κινήσεων του ΑΚΡ σε ό,τι αφορά στην κρίση που ξέσπασε. Φαίνεται λοιπόν ότι η πόλωση ανάμεσα στον ισλαμικό πολιτικό χώρο και στα συγκεκριμένα τμήματα που έχουν αφετηρία τους την ιστορική πλατεία, δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα πλέον όποια και αν είναι η διάρκεια των κινητοποιήσεων.  

Οι «πληγές» φαίνεται να διατηρούνται σε βάθος χρόνου γιατί είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση προσπαθεί και με βία να απονομιμοποιήσει και να περιθωριοποιήσει το βαθύτερο νόημα που φέρει η πλατεία Ταξίμ. Η συγκεκριμένη πλατεία τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1970 και μετά, αποτελεί τον «αναγνωρισμένο» χώρο της συλλογικής έκφρασης διεκδικήσεων, της συγκέντρωσης και αποτύπωσης των αιτημάτων και πολιτικών θέσεων του εναλλακτικού τουρκικού χώρου.  

Παράλληλα όμως, το ΑΚΡ προχωρεί και σε πολύ απτά βήματα συσπείρωσης του ευρύτερου ισλαμικού χώρου και της συντηρητικής δεξιάς. Καθόλου τυχαία, ο Ερντογάν είχε προσκαλέσει επίσημα στα συλλαλητήρια των προηγούμενων ημερών, το Κόμμα της Μεγάλης Ενότητας και το Κόμμα της Ευδαιμονίας, κόμματα που ανήκουν στο συντηρητικό χώρο. Ο στόχος είναι φυσικά η προετοιμασία για ένα δύσκολο εκλογικό πρόγραμμα που συμπεριλαμβάνει δημοτικές, προεδρικές και γενικές εκλογές τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά και πιθανότητα δημοψηφίσματος για μερική η ολική αλλαγή του Συντάγματος μέσα από το οποίο μπορεί να προκύψει και η υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος.  

Τελικά αν υπάρχει κάτι στο οποίο να μετουσιώνεται όλη αυτή η κινητοποίηση διαμαρτυρίας είναι η διεκδίκηση για ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού της χώρας. Ανεξάρτητα αν οι διαμαρτυρίες αντέξουν ή όχι στο χρόνο, έχουν ήδη καταγράψει στο δημόσιο χώρο μια βασική δυναμική, η οποία θέτει στο επίκεντρό της την άρνηση αυτών των τμημάτων του πληθυσμού να αποδεχτούν την κηδεμονία και την αυταρχικότητα από όπου και αν προέρχεται. Από τη μια έχουν καταγγείλει με σαφή τρόπο την «επιβολή της πλειοψηφίας» έτσι όπως καταγράφεται από το ΑΚΡ, ενώ από την άλλη ο κεντρικός κορμός των διαδηλώσεων τήρησε ξεκάθαρες αποστάσεις και από την προηγούμενη κεμαλική έκδοση της αυταρχικότητας. Συνεπώς μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στην κοινωνία υπάρχει κάτι το νέο, το πρόβλημα του οποίου προς το παρόν είναι η έλλειψη πολιτικής και οργανωτικής έκφρασης.   

Ερ: Το μένος στρέφεται εναντίον του Ταγίπ Ερντογάν κυρίως και κατόπιν του ΑΚΡ. Είναι το πολιτικό Ισλάμ ένα «φρούτο» της εποχής τελικά;  

Απ: Η εδραίωση του ΑΚΡ στην εξουσία δεν είναι τυχαία. Άλλωστε δεν πρέπει να υποτιμήσουμε το γεγονός ότι το ίδιο το κυβερνών κόμμα αποτελεί τελικά τη σύγχρονη έκφραση της εμπειρίας ολόκληρου του ισλαμικού χώρου της Τουρκίας, αυτό δηλαδή που ονομάζεται πολιτικό Ισλάμ. Μέσα από ιστορικές συνέχειες, αλλά και ρήξεις, το ΑΚΡ κατάφερε να μετασχηματίσει την Τουρκία προσαρμοζόμενο στο νέο διεθνές και τοπικό πλαίσιο της εποχής του.

Κάτι που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής όλων όσοι παρατηρούν την Τουρκία είναι το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα εκφράζει σχεδόν ολοκληρωτικά τα τμήματα μιας σχετικά νέας και δυναμικής επιχειρηματικής ελίτ, του γνωστού κεφαλαίου της Ανατολίας, μιας ελίτ που είναι τώρα πολιτικά και οικονομικά ώριμη και συνειδητοποιημένη ως προς τον ανταγωνισμό για εξουσία. Είναι η ίδια μια δύναμη εξουσίας. Αυτή η «προτεσταντικού τύπου» ισλαμική ηθική δεν ήταν μόνο το εργαλείο αφήγησης ενός ένδοξου παρελθόντος για τις ευρύτερες συντηρητικές μάζες της Τουρκίας που είχαν περιθωριοποιηθεί από την κεμαλική ελίτ. Ήταν την ίδια στιγμή μια διήγηση για το μέλλον, μια πηγή διεκδίκηση για εξουσία και οικονομική ισχυροποίηση.  

Παράλληλα, το ΑΚΡ κατάφερε σε όλα αυτά τα χρόνια να οικοδομήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, η οποία δεν συνέβαλε μόνο σε εκλογικές επιτυχίες, αλλά και στη νομιμοποίηση της ηγεμονίας του κόμματος στο εσωτερικό και στο διεθνή χώρο. Συνεπώς μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, το ΑΚΡ πλέον διαθέτει ιδεολογικές και πολιτικές πτυχές παγκόσμιας εμβέλειας με τη βοήθεια μιας ισχυρής διανόησης, ομίλων ΜΜΕ, δεξαμενών σκέψης που δραστηριοποιούνται διεθνώς, αλλά και ισλαμικών αδελφοτήτων που είναι την ίδια στιγμή κέντρα επιχειρηματικής δράσης σε ΗΠΑ, σε χώρες της Ε.Ε, στην Κεντρική Ασία, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, ακόμα και στην Αφρική.  

Ο πιο απτός αντικατοπτρισμός της σταθεροποίησης του ΑΚΡ στην εξουσία, ο οποίος γίνεται και πιο εύκολα κατανοητός, είναι η αλλαγή στην ταυτότητα της Τουρκίας, στον τρόπο αυτοπροσδιορισμού ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, αλλά και του δημόσιου χώρου. Ο αστικός, πολεοδομικός μετασχηματισμός στην εν λόγω πλατεία είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες «συμβολικές» επιχειρήσεις στην ιστορία του σύγχρονου τουρκικού κράτους.

Μέσα από τη «νέα πλατεία» αναδύεται ο καθρέφτης της «νέας Τουρκίας» που οραματίζεται το ΑΚΡ. Η οικοδόμηση γιγαντιαίων κτιρίων, το σύγχρονο οδικό δίκτυο, οι ουρανοξύστες, η επαναφορά οθωμανικού τύπου αρχιτεκτονικής, τα τεράστια υδροφράγματα και τα άλλα έργα υποδομής που με τόση συνέπεια ολοκληρώνονται επί διακυβέρνησης Ερντογάν, αποτελούν κομμάτια της προσπάθειας να αποκτήσει «οπτική», να γίνει ορατό και κατανοητό το «νέο τουρκικό κράτος».  

Ναι, η αυταρχικότητα και ο πατερναλισμός που χαρακτηρίζει τον Ερντογάν είναι στο επίκεντρο των διαμαρτυριών από πολλές απόψεις. Όμως οι διαμαρτυρίες δεν έχουν φτάσει ακόμα στο σημείο ολοκληρωτικής ανατροπής αυτού του τύπου πατερναλισμού.       

Ερ: Η κρίση θα επηρεάσει και το ΑΚΡ; Κάποια προβεβλημένα στελέχη και της κυβέρνησης διαφοροποιήθηκαν από τον Ερντογάν, όμως στην πορεία συντάχθηκαν μαζί του, πχ η νομοθεσία με το αλκοόλ που εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο Γκιουλ.  

Απ: Η σημερινή κρίση επηρεάζει το ΑΚΡ, αλλά σε ποιο βαθμό ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο. Υπάρχουν δύο συγκεκριμένες πτυχές στο ζήτημα, οι οποίες φαίνεται ότι θα ξεκαθαρίσουν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα: Η πρώτη πτυχή είναι το εάν και πώς θα επηρεάσει η σκληρή αντιμετώπιση των διαμαρτυριών την φιλελεύθερη μερίδα υποστηριχτών του ΑΚΡ, η οποία βεβαίως δεν είναι πλειοψηφία. Η δεύτερη πτυχή σχετίζεται με τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις στον ισλαμικό χώρο. Συγκεκριμένα, η ισχυρή κοινότητα Γκιουλέν βρίσκεται σε ανταγωνισμό με άλλες μερίδες του ισλαμικού χώρου εντός του ΑΚΡ, αλλά αυτός ο ανταγωνισμός, τουλάχιστον τα προηγούμενα δύο χρόνια, είχε επικεντρωθεί στο ζήτημα διαμοιρασμού της «πίτας» της εξουσίας.  

Είναι γεγονός ότι αυτή η κοινότητα, καθώς και άλλα στελέχη του πολιτικού Ισλάμ, όπως ο Γκιουλ, συνεχίζουν να διαφοροποιούνται σε κάποια θέματα. Τόσο οι δημοτικές εκλογές, αλλά κυρίως οι προεδρικές εκλογές που ακολουθούν το καλοκαίρι του 2014, θα είναι ενδεικτικές. Είναι γνωστό ότι τόσο ο Ερντογάν, όσο και ο Γκιουλ ενδιαφέρονται να είναι υποψήφιοι του ΑΚΡ στις προεδρικές, στις οποίες αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το δημοψήφισμα του 2007 και τη σχετική τροποποίηση, για πρώτη φορά ο Πρόεδρος του κράτους θα εκλεγεί απευθείας από το λαό. Επίσης ένα από τα κρισιμότερα θέματα που θα επηρεάσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι βεβαίως και η πορεία επίλυσης του Κουρδικού. Μια πολύ σημαντική διάσταση που αναλόγως της κατάληξης θα αλλάξει όχι μόνο την Τουρκία, αλλά και ολόκληρη την περιοχή μας.  

Ερ: Θα υπάρξει επίπτωση από μια παρατεταμένη ένταση στην Κύπρο, την τ/κ κοινότητα και το Κυπριακό;  

Απ: Σε αυτό το στάδιο θα ήταν παρακινδυνευμένο για τον Ερντογάν να επιδιώξει να εξάγει μια επιπλέον κρίση στο εξωτερικό. Όμως δεν θα πρέπει να επικρατήσουν απόλυτες εκτιμήσεις για μια κατάσταση ιδιαίτερα ρευστή. Η χώρα ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα από τον συριακό εμφύλιο, ενώ οι ανακατατάξεις σε Ιράν και Ιράκ γίνονται τώρα αντικείμενο σοβαρής μελέτης από την Τουρκία. 
 
Μια διάσταση των κινητοποιήσεων είναι και το ότι η κυβέρνηση Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπη και με τον κίνδυνο φθοράς του «μοντέλου» που θέλει να προωθήσει στη Μέση Ανατολή. Βεβαίως τα θέματα αυτά, όπως και όλα τα ανοιχτά θέματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν εξαρτώνται μόνο από την Τουρκία, αλλά και από τις στρατηγικές των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Και ήδη σε αυτό το μέτωπο καταγράφεται έντονη κινητικότητα, τόσο προς τα ζητήματα της ανατολικής Μεσογείου, όσο και προς την κατεύθυνση μερικής έστω αναζωογόνησης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ε.Ε.  

Όμως μιλώντας για το Κυπριακό, έστω και αν δεν διαφαίνεται στο παρόν στάδιο διαφοροποίηση των τουρκικών θέσεων κατά τα πρότυπα της περιόδου 2002-2004, θα πρέπει να εντοπίσουμε κάποιες νέες δυναμικές εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Αυτή τη στιγμή, μια μεγάλη μερίδα της κοινότητας διεκδικεί την αλλαγή των σχέσεων της με την Τουρκία. Η επιβολή προγραμμάτων «τύπου ΔΝΤ» στα κατεχόμενα έχει απελευθερώσει σημαντικές δυναμικές που έχουν στο επίκεντρο τους την ανησυχία των Τουρκοκυπρίων για αφανισμό τους ως πολιτική κοινότητα από την Κύπρο. Δηλαδή νιώθουν να απειλείται, όσο ποτέ προηγουμένως, η κυπριακή διάσταση της ταυτότητάς τους. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει και την ελληνοκυπριακή κοινότητα με την έννοια ότι διανοίγει νέες προοπτικές διαλόγου για κοινά αιτήματα και ανησυχίες του συνόλου του κυπριακού λαού.

(ΚΥΠΕ/ΡΠΑ/ΜΜ)

Δεν θέλω να είμαι ούτε «αναγιωτός», ούτε στρατιώτης της Τουρκίας…!


Από τις εκδηλώσεις συμπαράστασης των Τουρκοκυπρίων προς τους διαδηλωτές στην Τουρκία. Η επιγραφή είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: «Τουρκία, όταν νευριάζεις γίνεσαι πολύ όμορφη!».


Μια συγκλονιστική φωνή διαμαρτυρίας ενός Τουρκοκύπριου
«Εάν ένας άνθρωπος είναι φασίστας, οπισθοδρομικός, συντηρητικός και δικτάτορας, είναι τέτοιος σε όλα τα θέματα. Ένας άνθρωπος που κουβαλά όλα αυτά τα επίθετα στην εσωτερική πολιτική της Τουρκίας, δεν μπορεί να περιγραφεί διαφορετικά για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Μπορεί όποιος θέλει να τον περιγράψει αλλιώς όμως θα είναι μια ρητορεία ανόητη, μια ρητορεία που προκαλεί γέλιο.
Τα όσα λαμβάνουν χώρα τις τελευταίες είκοσι μέρες στην Τουρκία είναι μια ιστορική ευκαιρία για την Τουρκοκυπριακή πολιτική. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι δηλώσεις του τύπου ‘Ισότιμες σχέσεις μεταξύ ΤΔΒΚ και Τουρκίας’, ‘καλές σχέσεις χωρίς καβγάδες’, ‘ένα κράτος που να αυτοδιοικείται’, έχουν πλέον χάσει έδαφος. Βεβαίως ποτέ δεν υπήρξε βάση για τα προαναφερθέντα, αλλά ακόμα και αυτοί που τα λένε εδώ και χρόνια και ξεγελούν τους εαυτούς τους, έχασαν την ευκαιρία τους να χρησιμοποιούν τέτοια επιχειρήματα.

Ενώ στην Τουρκία όσοι δεν είναι ‘του ΑΚΡ’, όσοι έχουν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να ζήσουν όπως θέλουν, εσείς οι ‘αναγιωτοίτρόφιμοι’ πως μπορείτε ακόμα να ονειρεύεστε ότι κάποιος που δε δίνει αυτό το δικαίωμα στους πολίτες του θα το δώσει σε εσάς; Τα όσα συμβαίνουν στα βόρεια της Κύπρου τα τελευταία 5-6 χρόνια είναι ξεκάθαρα. Εμείς μπορεί να κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά η Τουρκία καταλαβαίνει πολύ καλά. Εκείνη το έχει κάνει ξεκάθαρο, η σειρά τώρα είναι σε εμάς για το κατανοήσουμε.
Σε αυτό το σημείο έφτασε πλέον ο χρόνος να πούμε νέα πράγματα. Είναι καιρός να κατανοήσουμε αυτούς που για τόσα χρόνια έλεγαν ότι πρέπει να κόψουμε τους δεσμούς και τις εξαρτήσεις με την Τουρκία. Σήμερα είναι η ώρα που το προοδευτικό κίνημα των Τουρκοκυπρίων θα πρέπει να αναλάβει αυτό το καθήκον.
Εγώ ως ένας Τουρκοκύπριος, δε θέλω πλέον να διοικούμαι από μια τέτοια νοοτροπία. Δε θέλω να παραδοθώ σε αυτούς που έχουν θεμελιώσει την στρατιωτική εισβολή της πατρίδας μου που ξεκίνησε πριν από 40 σχεδόν χρόνια και τώρα την μετασχηματίζουν σε ολοκληρωτική κατοχή. Δε θέλω να είμαι ούτε δημόσιος υπάλληλος της Τουρκίας, ούτε ‘αναγιωτός’ της, ούτε στρατιώτης της. Εδώ και 40 χρόνια ζω ανάμεσα στα συρματοπλέγματα που έστησαν… τώρα δεν είμαι καθόλου υποχρεωμένος να ζω τη δική τους ζωή. Παρακολουθώ τώρα ζωντανά με τι θα έρθει αντιμέτωπη η κυβέρνηση που θα αναλάβει μετά τις 28 Ιουλίου, παρακολουθώ ζωντανά τι θα μας προκαλέσει αυτό το καθεστώς στην περίπτωση που συνεχίσει όπως υπάρχει σήμερα.
Έτσι για μια φορά ας μη ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας. Ας είμαστε ειλικρινείς σε αυτή τη διαδικασία μέχρι τις 28 Ιουλίου. Εδώ και είκοσι μέρες έχουμε παρακολουθήσει αδιάκοπα και μάθαμε καλά τι πάει να πει αντίσταση. Καταλάβαμε πολύ καλά το τι σημαίνει η δύναμη της κοινωνίας. Τώρα είναι η σειρά μας να διαλέξουμε πλευρά, να σταματήσουμε τα ανόητα παιχνίδια και να πάψουμε να θεωρούμε το δήμιό μας ‘σωτήρα’».
Nuri SILAY
Από το προφίλ στο Facebook
16.6.2013