Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα, 21-28 Ιανουαρίου 2013

 

Η Καρπασία, ο εποικισμός και το εδαφικό

Την Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013, μια συνεργασία κομμάτων και οργανώσεων που συναποτελούν την πλατφόρμα προστασίας του εθνικού πάρκου της Καρπασίας κινητοποιήθηκε στην περιοχή με στόχο να διαμαρτυρηθεί για την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος που προκαλεί η κατασκευαστική εταιρεία, η οποία ανέλαβε τη διαπλάτυνση του δρόμου μέχρι τον Απόστολο Αντρέα. Μέχρι εδώ όλα φαντάζουν φυσιολογικά. Όμως η κινητοποίηση των οργανώσεων αυτών αντιμετώπισε το «μένος» της αστυνομίας και κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι μάλιστα έφτασαν στο χώρο των διαμαρτυριών των περιβαλλοντιστών μετά από κάλεσμα από το τζαμί! Εντύπωση προκάλεσαν και οι αψιμαχίες… οι περιβαλλοντιστές «κατηγορήθηκαν ως προδότες των Ελληνοκυπρίων»![1]Φαίνεται ότι υπήρξε μια συνειδητή προσπάθεια εκ μέρους των τοπικών παραγόντων του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και της τουρκικής πρεσβείας να παρουσιαστεί το θέμα ως «εναντίωση προς την ανάπτυξη μιας περιοχής στην οποία ζουν Τούρκοι». Άλλωστε είναι γνωστή η σύνθεση του πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Καρπασίας.

Το ευρύτερο πλαίσιο της μικρής κλίμακας αντιπαράθεσης στην Καρπασία, αναδεικνύει δύο πολύ σημαντικά πολιτικά στοιχεία: Πρώτο, υπενθυμίζει ότι οι αψιμαχίες μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Τούρκων που δεν έχουν ενσωματωθεί στο τουρκοκυπριακό πλαίσιο, υποβόσκουν. Μπορεί να μην καταγράφονται στη δημόσια σφαίρα, αλλά οι κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις συμβάλλουν στη διατήρησή τους και ίσως στην εμφάνιση εθνικιστικών εξάρσεων, άγνωστων στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Δεύτερο, ενισχύεται η μεταφορά επενδύσεων και ανάπτυξης – πολλές φορές άναρχης – σε περιοχές που στο παρελθόν αποτελούσαν «χαρτιά διαπραγμάτευσης» της τουρκικής πλευράς στο εδαφικό. Τόσο η Καρπασία, όσο και η Μόρφου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συζητήθηκαν για χρόνια ως περιοχές «εδαφικής αναπροσαρμογής». Τα τελευταία δύο χρόνια υπάρχει μια εντατικοποίηση της προσπάθειας οικονομικής ανάπτυξης διαμέσου του τουρκικού κεφαλαίου σε αυτές τις περιοχές, με τις ανάλογες βέβαια προεκτάσεις και στο Κυπριακό. 
Η διαμάχη του παλιού και του νέου ως υπόθεση της Δεξιάς (!)

Μετά την οριστική απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των κατεχομένων στις 23 Ιανουαρίου 2013 για την εκλογή Προέδρου του Κόμματος Εθνικής Ενότητας, η αντιπαράθεση μεταξύ του Ιρσέν Κιουτσιούκ και της ομάδας Αχμέτ Κασιήφ που στηρίζει ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, εισέρχεται σε μια νέα φάση εξίσου σοβαρή. Η απόφαση του δικαστηρίου υπογραμμίζει ότι στο συνέδριο του Οκτωβρίου 2012 ο νικητής της ψηφοφορίας (Κιουτσιούκ), δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία όπως προνοεί το καταστατικό του κόμματος για την εκλογή του Προέδρου του. Συνεπώς θα πρέπει τελικά να γίνει και δεύτερος γύρος ψηφοφορίας με τους ίδιους κομματικούς αντιπρόσωπους για να κριθεί τελικά ο νικητής, ο οποίος ταυτόχρονα θα είναι και «πρωθυπουργός»[2].
Αυτή η νέα φάση στην εσωτερική αντιπαράθεση της Δεξιάς είναι σημαντική γιατί πυροδότησε συγκεκριμένες δυναμικές που ξεκαθαρίζουν το περιεχόμενο της. Λίγες ώρες πριν τη δικαστική απόφαση, ο Κιουτσιούκ τόνισε τα εξής αποκαλυπτικά: «Ο κύριος Κασιήφ και όλοι, πρέπει να γνωρίζουν ότι οι αλυσίδες του στάτους-κβο της πολιτικής στη χώρα μας θα σπάσουν και το μεγάλο Κόμμα Εθνικής Ενότητας θα αναπτυχθεί σε πείσμα αυτών που θέλουν το χάος και θα συνεχίσει να προασπίζεται τη μεγαλύτερη του υπηρεσία που είναι η σταθερότητα»[3]. Επομένως στη μια πλευρά του νήματος βρίσκεται η βούληση για την ολοκληρωτική αλλαγή του καθεστώτος που οικοδομήθηκε από το 1974.

Στην άλλη πλευρά του νήματος βρίσκονται οι εκπρόσωποι του «παλαιού καθεστώτος» υπό την ηγεσία του Ντερβίς Έρογλου. Δηλαδή οι κύκλοι εξουσίας που ανδρώθηκαν στην κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα που δημιούργησε η εισβολή: Μια κρατική δομή εκτουρκισμού με συγκεκριμένους προσανατολισμούς στην οικονομία, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν κυρίως από την καλλιέργεια εξάρτησης μέσα από τη δημόσια υπηρεσία. Σε αυτό το πλαίσιο η χαρακτηριστικότερη μορφή της διεκδίκησης για συνέχιση του «παλαιού καθεστώτος» είναι ο δικηγόρος του Αχμέτ Κασιήφ, ο Φουάτ Βεζίρογλου. Ιστορική προσωπικότητα του κύκλου Ντενκτάς, υπηρέτησε σε διάφορα «κρατικά» πόστα και δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο ανακήρυξης και σταθεροποίησης του «Τ/Κ Ομόσπονδου Κράτους» του 1975 και της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» του 1983. Εδώ και χρόνια αποσπάστηκε στη δικηγορία. Ήταν από τους πρωταγωνιστές της συμμαχίας Ντενκτάς ενάντια στο Σχέδιο Ανάν και φυσικά εναντίον της κυβέρνησης Έρντογαν την κρίσιμη περίοδο 2002-2004. Η παρουσία του στο πλευρό των Κασιήφ-Έρογλου, αποδεικνύει ότι η «επιχείρηση κάθαρσης» του ΑΚΡ, ενάντια στο παλιό εθνικιστικό και αντι-ισλαμικό μπλοκ τύπου Εργκενεκόν στα κατεχόμενα, δεν έχει ολοκληρωθεί έστω και αν σε μεγάλο βαθμό η επικράτηση του πολιτικού Ισλάμ είναι γεγονός.

Φαίνεται όμως ότι οποιαδήποτε και να είναι η κατάληξη του 2ου γύρου εκλογής ηγέτη στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, οι ρήξεις που δημιουργήθηκαν είναι τέτοιες που οδηγούν σε μια διαδικασία σημαντικών αλλαγών σε ολόκληρη την μέχρι σήμερα γνωστή Τουρκοκυπριακή Δεξιά. Το κόμμα αντιμετωπίζει μεγάλης κλίμακας φθορά, ενώ η τουρκική κυβέρνηση δεν κρύβει καθόλου την ενόχλησή της από την έλλειψη πολιτικής σταθερότητας που είναι αναγκαία για την απρόσκοπτη εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος. «Η αντιπαράθεση αυτή πρέπει να λήξει το συντομότερο δυνατό» ήταν η ξεκάθαρη τοποθέτηση του Αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης, Μπεσίρ Αταλάϊ, σε πρόσφατη συνέντευξη του στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Χαβαντίς[4].

 

Μια νέα προεκλογική εκστρατεία αρχίζει…

Στο μέτωπο των πρόωρων δημοτικών εκλογών στη Λευκωσία, υπάρχουν πλέον κάποιες πιο ξεκάθαρες τάσεις, έστω και αν το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, ακόμα δεν τοποθετήθηκε ξεκάθαρα. Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα έχει ξεκαθαρίσει ότι προτεραιότητα του δεν είναι η εξεύρεση κοινά αποδεκτού υποψήφιου Δημάρχου από τις ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις. Παρόλο που δεν έκλεισε οριστικά την πόρτα στο διάλογο με άλλα αριστερά κόμματα και οργανώσεις, εντούτοις παρουσιάζεται αποφασισμένο να κατέλθει με δικό του υποψήφιο στη Λευκωσία. Ο Γενικός Γραμματέας του κόμματος, Ασίμ Ακάνσοϊ, δήλωσε σε τηλεοπτικό πρόγραμμα ότι «υπάρχει μεγάλος ενθουσιασμός και πίεση από τις τοπικές μας οργανώσεις για δικό μας υποψήφιο»[5].

Η στάση του Ρεπουμπλικανικού στο παρόν στάδιο, εξηγείται στη βάση δύο αξόνων: Ο πρώτος είναι η συνεχής αμφισβήτηση που δέχεται ακόμα και ως αντιπολίτευση από την ήττα στις γενικές εκλογές του 2009, αλλά και η εσωστρέφεια που το χαρακτηρίζει όλο αυτό το διάστημα. Έτσι, οι πρόωρες δημοτικές στη Λευκωσία, η σχετικά καλύτερη κινητοποίηση που έδειξε το κόμμα στα συγκεκριμένα προβλήματα του Δήμου και η κατάσταση στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, παρουσιάστηκαν ως ευκαιρία στην ηγεσία του κόμματος για να προβληθεί ως μια ισχυρή εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Άλλωστε το Ρεπουμπλικανικό δεν έκρυψε το στόχο επανόδου στη διακυβέρνηση, έστω και αν ακόμα δεν έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα. Ο δεύτερος άξονας είναι η έλλειψη συνεννόησης του κόμματος με τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς και το συνδικαλιστικό κίνημα. Οι πληγές που άφησε στις σχέσεις τους η θητεία του Ρεπουμπλικανικού στη διακυβέρνηση δεν επουλώθηκαν, ενώ φαίνεται να προκύπτουν ιδεολογικές διαφορές σε σχέση με την οικονομία και κυρίως με το περιεχόμενο των σχέσεων της κοινότητας με την Άγκυρα. Στο ίδιο μήκος κύμματος περίπου βρίσκεται και το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, το οποίο επίσης πιστεύει ότι οι πρόωρες δημοτικές είναι «η δική του ευκαιρία». Το ισχυρότερο χαρτί που έχει να παρουσιάσει μέχρι στιγμής είναι ο Μουσταφά Ακκιντζί, ο οποίος ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει εάν πρόκειται να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική δραστηριότητα.

Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος συνεχίζει τις επαφές του με τα συνδικάτα και άλλες οργανώσεις για να διερευνήσει την πιθανότητα δημιουργίας προοδευτικού μετώπου και κοινού υποψηφίου στο Δήμου Λευκωσίας. Μέχρι στιγμής, οι συντεχνίες δασκάλων, καθηγητών και δημοσίων υπαλλήλων (KTAMS) συμφώνησαν με το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος για την αναγκαιότητα μιας τέτοιας εξέλιξης. Μια επιπλέον δυναμική στην προσπάθεια συνεργασίας κομμάτων και συνδικάτων της Αριστεράς, είναι και η αποκάλυψη της πληροφορίας ότι ο ηγέτης της συντεχνίας των δημοτικών υπαλλήλων (BES), Σαβάς Μπόζατ, ενδιαφέρεται να είναι ο κοινός υποψήφιος[6]. Μια τέτοια υποψηφιότητα σε συμβολικό επίπεδο είναι σημαντική, αφού επικεντρώνει την εκλογική διαδικασία στους ουσιαστικούς λόγους της αντιπαράθεσης των τελευταίων μηνών στη Λευκωσία: Την οικονομική κατάρρευση του Δήμου μέσα από τις προνομιακές σχέσεις κεφαλαίου, κατεστημένου και Άγκυρας.
«Το Σχέδιο Ανάν του ποδοσφαίρου»

Με αυτό τον τίτλο επέλεξε να δημοσιεύσει τη συνομιλία του με τον πρόεδρο της τουρκοκυπριακής ομοσπονδίας ποδοσφαίρου, ο αρχισυντάκτης της Γιενί Ντουζέν Τζένκ Μουτλούγιακαλι, στην οποία για μια ακόμα φορά υπογραμμίστηκε η επιθυμία διεθνούς ενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων. Όπως έχει υποστηρίξει ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Χασάν Σέρτογλου, στο παρόν στάδιο δεν τίθεται ζήτημα ενοποίησης των τοπικών πρωταθλημάτων, αλλά αναζητούνται δρόμοι συμμετοχής των τουρκοκυπριακών ομάδων σε διεθνείς συναντήσεις με τη συνεργασία των Ελληνοκυπρίων και της ΚΟΠ και υπό την αιγίδα της ΟΥΕΦΑ και της ΦΙΦΑ[7].

Το σημαντικότερο στοιχείο στην υπόθεση συνεργασίας των δύο κοινοτήτων στο ποδόσφαιρο, είναι η εξέταση των αντανακλαστικών υπέρ της συνεννόησης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ευρύτερα. Στο γενικότερο πλαίσιο των εξελίξεων στα κατεχόμενα, φαίνεται ότι ακόμα και «μικρές» πρωτοβουλίες που άρουν τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της κοινότητας, μετατρέπονται σχεδόν άμεσα σε στοιχεία προοδευτικής δραστηριότητας. Οι δημόσιες αντιδράσεις που σημειώθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση είναι αξιοσημείωτες. Ως απάντηση στον αρνητισμό του Ντερβίς Έρογλου αναφορικά με την πιθανότητα ενοποίησης του κυπριακού ποδοσφαίρου, τουλάχιστον διεθνώς, ήταν οι άμεσες παρεμβάσεις της συντεχνίας των δασκάλων, του Κόμματος Ενωμένης Κύπρου του Ιζζέτ Ιζτζιάν και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας του Μεχμέτ Τσιακιτζί. Το Ρεπουμπλικανικό παρόλο που υποστήριξε τις συνομιλίες, φάνηκε να κρατά πιο αμυντική στάση κυρίως λόγω της προηγούμενης πολιτικής του Ταλάτ, όταν το 2008 σταμάτησε την τότε πρωτοβουλία.

Πάντως, ο πρόεδρος της τουρκοκυπριακής ομοσπονδίας, Χασάν Σέρτογλου, καταφέρνει να παραμένει στο προσκήνιο της επικαιρότητας και φαίνεται να είναι μια προσωπικότητα που προκαλεί ερωτηματικά για τις προθέσεις του. Σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση της προσπάθειας της ΚΟΠ, ο Τουρκοκύπριος αρθρογράφος Αλί Τεκμάν, υπογράμμισε ότι μεταξύ Σέρτογλου και Έρογλου δεν υπάρχει καμιά διαφορά σε σχέση με την κοσμοαντίληψή τους και σε σχέση με τη μορφή λύσης του Κυπριακού που υποστηρίζουν. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Τεκμάν, ο Σέρτογλου αποτελεί προσωπική πολιτική επένδυση του Τουρκοκύπριου ηγέτη στην προσπάθεια του να κερδίσει νέους «αστέρες» σε δημόσια αξιώματα. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούνται και οι προσπάθειες του Έρογλου να πείσει τον επικεφαλής του τουρκοκυπριακού ποδοσφαίρου να κατέλθει ως υποψήφιος Δήμαρχος Λευκωσίας. Ο Αλί Τεκμάν δεν κρύβει την ανησυχία του ότι τελικά και ακριβώς λόγω ιδεολογικού υπόβαθρου των εμπλεκομένων από τουρκοκυπριακής πλευράς, οι συνομιλίες στο ποδόσφαιρο δε θα έχουν θετική κατάληξη[8].

 

Δημοσίευση στη Δέφτερη Ανάγνωση
http://www.defterianaynosi.com/article.php?id=530


[1] Yeni Düzen, “Bu da oldu”, 28.1.2013
[2] Kıbrıs Postası, “Mahkeme kararını verdi. İkinci tur kesinleşti”, 23.1.2013.
[3] Yeni Düzen, “Kaşif’e aba altında sopa!”, 23.1.2013.
[4] Hasan Hastürer, “Beşir Atalay’ı hem dinledim hem düşündüm”, Havadis, 21.1.2013.
[5] Kıbrıs Postası, “CTP’nin heyecanı Lefkoşa’yı almaktır”, 22.1.2013.
[6] Yeni Düzen, “Bozat ortak aday mı?”, 23.1.2013.
[7] Cenk Mutluyakalı, “Futbolun Annan Planı”, Yeni Düzen, 24.1.2013.
[8] Ali Tekman, “KOP meselesindeki samimiyet ve statüko gerçeği”, 22.1.2013.

Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα, 14-21 Ιανουαρίου 2013

 

14-21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2013

 

Προκήρυξη εκλογών στο δήμο Λευκωσίας: Μια άκρως πολιτική υπόθεση

Την Παρασκευή 11.1.2013, ο Δήμαρχος της κατεχόμενης Λευκωσίας παραιτήθηκε από τη θέση του λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης με τα οικονομικά του Δήμου[1]. Στις 15 Ιανουαρίου 2013 τέσσερα μέλη της δημοτικής ομάδας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) ανακοίνωσαν επίσης την παραίτησή τους, εξέλιξη που σε συνδυασμό με τις προηγούμενες παραιτήσεις των δημοτικών ομάδων του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού, Κοινοτικής Δημοκρατίας και Δημοκρατικού Κόμματος, άνοιξε και επίσημα το δρόμο σε πρόωρες δημοτικές εκλογές σε δύο ή τρεις μήνες[2]. Ούτως ή άλλως μετά τη δημοσιοποίηση της παραίτησης του Μπουλούτοουλλαρι, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου ανώτατου συμβουλίου εκλογών, ο Δήμος Λευκωσίας θα πρέπει να προχωρήσει σε εκλογές για τη θέση του δημάρχου τον ερχόμενο Απρίλιο[3].  

Στο φόντο των πιο πάνω εξελίξεων, τα τρία μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης, (Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό, Κοινοτικής Δημοκρατίας και Δημοκρατικό) τοποθετήθηκαν ήδη για την αναγκαιότητα πρόωρων εκλογών τόσο στο δήμο Λευκωσίας, όσο και γενικών[4]. Παράλληλα όμως υπάρχει και η ευρύτερη ζύμωση των διαδικασιών για υποψηφιότητες. Το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος πρότεινε τη σύσταση μιας ευρύτερης πλατφόρμας συνεργασίας της Αριστεράς με τις δημοκρατικές δυνάμεις σε μια υποψηφιότητα για το Δήμο Λευκωσίας, ενώ το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό και το Δημοκρατικό ανακοίνωσαν την έναρξη εσωκομματικών διαδικασιών για ανάδειξη υποψηφίου[5]. Στις 21 Ιανουαρίου 2013, το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας ανακοίνωσε επίσης την έναρξη επαφών με προτεραιότητα τη σύναψη ευρύτερης συνεργασίας για το Δήμο, έχοντας βεβαίως υπόψη του και έρευνες γνώμης που δίνουν προβάδισμα σε πιθανή υποψηφιότητα του Μουσταφά Ακκιντζί[6].

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η βαθιά πολιτικοποίηση του θέματος, αφού στο παράδειγμα της οικονομικής κατάρρευσης του κατεχόμενου δήμου Λευκωσίας, αντικατοπτρίζεται πλέον σε όλους η κατάσταση «κατάρρευσης» και μη βιωσιμότητας του «κράτους». Με λίγα λόγια, το θέμα έτσι όπως εξελίσσεται, αγγίζει σχεδόν όλες τις πτυχές του πολιτικού συστήματος και της δομής που οικοδομήθηκε ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους, κάτι που θα επηρεάσει καθοριστικά τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Η εσωτερική αντιπαράθεση στην Τουρκοκυπριακή Δεξιά με προεκτάσεις στην Άγκυρα

Στο μεταξύ, η αντιπαράθεση εντός του Κόμματος Εθνικής Ενότητας συνεχίζεται. Δημοσιεύματα στον τουρκοκυπριακό Τύπο αποκάλυψαν ότι ο Κιουτσιούκ επιδίωξε συμβιβασμό με την εσωκομματική αντιπολίτευση προτείνοντας το σχηματισμό υπουργικού συμβουλίου με τη συμμετοχή 5 υπουργών από την ομάδα Κασίφ και με αντάλλαγμα την παραμονή του στη θέση του προέδρου του κόμματος και του πρωθυπουργού. Τα ίδια δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την ομάδα Κασίφ[7].

Η εξέλιξη του θέματος δείχνει ότι η εσωκομματική αντιπαράθεση στο ΚΕΕ δεν πρόκειται να λήξει σύντομα, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί επιφανειακή. Ο Κιουτσιούκ φαίνεται να συγκεντρώνει την υποστήριξη της τουρκικής κυβέρνησης, ενώ από τα τέλη Δεκεμβρίου όταν ενοποιήθηκαν στο ΚΕΕ το Κόμμα Ελευθερίας και Μεταρρύθμισης του Αβτζί και το Κόμμα Δημοκρατίας και Εμπιστοσύνης του Ταζσίν Ερτουρούλογλου, φάνηκε να καταφέρνει την ενοποίηση της «μεγάλης δεξιάς» (εκτός του Δημοκρατικού Κόμματος) και με τις 30 έδρες να σταθεροποιεί την κυβέρνηση[8]. Αυτή η εξέλιξη ήταν σημαντική κυρίως για την υλοποίηση του οικονομικού πρωτοκόλλου που στο παρόν στάδιο είναι η προτεραιότητα της τουρκικής κυβέρνησης.

Όμως η πορεία των εξελίξεων έδειξε ότι η ομάδα της αντιπολίτευσης δε θα παραιτηθεί εύκολα από τους στόχους της. Η ομάδα Κασίφ-Έρογλου παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή ενώ με τη διαδικασία στο δικαστήριο εξασφάλισε τουλάχιστον ότι θα υπάρξει δεύτερος γύρος εκλογών για την ανάδειξη του προέδρου του κόμματος[9], συνεπώς και του «Πρωθυπουργού».

Η αντιπαράθεση αυτή δεν έχει μόνο τα χαρακτηριστικά ενός ανταγωνισμού για την εξουσία, αλλά και το μεγάλο ζήτημα της προσαρμογής της τουρκοκυπριακής δεξιάς σε αυτό που θέλει ο Έρντογαν. Δηλαδή τη δημιουργία μιας τουρκοκυπριακής δύναμης που θα εφαρμόσει το σχέδιο μετασχηματισμού των κατεχομένων, χωρίς να παρουσιάζεται ως πολιτική που επιβάλλεται. Στα πλαίσια αυτού του σχεδιασμού ο Έρογλου και οι αντιλήψεις που εκπροσωπεί δε συμβαδίζουν με το στόχο οικοδόμησης ενός νέου καθεστώτος. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την εποχή του δημοψηφίσματος, αλλά και την διαφωνία που προέκυψε για τη σύσταση της επιτροπής αποζημιώσεων μεταξύ Έρογλου και ΑΚΡ (ο Έρογλου προσέφυγε στο λεγόμενο συνταγματικό δικαστήριο για να ακυρωθεί ο νόμος σύστασης της επιτροπής αποζημιώσεων), οι σχέσεις τους είναι τεταμένες[10]. Βεβαίως, η ρήξη εντός του μεγαλύτερου δεξιού κόμματος των Τουρκοκυπρίων επιβεβαιώνει και την ενίσχυση ενός τουρκοκυπριακού εθνικισμού, ο οποίος παρά την αφοσίωση του στη «μητέρα πατρίδα», εντούτοις προβάλλει και την ανεξάρτητη ύπαρξη ενός τουρκοκυπριακού λαού.

Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετείται και μια άλλη σημαντική εξέλιξη. Στις 14 Ιανουαρίου 2013, ο ιδιοκτήτης του πανεπιστημίου Εγγύς Ανατολής, Σουάτ Γκιουρσέλ, έστειλε επιστολή στον Έρογλου με την οποία τον καλεί να αναλάβει ευθύνη προς την κατεύθυνση ομαλοποίησης της κατάστασης στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, το οποίο «κομματιάζεται μπροστά στα μάτια μας». Παράλληλα σημειώνει στην επιστολή ότι η «ανώτατη αρχή της Τουρκίας είναι ενοχλημένη» από τη γενική κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και υπενθυμίζει ότι η κρίση πλέον δεν είναι πολιτική, αλλά έχει κοινωνικές διαστάσεις[11].

Η κατανόηση της παρέμβασης αυτής, φαίνεται να αναδεικνύει γενικότερες τάσεις στις σχέσεις Τουρκοκυπρίων-Άγκυρας. Ο συγκεκριμένος μεγαλοεπιχειρηματίας έχει ισχυρές διασυνδέσεις με την τουρκική κυβέρνηση και είναι γνωστός για την προνομιακή μεταχείριση που είχε σε ζητήματα όπως η δημιουργία ιατρικής σχολής στο εν λόγω πανεπιστήμιο. Καθόλου τυχαία μάλιστα στο Εγγύς Ανατολής έχει δημιουργηθεί η πρώτη Θεολογική Σχολή πανεπιστημιακού επιπέδου, ενώ προγραμματίζεται και η οικοδόμηση ενός μεγάλου τζαμιού[12]. Όπως γίνεται αντιληπτό, τα συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα έχουν πολύ σημαντική θέση σε στρατηγικά ζητήματα που προωθεί η τουρκική κυβέρνηση, όπως η εκπαίδευση στα κατεχόμενα. Η παρέμβαση του συνεπώς, η οποία και μεταφέρει ευθύνες για την πολιτική-κοινωνική κρίση στην ομάδα Έρογλου, είναι καθοριστικής σημασίας για τους γενικότερους σχεδιασμούς του ΑΚΡ αναφορικά με τα κατεχόμενα.

Οι κινήσεις της αντιπολίτευσης και τα προβλήματα της Αριστεράς

Η πιο σοβαρή και ολοκληρωμένη ενέργεια από πλευράς τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, για μια ακόμη φορά έγινε από την πλευρά της Συνδικαλιστικής Πλατφόρμας. Στις 15 Ιανουαρίου 2013 αποφασίστηκε η επαναδραστηριοποίηση του Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης με τη συμμετοχή πολιτικών κομμάτων και άλλων οργανώσεων, στη βάση ενός συγκεκριμένου πολιτικού πλαισίου. Το πλαίσιο θέτει κάποια σημαντικά στοιχεία όπως η διεκδίκηση για κατάργηση των πολιτικών του οικονομικού πρωτοκόλλου, αλλά και της φιλοσοφίας του γενικότερα. Υπογραμμίζει ότι συνεχίζεται η διεκδίκηση για ομοσπονδιακή λύση στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ, ενώ γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην ανάγκη προστασίας της ταυτότητας και της προοπτικής αυτοδιοίκησης των Τουρκοκυπρίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη κινητοποίηση διαμαρτυρίας που αποφάσισε το Κίνημα πραγματοποιείται ενάντια στην πολιτική ανεξέλεγκτης παραχώρησης υπηκοοτήτων σε Τούρκους πολίτες[13]. Θα πρέπει να σημειωθεί παράλληλα, ότι η επαναδραστηριοποίηση του συγκεκριμένου κινήματος, δεν έχει σηματοδοτήσει και την επίλυση των προβλημάτων μεταξύ των διαφόρων τάσεων της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στο πως γίνεται αντιληπτός ο ρόλος της Τουρκίας στα κατεχόμενα και πιο το περιεχόμενο της πολιτικής που ακολουθεί μέσα από τα πρωτόκολλα.

Όπως έχει προαναφερθεί τα τρία μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης αποφάσισαν να ζητήσουν ξεκάθαρα τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, λόγω των αδιεξόδων που προκαλεί η «κυβέρνηση». Η σημαντική εξέλιξη στο μέτωπο της αντιπολίτευσης έγκειται στην αναζωογόνηση του διαλόγου για την προοπτική αποχώρησης τους από τη «Βουλή». Μέχρι πρόσφατα το ζήτημα της αποχώρησης αποτελούσε διεκδίκηση του Δημοκρατικού Κόμματος του Ντενκτάς και του Κοινοτικής Δημοκρατίας του Τσιακιτζί. Όμως οι μεταγραφές «βουλευτών» προς το Κόμμα Εθνικής Ενότητας ήταν μια κίνηση που έδειξε ότι η «κυβέρνηση» δεν επιθυμεί στο παρόν στάδιο πρόωρες εκλογές και συνεπώς η παρουσία σε μια «βουλή» που έχει «κλειδώσει» την έγκριση των νομοσχεδίων του τρίχρονου οικονομικού πρωτοκόλλου, δεν έχει πλέον και τόση σημασία. Εξέλιξη που επηρέασε και το Ρεπουμπλικανικό προς την ίδια κατεύθυνση.

Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό, ακόμα δεν έχει αποφασίσει επίσημα να αποχωρήσει από τη «βουλή», όμως είναι γεγονός ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα κύκλοι φιλικοί προς το κόμμα, αλλά και στελέχη του άρχισαν να διατυπώνουν αυτή την άποψη δημόσια[14]. Η συγκεκριμένη άποψη συζητείται και στις επαρχιακές συγκεντρώσεις που διοργανώνει η ηγεσία του κόμματος τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Ρεπουμπλικανικό συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπο με εσωτερικά προβλήματα, κυρίως ιδεολογικού χαρακτήρα. Η εξαγγελία παρουσίασης του οικονομικού προγράμματος του κόμματος συνοδεύτηκε από ανακοίνωση αναβολής «λόγω των προβλημάτων που προκαλεί το Κόμμα Εθνικής Ενότητας και την προσπάθεια του να αλλάξει την ημερήσια διάταξη»[15]. Όμως η πραγματικότητα βρίσκεται στο ότι το κόμμα δεν κατάφερε ακόμα να έχει μια ενιαία γραμμή σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας όπως οι ιδιωτικοποιήσεις που αναμένεται να κορυφωθούν την επόμενη περίοδο. Προβλήματα συνεχίζει να αντιμετωπίζει και στις σχέσεις του με το συνδικαλιστικό κίνημα, παρά τις προσπάθειες που έγιναν τελευταίως για μια ευρύτερη συνεννόηση.

Ο Έρογλου μονοπωλεί το Κυπριακό

Είναι γεγονός ότι το Κυπριακό δεν αποτελεί ζήτημα έντονων αντιπαραθέσεων στα κατεχόμενα, εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα. Ελάχιστες είναι οι διαφορετικές φωνές που τοποθετούνται πλέον για το ζήτημα. Σχεδόν όλοι αναμένουν το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο να διατυπώνονται αισιόδοξες προβλέψεις. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δίνει την εντύπωση ότι είναι ο μόνος που ασχολείται με το Κυπριακό. Σε δύο δημόσιες τοποθετήσεις του το τελευταίο χρονικό διάστημα υπενθύμισε τις προϋποθέσεις που θα θέσει για να αρχίσει μια νέα διαδικασία, αλλά και το περιεχόμενο της λύσης που διεκδικεί. Συγκεκριμένα σε συνέντευξη του στο πρακτορείο ΤΑΚ ανέφερε ότι ο οδικός χάρτης της τουρκικής πλευράς είναι η περίληψη χρονοδιαγραμμάτων, η δέσμευση σε διαδικασία πάρε-δώσε και η πολυμερής διάσκεψη[16]. Σημείωσε παράλληλα, ότι η έναρξη μιας νέας διαδικασίας δε σημαίνει αυτόματα και θετικό αποτέλεσμα. Σε επόμενες του δηλώσεις ξεκαθάρισε ότι η λύση δεν μπορεί παρά να κάνει αποδεχτές τις πραγματικότητες των δύο κρατών και δύο λαών, στη βάση των οποίων οι δύο λαοί θα μπορούν «να ζήσουν ειρηνικά, ο ένας δίπλα από τον άλλο»[17].

Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετούνται και οι δηλώσεις του Τουρκοκύπριου ηγέτη αναφορικά με τις προσπάθειες ενοποίησης του κυπριακού ποδοσφαίρου. Την Κυπριακή, 20 Ιανουαρίου, προειδοποίησε ότι οι συνομιλίες είναι σωστές όμως θα πρέπει να γίνει αποδεχτή η ύπαρξη της «ΤΔΒΚ»[18]. Με τις δηλώσεις του αυτές επιδίωξε να θέσει πρώτος τα όρια και εάν δεν αντιδράσει άμεσα η προοδευτική αντιπολίτευση, υπάρχει περίπτωση να το πετύχει.
Δημοσίευση στη Δέφτερη Ανάγνωση, 23.1.2013

[1] Kıbrıs Time, “Bulutoğulları’nın istifası YSK’ya ulaştırıldı”, 14.1.2013.
[2] Havadis, “İstifa geldi, LTB çöktü”, 16.1.2012.
[3] Kıbrıs Time, “Nolan: Lefkoşa Belediyesi Haziran’da seçime gidecek”, 14.1.2013.
[4] Havadis, “Siyasiler erken ve genel seçim dedi”, 15.1.2013.
[5] Kıbrıs, “Sandık temizler”, 17.1.2013.
[7] HABER KKTC, “Taçoy: Teklif haberi doğrudur”, 14.1.2013.
[8] Havadis, “Erdoğan’a eli dolu gidiyor”, 31.12.2012.
[9] Hasan Hastürer, “Durum sanıldığından ciddi…”, Havadis, 31.12.2012.
[10] Mert Özdağ, “Derin devlet mi, AKP mi?”, Yeni Düzen, 16.1.2013.
[11] Havadis, “Kurultay kavgasında YDÜ silahı çekildi”, 15.1.2013.
[12] Aysu Basri Akter, “Suat Günsel neden duruma el attı?”, Yeni Düzen, 15.1.2013.
[14] Ünal Fındık, “Erken seçim için ilk adım: Meclis’ten çekilme”, Yeni Düzen, 11.1.2013.
[15] Το κόμμα αρχικά ανακοίνωσε ότι θα δημοσιοποιούσε το οικονομικό του πρόγραμμα στις 10 Ιανουαρίου 2013. Sami Özuslu, “CTP’nin vizyon + 10’u ne?”, Yeni Düzen, 8.1.2013.
[16] Havadis, “Takvımsız olmaz”, 10.1.2013.
[17] Kıbrıs Time, “Eroğlu: Anavatansız bir KKTC, KKTC’siz bir Türkiye olmaz”, 14.1.2013.

Συνέδριο με θέμα "Το Μέλλον της Κυπριακής Εξωτερικής Πολιτικής"

 
 
 

Η προκήρυξη του τουρκοκυπριακού Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης

Το κείμενο της προκήρυξης του τουρκοκυπριακού Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης, το οποίο μοιράστηκε σήμερα στους δρόμους:

ΚΑΛΕΣΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ ΜΑΣ

Ήρθε η μέρα που οι πλατείες βροντοφώναξαν «αυτή η χώρα είναι δική μας!»…

Ήρθε η μέρα που οι δρόμοι αντιλάλησαν για ισότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη…

Ενωθήκαμε για αντίσταση, για την ύπαρξη μας, για να αποκρούσουμε τις επιβολές και να διαλύσουμε αυτή τη σάπια πολιορκία…

Ενωθήκαμε για να εμποδίσουμε κάθε είδους πολιτική διαφθορά…

Ενωθήκαμε για δικαιοσύνη, για μια δίκαιη τάξη, για ενίσχυση της εργασίας, για δημοκρατία, για πολιτική βούληση, για ισότητα, για ελευθερία, για το περιβάλλον, για την παραγωγή, για την ύπαρξη, για την ειρήνη και για μια σύγχρονη χώρα.
ΠΛΕΟΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΟΜΟ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ!

Για να εναντιωθούμε στην καταπίεση του υποταγμένου Κόμματος Εθνικής Ενότητας,

Για να απορρίψουμε όλες τις επιβολές και τις ιδιωτικοποιήσεις που έρχονται από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και από οπουδήποτε αλλού,

Για να ξαναδημιουργήσουμε τη βούληση για αυτοδιοίκηση της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας,

Για να φτάσουμε σε μια μόνιμη ομοσπονδιακή λύση προσαρμοσμένη στις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών,

Για να υπερασπιστούμε την ύπαρξη του λαού μας, για να προστατεύσουμε και να αναπτύξουμε τους όρους ζωής, για να υπερασπιστούμε τη δουλειά μας και την κοινοτική μας ύπαρξη,

Και για να δημιουργήσουμε ένα ευτυχισμένο μέλλον για όλους που ζουν στην Κύπρο,

 

ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΕΤΥΧΟΥΜΕ!

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ!
 

 Κίνημα Κοινοτικής Ύπαρξης
 
 
 
ΠΗΓΗ:

Χριστιανικό κράτος; Άκυρο…

Όπως αποκάλυψε η εφημερίδα Αφρίκα στις 10 Ιανουαρίου 2013, μια ομάδα Τουρκοκυπρίων που ζουν στις ελεύθερες περιοχές ξεκίνησε διαδικασίες δημιουργίας του «Κινήματος Τουρκοκύπριων Δημοκρατικών». Ανεξάρτητα από την μαζικότητα και την αντοχή στο χρόνο του κινήματος αυτού, η εξέλιξη αναδεικνύει αποκαλυπτικές για την Κύπρο, τάσεις και προοπτικές.

Η ονομασία και οι πολιτικοί στόχοι του συγκεκριμένου κινήματος έτσι όπως καταγράφονται στο καταστατικό του, έχουν ιδιαίτερη σημασία πέραν των τυπικών ερμηνειών. Η ελληνική μετάφραση της ονομασίας, εκ πρώτης όψεως δεν ικανοποιεί το περιεχόμενο των όρων που χρησιμοποιούνται και οι οποίοι βεβαίως έχουν πρώτιστα πολιτικο-ιδεολογικό άξονα. Το κίνημα χρησιμοποιεί την τουρκική λέξη «Cumhuriyetçiler», όρος που υπογραμμίζει την υποστήριξη προς το ρεπουμπλικανικό κράτος και όχι την ευρύτερη έννοια του δημοκρατικού ιδανικού. Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται και από το πρώτο άρθρο του καταστατικού του κινήματος, το οποίο αναφέρει ότι στόχος είναι «η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία ιδρύθηκε το 1960 από τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους που ζούσαν αρμονικά στο νησί για πολλούς αιώνες και η οποία αποτελεί το μοναδικό εχέγγυο για την κοινοτική ύπαρξη μας ως Τουρκοκύπριοι».

Επομένως τόσο η ονομασία του κινήματος, όσο και ο πρώτος πολιτικός στόχος του, παραπέμπουν ευθέως στο κράτος του 1960, δηλαδή το δικοινοτικό κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η διευκρίνηση αυτή έχει τη δική της ιστορική σημασία, αφού το υποβόσκων μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Η διεκδίκηση δεν αφορά στη δομή του κράτους μας έτσι όπως προέκυψε από τα τραγικά γεγονότα του 1963. Αντίθετα αφορά στα δικαιώματα της κοινότητας (και όχι μειονότητας) που δημιούργησε την Κυπριακή Δημοκρατία του 1960 μαζί με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Πως όμως η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η διεκδίκηση για αποκατάσταση των δικαιωμάτων της μίας από τις δύο κοινότητες, προκύπτει ως τουρκοκυπριακή διεκδίκηση έστω και σε «εμβρυακή κατάσταση»; Είναι γεγονός ότι η αποκατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με την κατάσταση πραγμάτων του 1960, δεν αποτελεί μαζικό, λαϊκό αίτημα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Οι φωνές που ακούγονται προς αυτή την κατεύθυνση από τις κατεχόμενες περιοχές είναι στο περιθώριο. Όμως το συγκεκριμένο κίνημα και το αίτημα του εμφανίζεται στα εδάφη που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται μια νέα τάση, η οποία σχετίζεται αλλά δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αριθμητική παρουσία Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές.

Έστω και πολύ μικρή, αυτή η δυναμική αντικατοπτρίζει τις συνέπειες του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού που βιώνεται στα κατεχόμενα, καθώς και της μη ομοσπονδιακής επίλυσης του Κυπριακού. Πιο συγκεκριμένα, η τάση πολιτικοποίησης και οργάνωσης Τουρκοκυπρίων μόνιμων κατοίκων των ελεύθερων περιοχών, είναι ένα από τα αποτελέσματα της απειλής που δέχεται η κοινότητα ενάντια στην κυπριακή της ταυτότητα. Παράλληλα, η τάση αυτή επιβεβαιώνει ότι η παρούσα διχοτομική κατάσταση στο Κυπριακό δεν είναι στατική. Αντίθετα, μονιμοποιείται απελευθερώνοντας δυναμικές όπως η «αυθόρμητη» διεκδίκηση αποκατάστασης της δικοινοτικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μισό της έδαφος και η ενίσχυση της «τουρκοποίησης-εξισλαμισμού» του υπόλοιπου εδάφους.

Όσο η υπάρχουσα δομή των κατεχομένων αναπτύσσεται και θεμελιώνεται εις βάρος της κοινοτικής ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων και όσο δε φαίνεται στον ορίζοντα οριστική λύση που να διασφαλίζει την Τουρκοκυπριακή κοινότητα ως ισότιμο μέρος του κυπριακού λαού, τόσο πιο έντονα αυτή θα αναζητά «δρόμο διαφυγής». Ένας από τους οποίους, αλλά όχι ο μοναδικός, είναι η διεκδίκηση μιας Κυπριακής Δημοκρατίας «ως της μοναδικής εγγύησης της κοινοτικής ύπαρξης», αλλά που θα περιορίζεται στα σημερινά εδάφη που ελέγχει. Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη αυτή θα έπρεπε να υπενθυμίσει και σε συγκεκριμένους ελληνοκυπριακούς κύκλους ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ούτε ελληνοκυπριακό, ούτε ελληνικό, ούτε χριστιανικό κράτος. Θα έπρεπε να υπενθυμίσει ότι οι χρυσαυγίτικου τύπου φωνές περί κλεισίματος των οδοφραγμάτων καθώς και η δημόσια «διαπόμπευση» Τουρκοκυπρίων που εργάζονται στις δομές του κράτους μας, δεν περιορίζουν, αλλά ενισχύουν τέτοιες εξελίξεις.

Συνεπώς, αυτά τα μικρά γεγονότα επαναφέρουν την επικαιρότητα της ανάγκης για λύση του Κυπριακού. Υπενθυμίζουν, ότι μορφές λύσης πέραν της ομοσπονδίας που αναπαράγουν την απειλή ενάντια στις δύο κυπριακές κοινότητες και την εξάρτηση τους, δεν είναι βιώσιμες. Τέτοιες εξελίξεις θέτουν επί τάπητος το αξίωμα ότι στη σημερινή φάση του Κυπριακού η συμβίωση των δύο κοινοτήτων σημαίνει τελικά και την επιβίωσή τους.

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσίευση:

http://cyprusnews.eu/nikosmoudouros/850724-2013-01-12-00-11-44.html

12.1.2013

Ημερίδα: Το Μέλλον της Κυπριακής Εξωτερικής Πολιτικής

ΠΕΜΠΤΗ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2013

 

Το συνέδριο θα διεξαχθεί στην Ελληνική γλώσσα

18:00-18:20 Xαιρετισμός

Δρ. Μάριος Ευθυμιόπουλος, Πρόεδρος Strategy International
& Εκπρόσωπος Υπουργείου Εξωτερικών Κύπρου

18:20-19:40 Session 1:
Current Challenges, Future Threats:
Chair: Dr. Marios Efthymiopoulos

Subject:
The fiscal, social and ongoing crisis, geopolitical and strategic changes, ongoing emerging regional security challenges occurring in and around the European and Middle East region and around Cyprus, requests new abilities, capacities and deliverables. More cooperation, applicability innovation and threat assessments are needed. Speakers will introduce the subject at hand on current and future challenges and will propose issues for consideration about the future of Cyprus its role to the Middle East, relations with Turkey, Israel the Arab States and the possibility of establishing Euro-Atlantic Relations.

Each Speaker: 15 minute speech. The discussion & main questions will be led by the session coordinator.

Speakers:

Representative of Mr. Anastasiadis, Tasos Mitsopoulos (MP) DISY Cyprus(TBC)
Representative of Mr. Malas, Takis Hatzigeorgiou (MEP) AKEL Cyprus
Representative of Mr. Lillikas, Michael Kontos

19:40-19:50 Break

19:50-20:50 Session 2:
Strategic Challenges. Tactical Issues, Foreign Policy
Chair: Journalist (TBC)

Subject:
The Challenges lying ahead require agile and tactically prepared countries as well as strategic Knowledge. The fiscal crisis is directed and affecting all both collectively and personally. The future of a successful foreign and security policy, national or organizational of Cyprus, depends on the specialization of goods and services. In this session we will be looking at the Future Strategic framework of foreign and security affairs around Cyprus.
Each Speaker: 12 minute speech. The discussion & main questions will be led by the session coordinator.

Speakers:

Marios Efthymiopoulos, President Strategy International
Nikos Moudouros, Advisor to the President of Cypruson Turkish Affairs
Sotiris Serbos, Assistant Professor of Politics Universityof Thrace
Zenonas Tziarras, PhD Candidate University of Warwick

20:50-21:00 Closing Remarks

-End of Conference-
 
 
 
 

Τουρκικός νεοφιλελευθερισμός σε κυπριακή διάλεκτο: Ρήξη και αντιπαράθεση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα

 

Του Νίκου Μούδουρου
Μέλους Επιστημονικού Συμβουλίου Προμηθέα

Αναζητώντας απαντήσεις γύρω από την αλλαγή που βιώνει η Τουρκοκυπριακή κοινότητα σχεδόν εννέα χρόνια μετά τα δημοψηφίσματα του 2004, ιδιαίτερα σε σχέση με την στρατηγική της κυβέρνησης της Τουρκίας, εύκολα μπορεί να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι είμαστε ενώπιον μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας. Γινόμαστε μάρτυρες της σταδιακής δημιουργίας ενός νέου πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Η συνεπής μελέτη αυτής της εξέλιξης μπορεί να βοηθήσει περαιτέρω στην κατανόηση της θέσης της Κύπρου στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Μπορεί επίσης να συμβάλει στην ανάδειξη της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με την Τουρκία, αλλά και των τουρκοκυπριακών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών πεδίων στα οποία παρεμβαίνει η Άγκυρα και προκαλεί αντιπαραθέσεις. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από την παρακολούθηση των σημερινών εξελίξεων μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα αναφορικά με τις ρήξεις και τις αντιπαραθέσεις μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Τουρκίας, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε μια προσπάθεια αναθεώρησης της σχέσης τους.

Μετά την αποτυχία λύσης του Κυπριακού στα δημοψηφίσματα του 2004 εμφανίζονται πολλές και διαφορετικές αναζητήσεις τόσο στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, όσο και στην Τουρκία. Στο σημείο αυτό ένα από τα βασικότερα στοιχεία καθορισμού των εξελίξεων σε σχέση με τις εσωτερικές δυναμικές της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ήταν η ανακήρυξη του στάτους κβο στα κατεχόμενα (της «ΤΔΒΚ») από πλευράς της κυβέρνησης Έρντογαν σε «μη βιώσιμο και μη λειτουργικό». Τρεις βασικοί άξονες φαίνεται να επηρέασαν τη συγκεκριμένη αξιολόγηση της κατάστασης στα κατεχόμενα: Από τη μια, η μαζική κινητοποίηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας υπέρ του Σχεδίου Ανάν και η σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις Ντενκτάς γέννησε ένα νέο κύμα ιδεολογικής απονομιμοποίησης του ψευδοκράτους. Από την άλλη, η επικράτηση της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης τότε, έφερε ξανά στο προσκήνιο τον προβληματικό χαρακτήρα του αποκλεισμού της κοινότητας από την παραγωγική διαδικασία και την ολοκληρωτική της εξάρτηση από την Τουρκία με τη μορφή διοχέτευσης κονδυλίων για «να πληρωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι». Ο τρίτος άξονας ήταν η μη προσαρμογή της δομής  που κυριάρχησε στα βόρεια εδάφη της Κύπρου από την εισβολή του 1974 και μετά, με τη νέα κοινωνικό-πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας.

Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Έρντογαν να προχωρήσει στο μετασχηματισμό των κατεχόμενων, ήταν μεταξύ άλλων και αποτέλεσμα της ωρίμανσης του ίδιου του τουρκικού κεφαλαίου σε σημείο που να μπορεί πλέον να καθορίζει νέες στρατηγικές και να τις εξάγει. Με λίγα λόγια, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και οι δυνάμεις που το στηρίζουν, ως οι γνήσιοι φορείς της σταθεροποίησης του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της Τουρκίας μετά την κρίση του 2001, δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη μιας δομής με «ξένο» προς αυτούς περιεχόμενο και συνεπώς «φυγόκεντρο» ως προς τη δική τους οικονομική και πολιτική εξουσία. Από ένα σημείο και μετά η δομή των κατεχομένων μετατράπηκε σε «παραφωνία» σε σχέση με τη νέα οικονομική και πολιτική δομή του «κέντρου» (Τουρκία).

Έτσι το «καθεστώς τροφίμων», όπως αντιλαμβάνεται το ΑΚΡ τους Τουρκοκύπριους, θα έπρεπε να αλλάξει και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ο πρώτος και πιο εμφανής στόχος της κυβέρνησης ΑΚΡ αναφορικά με την εσωτερική δομή της Τουρκοκυπριακής κοινότητας κατά την περίοδο που ακολουθεί τα δημοψηφίσματα το 2004, ήταν η πλήρης ανατροπή των δεδομένων που δημιούργησε η δομή του 1974 και του 1983 με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και η αντικατάστασή τους με μια «νέα τάξη πραγμάτων». Επομένως η σταδιακή διάλυση του «παλαιού στάτους κβο» συνοδεύεται τώρα από την οικοδόμηση ενός νέου[1], το οποίο φέρει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και επηρεάζει καθοριστικά όλες τις πτυχές της ζωής της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Το βαθύτερο περιεχόμενο της αλλαγής είναι ο νεοφιλελευθερισμός με τα κεντρικά του χαρακτηριστικά όπως η λεγόμενη καλή διακυβέρνηση, η δημοσιονομική πειθαρχία, η μείωση των ελλειμμάτων, η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα[2]. Η τουρκική κυβέρνηση, πέραν της ούτως ή άλλως βαθιάς αφοσίωσής της σε αυτό το μοντέλο διαχείρισης, εκμεταλλεύεται τη δομική σχέση με τα βόρεια εδάφη της Κύπρου (την παρουσία της ως κατοχική δύναμη και επομένως κυρίαρχη) και παρεμβαίνει σε όσο το δυνατό περισσότερους τομείς της οικονομίας και της πολιτικής των Τουρκοκυπρίων. Σταδιακά μετατρέπεται σε μια μορφή Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, παραχωρεί τα κονδύλια, καθορίζει τους προσανατολισμούς τους και ελέγχει την υλοποίηση των σχεδιασμών[3]. Στο μεταξύ επιδιώκει να αλλάξει και την πολιτική διαδικασία με τρόπο που να διευκολύνεται ο προαναφερθέν στόχος.

Το κυριότερο ίσως χαρακτηριστικό των τρίχρονων οικονομικών πρωτοκόλλων μεταξύ Τουρκίας και κατεχομένων, με πιο πρόσφατο αυτό της περιόδου 2013-2015, είναι η «ενοχοποίηση του κράτους», η επιδίωξη δραστικής απόσυρσής του από την οικονομία και η ενίσχυση της δραστηριότητας του ιδιωτικού κεφαλαίου που στη συγκεκριμένη σχέση είναι το τουρκικό. Έτσι ένα πολύ σημαντικό σημείο πολιτικής στο κείμενο των πρωτοκόλλων είναι η ανατροπή των μέχρι σήμερα υφιστάμενων ισορροπιών στο «δημόσιο», μέσα από τη μείωση προσωπικού και μισθών, την αύξηση των ορίων αφυπηρέτησης, αλλά και την αμφισβήτηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης[4].

Λαμβανομένης υπόψη της σχετικά καλής οργανωτικότητας του τουρκοκυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος και της πολιτικοποίησης των αιτημάτων του σε αρκετές περιπτώσεις, οι προσπάθειες αποδυνάμωσης των συντεχνιών αποχτούν πλέον στρατηγικό χαρακτήρα για το ΑΚΡ. Το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα της επίθεσης που δέχονται οι τουρκοκυπριακές συντεχνίες είναι οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον των συνδικαλιστών της συντεχνίας εργαζομένων στην τοπική αυτοδιοίκηση (BES) μετά τις κινητοποιήσεις τους στα τέλη Δεκεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα, μετά τα γεγονότα που οδήγησαν σε συλλήψεις συνδικαλιστών στις 27 Δεκεμβρίου 2012, τα στελέχη της συντεχνίας κατηγορήθηκαν για «παράνομη σύναξη-συγκέντρωση» για την οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα χρόνο, καθώς και για «ανταρσία-στάση» για την οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 χρόνια[5]. Αυτές οι δύο κατηγορίες δεν λειτούργησαν σε παρόμοια γεγονότα κινητοποιήσεων και διαμαρτυριών εδώ και κάποιες δεκαετίες. Συνεπώς η επίθεση αυταρχικότητας που δέχεται το τουρκοκυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα, αποτελεί σοβαρή ένδειξη του γενικότερου χαρακτήρα των μέτρων που θα ακολουθήσουν στην πορεία μετασχηματισμού.   

Ένα δεύτερο σημείο της στρατηγικής στο πρόγραμμα που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση είναι η ανάπτυξη των ιδιωτικοποιήσεων και παράλληλα η επιβολή των συνθηκών εργασίας του ιδιωτικού τομέα ως του βασικού κανόνα και γνωρίσματος γενικά των εργασιακών σχέσεων[6]. Η προσπάθεια αυτή γίνεται με βασικό φορέα το τουρκικό κεφάλαιο, το οποίο κάνει πιο έντονη την παρουσία του μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις. Όπως είναι γνωστό οι τουρκοκυπριακές αερογραμμές και το αεροδρόμιο της Τύμπου έχουν ιδιωτικοποιηθεί, ενώ άρχισε και η διαδικασία πώλησης της αρχής ηλεκτρισμού. Μάλιστα η περίπτωση της αρχής ηλεκτρισμού είναι χαρακτηριστική του εξαναγκασμού της εν λόγω αρχής σε πώληση. Χαρακτηριστικά από την 1η Ιανουαρίου του 2011 οι οφειλές προς τον συγκεκριμένο οργανισμό από «κρατικά» τμήματα, δημαρχεία, πανεπιστήμια και τζαμιά είναι 311 εκατομμύρια τουρκικές λίρες (περίπου 115 εκατομμύρια ευρώ). Την ίδια στιγμή στον προϋπολογισμό του «κράτους» για πληρωμές προς την αρχή για το 2013, αντί των 43 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών που αξίζει η κατανάλωση των «κρατικών» τμημάτων προβλέπεται η παραχώρηση μόνο 24 εκατομμυρίων[7]. Έτσι η αρχή ηλεκτρισμού μπορεί να παρουσιαστεί πιο εύκολα ως χρεοκοπημένη και ζημιογόνα.  

Η «ειρωνεία της ιστορίας» στην υπόθεση σταθεροποίησης του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού των κατεχομένων, έγκειται στο γεγονός ότι το ΑΚΡ προκρίνει την μετατροπή του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (UBP) ως του βασικού τουρκοκυπριακού φορέα της εν λόγω αλλαγής. Δηλαδή η αναζήτηση του πολιτικού Ισλάμ ως προς το ποια δύναμη θα μιλήσει την κυπριακή διάλεκτο του τουρκικού νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνεται στο κόμμα εκείνο που από το 1976 και μετά ήταν ο στυλοβάτης της οικοδόμησης του «παλαιού καθεστώτος». Το σημαντικό στην πιο πάνω αντίφαση εξάγεται κυρίως από την «αναγκαιότητα» για μετασχηματισμό και του ίδιου του πολιτικού-κομματικού φορέα[8]. Σήμερα το μεγάλο κόμμα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης με δύο βασικά μέτωπα: Από τη μία είναι ο ανταγωνισμός εξουσίας μεταξύ πρωταγωνιστών. Από την άλλη όμως είναι η μάχη που διεξάγεται για την προσαρμογή ή την σύγκρουση με το νέο καθεστώς που δημιουργείται. Συμπληρωματικό στοιχείο στις πιο πάνω διαδικασίες είναι και ο «εισαγόμενος» θρησκευτικός συντηρητισμός από την Τουρκία, ο οποίος εκφράζεται μέσα από την αύξηση των τζαμιών και των ισλαμικών οικοδομικών συγκροτημάτων, την ενίσχυση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, μέχρι και την εμφάνιση των λεγόμενων συντηρητικών ξενοδοχείων που στοχεύουν στην ενθάρρυνση του «εναλλακτικού τουρισμού» των πιστών Μουσουλμάνων.    

Συμπερασματικά λοιπόν, αυτή η περίοδος αναδεικνύει νέα ερωτήματα σε σχέση με τις αντιπαραθέσεις που ακολουθούν. Ενώ το οικονομικό σκέλος του μετασχηματισμού ολοκληρώνεται με την εφαρμογή των τρίχρονων πρωτοκόλλων, το πολιτικό και ιδεολογικό του σκέλος χαρακτηρίζονται από ρήξεις. Η εσωτερική αντιπαράθεση στο UBP δε φαίνεται να έχει εύκολο τέλος, αλλά αντίθετα να αφήνει πίσω της «πληγές». Παράλληλα, η προσπάθεια εξισλαμισμού του δημόσιου χώρου βρίσκει στο παρόν στάδιο ισχυρές αντιστάσεις. Όμως είναι γεγονός ότι η αντιπολίτευση αυτή τη στιγμή δε χαρακτηρίζεται από την υιοθέτηση ενός συνολικού εναλλακτικού προγράμματος. Δεν έχει απαντήσει ακόμα με ολοκληρωμένο τρόπο στα ερωτήματα που προκύπτουν από το μεγάλο θέμα της αναθεώρησης των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία. Επιπρόσθετα, παρά τον διάλογο που υπάρχει κυρίως μεταξύ των πολιτικών κομμάτων της ευρύτερης Αριστεράς και του συνδικαλιστικού κινήματος, οι διάφορες τάσεις στην τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση δεν κατάφεραν να φτάσουν σε κοινές πολιτικές θέσεις που να αγγίζουν και το βασικότερο όλων: την επίλυση του Κυπριακού. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση των αντιπαραθέσεων στα πιο πάνω πεδία και με δεδομένη την κυρίαρχη θέση της Τουρκίας, θα πρέπει να αναμένεται ότι και το 2013 θα είναι χρονιά κινητικότητας ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο βαθμός έντασης και το περιεχόμενο θα επηρεαστούν και από τις εξελίξεις στο Κυπριακό.   

 

11 Ιανουαρίου 2013
 
 

Δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας
http://www.inep.org.cy/index.php/en/forums/kypriako/352/#352


[1] Emine Tahsin, “Kuzey Kıbrıs’ta ‘yeni statüko’ya doğru”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.
[2] Mertkan Hamit, “Alternatif Ekonomi için Düşünmek”, Gaile, Τεύχος: 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[3] Umut Bozkurt, “KKTC’nin IMF’si, vahşi kapitalizm ve beslemeleri”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.
[4] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[5] Cemre İpçiler, “Polis’in yeni keşfi”, www.yargilaniyoruz.org, 3.1.2013. Είσοδος στις 7.1.2013.
[6] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[7] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[8] Emine Tahsin, “Kuzey Kıbrıs’ta ‘yeni statüko’ya doğru”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.

Η Τουρκία το 2013… με το βλέμμα στο 2014

Σχεδόν όλοι οι πολιτικοί και οικονομικοί πρωταγωνιστές στην Τουρκία σχεδιάζουν τους επόμενους κεντρικούς τους στόχους στη βάση του σεναρίου ότι το 2014 Πρόεδρος της χώρας θα είναι ο Ταγίπ Έρντογαν. Το συγκεκριμένο σενάριο βέβαια λαμβάνει υπόψη μια πολύ σημαντική παράμετρο για ολόκληρη την σύγχρονη τουρκική ιστορία που δεν είναι άλλη από την πιθανότητα μετάβασης σε προεδρικό ή ημιπροεδρικό σύστημα.

Η συνέχιση των συζητήσεων για το νέο Σύνταγμα της Τουρκίας θα καταδείξει σύντομα εάν τελικά θα υλοποιηθεί ο διακηρυγμένος στόχος του κυβερνώντος ΑΚΡ για προεδρικό σύστημα. Όμως είναι γεγονός ότι με ή χωρίς συνταγματικές αλλαγές, η πιθανότητα εκλογής στο προεδρικό αξίωμα ενός πολιτικού όπως ο Έρντογαν και μάλιστα με απευθείας εκλογή από το λαό (για πρώτη φορά), αποτελεί εξέλιξη μιας «ντε φάκτο» συγκέντρωσης περισσότερων εξουσιών στο πρόσωπό του. Αποτελεί παράλληλα μια δυναμική περαιτέρω εγκαθίδρυσης του συντηρητισμού που διέπει αυτή τη στιγμή το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ.

Με βάση τις εξελίξεις του έτους που πέρασε, το σημείο καμπής για υλοποίηση των στόχων του ΑΚΡ αναφορικά με το πολιτειακό σύστημα της χώρας, δεν είναι η χρονιά των προεδρικών εκλογών, αλλά το 2013. Φαίνεται ότι ο χρόνος που μόλις αρχίζει, μπορεί να καθορίσει πολλά στην Τουρκία, ίσως και για την επόμενη δεκαετία.

Σε πρώτο πλάνο μπαίνει η οικονομική κατάσταση. Έστω και αν δημοσίως δεν έχουν εκφραστεί οι όποιες ανησυχίες από τον Πρωθυπουργό, εντούτοις γίνεται αντιληπτό ότι οι παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις απασχολούν έντονα την τουρκική κυβέρνηση. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας συνεχίζουν να είναι θετικοί, με σαφέστατη μείωση, ενώ το «αιώνιο πρόβλημα» της ανεργίας συνεχίζει να δημιουργεί τις προοπτικές φυγόκεντρων δυναμικών. Σε αυτό το επίπεδο καταγράφεται μια πρώτη κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία μέχρι στιγμής δεν αντικατοπτρίζεται στα ποσοστά στήριξης της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις μηνιαίες έρευνες του ΑΚΡ, το κυβερνών κόμμα συνεχίζει να συγκρατεί ποσοστά της τάξης του 50% και χωρίς καμιά αντιπολιτευτική κίνηση αξίας μέσα από την Εθνοσυνέλευση. Ο Έρντογαν όμως γνωρίζει καλά ότι πιθανές οικονομικές ανατροπές και αστάθεια θα αντικατοπτριστούν αρνητικά στην πορεία του προς τον προεδρικό θώκο.

Σε ένα δεύτερο πλάνο, το 2013 θα καθορίσει πολλά και για το Κουρδικό. Ήδη το 2012 μπορεί να καταγραφεί ως η χρονιά που το ένοπλο και πολιτικό κουρδικό κίνημα επιδίωξε και εν πολλοίς κατάφερε να συγκρατήσει την κοινωνική του στήριξη εντός Τουρκίας. Το κουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας πήρε ήδη τη θέση του ως ο ισχυρότερος αντίπαλος της κυβέρνησης Έρντογαν. Την ίδια στιγμή οι Κούρδοι φαίνεται να επεκτείνουν την πολιτική τους επιρροή σε μια ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής μέσα από ανακατατάξεις σε Συρία και Ιράκ. Σε αυτό το πλαίσιο δε θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι μεγάλο κομμάτι της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά το 2013 θα έχει στο επίκεντρό του, τους τρόπους αντιμετώπισης του αυξανόμενου ρόλου των Κούρδων στην περιοχή σε συνδυασμό με την έναρξη «ανεπίσημων» συνομιλιών με τον ιστορικό ηγέτη του ΡΚΚ, Αμπντουλλάχ Οτζαλάν. Το τέλος αυτής της διαδικασίας θα σηματοδοτηθεί με την βούληση (ή όχι) του ΑΚΡ για αποδοχή περισσότερης αυτονομίας των κουρδικών περιοχών.

Φυσιολογικά, στο μεγάλο κάδρο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής για το 2013 μπαίνει και το Κυπριακό. Η ευρύτερη στρατηγική του ΑΚΡ τα τελευταία χρόνια θέτει στο επίκεντρό της την αλλαγή του στάτους κβο σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένο που επηρεάζει συνολικά και το πολιτικό μας πρόβλημα. Οι γενικότερες ανακατατάξεις στην περιοχή, αλλά και οι εξελίξεις που αναμένονται στον διαφοροποιημένο πλέον άξονα Τουρκίας-Ε.Ε, δημιουργούν και τις δυναμικές κινητικότητας της Τουρκίας στο Κυπριακό πρόβλημα.

Η κινητικότητα θα αυτή φαίνεται καταρχήν να σημειώνεται σε δύο άξονες: Ο πρώτος είναι το τραπέζι των συνομιλιών. Εδώ η Άγκυρα επιδιώκει την επισημοποίηση μιας νέας διαδικασίας με χρονοδιαγράμματα και διευρυμένες συνομιλίες που να εγγυούνται την αλλαγή των ισορροπιών με βάση την κατάσταση Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα θα πρέπει να αναμένεται εντατικοποίηση της πίεσης για «σκέψεις εκτός πλαισίου» με το επιχείρημα ότι η ομοσπονδία συζητείται για δεκαετίες χωρίς αποτέλεσμα. Ο δεύτερος άξονας είναι το ίδιο το κυπριακό έδαφος. Σε αυτό το σημείο, θα υπάρξει εντατικοποίηση στην αναβάθμιση των υποδομών των κατεχομένων, ενώ θα επιδιωχθεί η σταθεροποίηση της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού των δομών μέσα από το νέο τρίχρονο πρωτόκολλο 2013-2015. «Αστάθμητος παράγοντας» θα είναι για μια ακόμη φορά οι αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης και το αποτέλεσμα πιθανής πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Δηλαδή ένας παράγοντας, η επιρροή του οποίου δε θα πρέπει να υποτιμηθεί στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσίευση στην CyprusNews.eu, 7 Ιανουαρίου 2013
http://cyprusnews.eu/nikos-moudouros/832776—-2013—–2014—-.html

«Χαιρετίσματα στον Χριστόφια από τους δημοτικούς υπαλλήλους μας»

afrika logosuΑΦΡΙΚΑ, 4.1.2012

Άρθρο Şener Levent:

Είσαι ενήμερος, σύντροφε Χριστόφια;

Οι δημοτικοί υπάλληλοι μας θέλουν να σε επισκεφθούν.

Δεν φτάνουν τα δικά σου…

Τώρα θα σου φορτώσουν και τα δικά τους…

Κι αν θελήσουν να’ ρθουν, δεν μπορείς να τους το αρνηθείς…

Δεν είσαι ο Πρόεδρος ολόκληρης της Κύπρου; Ο Πρόεδρος όλων μας;

Πρέπει να τους αγκαλιάσεις κι αυτούς…

Εξάλλου, με κάθε ευκαιρία δεν διαλαλείς ότι «και οι Τ/κοι είναι συμπολίτες μας»;

Η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά δεν το θεωρώ αρκετό, αλλά σκέφτομαι «κάτι είναι κι αυτό».

Όταν όμως συγκρίνω (τα δικά σου λόγια) με τα λόγια του Αρχιεπισκόπου ότι «Είμαστε ένα χριστιανικό κράτος», τότε μπορώ να πω, ότι είναι σαν το τριαντάφυλλο…

Αν όμως έλεγες ότι «Οι Τ/κοι είναι συνεταίροι αυτού του κράτους», θα ήταν καλύτερα.

Μην ανησυχείς…

Καταλαβαίνω τη στάση σου…

Δεν θέλεις να ανοίξεις το Κουτί της Πανδώρας…

Ωστόσο, λίγο προτού εγκαταλείψεις το θώκο σου, μπορείς να κάνεις μια τελευταία κίνηση προβαίνοντας στην πιο πάνω δήλωση…

Η τελευταία σου δήλωση μπορεί να είναι η ακόλουθη: «Τέλος στην κατοχή, ζήτω η συνεταιρική Δημοκρατία του 1960».

***

Ας μην μακρηγορήσω…

Έχεις χαιρετίσματα από τους δημοτικούς υπαλλήλους μας…

Αν είναι γραφτό τους, θα έρθουν να σε δουν…

Δεν ξέρω αν σε έχουν ήδη ενημερώσει γραπτώς ή διαβίβασαν το αίτημα τους μέσω κάποιας άλλης οδού…

Όμως, αυτό ανακοίνωσαν χθες (ότι θα έρθουν να σε δουν)…

Να το ξέρεις…

Το βόρειο τμήμα της Λευκωσίας είναι εδώ και μήνες άνω κάτω…

Δεν έμεινε ούτε δήμος ούτε ξεδήμος…

Ήχησαν οι σειρήνες της χρεωκοπίας…

Όλα έπιασαν πάτο…

Ζούμε μέσα στα σκουπίδια…

Είναι και ο μπελάς του ηλεκτρισμού…

Είναι και οι υπάλληλοι της ηλεκτρικής…

Διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε όσους δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς…

Μεταξύ των οποίων και τα δημαρχεία…

Έκοψαν και τον οδικό φωτισμό…

Παντού σκοτάδι…

Μαύρα κατάμαυρα, πίσσα…

***

Από τη μια σκουπίδια, από την άλλη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και από την άλλη η διακοπή υδροδότησης…

Οι απεργούντες άρχισαν να κόβουν και το νερό…

Ακόμα και οι νεκροί μας είναι επί ξύλου κρεμάμενοι…

Ακόμα και αυτούς δεν τους θάβουν…

Τη δουλειά της ταφής ανέλαβε το τμήμα θρησκευτικών υποθέσεων…

Έτσι έχουν τα πράγματα αγαπητέ σύντροφε…

Σας τα γράφω τόσο καιρό , αλλά δεν με πιστεύετε…

Εσείς μας φορτώσατε το μπελά της κατοχής στην Κύπρο, αλλά εμείς πληρώνουμε το τίμημα…

Εγκαταλείψατε τους καημένους Τ/κους αδελφούς σας στο έλεος του κατακτητή στην κατεχόμενη περιοχή και εσείς μαζευτήκατε στις ελεύθερες περιοχές…

Ωχ αμάν ωχ…

Εσείς ελεύθεροι…

Εμείς αιχμάλωτοι…

Αυτό, χωρά να γραφτεί σε βιβλίο;

***

Εν πάση περιπτώσει…

Δεν υπάρχει νόημα να σκαλίζουμε αυτή την πληγή κάθε τρεις και λίγο…

Όμως δεν θέλω κατ’ ουδένα λόγο να νομίζουν ότι εμείς είμαστε σε καλύτερη μοίρα, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι Ε/κοι αδελφοί μας…

Ποτέ η κατάσταση στο βορρά δεν ήταν καλύτερη από αυτήν στο νότο…

Εξάλλου και δεν μπορούσε να είναι…

Ο κατακτητής λαξεύει τα πάντα στα μέτρα του…

Αυτά που του περισσεύουν τα δίνει σε μας σαν μάννα εξ’ ουρανού…

Εμείς το πολύ-πολύ είμαστε μόνο το παχύ του έντερο…

Η αλήθεια είναι ότι ενθουσιάστηκα όταν άκουσα πως οι δημοτικοί μας υπάλληλοι θα έρθουν κοντά σου…

Όμως όταν διάβασα πιο προσεκτικά τα όσα είπαν, έχασα τον ενθουσιασμό μου…

Θα έρθουν, αλλά υπάρχουν προϋποθέσεις…

Εάν μέχρι και σήμερα η δική μας κυβέρνηση δεν επιλύσει τα προβλήματα τους, τότε και μόνο θα έρθουν σε σένα…

Εδώ και τέσσερις μήνες δεν μπορούν να πληρωθούν τους μισθούς τους…

Εδώ και πέντε-έξι χρόνια δεν τους καταβάλλονται οι κοινωνικές ασφαλίσεις…

Εάν η κυβέρνηση επιλύσει σήμερα τα προβλήματα τους, δεν θα έρθουν κοντά σου…

Εάν δεν επιλυθούν, θα έρθουν…

Καταλαβαίνεις δηλαδή…

Η απειλή ότι θα αποταθούν σε σένα, ίσως βοηθήσει για να γίνει η δουλειά τους!

Σκέψου…

Πως καταντήσαμε…

Δηλαδή εάν η κατοχική κυβέρνηση λύσει τα προβλήματα μας, τότε δεν υπάρχει θέμα, εάν δεν τα επιλύσει, τότε δεν την αναγνωρίζουμε. Αναγνωρίζουμε εσένα!

Με τι μοιάζει αυτό; Ξέρεις;

Με το άνοιγμα της σημαίας της ΤΔΒΚ  στην κερκίδα των οπαδών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στο παιχνίδι ΑΠΟΕΛ-ΟΜΟΝΟΙΑ…

Ξέρω και στο νότο κάποτε συμβαίνουν τέτοια περιστατικά…

Κάποιοι που νοιώθουν αδικημένοι και δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους, λένε ότι θα αποταθούν στο βορρά και θα ζητήσουν βοήθεια…

Μην δίνεις σημασία…

Εμείς οι Κύπριοι πάντοτε έτσι ήμασταν …

Όμως εάν τελικά έρθουν σε’ σένα πες τους:

-Δεν τίθεται θέμα για να γλιτώσει μοναχά ο ένας…Ή όλοι μαζί ή κανένας μας!

Ο Έρντογαν, ο Σουλεϊμάν και οι Αυτοκρατορίες

Αντιδρώντας για μια ακόμη φορά έντονα εναντίον της τηλεοπτικής σειράς «Ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας», ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας είπε ότι η συγκεκριμένη σειρά «ισχυρίζεται ότι η ιστορία μας αποτελείται από πόλεμους, σπαθιά, ίντριγκες, εσωτερικές συγκρούσεις και από χαρέμια». Ο θυμός του Έρντογαν σε μια ταινία που περιγράφει την εξουσία του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, δεν είναι απλά μια αντίδραση της στιγμής. Δεν είναι μια έκφραση ενός οξύθυμου πολιτικού, αλλά μια συνειδητή ιδεολογική ενέργεια, ικανή να μας προβληματίσει για τις μεγάλες αλλαγές που βιώνει η Τουρκία. Αντιδράσεις αυτού του περιεχομένου δείχνουν το σημερινό στάδιο ανάπτυξης της χώρας, στο οποίο μια συγκεκριμένη τάξη πραγμάτων μπορεί να παράγει τα δικά της «οράματα», επιβάλλοντας τα ως εθνικά και καθιστώντας τα ως κομμάτια της στρατηγικής της στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Έρντογαν φέρνει στο προσκήνιο του δημόσιου χώρου την οθωμανική ιστορία και μάλιστα εξιδανικεύοντας την. Στις αντιδράσεις του μπορούμε να εντοπίσουμε πολιτικές αλλαγές, οι οποίες «συμβολικά» αναδεικνύουν το οθωμανικό παρελθόν για να εκφράσουν ένα νέο είδος πολιτικής ηγεμονίας. Στη βάση αυτής της πολιτικής, βρίσκεται η διεκδίκηση για μεγιστοποίηση της επιρροής της χώρας σε ένα ιδιαίτερο γεωπολιτικό χώρο. Πολλοί ονομάζουν αυτή τη διαδικασία ως νέο-οθωμανισμό. Το περιεχόμενο αυτού του όρου δεν είναι συγκεκριμένο, ενώ μια πιο προσεκτική μελέτη αποδεικνύει ότι η Τουρκία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) δεν επιδιώκει την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις γνωστές επεκτατικές πολιτικές. Αντίθετα, το «όραμα» της κυβέρνησης Έρντογαν επικεντρώνεται στην ανάδειξη της Τουρκίας ως ηγέτιδας δύναμης σε ένα ιδιαίτερο χώρο, τον οποίο η ίδια θα ομογενοποιήσει και θα εντάξει στη νεοφιλελεύθερη αγορά.

Σύμφωνα με τον Έρντογαν, η Τουρκία ως μέλος των G-20 συμμετέχει στον οικονομικό σχεδιασμό του πλανήτη και επομένως «είναι μεγάλη χώρα που πρέπει να διαθέτει μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Άρα η αποστολή που σχεδιάζει για τη χώρα του ο Έρντογαν είναι αυτή της εγγυήτριας της σταθερότητας, της ομογενοποίησης, αλλά και της συνεχούς εμπορευματοποίησης μιας γεωγραφίας για την οποία το ΑΚΡ αναπαράγει τους ιστορικούς δεσμούς ως αποτέλεσμα του οθωμανικού παρελθόντος. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής για καθιέρωση της Τουρκίας ως ένα «εμπορικό κράτος», κορυφώνεται παράλληλα και μια διαδικασία «εκπολιτισμού» του ισλαμικού κόσμου. Δηλαδή κορυφώνεται η στρατηγική εκείνη που στοχεύει στην πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση ενός μέρους του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου με την ενεργοποίηση των παραδοσιακών αξιών (όπως η θρησκεία) και με στόχο την ενσωμάτωση στη νεοφιλελεύθερη αγορά.

«Η άλωση, μια έννοια που χρησιμοποιείται, δεν είναι μια πρωτοβουλία κατάκτησης εδαφών με πόλεμο και αποκεφαλισμούς. Αντίθετα η άλωση είναι μια πρωτοβουλία να ανοίξει η καρδιά πριν από την πύλη. Η έννοια της άλωσης είναι η μεταφορά ενός πολιτισμού, του πολιτισμού της αγάπης σε μακρινά εδάφη…». Αυτός ο εξιδανικευμένος τρόπος με τον οποίο ο Έρντογαν παρουσιάζει την οθωμανική ιστορία και που ταιριάζει πλήρως με την ακολουθούμενη πολιτική του ΑΚΡ, είναι ιδιαίτερα προβληματικός. Η αντίληψη περί αυτοκρατοριών που υπήρξαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και συνύπαρξης πληθυσμών είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν κυριάρχησε χωρίς όπλα και χωρίς την υποταγή των λαών. Είτε πρόκειται για αυτοκρατορίες της Ανατολής, είτε πρόκειται για αυτοκρατορίες της Δύσης, είτε αναφερόμαστε σε αυτοκρατορίες παραδοσιακές, είτε σε αποικιοκρατίες, η επέκταση της επιρροής τους δεν ήταν αποτέλεσμα της μεταφοράς «του πολιτισμού της αγάπης».

Επομένως η επίκληση ενός αυτοκρατορικού παρελθόντος, εμπεριέχει αυταρχικές βλέψεις και αντιλήψεις, οι οποίες με τη σειρά τους απονομιμοποιούν τις όποιες προσπάθειες περί «ήπιας δύναμης». Το ΑΚΡ σήμερα, ακριβώς λόγω των αυτοκρατορικών εκφάνσεων που προκαλεί το στάδιο ανάπτυξης της Τουρκίας, δεν μπορεί να εμφανίζεται ως διεκδικητής δημοκρατίας στην περιοχή. Και στο σημείο αυτό είναι που ξεδιπλώνεται σταδιακά η πτυχή της «σκληρής δύναμης» της πολιτικής του. Το κουρδικό και η συριακή κρίση, αποτελούν ίσως τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.  

Νίκος Μούδουρος

Ενημερωτικό Δελτίο Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας

Τεύχος 4, Ιανουάριος 2013
http://www.inep.org.cy/index.php/gr/
 

3.1.2013