Η σημασία του καλέσματος Οτσαλάν προς κατάπαυση του πυρός από το PKK
Πως μπορεί ένα κείμενο που δεν ξεπερνά τις 350 λέξεις να αποτελέσει ιστορικό ορόσημο; Μπορεί εφόσον αποτελεί το απόσταγμα μιας μεγάλης διαδικασίας αναζητήσεων που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια. Ένα τέτοιο κείμενο είναι το γνωστό κάλεσμα του Αμπντουλλάχ Οτσαλάν, το οποίο δημοσιεύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2025 υπό τον τίτλο «Κάλεσμα Ειρήνης και Δημοκρατικής Κοινωνίας».
Μέσα σε 350 λέξεις, ο φυλακισμένος ηγέτης των Κούρδων κατάφερε να συμπυκνώσει τόσο την ιστορία των ένοπλων συγκρούσεων στην Τουρκία όσο και τη βασική κατεύθυνση που πρέπει να έχει το επόμενο στάδιο των πολιτικών διεκδικήσεων του κουρδικού κινήματος. Είναι γεγονός ότι το επίκεντρο της προσοχής των ΜΜΕ διεθνώς και στην Τουρκία προσανατολίστηκε στην απόφαση του Οτσαλάν να καλέσει σε πλήρη αφοπλισμό και αυτοδιάλυση την οργάνωση που ο ίδιος δημιούργησε το 1978.
Πολλοί μελετητές της Τουρκίας έχουν, εδώ και χρόνια, παρατηρήσει και καταγράψει τον έντονο τρόπο που η εξωτερική πολιτική της χώρας μετατράπηκε σε ζήτημα καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό της. Στις περισσότερες αναλύσεις επί του θέματος υπογραμμίζεται μάλιστα ότι ο βαθμός ενδιαφέροντος και αντιπαράθεσης που παρουσιάζεται για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης Ερντογάν, δεν έχει εμφανιστεί στην πρόσφατη ιστορία της Τουρκίας. Η αλλαγή αυτή είναι όντως πραγματική. Ωστόσο δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά και μόνο στην εργαλειοποίηση της εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση Ερντογάν και των συμμάχων του για εκλογικό ή πολιτικό όφελος. Χωρίς βεβαίως να αποκλείεται αυτή η διάσταση, είναι γεγονός η εικοσαετία της εξουσίας του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έχει αφήσει πλέον το στίγμα της ως μια περίοδος με την πλέον έντονη αναζήτηση για στρατηγική αυτονομία και μετατροπή της Τουρκίας σε μια περιφερειακή δύναμη. Η πολιτική επιμονή του Ερντογάν για περιφερειακή και όχι μόνο ενίσχυση της χώρας του, μοιραία ανέδειξε σταδιακά τον τομέα της διπλωματίας και των διεθνών σχέσεων σε δομικό κομμάτι της καθημερινής πολιτικής δραστηριότητας κυβέρνησης και αντιπολίτευσης.
Οι συμβολισμοί παίζουν ρόλο στην πολιτική διαδικασία εάν και εφόσον μπορούν σε μια δεδομένη στιγμή να αντικατοπτρίσουν την πραγματικότητα και την ουσία. Έστω και αν το επίπεδο των συμβολισμών τις πλείστες των περιπτώσεων συμπεριλαμβάνει υπερβολές, εντούτοις μπορεί να αφήσει τουλάχιστον υπόποιες για κάποιες στοχεύσεις. Στην περίπτωση της επίσκεψης του επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας, Ιμπραχίμ Καλίν στη Δαμασκό στις 12 Δεκεμβρίου 2024, η γνωστή φωτογραφία του ως συνοδηγός του Μοχάμεντ αλ Τζολάνι, υπηρέτησε έστω και ασυνείδητα τη λειτουργία ενός συμβολισμού πολιτικών στόχων. Στη μετά Άσαντ εποχή, η Άγκυρα διεκδικεί από τη θέση του «συνοδηγού» να καθοδηγήσει τον «οδηγό» της νέας εξουσίας στη δύσκολη διαδρομή. Στο παρόν στάδιο η κυβέρνηση Ερντογάν επιλέγει να προειδοποιήσει για τις κακοτοπιές και να δείξει στο νέο πολιτικό άρχοντα της Δαμασκού το δρόμο της καθιέρωσης του. Με αυτό τον τρόπο θέλει να εισπράξει την επιβεβαίωση αυτού που στο μέσω του συριακού εμφύλιου την προηγούμενη δεκαετία επαναλάμβανε φορτικά ο Ερντογάν. Ότι δηλαδή η Συρία είναι πάνω απ΄όλα «τουρκικό θέμα». Συνεπώς, ανεξαρτήτως τελικού αποτελέσματος, η Άγκυρα δεν επιδιώκει μόνο να «δικαιωθεί» για την επιλογή να εφαρμόσει πολιτική αλλαγής καθεστώτος στη Συρία. Πολύ περισσότερο θέλει μέσα από την νομιμοποίηση αυτή να καθιερωθεί ως η δύναμη που θα έχει τον πλέον καθοριστικό ρόλο στους μελλοντικούς προσανατολισμούς του νέου καθεστώτος στη Δαμασκό.
Το εάν τελικά η Τουρκία του Ερντογάν θα γίνει ο μεγάλος αδερφός – προστάτης της «Συρίας ενός Αλ Τζολάνι», εξαρτάται από πάρα πολλούς και σύνθετους παράγοντες. Δεν είναι μια προοπτική δεδομένη, αλλά δεν είναι σίγουρα και εντελώς απομακρυσμένη. Η όντως υπερβολική και σε μερικές περιπτώσεις έξαλλη προώθηση αυτής της προοπτικής από το σύνολο του φιλοκυβερνητικού Τύπου στην Τουρκία, δεν εμφανίστηκε στο κενό. Αντίθετα βασίζεται σε κάποιες υλικές πραγματικότητες στα συριακά εδάφη. Οι πραγματικότητες αυτές φυσικά δεν είναι στατικές, ωστόσο παίζουν το δικό τους ρόλο στο πως δομείται η παρουσία της Τουρκίας εντός Συρίας και στο πως διαμορφώνονται οι δομές εξουσίας στις οποίες η Άγκυρα θέλει να κρατήσει την επιρροή της. Θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε την υλική και πολιτική παρουσία της Τουρκίας εντός Συρίας σε τέσσερις βασικούς άξονες: Στρατιωτικό, πολιτικό, οικονομικό, αλλά και δημογραφικό άξονα.
Πόστερ από την εκστρατεία αλληλεγγύης προς το δημοσιογράφο Αλί Κισμίρ, την οποία διοργανώνουν η Ένωση Τουρκοκύπριων Δημοσιογράφων και η Συντεχνία Εργαζόμενων Τύπου.
«Το όνομα του χώρου στον οποίο η Άγκυρα κάλεσε κάποιους βουλευτές του UBP για να προσαρμόσει την πολιτική μας μπορεί να ονομάζεται «Λευκός Οίκος». Αλλά η θέση στην οποία έχει φέρει την πολιτική μας είναι προφανώς «οίκος ανοχής»!…» Το σύντομο αυτό απόσπασμα από το κείμενο του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου Αλί Κισμίρ που γράφτηκε το 2020, ήταν η βασική αφορμή για την κατηγορία της «προσβολής και δυσφήμισης της ηθικής προσωπικότητας και υπόστασης της Διοίκησης των Δυνάμεων Ασφαλείας της ΤΔΒΚ». Με λίγα λόγια ο Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος κατηγορείται ότι με το κείμενο του ταπείνωσε και υποτίμησε τον τουρκικό στρατό στα κατεχόμενα. Η δίκη του Αλί Κισμίρ συνεχίζεται από τις 26 Νοεμβρίου 2024 και αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης 10 ετών. Η δικαστική δίωξη ξεκίνησε μετά από την κατάθεση καταγγελίας από τον τότε διευθυντή του «Λευκού Οίκου» συνταγματάρχη Τζενγκίζ Ντογάν και όπως γίνεται κατανοητό επικεντρώθηκε στη φράση «οίκος ανοχής». Έστω και αν αυτή τη στιγμή η κατηγορούσα αρχή επιδιώκει να καταδικάσει το δημοσιογράφο γιατί εμμέσως περιέγραψε το στρατό ως «μπουρδέλο», είναι γεγονός ότι η υπόθεση διατηρεί εξαιρετικά σημαντικές πολιτικές διαστάσεις. Αυτές αφορούν τόσο στο πρόσφατο παρελθόν των σχέσεων της Τουρκίας με την τουρκοκυπριακή κοινότητα γενικά, όσο και στον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιδιώκει σήμερα να επιβάλει νέες μορφές μετασχηματισμού της πολιτικής ζωής των Τουρκοκυπρίων.
Μεταφρασμένο το κείμενο του Τουρκοκύπριου δημοσιογράφου και ακτιβιστή Ali Kışmır για το οποίο διώκεται δικαστικά με την κατηγορία της «προσβολής και δυσφήμισης της ηθικής υπόστασης και προσωπικότητας των Δυνάμεων Ασφαλείας» (του τουρκικού στρατού). Κινδυνεύει με 10 χρόνια φυλάκιση. Γράφτηκε το 2020 στη διάρκεια της εκστρατείας για την εκλογή του Τουρκοκύπριου ηγέτη και στις συνθήκες ανοιχτών παρεμβάσεων της Άγκυρας που επιδίωκαν να εμποδίσουν την επικράτηση του Mustafa Akıncı. Η δίκη του Ali ξεκίνησε στις 26 Νοεμβρίου 2024.
Κάθε Δεκέμβρη, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, πολλοί οργανισμοί και οργανώσεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα εξέδιδαν τα γνωστά ημερολόγια με αφορμή το νέο έτος. Ακόμα και στην εποχή που η ηλεκτρονική ατζέντα βρίσκεται στο κινητό τηλέφωνο, το παραδοσιακό τυπωμένο ημερολόγιο αποτελούσε ένα δημοφιλές δώρο για την πρωτοχρονιά. Το 2017 ένα τέτοιο ημερολόγιο έγινε αφορμή για ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Η συντεχνία των Τουρκοκύπριων δασκάλων αποφάσισε να δωρίσει ένα ημερολόγιο στις σελίδες του οποίου παρουσιάστηκε μια εναλλακτική προς την κυρίαρχη ιστοριογραφία της Κύπρου. Σε συγκεκριμένες ημερομηνίες η συντεχνία πρόσθεσε επετείους που συνήθως βρίσκονται στο περιθώριο της κυρίαρχης αντίληψης – όπως οι πολιτικές δολοφονίες Αριστερών – ενώ σε άλλες ημερομηνίες έδωσε ένα διαφορετικό πλαίσιο ερμηνείας των γεγονότων. Ένα από αυτά ήταν και η ανακήρυξη της «ΤΔΒΚ». Στη σελίδα της 15ης Νοεμβρίου 2017 καταγράφεται το εξής: «Σε συμφωνία με τους στρατηγούς του πραξικοπήματος της 12ης Σεπτεμβρίου στη Τουρκία, ο Ντενκτάς έκανε μια κίνηση που έθεσε σε κίνδυνο την κοινοτική μας ύπαρξη και κατέστρεψε όλες τις διεθνείς μας σχέσεις. Ανακηρύχθηκε η ΤΔΒΚ».
«Για την Άγκυρα, το 2004 το Κυπριακό είχε συνδεθεί με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Τώρα συνδέεται με όλα τα ζητήματα που προκύπτουν στην Αν. Μεσόγειο. Είτε είναι ζητήματα ασφάλειας, ενέργειας είτε ελληνοτουρκικών σχέσεων», λέει ο δρ Μούδουρος.
Ερωτηµατικά προκαλεί η στάση της Τουρκίας στο Κυπριακό. Από τη µια θέτει θέµα λύσης δύο κρατών στην Κύπρο και από την άλλη µετέχει στις διεργασίες που γίνονται για επανέναρξη των συνοµιλιών για οµοσπονδιακή λύση, όπως προνοείται από τον ΟΗΕ.Ο επίκουρος καθηγητής στο Τµήµα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήµιο Κύπρου, Νίκος Μούδουρος, εξηγεί την παραδοξότητα αυτή λέγοντας ότι η Άγκυρα επιχειρεί να περάσει τη γραµµή της µέσα από τις διαδικασίες του ΟΗΕ και σηµειώνει ότι αυτό δηµιουργεί νέα δεδοµένα και στα κατεχόµενα.
Όλα φαίνεται ότι ξεκίνησαν την 1η Οκτωβρίου 2024, όταν ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί στη διάρκεια των εργασιών έναρξης του νέου κοινοβουλευτικού έτους, πήγε στα έδρανα του κουρδικού Κόμματος Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών για χειραψία με την ηγεσία του σημαντικότερου μέρους του κουρδικού πολιτικού κινήματος. «Ντεβλέτ» στα ελληνικά σημαίνει κράτος. Συμβολικά λοιπόν το χέρι του «κράτους» της Τουρκίας μετά από πάρα πολλά χρόνια τεντώθηκε, αυτή τη φορά όχι για να κτυπήσει, αλλά υποτίθεται για να χαιρετήσει τους εκλεγμένους εκπροσώπους του μεγαλύτερου κουρδικού κινήματος εντός της χώρας.
Με το «πρωτόκολλο αγροτικής εργατικής δύναμης» τον Φεβρουάριο του 1975, οι πρώτοι Τούρκοι έποικοι μεταφέρονται οργανωμένα από την Τουρκία στην Κύπρο και εγκαθίστανται σε συγκεκριμένα χωριά και πόλεις στα κατεχόμενα. Τα νούμερα δεν είναι ακριβή, ο Μουράτ Κανατλί επικαλούμενος βιβλίο των Χατιτζέ Κουρουλούς και Σεμρά Μπουρκίς κάνει λόγο για 82.500 εποίκους μεταξύ 1975 και 1979, εκ των οποίων το ¼ περίπου επέστρεψε στην Τουρκία τον πρώτο κιόλας χρόνο, ενώ ο Μετέ Χατάϊ λέει ότι μεταφέρθηκαν 35.000 περίπου κι από αυτούς οι μισοί επέστρεψαν πίσω.
Η πολιτική εποικισμού έχει μια συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, από τις αρχές του 1975 μέχρι τις αρχές του 1980, στην οποία χτίστηκε το δίκτυο που μετέπειτα φιλοξένησε τους επομένους που δεν ήρθαν με κρατική πολιτική (της Τουρκίας), αλλά από μόνοι τους εξαναγκασμένοι από άλλες κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες στην ίδια την Τουρκία, εξήγησε ο Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών, Νίκος Μούδουρος. «Μπορεί να ήταν μοιρασμένες οικογένειες, συγχωριανοί ή άτομα που άκουσαν ότι στην Κύπρο είναι καλύτερα τα πράγματα».