Αφιερωμένο στους νοσταλγούς του σκοταδισμού!

 
 
 
 
 
 

Ξανά στους δρόμους οι Τουρκοκύπριοι!

Η σημερινή κινητοποίηση της τουρκοκυπριακής Συνδικαλιστικής Πλατφόρμας γίνεται κάτω από το σύνθημα «Γενική Απεργία! Γενική Αντίσταση!»

 
Στις 16 Ιουνίου 1958 οι Τουρκοκύπριοι δημιούργησαν το χωριστό Δήμο Λευκωσίας. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά σύμβολα της εποχής, τα οποία παρέπεμπαν στην «ελευθερία και ανεξαρτησία» της κοινότητας απέναντι στην ελληνοκυπριακή ακροδεξιά αυθαιρεσία. Ή τουλάχιστον ήταν ο συμβολισμός μιας τέτοιας δικαιολογίας…

Η τουρκοκυπριακή εθνικιστική ελίτ πάντως ακολούθησε στο ίδιο πλαίσιο τη στρατηγική της. Μέχρι και την παράνομη ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» το 1983, η εθνικιστική (και όχι μόνο) κινητοποίηση αφορούσε πρώτιστα στην «αναγκαιότητα» ανεξαρτητοποίησης της κοινότητας από τους Ελληνοκύπριους και στην ικανοποίηση του αιτήματος της αυτοδιοίκησής της.

Οι χωριστοί τουρκοκυπριακοί δήμοι απέκτησαν νόμιμη υπόσταση με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και διατήρησαν το ιδεολογικά φορτισμένο περιεχόμενο. Το ίδιο περίπου ίσχυσε και με τη δημιουργία χωριστών δομών σε όλα τα επίπεδα μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963 και την τουρκική εισβολή του 1974. Όμως με το πέρασμα του χρόνου και υπό το βάρος των κοινωνικών επιπτώσεων (συνήθως δεν μελετούνται) που άφησε πίσω του ο βίαιος διαχωρισμός εδαφών, κοινωνίας και οικονομίας, το «όραμα» της ανεξαρτησίας φαίνεται να αλλάζει περιεχόμενο, να μετασχηματίζεται…

Τα χθεσινά επεισόδια μεταξύ εργαζομένων στο Δήμο Λευκωσίας και της αστυνομίας των κατεχομένων, είναι μια ακόμα ένδειξη του πολιτικού και ιδεολογικού μετασχηματισμού που επεκτείνεται πλέον σε κάθε έκφανση της ζωής ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Η έκρηξη της δίκαιης οργής των εργαζομένων που παραμένουν μήνες χωρίς μισθό και η οποία κατέληξε στη σύλληψη 31 ανθρώπων (μέχρι αργά ψες), είναι το αποκορύφωμα της σχεδόν καθολικής αντίληψης ότι το ψευδοκράτος δεν είναι πλέον βιώσιμο. Όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο, αλλά ούτε μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα της αυτοδιοίκησης ή να προστατεύσει την τουρκοκυπριακή ταυτότητα!
 
Με τις χθεσινές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας των εργαζομένων στον τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας, υπογραμμίζονται για μια ακόμη φορά κάποια βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά των σημερινών εξελίξεων στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα:

Πρώτον, υπάρχει άνοδος της συνειδητοποίησης από ένα μέρος του τουρκοκυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος ότι οι μέχρι σήμερα «κανονικές-ειρηνικές» κινητοποιήσεις δεν οδηγούν πουθενά, ούτε καν στο διάλογο. Από αυτό το τμήμα γίνεται σαφέστατη επιλογή της πιο δυναμικής δράσης, όπως αυτή εμφανίστηκε χθες στα γραφεία του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και στις συγκρούσεις που προκάλεσε η αντίδραση της αστυνομίας.

Δεύτερον, σημειώνεται κλιμάκωση της αντίδρασης από την τουρκοκυπριακή δεξιά και ακροδεξιά. Τα τελευταία χρόνια η καταστολή των κινητοποιήσεων, η απαγόρευση απεργιών, η προσπάθεια αποδυνάμωσης της συνδικαλιστικής δράσης, αποτελούν καθοριστικά στοιχεία της ημερήσιας διάταξης. Αποκορύφωμα η χθεσινή φασιστικού τύπου επίθεση της αστυνομίας στα γραφεία της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στους Δήμους (BES) και η σύλληψη στελεχών της, τη στιγμή που συνεδρίαζαν για τις σημερινές κινητοποιήσεις.

Τρίτον, υπάρχει ανανεωμένη συσπείρωση γύρω από το αίτημα πρόωρων εκλογών, οι οποίες όμως να συνοδεύονται από μέτρα «ριζικής αλλαγής» του ψευδοκράτους. Στο σημείο αυτό, το τουρκοκυπριακό αίτημα φαίνεται καταρχήν να συγκρουεται με το πρόγραμμα μετασχηματισμού που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση. Όμως είναι γεγονός ότι το βάθος αυτής της σύγκρουσης ή ο συμβιβασμός, αποτελούν ακόμα ανοιχτά ζητήματα που θα καθοριστούν στο άμεσο μέλλον. Στο παρόν στάδιο το αίτημα για δυναμικότερες δράσεις από ένα μεγάλο τμήμα του συνδικαλιστικού κινήματος δε φαίνεται να υιοθετείται πλήρως από προοδευτικά πολιτικά κόμματα που είναι μέρος της «βουλής» (όπως το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα).

Μέσα στο προαναφερθέν πλαίσιο, η Συνδικαλιστική Πλατφόρμα των Τουρκοκυπρίων αποφάσισε συνέχιση της διαμαρτυρίας σήμερα με γενική απεργία και συμπαράσταση στα αιτήματα των εργαζομένων στο Δήμο Λευκωσίας. Η απεργία γίνεται κάτω από το γενικό σύνθημα «Γενική Απεργία, Γενική Αντίσταση». Η μαζικότητα και η σταθερότητα αυτής της προσπάθειας θα αναδείξει πολλούς παράγοντες που θα επηρεάσουν και το ίδιο το Κυπριακό πρόβλημα. Για παράδειγμα, το περιεχόμενο των διεκδικήσεων της απεργίας, η συνεννόηση των κομμάτων και οργανώσεων πέραν της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, αλλά κυρίως ο βαθμός σύνδεσης αυτής της προσπάθειας με την επίλυση του Κυπριακού, αποτελούν μερικούς από τους παράγοντες που επηρεάζουν συνολικά τον Κυπριακό λαό (είτε το αντιλαμβάνονται οι Ελληνοκύπριοι, είτε όχι).   

 

Νίκος Μούδουρος

«Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΟΥ ΑΚΡ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ»

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΜΕ ΘΕΜΑ:
«ΠΤΥΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ»

ΚΟΜΟΤΗΝΗ – 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012

 

Του Νίκου Μούδουρου

Μέλους Επιστημονικού Συμβουλίου Προμηθέας

Ο υγιής ανθρώπινος νους, λέει κάπου με χλευασμό ο Χέγκελ, είναι ο πιο μεγάλος μεταφυσικός. Στο όνομα των πραγμάτων είναι που βρίσκει συμπυκνωμένη με τρόπο αδιόρατο όσο και φαινομενικά σαφή την υποτιθέμενη ουσία ενός πράγματος. Ένας προβληματισμένος πολίτης όμως, έχει καθήκον να προσπαθήσει μέσα από ονομασίες να βρει τις πραγματικές έννοιες και το βαθύτερο περιεχόμενο. Δεν πρέπει να επιλέγει τον εύκολο δρόμο της επιφάνειας. Τα τελευταία χρόνια στον ευρύτερο ελληνόφωνο χώρο, βομβαρδιζόμαστε από φράσεις του τύπου «η νέα Τουρκία», «η άλλη Τουρκία», «η Τουρκία αλλάζει», χωρίς ωστόσο να μπαίνουμε πάντοτε στη διαδικασία αναζήτησης του τι είναι αυτό που αλλάζει στην Τουρκία και ποια κατεύθυνση έχει. Θα πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι έστω και η απλή παραδοχή ότι κάτι αλλάζει στην Τουρκία, αποτελεί βήμα προς τα εμπρός γιατί αμφισβητεί προηγούμενες αναγνώσεις της χώρας που είχαν ως κεντρικό χαρακτηριστικό ότι αυτή βρίσκεται μονίμως παγωμένη στο χρόνο, αποκομμένη από την ιστορική και κοινωνική εξέλιξη. Παρόλα αυτά, η παραδοχή της αλλαγής της Τουρκίας δεν είναι αρκετή. Στην έγνοια μας θα πρέπει πάντοτε να βρίσκεται η αναζήτηση των βαθύτερων λόγων των αλλαγών και των προσανατολισμών τους. 

Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έτσι όπως αναπτύχθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες είχε καθοριστικές επιπτώσεις γενικά στην εξέλιξη της Τουρκίας και ειδικά στην πορεία της πολιτικής έκφρασης του Ισλάμ. Καθοριστικό σημείο ήταν η νέα οικονομική δομή της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, του κατακερματισμού της παραγωγής και συνεπώς της εργασίας. Αυτή η διαδικασία είχε σημαντικές συνέπειες στην τουρκική πολιτική οικονομία με βασική συνιστώσα την εμπλοκή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Ανατολίας στη «νέα» παγκόσμια αλυσίδα της παραγωγής.

Οι μικρές βιομηχανικές μονάδες, οι οικογενειακές επιχειρήσεις και οι βιοτεχνίες της περιοχής κατάφεραν να ενισχύσουν τη θέση τους στο εξαγωγικό εμπόριο και να αυξήσουν την κερδοφορία τους μέσα από βιομηχανικές «υπο-εργολαβίες» από πολυεθνικές εταιρείες. Η άνοδος της πολιτικής συνείδησης αυτού του τμήματος της κοινωνίας, του κεφαλαίου της Ανατολίας, εκφράστηκε σε ένα πρώτο επίπεδο με τη δημιουργία του Ανεξάρτητου Συνδέσμου Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (MÜSİAD). Ο συγκεκριμένος σύνδεσμος ουσιαστικά αντικατόπτριζε τον σχηματισμό διαφοροποιημένων συμφερόντων ανάμεσα στην τουρκική αστική τάξη με κάποιες ενδείξεις «αντιπολιτευτικής απόστασης» από το κοσμικό κράτος. Καταρχήν θα πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία του όρου «ανεξάρτητος», η οποία έχει ξεχωριστή θέση στην πολιτική έκφραση του Ισλάμ. Σε μια πρώτη παρατήρηση ο «ανεξάρτητος σύνδεσμος», παραπέμπει σε μια χωριστή από το κράτος φιλοσοφία και συνεπώς συνιστά ανεξαρτησία από την κυρίαρχη κρατική ελίτ. Αυτή η έννοια της ανεξαρτησίας καθορίζει μέχρι και σήμερα την στάση του ισλαμικού κινήματος ενάντια στο κεμαλικό δόγμα και αναδεικνύει τη διαφορετική προέλευση και προσανατολισμούς αυτού του τμήματος του τουρκικού κεφαλαίου και όχι μόνο.

Η παρατήρηση αυτή έχει τη δική της ιστορική σημασία. Η μικρομεσαία επιχείρηση είναι μια βασική κοινωνική δομή στη συντηρητική Ανατολία, της οποίας η «αντιπολιτευτική απόσταση» από το κοσμικό κράτος απέρρεε από την επιλογή του τελευταίου να στηρίξει καταρχήν τους κοσμικούς επιχειρηματικούς κύκλους. Σε αυτό το πλαίσιο διευκολύνθηκε τελικά η συμμαχία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Ανατολίας με την πολιτική έκφραση του Ισλάμ, έχοντας ως αρχική βάση την ευρύτερη περιθωριοποίηση των πιστών Μουσουλμάνων από την κεμαλική έκδοση του εκσυγχρονισμού. Δηλαδή την πολιτική της «θυματοποίησης» και εξοστρακισμού των θρησκευτικά συντηρητικών τμημάτων της κοινωνίας από την ανάπτυξη.

Έτσι η ισλαμική θρησκεία αποτέλεσε καταρχήν ένα κοινό οργανωτικό παρονομαστή των συγκεκριμένων επιχειρήσεων για ανταλλαγή πληροφοριών, συμμετοχή σε επιχειρηματικά συμβόλαια και για προώθηση στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, η ενεργοποίηση του Ισλάμ συνέβαλε στη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού δικτύου που μπορούσε, στα πλαίσια της μικρομεσαίας επιχείρησης, να αντικαταστήσει το συνδικάτο με το ισλαμικό τάγμα, να αντικαταστήσει τις δομημένες εργασιακές σχέσεις με τις έννοιες της ισλαμικής ηθικής και αλληλεγγύης μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Σε ένα άλλο επίσης σημαντικό επίπεδο, η κινητοποίηση των θρησκευτικών-παραδοσιακών αξιών μετασχηματίστηκαν σε ένα ολοκληρωμένο άξονα ηθικοποίησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο Προφήτης Μωάμεθ, όντας και ο ίδιος έμπορος μπορούσε να αποτελέσει πιο εύκολα ένα σύμβολο ταύτισης της κερδοφορίας με την «ανώτατη υπηρεσία προς το Θεό».

Αυτή η λειτουργία του Ισλάμ έχει πολλαπλές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Το ισχυροποιημένο τμήμα του κεφαλαίου της Ανατολίας υποστήριξε από την αρχή τη νεοφιλελεύθερη έκδοση του εκσυγχρονισμού της Τουρκίας. Κατάφερε να κινητοποιήσει τις παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας και να τις καταστήσει δομικό κομμάτι της οικονομικής ανάπτυξης. Την ίδια όμως στιγμή, οι συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι κατάφεραν να αμφισβητήσουν ένα σημαντικό σημείο της ιστορικής πορείας της Τουρκίας ως εξής: Στη δική τους αντίληψη, η πλήρης απελευθέρωση των αγορών, η μείωση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, μεταφράζονταν ως διαδικασίες «αποκεμαλοποίησης» της χώρας και συνεπώς ως διαδικασίες εκδημοκρατισμού του δημόσιου χώρου.

Το ΑΚΡ και οι κοινωνικές δυνάμεις που το στηρίζουν, κατάφεραν να προσδώσουν ένα διαφορετικό «εθνικό» χαρακτήρα στις διεκδικήσεις τους. Στο σημείο αυτό αξίζει να παρακολουθήσουμε σε συντομία αυτή τη διαδικασία. Ο Ερόλ Γιαράρ, πρώτος πρόεδρος του MÜSİAD, περιγράφοντας την πορεία δημιουργίας του συνδέσμου είχε πει: «Ο MÜSİAD γεννήθηκε από μια αναγκαιότητα. Στην Τουρκία της δεκαετίας του 1980 ήρθε στο προσκήνιο ο ιδιωτικός τομέας… όμως δεν υπήρχε θεσμός που να εκπροσωπεί το εθνικό κεφάλαιο. Μαζευτήκαμε με τους φίλους και συζητήσαμε ποιος θα εκπροσωπούσε τις αξίες του εθνικού κεφαλαίου… έτσι ιδρύσαμε τον MÜSİAD». Ουσιαστικά εδώ γίνεται λόγος για την «πραγματική, την γνήσια» εθνική αστική τάξη.

Η αναφορά αυτή είναι σημαντική καθώς δείχνει ότι η ενεργοποίηση του Ισλάμ και όλων των παραδοσιακών αξιών, ήταν διαδικασίες που συνέβαλαν στην μετατροπή των συμφερόντων της «ισλαμικής» αστικής τάξης σε συμφέροντα καθολικά, σε συμφέροντα εθνικά. Η ταύτιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ανατολία με τους πολιτισμικούς κώδικες ολόκληρης της κοινωνίας, τελικά αποτελεί μια δυναμική που φαίνεται να ξεπερνά την εν πολλοίς «άμορφη» και ξένη προς τη συντηρητική πλειοψηφία κεμαλική τάξη πραγμάτων.

Η ιδιαίτερη περίπτωση λοιπόν, μιας πτυχής του μετασχηματισμού που γνωρίζει σήμερα η Τουρκία είναι η μετατροπή του Ισλάμ σε σταθεροποιητικό παράγοντα του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού έτσι όπως επικράτησε μετά την κρίση του 2001. Το ΑΚΡ είναι ο αποκλειστικός φορέας και εκφραστής του «γάμου» μεταξύ θρησκείας και νεοφιλελευθερισμού την τελευταία δεκαετία. Σε αυτό το σημείο το κομματικό πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: «η δύναμη της επιχειρηματικότητας του έθνους μας, είναι η σημαντικότερη πηγή της οικονομικής ανάπτυξης». Επομένως η επιχειρηματικότητα επιβάλλεται ως μια παραδοσιακή αξία, ως αναπόσπαστο κομμάτι της τουρκικής εθνικής κουλτούρας. Ο επιχειρηματίας Χασίμ Κόμπασαν, ιδιοκτήτης του γνωστού ισλαμικού ομίλου, υπογραμμίζει πως «κανένας δε θυμάται τη Γερμανία για τους φιλόσοφούς της, αλλά για τις Μερσεντές της». Υπονοεί με αυτό τον τρόπο ότι η επιχειρηματική ανάπτυξη είναι πράξη θρησκευτικής λατρείας, αλλά και εθνικής υπερηφάνειας.   

Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, εξάγεται ακόμα ένα βασικό στοιχείο μετασχηματισμού. Τα ισχυροποιημένα εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα της Ανατολίας δε χαρακτηρίζονται μόνο από τις καλές και σε πολλές περιπτώσεις προνομιακές σχέσεις με την κυβέρνηση Έρντογαν. Χαρακτηρίζονται επιπλέον από τις πολυσύνθετες τοπικές και περιφερειακές εξουσίες, από τον ενεργό ρόλο που έχουν στη χάραξη και στην υλοποίηση της οικονομικής στρατηγικής της χώρας, αλλά και της εξωτερικής της πολιτικής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ισχυροποίησης της θέσης αυτού του τμήματος του τουρκικού κεφαλαίου: Το 2002, οι βιομηχανίες της Ανατολίας που εντάσσονταν στις 500 ισχυρότερες της χώρας ήταν 234. Το 2009 αυξήθηκαν σε 289. Αν ληφθεί υπόψη ότι με στοιχεία του 2009 και 2010, οι ισχυρότερες 1000 βιομηχανίες της Τουρκίας αποτελούν το 10% του ΑΕΠ, τότε γίνεται πιο εύκολα κατανοητή η ενδυνάμωσή τους.

Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η «ισλαμική» αστική τάξη, είναι η «αστική τάξη του σήμερα» στην Τουρκία. Είναι η κοινωνική δυναμική που κατάφερε τη συνένωση της φιλελεύθερης οικονομικής στρατηγικής με την παραδοσιακή κουλτούρα και την ισλαμική θρησκεία μέσα σε ένα σταθερότερο πολιτικό περιβάλλον σε σχέση με το παρελθόν.

Συνεπώς η «νέα» Τουρκία χαρακτηρίζεται από μια κοινωνική πραγματικότητα, η οποία προβάλλει πλέον ως δημιούργημα της οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής ενίσχυσης του μετασχηματισμένου Ισλάμ. Αυτή η πραγματικότητα περιέχει στοιχεία όπως ο ισλαμικός καταναλωτισμός, η ισλαμική διανόηση και συνεπώς μια διαφορετικού τύπου τουρκική ταυτότητα, η οποία εκφράζεται ποικιλοτρόπως. Με λίγα λόγια, η πολιτική έκφραση του Ισλάμ και η οθωμανική κληρονομιά αποτελούν πλέον δομικά στοιχεία του προσδιορισμού της ταυτότητας της Τουρκίας. Το παράδειγμα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας είναι διαφωτιστικό.

«Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Έρντογαν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει.

Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, που αναδεικνύει έναν ιδιότυπο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτικού χώρου.

Αυτός ο τουρκικός εθνικισμός του μεγαλείου που φέρει ως δομικό και κυρίαρχο στοιχείο το Ισλάμ, δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής. Με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, η πολιτική του ΑΚΡ που επηρεάζει καθοριστικά την τουρκική ταυτότητα και την έκφρασή της στην εξωτερική πολιτική, είναι μια μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το κόμμα κατασκευάζει ένα νέο «όραμα», στο οποίο εμπερικλείεται ο στόχος για ένα μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ η ιστορική νομιμοποίηση της ηγεμονίας της Τουρκίας είναι η οθωμανική κληρονομιά και το Ισλάμ.

Προς εκπλήρωση του πιο πάνω στόχου η κυβέρνηση Έρντογαν αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερουγεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησήτου.

Στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική πολιτική της χώρας συγκροτείται με τον εξής άξονα: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη του κόσμου του Ισλάμ, προωθεί ταυτόχρονα εντός του μουσουλμανικού κόσμου ένα παγκόσμιο, οικονομικό πολιτισμό.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες «αυτοκρατορικές εκφάνσεις» των αλλαγών στην κοινωνία της Τουρκίας και στον τρόπο προσδιορισμού της τουρκικής ταυτότητας αφήνουν ανοιχτά ερωτήματα ως προς τη δημοκρατική αφοσίωση. Το ΑΚΡ δεν διακρίνεται πάντοτε από τις δημοκρατικές ιδεολογικές αναφορές και πολιτικές του πρακτικές. 

Η αφοσίωση του κόμματος αυτού στην υπόθεση συνολικού και ολοκληρωτικού εκδημοκρατισμού της Τουρκίας, είναι ζήτημα ανοιχτό σε αμφισβητήσεις.  Είναι γεγονός ότι μετά από τόσα χρόνια κυβερνητικής εξουσίας, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δεν είναι το ίδιο με το κόμμα που δημιουργήθηκε το 2001. Η διεύρυνση των σχέσεών του με τους θεσμούς του κράτους, η πολύχρονη διαχείριση των δομών εξουσίας και η χρησιμοποίησή τους για δημιουργία ενός άλλου κατεστημένου, η σύνδεσή του με τα επιχειρηματικά συμφέροντα συγκεκριμένων κύκλων, η οπισθοδρόμηση στις μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό, καθώς και η διαμορφούμενη σχέση του με άλλους πρώην «κεμαλικούς» θεσμούς όπως ο στρατός, είναι στοιχεία που αμφισβήτησαν τα τελευταία χρόνια τη δημοκρατικότητα του κυβερνώντος κόμματος. «Γενικά η Τουρκία και ειδικά οι δημοκράτες έχουν σήμερα ένα κοινό αδιέξοδο. Το ΑΚΡ είναι το πιο ‘δημοκρατικό’ κόμμα. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι αρκετά δημοκρατικό»[1]. Αυτά είχε γράψει ο Αχμέτ Αλτάν, Τούρκος διανοούμενος, στην εφημερίδα ΤΑΡΑΦ, εκφράζοντας με χαρακτηριστικό τρόπο την πολιτική φωτογραφία της χώρας στην οποία δεσπόζει η ανυπαρξία εναλλακτικής πρότασης εξουσίας που θα σπρώξει σε δημοκρατικότερες αλλαγές.

[1] Ahmet Altan, “Geriden muhalefet”, Εφημ. Taraf, 10Δεκεμβρίου 2010.
 

Αναζητώντας το κοινωνικοπολιτικό προφίλ της σύγχρονης Τουρκίας

 

Μέσα από τη σχέση κράτους με Ισλάμ και την κυριαρχία Ερντογάν τα τελευταία χρόνια

Το πολιτικό και κοινωνικό προφίλ της σύγχρονης Τουρκίας, μέσα από πτυχές της πρόσφατης ιστορίας της και διαδρομές, που ανάγονται έναν αιώνα πίσω, επιχείρησαν να προσδιορίσουν οι ομιλητές της ημερίδας με το θέμα «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας», που διοργάνωσε την Τετάρτη στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο ο Σύλλογος Φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης Κομοτηνής. Την εκδήλωση και την ενδιαφέρουσα συζήτηση, που ακολούθησε των εισηγήσεων των ομιλητών, συντόνισε ο Λέκτορας της Νομικής Σχολής του Δ.Π.Θ. Ιωάννης Κτιστάκις.

Γιάννης Γρηγοριάδης «Αντιφατική η σχέση του τουρκικού κράτους με το Ισλάμ»

Με τη σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική στη σύγχρονη Τουρκία καταπιάστηκε στη δική του εισήγηση ο κ. Ιωάννης Γρηγοριάδης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ της Άγκυρας. «Είναι ένα θέμα που άπτεται πολλών κρίσιμων διλημμάτων», παρατήρησε, «τα οποία αντιμετώπισε η τουρκική πολιτική ελίτ ήδη από τα χρόνια ίδρυσης της σύγχρονης Τουρκίας, τη δεκαετία του ‘20». «Πολλά όμως από τα ερωτήματα που τέθηκαν τότε», επισήμανε, «εξακολουθούν να απασχολούν μέχρι και σήμερα το δημόσιο βίο της χώρας. Τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τις αιτίες της ανόδου του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, που αναζητώνται στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που συντέλεσαν σε αυτό, αλλά και με την αντιφατική σχέση του τουρκικού κράτους με το Ισλάμ, που από τη μια είναι η προσπάθεια περιορισμού του Ισλάμ στον ιδιωτικό βίο, από την άλλη όμως η βαθμιαία άνοδος του ισλαμικού στοιχείου στην πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας.

Ο κ. Γρηγοριάδης αναφέρθηκε επίσης στους λόγους της επιτυχίας του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας, του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ταγίπ Ερντογάν, το οποίο ξεκίνησε από το περιθώριο του τουρκικού πολιτικού βίου και κατόρθωσε να γίνει ηγεμονική δύναμη μέσα σε πολύ λίγα χρόνια. Όπως παρατήρησε «προσπάθησε να τοποθετήσει κάποια από τα κύρια αιτήματα των συντηρητικών μουσουλμάνων της Τουρκίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής και του εκδημοκρατισμού». «Αυτό ίσχυσε σαφώς κατά την πρώτη και δεύτερη θητεία του κόμματος», επισήμανε, «σήμερα η κατάσταση πιστεύω είναι λίγο διαφορετική».

«Υπάρχει ο κίνδυνος οι διωκόμενοι να γίνουν διώκτες και οι διώκτες διωκόμενοι»

Κλείνοντας υποστήριξε πως «η ένταξη της Τουρκίας και των κοινωνικών και οικονομικών ελίτ της χώρας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία αποτελεί έναν παράγοντα ανασχετικό για τον πλήρη εξισλαμισμό της χώρας». «Από την άλλη όμως», σημείωσε, «ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η τουρκική πολιτική σκηνή είναι η ανάδειξη ενός περιβάλλοντος αμοιβαίας ανοχής και σεβασμού της διαφορετικότητας. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα δύσκολο, υπάρχει ο κίνδυνος οι διωκόμενοι να γίνουν διώκτες και οι διώκτες διωκόμενοι κι αυτό βεβαίως είναι ένα από τα κρίσιμα στοιχήματα, στα οποία πρέπει να απαντήσει η τουρκική πολιτική κι η τουρκική κοινωνία στην πορεία προς τον εκδημοκρατισμό της».

Χρήστος Τεάζης «Οι ρίζες του κόμματος του Ερντογάν ανάγονται προ ιδρύσεως της τουρκικής δημοκρατίας»

Με τις ρίζες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει τους λόγους, που το κατέστησαν κυρίαρχο στην τουρκική πολιτική σκηνή σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από της ιδρύσεώς του, ασχολήθηκε στην ομιλία του και ο Λέκτορας του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας, κ. Χρήστος Τεάζης. «Δεν μπορεί ένα κόμμα μέσα σε ένα χρόνο από την ίδρυσή του», σημείωσε αρχικά, «να γίνει αυτοδύναμο, να κερδίσει τρεις τετραετίες αυξάνοντας τα εκλογικά του ποσοστά, πράγμα το οποίο είναι πρωτοφανές στην τουρκική πολιτική ιστορία». Όπως εκτίμησε ο ίδιος, «οι ρίζες του κόμματος ανάγονται προ ιδρύσεως της τουρκικής δημοκρατίας». «Το 1920 υπήρχε η πρώτη μεγάλη εθνοσυνέλευση», εξήγησε, «και στη μεγάλη αυτή εθνοσυνέλευση υπήρχαν δυο γκρουπ. Ήταν το πρώτο γκρουπ, οι περιβόητοι κεμαλιστές, και το δεύτερο γκρουπ που ήταν η αντιπολίτευση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η φιλοσοφία αυτή, που υπήρχε το 1920, η αντιπολίτευση στον Μουσταφά Κεμάλ, είναι ακριβώς η ίδια που υπάρχει από το 2002 στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας ήταν ένα πολιτικό γεγονός, το οποίο δεν είχε και τόσο μεγάλη στήριξη του κόσμου. Ήταν ένας άνωθεν επιβαλλόμενος εκσυγχρονισμός. Γι’ αυτό υπήρχε μια κοινωνική αντιπολίτευση, η οποία ήταν στο παρασκήνιο και εκδηλώθηκε έντονα το 2002».

«Το 2014 ο κ. Ερντογάν θα βάλει μάλλον υποψηφιότητα για πρόεδρος, όχι σε μια προεδρευομένη δημοκρατία, αλλά σε μια προεδρική δημοκρατία»

Μιλώντας για το μέλλον του κόμματος του κ. Ερντογάν, ο κ. Τεάζης προέβλεψε ότι, όπως έχει αρχίσει να συζητιέται τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, στην Τουρκία θα δρομολογηθεί η δημιουργία προεδρικού συστήματος. «Αυτό θα σημαίνει ότι το 2014 ο κ. Ερντογάν θα βάλει μάλλον υποψηφιότητα για πρόεδρος», εκτίμησε, «αλλά όχι σε μια προεδρευομένη δημοκρατία, αλλά σε μια προεδρική δημοκρατία». «Γιατί η φιλοσοφία του», επισήμανε, «είναι αντιπολιτευόμενη στη φιλοσοφία της ιδρύσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας, άρα δεν μπορεί να συνεχιστεί το ίδιο πολιτειακό καθεστώς. Και από τη στιγμή, που θα γίνει το προεδρικό σύστημα, θα έχουμε δικομματικό. Η μια πτέρυγα θα είναι οι δημοκράτες, που μπορεί να φανεί περίεργο αλλά θα είναι πιο πολύ οι ισλαμιστές, και η άλλη πτέρυγα θα είναι οι συντηρητικοί, εκείνοι οι οποίοι θα προσπαθούν να συντηρήσουν και να διατηρήσουν τις παλαιές κόκκινες γραμμές του καθεστώτος προ του 2002».

Νίκος Μούδουρος «Έχουμε καθήκον να αποκωδικοποιήσουμε τις αλλαγές στην Τουρκία»

Από την πλευρά του ο κ. Νίκος Μούδουρος, Διδάκτωρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, ανέπτυξε ορισμένους προβληματισμούς σχετικά με τις κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές στη σύγχρονη Τουρκία, την Τουρκία του ΑΚΡ, παρατηρώντας πως αυτές έχουν αναδείξει κάποιες δυνάμεις ως ηγεμονικές κι έχουν στείλει στο περιθώριο κάποιες άλλες ως αναχρονιστικές. Αυτές οι εξελίξεις και οι αλλαγές που έχουν επέλθει, θα πρέπει να αναλυθούν, σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, να αναζητηθούν απαντήσεις στα ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης και πώς αυτή διοχετεύεται στην Τουρκία, αλλά και για το πώς οι κοινωνικές δυνάμεις της λεγόμενης ισλαμικής Ανατολίας έχουν ενδυναμωθεί, είτε μέσα από την οικονομία, είτε μέσα από την πολιτική, και σε ποιους πιθανούς προσανατολισμούς οδηγούν τη χώρα αυτή τη στιγμή. «Υπάρχουν πάρα πολλοί όροι και έννοιες, που κυκλοφορούν γύρω από την Τουρκία τα τελευταία χρόνια», σημείωσε, «που εμείς έχουμε καθήκον να τις αποκωδικοποιήσουμε». «Για παράδειγμα, όλοι μιλούν για το νεοοθωμανισμό», συνέχισε, «ενώ οι ίδιοι οι Τούρκοι κυβερνώντες δεν χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Άρα εμείς έχουμε καθήκον να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τη συμπεριφορά αυτών των κοινωνικών δυνάμεων και πιο συγκεκριμένα της ισλαμικής τάξης, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό».
21.12.2012

Συντάκτης:Θωμάς Σταμούλης
e-mail: paratiritis.stamoulis@gmail.com

Επιστημονική Ημερίδα: «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας»

Την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012, στις 18:30, ο Σύλλογος Φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης Κομοτηνής, πραγματοποιεί, στην αίθουσα του Εμπορικού-Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κομοτηνής, επιστημονική ημερίδα με θέμα:

 «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας»

Εισηγητές της ημερίδας θα είναι:

·       Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ  της Άγκυρας,

«Θρησκεία και Πολιτική στην Σύγχρονη Τουρκία»

Η εισήγηση αυτή αναφέρεται στις μεταπτώσεις των σχέσεων θρησκείας και πολιτικής στην σύγχρονη Τουρκία, από το 1923 ως σήμερα. Αντιθέτως με τα συνήθως διακηρυττόμενα, η Τουρκία δεν υπήρξε αμιγώς κοσμικό κράτος. Η έννοια της εκκοσμικεύσεως συνδέθηκε συχνά με τις προσπάθειες του τουρκικού κράτους να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο των σουνιτικών θρησκευτικών θεσμών, σε αρμονία με τις αντίστοιχες πρακτικές της οθωμανικής περιόδου. Η προσπάθεια του καθεστώτος Εβρέν να επιτύχει έναν ελεγχόμενο εξισλαμισμό της τουρκικής κοινωνίας θα συμβάλει αποφασιστικά στην επικράτηση του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Αυτή θα διευκολυνθεί από σειρά δημογραφικών, οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών που χαρακτηρίζουν την Τουρκία των τελευταίων δύο δεκαετιών

·        Nίκος Μούδουρος, Διδάκτωρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου,

«Η Τουρκία του ΑΚΡ,- Κοινωνικές και Πολιτισμικές Αλλαγές»

Οι σημαντικές πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στην Τουρκία, οδήγησαν στην σχεδόν καθολική άποψη ότι η χώρα αλλάζει. Λαμβανομένων υπόψη των συνεχόμενων εκλογικών επιτυχιών του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), φυσιολογικά η συζήτηση περί της αλλαγής επικεντρώθηκε στην λογική πλέον υπόθεση ότι ένας βασικός εκφραστής, αλλά και αντικατοπτρισμός των αλλαγών είναι το κόμμα του Πρωθυπουργού Έρντογαν. Η διαπίστωση ότι η Τουρκία αλλάζει, από μόνη της δεν είναι αρκετή. Ο επιστημονικός διάλογος θα πρέπει να συμπεριλάβει την αναζήτηση του περιεχομένου αυτής της αλλαγής. Ποιες είναι λοιπόν οι βαθύτερες μετατοπίσεις στην κοινωνία της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια; Πως αντικατοπτρίζονται στο πολιτισμικό και αξιακό πλαίσιο της χώρας; Ιχνηλατώντας την οικονομική και ιδεολογική πραγματικότητα της τελευταίας δεκαετίας, μπορούμε να οδηγηθούμε σε πιο σφαιρικά συμπεράσματα

·       Χρήστος Τεάζης, Λέκτορας του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας,

«Η δεύτερη μεταπολίτευση στην Τουρκία»

Οι μη προνομιούχες δυνάμεις, που είχαν μπει στο περιθώριο από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και μετά εκφράστηκαν μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της Δεύτερης Μεταπολίτευσης στην Τουρκία.

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτές τις δυνάμεις θα πρέπει να ανατρέξουμε, όχι μόνο στις ρίζες του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά και στην κοινωνικοοικονομική και κοινωνικοπολιτική νοοτροπία. Για να αναγνωρίσουμε τις ρίζες του κόμματος θα πρέπει να ανατρέξουμε στην πρώτη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που διακρίνει την πρώτη εθνοσυνέλευση ήταν το ‘’αντιπολιτευόμενο ρεύμα’’, ενάντια στις ιδέες του Μουσταφά Κεμάλ και κατ’ επέκταση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Σχετικά με την κοινωνικοοικονομική νοοτροπία, θα αναφερθούμε, στην περίοδο εμφάνισης και ανάπτυξης του κεφαλαίου της Ανατολίας (Ισλαμικό κεφάλαιο), ενώ για την κοινωνικοπολιτική νοοτροπία, θα επικεντρωθούμε ειδικότερα στις νέες ‘’κόκκινες γραμμές’’ του Τουρκικού κράτους.

Συντονίζει ο Λέκτορας της Νομικής Σχολής του Δ.Π.Θ. Ιωάννης Κτιστάκις,

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΟΜΙΛΗΤΩΝ

Ο Χρήστος Τεάζης είναι απόφοιτος Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης). Μεταπτυχιακό Δίπλωμα από το Παν/μιο της Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών) με τίτλο: »Το κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (Γκρίζοι Λύκοι) επί αρχηγίας Ντεβλέτ Μπαχτσελί (1997-2001)». Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών-2010) με θέμα »Kόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ): Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία». Η διδακτορική διατριβή, εξεδόθη ως βιβλίο με τίτλο »Η Δημοκρατία της Ομάδας των Δεύτερων: Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ)» (κυκλοφορεί η 2ηέκδοση στην Τουρκία). Τον Ιανουάριο του 2013 θα εκδοθεί στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Πατάκη με τίτλο: »Η Δεύτερη Μεταπολίτευση στην Τουρκία». Μιλά τουρκικά, αγγλικά, οθωμανικά και περσικά. 

Ο Νίκος Μούδουρος γεννήθηκε στην Λευκωσία. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Οι μεταπτυχιακές του σπουδές ολοκληρώθηκαν με έναν μεταπτυχιακό τίτλο από το SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με ένα διδακτορικό τίτλο από το Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Εργάζεται ως συνεργάτης του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, καθώς και της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Έχει διδάξει ως ειδικός επιστήμονας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, προσφέροντας μαθήματα γύρω από θέματα όπως το σύγχρονο τουρκικό πολιτικό Ισλάμ, ο κεμαλισμός και η αστική τάξη στην Τουρκία. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ο μετασχηματισμός της Τουρκίας. Από την κεμαλική κυριαρχία στον ‘ισλαμικό’ νεοφιλελευθερισμό». Είναι μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας και αρθρογραφεί συχνά τόσο σε ελληνοκυπριακές, όσο και σε τουρκοκυπριακές εφημερίδες.

Ο Δρ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ  της Άγκυρας και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου διεθνών σχέσεων και πιστοποιητικού εξειδικεύσεως στις μεσανατολικές σπουδές από το Columbia University. Το 2005 ολοκλήρωσε με επιτυχία την διδακτορική του διατριβή στις πολιτικές επιστήμες στο School of Oriental and African Studies, University of London. Έχει εργασθεί ως επιστημονικός συνεργάτης στα πανεπιστήμια  Columbia και Οξφόρδης. Μεταξύ 2004 και 2009 δίδαξε στα πανεπιστήμια Sabanci, Isik και το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες και το τελευταίο του βιβλίο είναι το ΅Θρησκεία και Εθνικισμός σε Ελλάδα και Τουρκία: Μια «Ιερά Σύνθεση».

Η ημερίδα πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ροδόπης οδός Βασ. Γεωργίου 2Β, στην Κομοτηνή.

ΙΔΡΥΜΑ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ & ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Κτήριο 1 – Οδ. Ανδρούτσου & 12 Αποστόλων, τηλ.: 25410 29282, fax.: 25410 62086
Κτήριο 2 – Καπνεργατών 9, τηλ.:25410 26635, fax.: 25410 84647 Τ.κ. 67 100, Ξάνθη,

Neoliberalizme karşı büyük bir mücadelenin gerçekleri

Troyka’nın memorandumu ve Kıbrıslırum emekçilere dayatılan kuşkusuz acı verici koşullar hakkında çok şey söyleniyor ve yazılıyor. Bu konuda yapılan dezenformasyon sadece Kıbrısrum toplumunu hedef almamaktadır. Kıbrıstürk toplumu da kapitalist kriz gibi önemli konular hakkında yapılan somut dezenformasyonun “kurban”ıdır.

Kıbrıs Cumhuriyeti’nin son iki yıl içinde bulunduğu kötü ekonomik durumun bazı büyük Kıbrıs bankalarının Yunanistan ekonomisine yaptıkları aşırı derecede büyük yatırımların sonucu olduğu öncelikle dikkate alınmalıdır. Yunanistan ekonomisinin çöktüğü bir dönemde Kıbrısrum bankacılık sistemi Yunan tahvillerini satın alarak fırsatçı bir şekilde kazanç sağlamaya karar verdi. Çok karakteristik olarak, altı ay içinde, 2009’un Ekim ayından 2010’un Nisan ayına kadar, Kıbrıs Bankası 2 milyar avro değerinde tahvil satın aldı. Kıbrıs Cumhuriyeti’nin bankacılık sektörünün Gayri Safi Yurtiçi Hâsıla’nın sekiz katı büyüklüğünde olduğu göz önüne alındığında, sermayenin açgözlülüğünün yol açtığı zarar daha kolay algılanabilir.

2011 yılından itibaren devlet uluslararası kredi piyasalarından kredi alamazken, “derecelendirme kuruluşları”nın 2010’dan itibaren Kıbrıs Cumhuriyeti’nde yaşanan krizin, bankaların yaptıkları tercihlerin sonucu olduğunu vurgulamaları hiç de tesadüfî değildir. Nitekim Hristofyas hükümetinin bilinen Destek Mekanizması’na başvuruda bulunma zorunda kalmasının tek nedeni de budur.

Troyka’nın Kıbrıs’a geldiği andan itibaren, bu yapının koşullarının içeriğine ilişkin olarak Sol güçlerin hiçbir sahte beklentisi ya da yanılsaması yoktu. Kaldı ki bu konuda örnekler oldukça çoktur. Troyka ve reçeteleri, özünde kapitalist gelişmenin en üst aşamasını özelliklerini yansıtmakta ve bu aşama da güçlü devletlerin yeni sömürgecilik metotlarını uygulamalarının yolunu açmaktadır. Uygulanan politikalar durgunluğa, çalışanların yaşam düzeylerinin düşürülmesine, sosyal devletin lağvedilmesine, çalışma ilişkilerinin sermayenin çıkarına yeniden yapılandırılmasına ve çokuluslu şirketlerin kazancının yoğunlaşmasına kârlarının artmasına yol açmaktadır. Doğal olarak Hristofyas hükümetine Troyka’nın yaptığı ilk önerileri de tamamen bu muhafazakâr neoliberal çerçeve içerisinde olan önerilerdi.

Bu koşullarda, Dimitris Hristofyas hükümetinin önünde üç seçenek vardı: 1. Memorandumun kabul edilmemesi ve müteakiben devletin ödemelerinin durması ve çöküşü. 2. Troyka’nın tüm koşullarını kabul edip yeni sömürgeci anlayışına ve muhafazakâr koşullarına teslim olması. 3. Onurlu bir müzakere mücadelesi vererek, ikna etmeyi hedeflemesi ve yapılacak olan fedakârlıklar acı verici olsa da çalışanların stratejik çıkarlarını koruması. Sonuçta Hükümet üçüncü ve en zor seçeneği seçti. Bu çerçevede, verilen mücadelelerle bazı önemli hususlarda başarı sağlandı.

Hristofyas hükümeti enerji kaynaklarında Kıbrıs’ın tam denetimini korudu ve sonuç olarak gelecekte bunların değerlendirilmesini güvence altına aldı. Bu, ekonomik güçsüzlükten yararlanarak ülkenin zengin kaynaklarını denetimleri altına almayı isteyen bazı güçlü uluslararası faktörlerin ve tekellerin açık yenilgisini teşkil etmektedir. Aynı zamanda bu, doğal gazın gelecekte Kıbrıs sorununun çözümü için katkısını da korumaktadır. Enerjinin özel sektöre olası devri bu kaynakların merkezi denetiminin federal hükümette olmasının ortadan kaldırılması anlamına da gelecekti.

Bunlara paralel olarak, hükümet kâr eden yarı kamusal kuruluşların özelleştirilmesini de bu ilk aşamada önlemiş oldu. Uluslararası Para Fonu’ndan borçlanma ihtiyacı içerisinde olan bir ülkede böylesi bir şey ilk kez başarılmaktadır. Bu, alternatif bir örneğe yol açmaktadır ve Uluslararası sermayenin muhafazakârlığına bir yanıtı teşkil etmektedir.

Sonuç olarak, Cumhurbaşkanı Hristofyas çalışma ilişkilerini tamamen ve kalıcı bir şekilde altüst edecek neoliberal taleplere karşı direnmeyi başardı. Çalışanların mücadeleleriyle elde ettikleri Eşel Mobil sisteminin uygulanmasına ve 13. maaş gibi kazanımlara sınırlamalar gelse de, bunlar lağvedilmemektedir. Bu da emekçilerin talep etme mücadelelerinin durmaması için bir perspektif açmaktadır.

Tehlikelerden kesin olarak kaçınıldığını elbette hiç kimse iddia edemez. Kıbrısrum toplumunun yoksul katmanları açısından zor durum varlığını korumaya devam etmektedir ve Kıbrısrum sermayesinin saldırganlığının devam edeceği de kesindir. Bu çerçevede, işçi hareketi sosyal ve ekonomik haklarını savunmak ve gelecekte genişletmek için örgütlülüğünü güçlendirmeye çağrılmaktadır.

Nikos Muduros

Yeni Düzen 16.12.2012

"Δεν θέλω ούτε Παπά, ούτε Χότζια στην κηδεία μου". Στο καλό Δάσκαλε Αρίφ!

«Δεν θέλω ούτε Παπά, ούτε Χότζια στην κηδεία μου. Δεν επιθυμώ ούτε την τουρκική, ούτε την ελληνική σημαία στο φέρετρο μου. Θέλω να με τυλίξετε με τη σημαία της συντεχνίας μας και μόνο, χωρίς θρησκευτικές δοξασίες. Θέλω να ρίξετε την τέφρα μου στη Μεσόγειο, τη θάλασσα της Κύπρου».
Αυτή ήταν η τελευταία επιθυμία του Δάσκαλου Αρίφ Χασάν Ταχσίν που επανέλαβε στους συναγωνιστές του λίγες μόνο μέρες πριν αφήσει την τελευταία του πνοή. Έστω και αν δεν κατάφεραν να ρίξουν τελικά τη τέφρα του στη Μεσόγειο, εντούτοις σήμερα οι Τουρκοκύπριοι δάσκαλοι σε μια σεμνή τελετή, χωρίς κανένα απολύτως θρησκευτικό η εθνικιστικό σύμβολο, αποχαιρέτησαν ένα από τους ιστορικούς ηγέτες του κυπριακού προοδευτικού κινήματος.

Ο Δάσκαλος Αρίφ πολέμησε με σθένος τον ελληνοκυπριακό και τον τουρκοκυπριακό σοβινισμό. Κατάγγειλε με την ίδια ένταση τους δολοφόνους, είτε Ελληνοκύπριοι ήταν είτε Τουρκοκύπριοι. Φυλακίστηκε για την πολιτική δράση και τις ιδέες του, διώχθηκε γιατί πίστευε ότι Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι μπορούν μαζί να ελευθερώσουν την κοινή τους πατρίδα. Ύψωσε τη φωνή του ενάντια στην κατοχή της πατρίδας του και δεν δίστασε να «βρίσει» την πολιτική της Άγκυρας με την γνωστή πλέον φράση και την χαρακτηριστική κυπριακή του προφορά: «Χα…τιρ».

Μας άφησε κληρονομιά τα βιβλία, τα άρθρα και το παράδειγμά του.

Μας δίδαξε τον κυπριακό πατριωτισμό, την αφοσίωση στην πρόοδο και την κοινωνική δικαιοσύνη. Μας έδειξε τον στόχο της επανένωσης λέγοντας πως «Όσοι περπατούν στον ίδιο δρόμο, δεν μπορούν να φτάσουν σε διαφορετικό τόπο».

Πραγματικός ήρωας της Κύπρου.

Σε ευχαριστούμε Δάσκαλε.

Μια τρόικα που μιλά τουρκικά!

Τουρκόϊκα: η ονομασία (με προφανή τα υπονοούμενα) για τον τριμερή μηχανισμό της Άγκυρας, ο οποίος «εμπνεύστηκε» το οικονομικό πρωτόκολλο Τουρκίας-κατεχομένων για την περίοδο 2013-2015. Αποτελείται από το τμήμα κυπριακών υποθέσεων της τουρκικής πρωθυπουργίας, την επιτροπή βοήθειας της τουρκικής πρεσβείας στα κατεχόμενα και τη γενική διεύθυνση δημοσιονομικού ελέγχου και προϋπολογισμού του τουρκικού υπουργείου δημοσιονομικών.

Το οικονομικό πρωτόκολλο υπογράφτηκε σε μια τυπική εκδήλωση στην Άγκυρα στις 4 Δεκεμβρίου 2012 και αποτελεί συνέχεια της ευρύτερης στρατηγικής που ακολουθεί η κυβέρνηση Έρντογαν στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα μετά τα δημοψηφίσματα του 2004. Το συγκεκριμένο πακέτο μέτρων στοχεύει στην «μακροοικονομική σταθερότητα», στον «εξορθολογισμό των δημοσιονομικών», στην «ανταγωνιστικότητα» της οικονομίας και στην ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα.

Μερικές από τις σημαντικότερες πρόνοιες του πρωτοκόλλου επικεντρώνονται στο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων.

  • Επιβάλλεται η ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των λιμανιών και η διασφάλιση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας νέων που πιθανόν να δημιουργηθούν.
  • Σχεδιάζεται η ιδιωτικοποίηση των τηλεπικοινωνιών και του ηλεκτρισμού, ενώ με την πρόνοια για υποθαλάσσια μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας και νερού από την Τουρκία, συμπληρώνεται ένας μεγάλος άξονας μετατόπισης στρατηγικών τομέων στον έλεγχο του τουρκικού κεφαλαίου. Να σημειωθεί ότι το αεροδρόμιο της Τύμπου έχει ήδη ιδιωτικοποιηθεί.
  • Στοιχείο περαιτέρω ενσωμάτωσης αποτελεί και η ρύθμιση για ενοποίηση των συστημάτων «συνοριακών ελέγχων» Τουρκίας και κατεχομένων.
  • Στο κομμάτι που αφορά στην ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα, θα μπορούσαν να προστεθούν και οι σχεδιασμοί για δημιουργία του Συμβουλίου Εξαγωγών και του Συμβουλίου Συντονισμού και Βελτίωσης Επενδυτικών Συνθηκών, τα οποία προοπτικά θα συμπληρώνουν την δραστηριότητα του Συμβουλευτικού Συμβουλίου Ξένων Επενδύσεων, μια δομή με καθοριστικό ρόλο των συνδέσμων Τούρκων επιχειρηματιών και βιομηχάνων.

Η ενίσχυση της παρουσίας του τουρκικού κεφαλαίου αντικατοπτρίζεται επίσης σε νομοθετικές ρυθμίσεις που απαιτεί το πρωτόκολλο όπως:

  • η διευκόλυνση Τούρκων πολιτών σε αγοραπωλησίες ακίνητης περιουσίας, η κατάργηση δασμών σε πολλά εισαγόμενα προϊόντα, η παροχή κινήτρων για οικοδόμηση νέων ξενοδοχειακών μονάδων (π.χ στην περιοχή Βοκολίδας, άνω του 70% των ξενοδοχείων είναι ιδιοκτησίας τουρκικών ομίλων επιχειρήσεων), καθώς και η ενθάρρυνση μεταφοράς περισσότερων τμημάτων τουρκικών πανεπιστημίων.
  • Το πρωτόκολλο συμπληρώνεται από μέτρα όπως η μείωση προσλήψεων στο «δημόσιο», κατάργηση εφάπαξ, επιμήκυνση των ωραρίων δουλειάς, αποδυνάμωση της συνδικαλιστικής οργάνωσης.

Με λίγα λόγια, επιδιώκεται ένας ολοκληρωτικός μετασχηματισμός του ψευδοκράτους, ο οποίος εκπηγάζει από ένα ευρύτερο πλαίσιο. Από τη μια είναι τα ιδεολογικο-πολιτικά νάματα του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, τα οποία φέρνουν στο προσκήνιο μια ανανεωμένη έκφραση της τουρκοισλαμικής σύνθεσης και του νεοφιλελευθερισμού. Από την άλλη είναι η κατανόηση ότι το ψευδοκράτος δεν μπορεί να είναι βιώσιμο με τον τρόπο που υπήρχε μέχρι σήμερα.

Όμως πέραν του περιεχομένου του πρωτοκόλλου όπως περιγράφηκε πιο πάνω, σημαντική παραμένει η αποκωδικοποίηση της επιδίωξης νομιμοποίησης αυτού του μετασχηματισμού. Η τουρκική κυβέρνηση σε αυτή την περίπτωση αποτελεί τον «εξωτερικό παράγοντα» πολιτικής και οικονομικής επιβολής προς τους Τουρκοκύπριους. Παραχωρεί τα κονδύλια, αλλάζει τους προσανατολισμούς τους προς την ιδιωτική επιχειρηματικότητα και θέτει όρους. Διαμέσου του πρωτοκόλλου ξεδιπλώνει το δικό της «όραμα» κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, εξάγει το δικό της μοντέλο εκσυγχρονισμού και επιδιώκει την μακροημέρευση και σταθερότητα του νέου καθεστώτος που οικοδομεί. Την ίδια στιγμή όμως συνειδητοποιεί ότι η εξωτερική επιβολή από μόνη της δεν μπορεί να εμβαθύνει το μετασχηματισμό του πεδίου. Για αυτό αναζητά τους «εσωτερικούς παράγοντες» νομιμοποίησης, εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που θα υιοθετήσει το συγκεκριμένο μοντέλο εκσυγχρονισμού και θα το παρουσιάσει ως τουρκοκυπριακής «προέλευσης».

Στο σημείο αυτό, η αναζήτηση αφορά στην απόσπαση πολιτικής συναίνεσης από την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Μια ηθελημένη συναίνεση που θα μετατρέψει το πρωτόκολλο όχι μόνο ως μια αναπόφευκτη διαδικασία, αλλά και ως μια αναγκαία μορφή διοίκησης, μια «ορθολογική» επιλογή. Επομένως το στοιχείο του «ορθολογισμού», η έννοια της «κοινής λογικής» και του «αναπόφευκτου», στην περίπτωση αυτή, ταιριάζουν και με το στόχο οι Τουρκοκύπριοι να διάγουν την υποτέλειά τους «ηθελημένα» και «συνειδητά». Σήμερα ο χώρος μέσα από τον οποίο επιδιώκεται η οικοδόμηση αυτού του τύπου ηγεμονίας, είναι η τουρκοκυπριακή Δεξιά και το Κόμμα Εθνικής Ενότητας.   

Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι όλες οι πιο πάνω εξελίξεις, έχουν ήδη απελευθερώσει πολυσύνθετες δυναμικές. Ένα μεγάλο τμήμα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας δεν αποδέχεται ούτε την επιβολή, ούτε τη μέθοδο απόσπασης συναίνεσης για την υλοποίηση του πρωτοκόλλου. Η σημασία της διαπίστωσης δεν έγκειται σε κάποια πρόβλεψη αποτυχίας εφαρμογής του συγκεκριμένου προγράμματος. Έγκειται κυρίως στο ότι οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων προς το νέο πρωτόκολλο, έχουν διανοίξει ένα ακόμα πεδίο δημοκρατικών διεκδικήσεων για μια διαφορετική σχέση της κοινότητας με τον «εξωτερικό παράγοντα» επιβολής (Τουρκία). Έχουν δημιουργήσει ένα επιπλέον πεδίο κοινών προβληματισμών και ανησυχιών με τους Ελληνοκύπριους στη βάση κοινωνικών συμφερόντων.
Υ.Γ: Η οποιαδήποτε ομοιότητα με την ελληνοκυπριακή πραγματικότητα (σαφώς) δεν είναι τυχαία.
Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στο Cyprusnews.eu, 12.12.2012
http://cyprusnews.eu/nikosmoudouros/767474-2012-12-11-22-45-06.html

 

 

 

 

 

Ανάδυση ελπίδων στην ανατολική Μεσόγειο: Και όμως κινείται…

Αντί-ισλαμικά κινήματα, ταξικές αντιδράσεις και τριγμοί στις μοναρχίες

Η είδηση της εβδομάδας ήταν σαφώς η έμμεση αναγνώριση της Παλαιστίνης. Αν και η πλειοψηφία ήταν μάλλον σίγουρη, αυτό που προκάλεσε αίσθηση ήταν το μέγεθος της απομόνωσης του Ισραήλ. Ακόμα και παραδοσιακοί του σύμμαχοι στην Ευρώπη, κράτησαν απόσταση από την εκστρατεία δολοφονιών στην Γάζα. Τελικά, έβγαλε και ο Αμπάς ένα κέρδος από την κρίση στη Γάζα, καθώς η αναγνώριση της Παλαιστίνης καταγράφεται στα θετικά της πολιτικής του. Αν και είναι αμφίβολο αν η αμφισβήτηση του θα υποχωρήσει. Στο εσωτερικό του Ισραήλ, η διεθνής απομόνωση προκάλεσε νέα εσωστρέφεια με τάσεις «εκδίκησης» απέναντι στους Παλαιστινίους – με ανακοίνωση λ.χ. νέων σπιτιών για έποικους και μη μεταφορά οφειλομένων κεφαλαίων προς τις παλαιστινιακές αρχές. Βέβαια, οι τάσεις θα διαφανούν στις επερχόμενες εκλογές.

Σε ένα δεύτερο πλάνο, η εβδομάδα χαρακτηρίσθηκε από ένταση και στην Αίγυπτο και την Τυνησία, καθώς οι ετερόκλητες δυνάμεις που συνεργάστηκαν για την ανατροπή των αυταρχικών φιλοδυτικών καθεστώτων αρχίζουν, πια, να διαχωρίζονται. Και η ένταση των δυο τάσεων επανεμφανίσθηκε και στην Τουρκία που η αντιπαράθεση κοσμικών  ισλαμιστών δεν περνά πια από την εύκολη αντιπαράθεση εκδημοκρατιστών ισλαμιστών και αυταρχικών στρατιωτικών, αλλά από το δικαίωμα της γυναίκας στο σώμα της, όπως στην περίπτωση του δικαιώματος για άμβλωση. Μια τρίτη παράμετρος αφορά στην σταδιακή άνοδο ταραχών στα εμιράτα του κόλπου.

Η Ιστορία δικαιώνει την Παλαιστίνη

Η Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου, αποτελεί ιστορική στιγμή για την Παλαιστίνη, αφού μετά από 65 χρόνια, τα μέλη των Ηνωμένων Εθνών υπερψήφισαν με 138 ψήφους υπέρ για απόκτηση καθεστώτος κράτους παρατηρητή μη μέλους. Κατά ψήφισαν εννιά μέλη (Ισραήλ, ΗΠΑ, Καναδάς, Παναμάς, Τσεχία, Παλάου, Ναουρού, Μικρονησία και Νησιά Μάρσιαλ), ενώ 41 ψήφισαν αποχή. Ενώ ο Παλαιστίνιος πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς θεώρησε το γεγονός ως την τελευταία ευκαιρία για τη διάσωση της λύσης δύο κρατών, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ το χαρακτήρισαν ως ατυχές και επιζήμιο για τις ειρηνευτικές διαδικασίες. Επιπρόσθετα, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου κατηγόρησε τον Αμπάς για ‘ψευδή προπαγάνδα’ κατά του Ισραήλ και την ομιλία του Παλαιστίνιου προέδρου ως  ‘δυσφημιστική και δηλητηριώδη’ .

Παρόλα τα σχόλια, η επιτυχία της Παλαιστίνης πέραν από ιστορική, αποτελεί πολιτική, διπλωματική και συμβολική νίκη που επαναφέρει τους Παλαιστινίους στη διεθνή πολιτική κοινότητα ως κρατική οντότητα πέραν από εθνική κοινότητα, με δυνατότητα διεκδίκησης συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (παρόλο ότι διασαφηνίστηκε ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί σε περίπτωση επίθεσης του Ισραήλ εναντίον τους), κάτι το οποίο προκαλεί ανησυχία στο Ισραήλ. Πολιτικά, αποτελεί την έμμεση αναγνώριση Παλαιστινιακού κράτους με κατ’ επέκταση συνέπειες στις διαπραγματεύσεις για το μεσανατολικό, παρά το μεγάλο δρόμο που απομένει μέχρι τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.

Ως άμεση απάντηση – αντίδραση, η κυβέρνηση Νετανιάχου έσπευσε να ανακοινώσει σχέδια για νέους ισραηλιτικούς οικισμούς στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και στη Δυτική Όχθη, κάτι το οποίο προκάλεσε την έντονη ανησυχία των συμμάχων του, ΗΠΑ και Βρετανία. Οι τελευταίοι προχώρησαν σε κάλεσμα της ισραηλινής κυβέρνησης να ανακαλέσει την απόφαση, κάτι το οποίο συμμερίζεται και η Γαλλία, αφού θεωρείται σοβαρό εμπόδιο στην εξεύρεση λύσης.

Τα διευρυνόμενο χάσμα ισλαμιστών και κοσμικών: από την Αίγυπτο στην Τουρκία

Στην Αίγυπτο που μονοπώλησε το διεθνές ενδιαφέρον, η συμμαχία κοσμικών, αριστερών και άγριας νεολαίας κατάφερε να κατεβάσει 200,000 διαδηλωτές στην πλατειά Ταχρίρ και να μονοπωλήσει τους δρόμους για μια εβδομάδα. Οι ισλαμιστές επανεμφανίστηκαν το Σάββατο με μαζικές διαδηλώσεις – ιδιαίτερα στο Κάιρο, σε μια προσπάθεια να ασκήσουν πίεση στο ανώτατο δικαστήριο να αποδεχθεί την προκήρυξη άμεσου δημοψηφίσματος για το ισλαμικών προδιαγραφών σύνταγμα. Οι δυο τάσεις παρέμειναν σε διαχωρισμένους χώρους. Αντίθετα, στην Αλεξάνδρεια ισλαμιστές και αντί-ισλαμιστές συγκρούστηκαν στους δρόμους, αποκαλύπτοντας και το μέγεθος του χάσματος, το οποίο ανοίγεται πια στην κοινωνία.

Η δυσφορία με τους ισλαμιστές εκφράστηκε και στην Τυνησία, όπου ξέσπασαν μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στην οικονομική πολιτική. Οι διαδηλώσεις αντιμετωπίστηκαν με αστυνομική βία, αλλά αποκαλύπτουν και εκεί το διαφαινόμενο κοινωνικό και πολιτισμικό χάσμα.

Ακόμα και στην Τουρκία η ένταση φαίνεται να αποκτά νέες μορφές έκφρασης.

Μετά τις έντονες κινητοποιήσεις οργανώσεων κατά της κυβέρνησης Ερτογάν και των αποφάσεών της σχετικά με τον περιορισμό και ποινικοποίηση του δικαιώματος στην άμβλωση, που τελικά δεν θεσμοθετήθηκε, στις αρχές του Νοέμβρη τέσσερις γυναίκες ακτιβίστριες προσήχθησαν ενώπιον δικαστηρίου στην Κωνσταντινούπολη, με την κατηγορία για μη εξουσιοδοτημένης διαδήλωσης. Οι γυναίκες που προέρχονται από την ακτιβιστική ομάδα Halkevleri και κατηγορούνται με άλλα 80 άτομα για παρόμοιες κινητοποιήσεις στην Άγκυρα και στο Εσκίσιεχίρ, αντιμετωπίζουν – σε περίπτωση καταδίκης τους – μέχρι και τρία χρόνια φυλάκισης.

Υπενθυμίζεται ότι ο Ερτογάν είχε αποκαλέσει την άμβλωση ως «φόνο», με τον ισχυρισμό ότι οι τουρκικές οικογένειες θα ‘έπρεπε’ να αποκτούν τουλάχιστον τρία παιδιά, ώστε να ανανεωθεί η αγορά εργασίας στην Τουρκία λόγω της γήρανσης του πληθυσμού στην Ευρώπη και ταυτόχρονα, για να μπορεί ο τουρκικός πληθυσμός να είναι υπεράριθμος του κουρδικού, ο οποίος σημειώνει αυξητικές τάσεις. Χιλιάδες άνθρωποι είχαν τότε επαναφέρει στο προσκήνιο την υπόθεση του Κουρδικού χωριού Uludere (αφού χαρακτηρίστηκε ως  σφαγή Κούρδων κυρίως αμάχων ) και απάντησαν στον Ερτογάν και στον Υπουργό Υγείας, Ρετζιέπ Ακνταά, ότι «αφορά στο σώμα τους και είναι επιλογή τους, και όχι του υπουργού, του Πρωθυπουργού, της οικογένειας ή του άντρα».

Τα γεγονότα αυτά φαίνεται να συνδέονται, αφού έχουν ως κοινή συνισταμένη το κουρδικό ζήτημα, το οποίο στην πρώτη περίπτωση, υπενθύμισε τις πολιτικές της Τουρκίας κατά των Κούρδων που προφανώς διέπουν διάφορες κοινωνικές παραμέτρους.

http://www.midanmasr.com/en/article.aspx?ArticleID=242
http://europeanprochoicenetwork.wordpress.com/2012/11/
http://www.businessweek.com/news/2012-11-06/turkish-women-on-trial-for-protesting-plan-to-restrict-abortion

Τα εμιράτα και η επιλεκτική τους ευαισθησία

Την εβδομάδα που πέρασε, πραγματοποιήθηκαν νέες διαδηλώσεις και καταστολή στο Μπαχρέιν, ενώ έγιναν και οι εκλογές στο Κουβέιτ.

http://www.bbc.co.uk/news/worldmiddleeast-20571958

Η αντιπολίτευση μποϋκόταρε τις εκλογές και το ποσοστό συμμετοχής ήταν δραματικά χαμηλότερο από τις προηγούμενες – σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία έπεσε από το 60% στο 39%, ενώ η αντιπολίτευση ισχυρίζεται ότι μειώθηκε ακόμα πιο κάτω και από το 30%. Σε μια κίνηση, ωστόσο που αναμένεται να προκαλέσει και ένταση με τα υπόλοιπα εμιράτα και την Σαουδική Αραβία, η σιητική αντιπολίτευση, η οποία συμμετείχε στις εκλογές – αφού ο κύριος μοχλός της αποχής ήταν οι σουνίτες ισλαμιστές που βγήκαν ενισχυμένοι.

Λίγο δίπλα στο Κατάρ επιτράπηκε μια διαδήλωση ξένων ακτιβιστών για το περιβάλλον, η οποία, όμως, συμπεριλάμβανε και συνθήματα για δικαιώματα των εργαζομένων, οι οποίοι στο Κατάρ ανέρχονται μέχρι και 85% αλλοδαποί. Η πιο ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική είδηση ωστόσο, ήταν η επιβεβαίωση της ισόβιας καταδίκης ενός ποιητή, ο οποίος άσκησε κριτική στον εμίρη. Προφανώς, ο Αλ Τζαζίρα ενδιαφέρεται για την δημοκρατία στη Συρία, αλλά όχι στο Κατάρ ή στο Μπαχρέιν.

http://www.euronews.com/newswires/1743366-qatari-poet-gets-life-in-prison-for-urging-uprising-lawyer/

Στη Συρία συνεχίζεται η επέμβαση και το αδιέξοδο των ισλαμιστών, ενώ το κατασκευασμένο θέαμα επιμένει στα κλισέ, παραβλέποντας τα τεκμήρια

Η εβδομάδα που πέρασε ήταν συνηθισμένη για τη Συρία. Υπήρξαν βομβιστικές επιθέσεις στη Χομς, επιβεβαιώνοντας ότι οι ισλαμιστές δεν έλεγχαν το τέως «προπύργιο», ενώ υπήρξαν και επιθέσεις στην περιοχή του αεροδρομίου της Δαμασκού. Οι δυτικές χώρες παρέχουν, επίσης, βοήθεια στους ισλαμιστές, παρά τη δημόσια πια παραδοχή και του Human Rights Watch ότι χρησιμοποιούν παιδιά ως ανθρώπινες ασπίδες – εξού και η μόνιμη προπαγάνδα από την αρχή της κρίσης στα «παιδιά». Κυκλοφόρησε και μια αξιοσημείωτη ανάλυση για το πώς συγκαλύφθηκαν και οι ευθύνες των ισλαμιστών στη σφαγή στη Χούλα και πως το ζήτημα κατασκευάστηκε ως θέαμα από τα δυτικά ΜΜΕ σε συνεργασία με τα ανάλογα των εμιράτων:

http://www.4thmedia.org/2012/11/29/why-is-the-unsmis-houla-report-missing/

Δέφτερη Ανάγνωση, 4.12.2012

Κι’ όμως… υπάρχουν εξελίξεις στο Κυπριακό!

Στις σημερινές συνθήκες ένα κείμενο για το Κυπριακό φυσιολογικά δεν κερδίζει την προσοχή του κοινού. Βέβαια αυτό το δεδομένο δεν εμποδίζει καθόλου τις εξελίξεις, οι οποίες μάλιστα έχουν πολύ συγκεκριμένες και πρακτικές συνέπειες. Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη εξέλιξη της αγοράς μέρους ελληνοκυπριακής γης του ξενοδοχείου Acapulco από Τουρκοκύπριο επιχειρηματία και μάλιστα απευθείας από τον ιδιοκτήτη της. Πέραν των νομικών διαστάσεων, το θέμα περιέχει τέτοιες δυναμικές ικανές να «ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά», ιδιαίτερα με φόντο τις μελλοντικές εξελίξεις. Όμως η περιεκτική ανάγνωση του προαναφερθέντος περιστατικού απαιτεί καταρχήν να γυρίσουμε δύο χρόνια πίσω σε μια επίσης σημαντική εξέλιξη.

Μήνας Νοέμβριος του 2010. Σύσκεψη στην Άγκυρα μεταξύ του Ντερβίς Έρογλου και του Αμπντουλλάχ Γκιούλ. Το βασικό θέμα ήταν η μελέτη τρόπων με τους οποίους η επιτροπή αποζημιώσεων στα κατεχόμενα θα γίνει πιο «λειτουργική και αποτελεσματική». Η εν λόγω συνάντηση μπορεί να θεωρηθεί ως σημείο καμπής στις θέσεις της Τουρκίας αναφορικά με ένα τόσο σημαντικό ζήτημα του Κυπριακού όπως είναι το περιουσιακό.

Μεταξύ των στόχων της Άγκυρας έτσι όπως αντικατοπτρίστηκαν στη συγκεκριμένη φάση, ήταν η ενθάρρυνση περισσότερων Ελληνοκυπρίων να αποταθούν στην επιτροπή αποζημιώσεων, η παράλληλη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας της επιτροπής για να μπορεί να προσανατολιστεί περισσότερο σε αποζημιώσεις, καθώς και η περαιτέρω αναβάθμιση της προσπάθειας για προσέλκυση ξένου κεφαλαίου για τις περιουσίες που εξετάζονται από την επιτροπή. Προς αυτές τις κατευθύνσεις δεν ήταν καθόλου τυχαίες και δύο άλλες στρατηγικές αποφάσεις που άρχισαν να υλοποιούνται: Η πρώτη ήταν η εμπλοκή του τουρκικού τραπεζικού κεφαλαίου στην ενίσχυση της οικονομικής βιωσιμότητας της επιτροπής, αλλά και η κατάργηση των εμποδίων για τις τουρκικές τράπεζες στα κατεχόμενα από του να δέχονται ως υποθήκες ελληνοκυπριακές περιουσίες και να παραχωρούν δάνεια στους σημερινούς χρήστες τους. Η δεύτερη απόφαση ήταν η σύσταση του Συμβουλευτικού Συμβουλίου Επενδύσεων με τη συμμετοχή Τούρκων επιχειρηματιών και η απόφασή του για προώθηση των περιουσιών που «καθαρίζουν» από την επιτροπή αποζημιώσεων στη διεθνή αγορά.

Μήνας Νοέμβριος του 2012. Το θέμα του περιουσιακού επανέρχεται με ένα διαφορετικό τρόπο μετά την αγορά μέρους της γης του ξενοδοχείου Acapulco από τον επιχειρηματία Ουνάλ Τσιγανέρ. Η «πράξη» θεωρείται σημαντική εξέλιξη αφού το θέμα διευθετήθηκε απευθείας μεταξύ των εμπλεκομένων με την καταβολή από μέρους του Τουρκοκύπριου αγοραστή, 3 εκατομμυρίων 400 χιλιάδων στερλινών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσό αυτό παραχωρήθηκε στον επιχειρηματία από την τουρκική Τράπεζα Εργασίας με όλες τις σχετικές διευκολύνσεις αποπληρωμής.

Αυτές οι δύο σημαντικές εξελίξεις που προαναφέρθηκαν, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής και φυσιολογικά τίθενται εκτός του πλαισίου της διαπραγμάτευσης. Δηλαδή, είναι εξελίξεις που διαδραματίστηκαν εκτός των «επίσημων συνομιλιών» για συνολική επίλυση του Κυπριακού και που όμως επηρεάζουν με καθοριστικό τρόπο την τελική κατάληξη του ζητήματος. Τουλάχιστον σε ότι αφορά το ομολογουμένως δύσκολο θέμα του περιουσιακού. Αυτός είναι τελικά και ο λόγος που μπορούν να εξαχθούν σοβαρά συμπεράσματα για τις διαχρονικές δυναμικές που δρουν ανεξάρτητα από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ανεξάρτητα από το πλαίσιο της επιδιωκόμενης ομοσπονδιακής λύσης και που έχουν ως αφετηρία μια «ανίκητη» διάσταση: την παρέλευση του χρόνου.

Σε μια πρώτη παρατήρηση οι δύο εξελίξεις συνδυασμένες με το ευρύτερο πρόγραμμα μετασχηματισμού των κατεχομένων που επιβάλλει η κυβέρνηση Έρντογαν, δημιουργούν τις προοπτικές για την εμφάνιση μιας ιδιότυπης «ελεύθερης αγοράς» στα βόρεια εδάφη της Κύπρου. Η ιδιοτυπία της έγκειται, μεταξύ άλλων, στο ότι συνειδητά ή ασυνείδητα αποξενώνει τον (Ελληνοκύπριο) ιδιοκτήτη από την περιουσία του την οποία και μετατρέπει σε προϊόν διεθνούς διαπραγμάτευσης στις αγορές. Άλλωστε ο στόχος προσέλκυσης ξένου κεφαλαίου στα κατεχόμενα (πέραν του τουρκικού), αποτελεί βασική στρατηγική της μερικής διεθνούς αναβάθμισης των δομών στα κατεχόμενα. «Περιμένω την εκτίμηση από τους ανθρώπους, γιατί αγοράζοντας την περιουσία του Ελληνοκύπριου άνοιξα το δρόμο για αγοραπωλησίες στην Ευρώπη», δήλωσε χαρακτηριστικά ο επιχειρηματίας Ουνάλ Τσιγανέρ πιστοποιώντας τη βαρύτητα της δραστηριότητας του κεφαλαίου στην υπόθεση της αναβάθμισης.

Σε μια δεύτερη παρατήρηση, αυτές οι εξελίξεις οδηγούν ανεξάρτητα από την υποκειμενική βούληση, σε κάποια αντικειμενικά δεδομένα όπως η δημιουργία πολιτικών δομών που θα καλεστούν να υπηρετήσουν ακριβώς αυτή τη νέα κατάσταση πραγμάτων στο περιουσιακό. Συνεπώς η δημιουργία νέων τετελεσμένων επί του εδάφους, η οποία με την παρέλευση του χρόνου οδηγεί και στη δημιουργία τετελεσμένων «επί της συνείδησης», δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Ούτε και αφηρημένη ή ουδέτερη είναι η υπογράμμιση ότι το περιουσιακό αποτελεί κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα που θα επιλυθεί στις συνομιλίες και όχι στα δικαστήρια.    

 

Νίκος Μούδουρος

Cyprus News, 3 Δεκεμβρίου 2012
http://cyprusnews.eu/nikos-moudouros/740502-2012-12-02-23-30-42.html