Ρολάνδος Κατσαούνης, Εργασία, Κοινωνία και Πολιτική στην Κύπρο κατά το δεύτερο μισό του Δέκατου Ένατου Αιώνα, Μετάφραση: Σωτηρούλα Γιασεμή, Επιστημονική Επιμέλεια: Μιχάλης Ν. Μιχαήλ. Εκδόσεις: ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ, Λευκωσία 2026.
Πάφος, 15 Σεπτεμβρίου 2026
Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
Θα ήθελα να ξεκινήσω με μια παράφραση μιας γνωστής ανάλυσης του Μαρξ. Στον Επίλογο της δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίου, αναφερόμενος στη σχέση του με τη χεγκελιανή διαλεκτική, ο Μαρξ γράφει ότι στον Χέγκελ η διαλεκτική «στέκει με το κεφάλι κάτω» και ότι χρειάζεται να την αναποδογυρίσουμε, προκειμένου να ανακαλύψουμε τον ορθολογικό πυρήνα μέσα στο μυστικιστικό της περίβλημα.
Το κάλεσμα να ξανασταθεί στα πόδια της η διαλεκτική, είναι ουσιαστικά το κάλεσμα να μετακινήσουμε το κέντρο βάρους της ερμηνείας από τον κόσμο των ιδεών στις υλικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης, στις κοινωνικές σχέσεις, στην εργασία και στην παραγωγή.
Παραφράζοντας, λοιπόν, τα πιο πάνω, θα τολμούσα να πω ότι ο Ρολάνδος Κατσιαούνης έβαλε την κυπριακή ιστορία να σταθεί στα πόδια της. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα αποτελεί έργο-τομή για την κυπριακή ιστοριογραφία.
Ο Κατσιαούνης μετατοπίζει αποφασιστικά το βλέμμα από την ιστορία των θεσμών, των ηγεσιών και των κυρίαρχων ιδεολογιών προς την ίδια την κοινωνία: προς τους αγρότες, τους εργάτες της πόλης και της υπαίθρου, τους τεχνίτες, τους μικρέμπορους, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
Για πρώτη φορά με τέτοια συστηματικότητα, ο ίδιος ο κυπριακός λαός καθίσταται πρωταγωνιστής της ιστορικής αφήγησης, ενώ ταυτόχρονα έρχεται στο φως ο ρόλος των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων, τόσο κατά την ύστερη οθωμανική όσο και κατά την πρώιμη βρετανική περίοδο.
Η σημασία αυτής της μετατόπισης βρίσκεται ακριβώς στο ότι ο Κατσιαούνης δεν περιορίζεται στην εξέταση των ιδεών και των πολιτικών διακηρύξεων. Κατεβαίνει στο υλικό υπέδαφος της ιστορίας.
Μελετά τις αλλαγές στην οικονομία, τις μορφές ιδιοκτησίας και εργασίας, τη μισθωτή απασχόληση, τη φτώχεια και το χρέος, τις σχέσεις εξάρτησης, τους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι των κατώτερων στρωμάτων αρχίζουν σταδιακά να αποδεσμεύονται από αυτές τις σχέσεις.
Και ακριβώς μέσα από αυτή την υλική και κοινωνική ιστορία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε διαφορετικά και την πολιτική ιστορία.
Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πληρέστερα πώς διαβρώνεται ο πατερναλισμός, πώς γεννιούνται νέες μορφές κοινωνικής αυτονομίας και, τελικά, πώς μέσα από αυτές τις διεργασίες συγκροτείται ένας νέος κόσμος λαϊκής κινητοποίησης.
Αν λοιπόν έπρεπε να συμπυκνώσω σε μία εικόνα τη συμβολή αυτού του βιβλίου, θα επέστρεφα σε αυτή την αρχική παράφραση: ο Κατσιαούνης έβαλε την κυπριακή ιστορία να σταθεί στα πόδια της, επειδή την επανέφερε στην κοινωνία που την παρήγαγε και στους ανθρώπους που τη βίωσαν.
Εργασία, κοινωνία και πολιτική στην Κύπρο: οι «ανάφεντοι» και η συγκρότηση των λαϊκών στρωμάτων ως ιστορικού υποκειμένου
Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι,
Ας μου επιτραπεί να παρουσιάσω το βιβλίο του Ρολάνδου Κατσιαούνη «Εργασία, κοινωνία και πολιτική στην Κύπρο κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα»ξεκινώντας από μία λέξη. Μια λέξη κυπριακή, εξαιρετικά παραστατική και κατάλληλη για να συμπυκνώσει ένα σημαντικό μέρος του κοινωνικού κόσμου που ανασυγκροτεί ο Κατσιαούνης σε αυτό το βιβλίο.
Ανάφεντος: Ο άνθρωπος χωρίς αφέντη.
Στο τέλος του 19ου αιώνα, η ύπαρξη ανθρώπων που δεν αποδέχονταν ή δεν είχαν αφέντη προκαλούσε πραγματική ανησυχία στις κυρίαρχες τάξεις της κυπριακής κοινωνίας. Όπως δείχνει ο Κατσιαούνης, σε μια κοινωνία στην οποία θεωρούνταν περίπου αυτονόητο ότι όποιος δεν διέθετε τα οικονομικά μέσα για να είναι ανεξάρτητος όφειλε να έχει κάποιον αφέντη, ο φτωχός άνθρωπος χωρίς σταθερό αφεντικό μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως ύποπτος σχεδόν εξ ορισμού. Όχι επειδή είχε κατ’ ανάγκην διαπράξει κάποιο αδίκημα. Αλλά επειδή η ίδια η κοινωνική του κατάσταση βρισκόταν έξω από την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων.
Νομίζω ότι εδώ βρίσκεται ένα από τα κλειδιά για να διαβάσουμε αυτό το εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο.
Διότι ο «ανάφεντος» δεν είναι απλώς ένας περιθωριακός τύπος της κυπριακής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Μπορεί να ιδωθεί ως μια από τις εκφράσεις μιας πολύ βαθύτερης ιστορικής μεταβολής.
Της σταδιακής αποδέσμευσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων από τις παραδοσιακές σχέσεις εξάρτησης.
Της δύσκολης, αντιφατικής και καθόλου γραμμικής εμφάνισής τους ως περισσότερο αυτόνομων κοινωνικών και, τελικά, πολιτικών υποκειμένων.
Μια ιστορία από τα κάτω
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του έργου του Κατσιαούνη.
Πρωταγωνιστές του είναι οι αγρότες, οι εργάτες των πόλεων και της υπαίθρου, οι τεχνίτες, οι μικρέμποροι, τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Η έμφαση δεν βρίσκεται απλώς στις υλικές συνθήκες της ζωής τους. Βρίσκεται επίσης στις συμπεριφορές τους, στις μορφές κοινωνικότητας που δημιουργούν, στις αντιστάσεις τους, στις αντιλήψεις τους και, σταδιακά, στις πολιτικές τους τάσεις.
Η επιρροή ιστορικών όπως ο Eric Hobsbawm και ο E. P. Thompson είναι εμφανής σε ολόκληρη αυτή την προσέγγιση.
Η κοινωνική τάξη δεν αντιμετωπίζεται ως μια στατική κοινωνιολογική κατηγορία. Αναζητείται μέσα στις ιστορικές σχέσεις και συγκρούσεις. Αναζητείται στον τρόπο με τον οποίο αλλάζει η εργασία, στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου, στις μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας, στην καθημερινότητα και στην κουλτούρα.
Και ακριβώς γι’ αυτό η μετάβαση από το οθωμανικό σύστημα εξουσίας στη βρετανική αποικιοκρατία δεν παρουσιάζεται ως μια απλή αντικατάσταση μιας διοίκησης από μια άλλη.
Πρόκειται για έναν πολύ βαθύτερο κοινωνικό μετασχηματισμό.
Οι αλλαγές στην οικονομία μεταβάλλουν τις κοινωνικές σχέσεις.
Οι κοινωνικές σχέσεις επηρεάζουν τις συμπεριφορές.
Οι νέες συμπεριφορές δημιουργούν προβλήματα στους παλιούς μηχανισμούς εξουσίας. Και οι αντιδράσεις των κυρίαρχων στρωμάτων απέναντι σε αυτές τις αλλαγές μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε τη σταδιακή εμφάνιση ενός νέου κοινωνικού κόσμου.
Εδώ βρίσκεται και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάσταση της μεθόδου του Κατσιαούνη: η εξουσία δεν εμφανίζεται μόνο όταν καταστέλλει. Εμφανίζεται και όταν επιχειρεί να ορίσει ποια συμπεριφορά είναι ηθική, ποιος είναι ο καλός εργάτης, ποιος είναι ο αξιοσέβαστος φτωχός, πώς πρέπει να διασκεδάζουν τα λαϊκά στρώματα και, τελικά, πώς πρέπει να συμπεριφέρονται πολιτικά.
Αυτή η μεταβολή γίνεται ιδιαίτερα ορατή στο έκτο κεφάλαιο «Η αυξανόμενη αυτονομία της εργασίας».
Ο Κατσιαούνης ξεκινά από μια κρίσιμη διαπίστωση: η αποσύνθεση της οθωμανικής κοινωνίας, η οποία είχε ήδη αρχίσει με το Τανζιμάτ, επιταχύνεται μετά την άφιξη των Βρετανών. Και μαζί της διευρύνεται ο χώρος της οικονομίας που βρίσκεται έξω από τις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις με τον κλήρο, τους γαιοκτήμονες, τους φοροενοικιαστές, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες.
Οι παλιές σχέσεις βεβαίως δεν εξαφανίζονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Κατσιαούνης δεν περιγράφει μια απλή μετάβαση από την «παράδοση» στη «νεωτερικότητα». Περιγράφει τη συνύπαρξη παλιών και νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης και, κυρίως, τις αντιφάσεις που αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί.
Η παρακμή των τσιφλικιών, η αποσάθρωση των εσνάφ, η επέκταση της μισθωτής και εποχιακής εργασίας και η δημιουργία νέων ευκαιριών απασχόλησης αυξάνουν σταδιακά την ανεξαρτησία των εργατών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εργάτες μπορούν πλέον να επιλέξουν εργοδότη. Τα δημόσια έργα της νέας αποικιακής διοίκησης διευρύνουν ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες απασχόλησης.
Ένα ενδεικτικό στοιχείο είναι ότι ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1880 οι μισθοί είχαν αυξηθεί σημαντικά και η ζήτηση εργασίας μπορούσε να υπερβαίνει την προσφορά. Ο εργάτης αποκτούσε έτσι ένα περιθώριο διαπραγμάτευσης που προηγουμένως ήταν πολύ πιο περιορισμένο.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται το πρόβλημα της “απειθαρχίας”.
Για ποιον όμως ήταν απείθαρχος αυτός ο εργάτης;
Για τους νέους Βρετανούς «αφέντες» του νησιού, οι εργασιακές συμπεριφορές των Κυπρίων προκαλούσαν συχνά απορία. Η εργασία τους δεν είχε ακόμη προσαρμοστεί στην πειθαρχία του ώριμου βιομηχανικού καπιταλισμού. Ο χρόνος εργασίας, η ένταση και ο ρυθμός της δεν καθορίζονταν αποκλειστικά από τις απαιτήσεις του εργοδότη και της αγοράς.
Εδώ αισθανόμαστε ιδιαίτερα έντονα την επιρροή του E. P. Thompson. Η μετάβαση στον καπιταλισμό δεν είναι μόνο αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας. Είναι και μετασχηματισμός της αντίληψης του χρόνου, της εργασίας, της πειθαρχίας, ακόμη και του τι θεωρείται «ηθική» συμπεριφορά.
Γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός «απείθαρχο εργατικό δυναμικό» είναι τόσο σημαντικός. Η απειθαρχία δεν είναι απλώς αδυναμία προσαρμογής. Είναι ταυτόχρονα το ίχνος μιας διαφορετικής κουλτούρας της εργασίας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένας χώρος κοινωνικής αντίστασης.
Η διάβρωση του πατερναλισμού
Αυτή η μεταβολή μάς οδηγεί στο έβδομο κεφάλαιο. Ο τίτλος του είναι αποκαλυπτικός: «Η διάβρωση του πατερναλισμού».
Ο Κατσιαούνης δείχνει ότι το νέο αποικιακό περιβάλλον αποδυναμώνει σταδιακά την ικανότητα των παραδοσιακών θεσμών – και ιδιαίτερα της Εκκλησίας – να καθορίζουν τα όρια του επιτρεπτού και του ανεπίτρεπτου.
Ο σεβασμός προς το κατεστημένο βρίσκεται, όπως γράφει χαρακτηριστικά, «σε φθίνουσα πορεία». Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται. Ούτε σημαίνει ότι οι κατώτερες τάξεις αποκτούν ξαφνικά συγκροτημένη ταξική συνείδηση. Σημαίνει όμως ότι οι παλαιότεροι μηχανισμοί υποταγής δεν λειτουργούν πλέον με την ίδια αποτελεσματικότητα.
Και εδώ ο Κατσιαούνης κάνει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: παίρνει στα σοβαρά μορφές συμπεριφοράς τις οποίες μια συμβατική πολιτική ιστορία θα τοποθετούσε στο περιθώριο. Παρανομία. Έγκλημα. Ανώνυμες απειλητικές επιστολές προς πλούσιους. Κοινωνική ληστεία.
Η κοινωνική ληστεία, υπό τη σαφή επιρροή του Hobsbawm, αναλύεται ως μια πρώιμη και «πρωτόγονη» μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Το φαινόμενο εξαπλώνεται στην Κύπρο στα τέλη της δεκαετίας του 1880 και στη δεκαετία του 1890, δηλαδή ακριβώς σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και εξαθλίωσης.
(Όπως γνωρίζεται η εξέλιξη της κοινωνικής ληστείας εκφράζεται και πολύ αργότερα με τον Cemal Mehmet Mida και τα χασανμπουλλια).
Ο ληστής μπορεί έτσι να αποκτήσει στη λαϊκή φαντασία διαφορετική σημασία από εκείνη που του αποδίδει το κράτος. Για τις αρχές είναι εγκληματίας. Για τμήματα των φτωχών μπορεί να μετατραπεί σε άνθρωπο που αμφισβητεί τον πλούτο και την εξουσία.
Εδώ φαίνεται εξαιρετικά καθαρά η μέθοδος του Κατσιαούνη να αναζητεί την πολιτική πριν αυτή αποκτήσει οργανωμένη πολιτική μορφή.
Η κοινωνία ανακαλύπτει τον «ανάφεντο»
Με αυτό τον τρόπο, φτάνουμε ίσως σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ενότητες του βιβλίου: “Η ηθικοποίηση του εργατικού δυναμικού”.
Η πρώτη υποενότητα έχει έναν εξαιρετικά εύγλωττο τίτλο: “Η υστερία ενάντια στους άνδρες χωρίς αφέντη”.
Εδώ η γλώσσα του συντηρητικού Τύπου είναι αποκαλυπτική. Η εφημερίδα Αλήθεια της Λεμεσού βλέπει μπροστά της “γνήσια αναρχία”. Η εφημερίδα “Σάλπιγξ” θεωρεί ότι οι παραβάτες είναι άνθρωποι χωρίς ηθική που χρειάζονται την Εκκλησία για να επιστρέψουν στον ίσιο δρόμο.
Αλλά ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο φτωχός χωρίς αφεντικό αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα όχι εξαιτίας κάποιας συγκεκριμένης πράξης, αλλά εξαιτίας της κοινωνικής του θέσης. Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι τι κάνει ένας ανάφεντος. Το πρόβλημα είναι ότι υπάρχει ανάφεντος.
Ότι υπάρχει δηλαδή ένας φτωχός άνθρωπος που δεν εντάσσεται εύκολα σε μια σχέση προσωπικής εξάρτησης.
Και η ανησυχία επεκτείνεται σε ολόκληρη την κουλτούρα των κατώτερων στρωμάτων.
Στη γλώσσα τους. Στη διασκέδασή τους. Στα καφενεία. Στον τζόγο. Στα τραγούδια. Στον Καραγκιόζη. Στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο.
Για παράδειγμα η εφημερίδα “Η Φωνή της Κύπρου” διαμαρτύρεται για τις παραστάσεις Καραγκιόζη ακόμη και σε καφενεία και καλύβες. Και όταν αυτές οι νέες μορφές λαϊκής διασκέδασης εξαπλώνονται στην ύπαιθρο, καταγγέλλει τα γεμάτα καφενεία, τον τζόγο και τα χαλαρά ήθη που υποτίθεται ότι μολύνουν “τα αγνά, τα πάναγνα χωρία”. Αυτό το απόσπασμα είναι εξαιρετικό ακριβώς επειδή μας επιτρέπει να αντιστρέψουμε το βλέμμα.
Ο συντηρητικός Τύπος θέλει να μας περιγράψει την ηθική παρακμή. Ο ιστορικός όμως μπορεί μέσα από αυτή την καταγγελία να διακρίνει κάτι άλλο: την εμφάνιση ενός σχετικά αυτόνομου λαϊκού πολιτισμού.
Ενός χώρου κοινωνικότητας, κοινωνικοποίησης που δεν ελέγχεται πλήρως από τον εργοδότη, τον κλήρο ή τον προύχοντα.
Και το καφενείο έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Κατσιαούνης παραθέτει μια εξαιρετικά χαρακτηριστική περιγραφή της “Φωνής της Κύπρου” για το καφενείο του Νικόλαου Χατζησάββα έξω από τα τείχη της Λευκωσίας. Εκεί προτιμούσε να πηγαίνει “ο δημοκρατικός, ο εργατικός, ο πολύς κόσμος”, σε έναν χώρο στον οποίο “ως μόνον νόμισμα κυριαρχεί η πολυφίλητος δεκάρα”.
Το καφενείο λοιπόν δεν είναι απλώς χώρος ψυχαγωγίας. Γίνεται χώρος λαϊκής κοινωνικοποίησης, χώρος επικοινωνίας, χώρος μετάδοσης ιδεών και σταδιακά, χώρος πολιτικοποίησης.
Η ηθικοποίηση ως πολιτική
Γι’ αυτό ακριβώς η προσπάθεια «ηθικοποίησης» του εργατικού δυναμικού δεν είναι απλώς μια ηθικολογική εκστρατεία. Είναι και πολιτική.
Ο Κατσιαούνης το δείχνει με ιδιαίτερη καθαρότητα όταν περνά από την «υστερία» για τους άνδρες χωρίς αφέντη στην ενότητα που τιτλοφορεί “Εργατικός σεβασμός και πολιτική υπακοή”. Ο συντηρητικός Τύπος αντιμετώπιζε τις εργατικές τάξεις ως κοινωνικές ομάδες φορτωμένες με υποχρεώσεις τις οποίες έπρεπε να μάθουν. Για δικαιώματα, αντίθετα, δεν γινόταν λόγος.
Και πίσω από αυτή την αντίληψη ο Κατσιαούνης εντοπίζει έναν βαθύτερο φόβο. Τον φόβο απέναντι στις πολιτικές συνέπειες της δημοκρατίας.
Επομένως, η προσπάθεια να γίνει ο εργάτης εργατικός, νηφάλιος, θρησκευόμενος και πειθαρχημένος δεν αφορά μόνο την παραγωγικότητά του. Αφορά και την πολιτική του συμπεριφορά.
Ο “καλός εργάτης” πρέπει ταυτόχρονα να είναι ο “καλός πολίτης”. Οι εργατικοί σύνδεσμοι, η θρησκευτική δραστηριότητα των συντεχνιών, η υπενθύμιση των θρησκευτικών υποχρεώσεων και η οργανωμένη ηθική διαπαιδαγώγηση αποτελούν έτσι μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας επανένταξης ενός κοινωνικού κόσμου που φαίνεται να απομακρύνεται από τους παλιούς μηχανισμούς ελέγχου.
Στο σημείο αυτό εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη αφηγηματική δύναμη του βιβλίου.
Γιατί όσα μέχρι τώρα εμφανίζονταν διάσπαρτα – η αυξανόμενη ανεξαρτησία του εργάτη, η αποδυνάμωση της πελατειακής σχέσης, η κοινωνική ληστεία, το καφενείο, η απείθαρχη συμπεριφορά, ο φόβος απέναντι στον «ανάφεντο» – αρχίζουν σταδιακά να αποκτούν πιο συγκροτημένη πολιτική μορφή.
Το δέκατο κεφάλαιο έχει ακριβώς τον τίτλο “Η διαμόρφωση ενός λαϊκού κινήματος”.
Αφετηρία είναι η οικονομία. Η βρετανική διοίκηση εξορθολογίζει τη φορολογία, αλλά δεν την καθιστά κοινωνικά δίκαιη. Ο επιμερισμός της εξακολουθεί να ευνοεί τα πλουσιότερα και ισχυρότερα μέλη της κοινότητας.
Στην ύπαιθρο, η τοκογλυφία και η κατάσχεση των περιουσιών δημιουργούν έντονες αντιδράσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι ο συντηρητικός Τύπος βρίσκεται συχνά στο πλευρό των τοκογλύφων. Η “Σάλπιγξ”, για παράδειγμα, το 1894 διαμαρτύρεται για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι τοκογλύφοι της Λεμεσού στην κατάσχεση της περιουσίας αφερέγγυων αγροτών και ζητεί αποτελεσματικότερους μηχανισμούς κατάσχεσης.
Το κοινωνικό μέτωπο γίνεται εδώ εξαιρετικά ορατό. Αλλά ο Κατσιαούνης είναι προσεκτικός. Δεν μεταφέρει μηχανιστικά στο τέλος του 19ου αιώνα την ταξική πολιτική του 20ού.
Στη δεκαετία του 1890, δεν είναι ακόμη οι μισθωτοί που ηγούνται των εξεγέρσεων στις πόλεις. Είναι κυρίως τα πληβεία στρώματα των μικρεμπόρων και των βιοτεχνών. Οι μισθωτοί δεν διεκδικούν ακόμη συστηματικά με βάση τους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες. Αντιδρούν περισσότερο στο κόστος των βασικών αγαθών, στην ανεργία και στη φορολογία. Και σε αυτά τα ζητήματα μπορούν να συναντηθούν πολιτικά με μικρεμπόρους, τεχνίτες και άλλες κοινωνικές κατηγορίες.
Αυτό ακριβώς είναι το “λαϊκό κίνημα” που αναδύεται στο βιβλίο. Δεν είναι ακόμη το οργανωμένο εργατικό κίνημα του 20ού αιώνα. Είναι ένας ευρύτερος και κοινωνικά ετερογενής κόσμος δυσαρέσκειας, ο οποίος αρχίζει να αποκτά δυνατότητες συλλογικής δράσης.
Από την τάξη στο έθνος – και όχι αντί της τάξης
Και φτάνουμε έτσι σε ένα τελευταίο ζήτημα, το οποίο θεωρώ ίσως το σημαντικότερο για την κατανόηση ολόκληρου του βιβλίου.
Τη σχέση κοινωνικής τάξης και έθνους. Ο Κατσιαούνης δεν αφηγείται την κοινωνική ιστορία της Κύπρου για να αντικαταστήσει απλώς την εθνική ιστορία με μια ταξική ιστορία.
Το ερώτημά του είναι πολύ πιο σύνθετο: Πώς και υπό ποιες κοινωνικές συνθήκες το έθνος μπόρεσε να γίνει μαζική πολιτική ιδεολογία;
Ο εθνικισμός δεν εμφανίζεται στο έργο ως μια ιδέα που κατεβαίνει αυτούσια από τις ελίτ προς έναν παθητικό λαό. Για να αποκτήσει μαζική δυναμική χρειάζεται έναν κοινωνικό κόσμο που έχει ήδη μετασχηματιστεί.
Χρειάζεται ανθρώπους που έχουν αποδεσμευτεί, έστω εν μέρει, από τις παλιές σχέσεις εξάρτησης. Χρειάζεται αλφαβητισμό. Χρειάζεται καφενεία και αναγνωστήρια. Χρειάζεται νέες μεσαίες τάξεις. Χρειάζεται μικρεμπόρους, τεχνίτες και εργάτες που έχουν αρχίσει να αποκτούν διαφορετική σχέση με την εξουσία.
Στα Συμπεράσματα ο Κατσιαούνης επιστρέφει ακριβώς σε αυτή τη συνάντηση.
Στο Αρχιεπισκοπικό Ζήτημα, πίσω από τους Κυρηνειακούς βρίσκονται οι ιεράρχες, οι μεγάλες οικογένειες εμπόρων και δανειστών, σημαντικό τμήμα του κλήρου και των καταξιωμένων εμπόρων. Αλλά μαζί τους βρίσκεται επίσης ένα μέρος του καταχρεωμένου αγροτικού κόσμου και των περισσότερο εξαθλιωμένων φτωχών.
Απέναντί τους, επικεφαλής των Κιτιακών βρίσκεται η νέα αστική τάξη και η εθνικιστική διανόηση. Η μαζική τους υποστήριξη, όμως, προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τα πληβεία στρώματα, τους μικρεμπόρους, τους τεχνίτες και άλλους φτωχούς που είχαν αποκτήσει βασική μόρφωση και είχαν χειραφετηθεί σε σημαντικό βαθμό από την επιρροή του κλήρου. Στο ίδιο στρατόπεδο εντάσσονται και τμήματα του κατώτερου αγροτικού κόσμου, ιδιαίτερα γύρω από τις πόλεις.
Εδώ η κοινωνική ιστορία συναντά την πολιτική ιστορία. Μας βοηθά με αυτό τον τρόπο να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο εθνικισμός μπορεί πλέον να γίνει ηγεμονική ιδεολογία.
Όχι επειδή εξαφανίστηκαν οι κοινωνικές αντιθέσεις. Αλλά επειδή η εθνική ιδεολογία κατόρθωσε να εισέλθει σε έναν ήδη μεταβαλλόμενο κόσμο κοινωνικών συγκρούσεων και να προσφέρει σε σημαντικά τμήματα αυτού του κόσμου μια νέα γλώσσα πολιτικής κινητοποίησης.
Αγαπητές φίλες και φίλοι,
Προσπαθώντας να συνοψίσω ορισμένα συμπεράσματα για το βιβλίο του Ρολάνδου Κατσιαούνη, θα επέστρεφα στον “ανάφεντο”.
Στην αρχή αυτής της ιστορίας, ο άνθρωπος χωρίς αφέντη είναι ύποπτος. Περιφέρεται στους δρόμους. Συχνάζει στο καφενείο. Μιλά μια γλώσσα που ενοχλεί τους ευυπόληπτους.
Βλέπει Καραγκιόζη. Παίζει. Πίνει. Δεν εργάζεται πάντοτε με τον ρυθμό που απαιτούν οι νέοι εργοδότες. Δεν δείχνει τον παλαιό σεβασμό στον κλήρο και στους προύχοντες. Για το κατεστημένο όλα αυτά μπορούν να αποτελούν συμπτώματα ηθικής παρακμής.
Για τον Κατσιαούνη, όμως, αποτελούν ιστορικά τεκμήρια. Μέσα από αυτά βλέπει μια κοινωνία που αλλάζει. Εδώ βρίσκεται η εξαιρετική δύναμη αυτού του βιβλίου.
Ο Κατσιαούνης μάς καλεί να αναζητήσουμε την ιστορία όχι μόνο στις αποφάσεις των κυβερνητών, στις διακηρύξεις των αρχιεπισκόπων ή στις ομιλίες των εθνικών ηγετών, αλλά και εκεί όπου η επίσημη ιστορία δύσκολα σκεφτόταν να κοιτάξει:
Στο μεροκάματο, στη σχέση εργάτη και αφέντη, στο χρέος του χωρικού, στο εργαστήρι του τεχνίτη, στο παζάρι, στο καφενείο, στο τραγούδι, ακόμα και στη ληστεία, στην “απείθαρχη» συμπεριφορά”. Εν τέλη στην ηθική αγανάκτηση εκείνων που έβλεπαν τον παλιό τους κόσμο να αποσυντίθεται.
Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό ο συντηρητικός Τύπος αποτελεί τόσο πολύτιμη πηγή στο βιβλίο.
Προσπαθώντας να καταγγείλει τους “απείθαρχους”, μας επιτρέπει σήμερα να τους δούμε. Προσπαθώντας να περιγράψει την παρακμή, καταγράφει άθελά του την αυτονόμηση των εργατικών στρωμάτων του νησιού.
Δεν θα ήταν ασφαλώς σωστό να εξιδανικεύσουμε αυτή τη διαδικασία. Ο Κατσιαούνης δεν το κάνει. Η φτώχεια παραμένει. Η εκμετάλλευση παραμένει. Οι πελατειακές σχέσεις παραμένουν ισχυρές. Η νέα αποικιακή εξουσία δημιουργεί νέες μορφές καταναγκασμού. Και οι λαϊκές τάξεις απέχουν ακόμη πολύ από τη συγκρότηση ενός σύγχρονου εργατικού κινήματος.
Όμως κάτι έχει αλλάξει. Ο κόσμος του αφέντη δεν είναι πλέον αυτονόητος. Και οι άνθρωποι που προηγουμένως εμφανίζονταν στην ιστορία ως υπήκοοι, πιστοί, πελάτες ή απλώς ως μια ανώνυμη “μάζα”, αρχίζουν να αποκτούν δικές τους κοινωνικές πρακτικές, δικές τους διεκδικήσεις και τελικά δική τους πολιτική παρουσία.
Αυτή να είναι μια από τις σημαντικότερες ιστοριογραφικές παρακαταθήκες του έργου του Ρολάνδου Κατσιαούνη. Ότι μας έμαθε να αναζητούμε την ιστορία της Κύπρου και στις φωνές εκείνων που κάποτε οι ισχυροί αποκαλούσαν απλώς “ανάφεντους”.
Κλείνοντας, θα ήθελα να εκφράσω μια ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη προς τη μεταφράστρια, Δρ. Σωτηρούλα Γιασεμή. Η δική της εργασία δεν είναι απλώς μια τεχνική μεταφορά λέξεων από μια γλώσσα σε μια άλλη.
Είναι η πράξη που επέτρεψε στο έργο του Ρολάνδου Κατσιαούνη να επιστρέψει, κατά κάποιον τρόπο, στον τόπο για τον οποίο γράφτηκε και να αποκτήσει μια νέα ζωή μέσα στην ελληνόφωνη κυπριακή δημόσια και επιστημονική σφαίρα.
Χωρίς αυτή τη μετάφραση, για πολλούς από εμάς η δυνατότητα να γνωρίσουμε πραγματικά τον Κατσιαούνη, να ακούσουμε τη σκέψη του στη δική μας γλώσσα και να συνομιλήσουμε ουσιαστικά με το έργο του, θα ήταν πολύ πιο δύσκολη, ίσως και αδύνατη. Η μετάφραση είναι πάντοτε μια γέφυρα ανάμεσα σε κόσμους, αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι και μια πράξη επιστροφής της ιστορικής γνώσης στην κοινωνία από την οποία αυτή γεννήθηκε.
Και ασφαλώς αξίζουν θερμές ευχαριστίες και στον επιστημονικό επιμελητή της έκδοσης, Αναπληρωτή Καθηγητή Οθωμανικής Ιστορίας Δρ. Μιχάλη Μιχάηλ για τη φροντίδα, την ακρίβεια και τη συνολική συμβολή του ώστε αυτό το σημαντικό έργο να φτάσει σήμερα στα χέρια μας σε μια μορφή αντάξια της ιστοριογραφικής του αξίας.
Σας ευχαριστώ για την υπομονή και την προσοχή σας
Νίκος Μούδουρος
Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών
Πανεπιστήμιο Κύπρου
