ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
Κατηγορία: Τουρκοκύπριοι
Μια κλασσική, κυρίαρχη ανάγνωση της Τουρκίας και ιδιαίτερα της πολιτικής που ακολουθεί στην Κύπρο, υπογραμμίζει εμφαντικά την προσπάθεια της Άγκυρας για διατήρηση του «στάτους κβο». Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει την πολιτική εκείνη που έχει ως στόχο της, τη διατήρηση της διχοτομικής κατάστασης στην Κύπρο έτσι όπως προέκυψε από την εισβολή του 1974. Αυτή ήταν και η αντίληψη που οδήγησε τελικά – μεταξύ άλλων – και στην ερμηνεία της αντιπαράθεσης της τουρκικής κυβέρνησης με τον Ραούφ Ντενκτάς την περίοδο 2002-2004 ως ένα «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ως τέτοιο που ήταν φυσιολογικά οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι τελικά η Άγκυρα θα συμβιβαστεί με τον Ντενκτάς και θα τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο Ανάν.
Από το αποτέλεσμα της τότε διαδικασίας γίνεται εύκολα κατανοητό ότι αυτή η μονοδιάστατη και κάποτε βολική ερμηνεία μιας «αιωνίως αμετακίνητης» τουρκικής πολιτικής, είχε ξεπεραστεί από την ίδια την ιστορία. Τελικά η Άγκυρα, για τους δικούς της λόγους, επιδίωξε και κατάφερε την απομάκρυνση Ντενκτάς από την ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Υπό αυτή την έννοια, συνέβαλε στην αλλαγή του «στάτους κβο» ανάμεσα στην κοινότητα, εξέλιξη που απελευθέρωσε νέες πολιτικές και κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρέασαν σε κάποιο βαθμό και την πορεία του Κυπριακού.
Η απομάκρυνση Ντενκτάς από την τουρκοκυπριακή ηγεσία, η στήριξη του σχεδίου Ανάν, αλλά ιδιαίτερα το τι ακολούθησε σε σχέση με τη διαχείριση των κατεχομένων από την Άγκυρα, επιβεβαιώνουν φορτικά ότι η τουρκική κυβέρνηση δε βολεύεται από την υπάρχουσα κατάσταση. Ανεξάρτητα εάν εκείνο που επιδιώκει γίνεται αποδεχτό από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, η σημασία έγκειται στο ότι η υφιστάμενη κατάσταση στην Κύπρο γενικά, ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων και το ιδεολογικό περίγραμμα που κυριαρχούν στα κατεχόμενα ειδικά, δεν είναι κάτι που «ανέχεται» η σημερινή τουρκική ηγεσία. Ο βασικός λόγος για τα πιο πάνω, βρίσκεται στον ίδιο τον μετασχηματισμό της Τουρκίας. Βρίσκεται στις ανάγκες που έχει δημιουργήσει ο συγκεκριμένος μετασχηματισμός στο εσωτερικό της. Είναι τελικά μια συνέχεια ή ένα μέρος της ίδιας της αλλαγής που επικράτησε στη χώρα. Όπως το προηγούμενο «στάτους κβο» στην Άγκυρα δεν ήταν ανεκτό από τον Έρντογαν, στον ίδιο βαθμό μη ανεκτό ήταν και το στάτους κβο στις βόρειες περιοχές της Κύπρου.
Από το 2004 μέχρι σήμερα έχουν συμβεί πολλά. Όμως το προαναφερθέν δίλλημα επανεμφανίζεται δυναμικά. Η ανατροπή του παλαιού-κεμαλικού στάτους κβο στην Τουρκία, αναζητεί τρόπους «διαφυγής» και στην Κύπρο. Η κατάργηση των λεγόμενων κόκκινων γραμμών του κεμαλισμού στην έδρα του, εξάγεται και στο νησί. Η παραγωγή και αναπαραγωγή εσωτερικών εχθρών στην Τουρκία με τρόπο που να ταιριάζουν στην ενίσχυση της νέας ισλαμικής εξουσίας, είναι μια διαδικασία που καθρεφτίζεται έντονα και στη δική μας περιοχή. Είτε γίνεται αντιληπτή, είτε όχι.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα προκαλεί – ή πρέπει να προκαλεί – ενδιαφέρον και ερωτηματικά. Για παράδειγμα η πρόσφατη ομολογία του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου ότι εδώ και ένα χρόνο δεν έχει καταφέρει να συναντηθεί με τον Έρντογαν και ότι ο Νταβούτογλου ακύρωσε δύο συναντήσεις που είχε μαζί του, δεν αποτελεί «επικοινωνιακό τέχνασμα». Ούτε και η αποκάλυψη ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έστειλε στην Κύπρο επικοινωνιολόγους για να βοηθήσουν στην επικράτηση Κιουτσιούκ στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, αποτελεί ένα «παιχνίδι καλού-κακού» με στόχο να αποπροσανατολίσει τους Ελληνοκύπριους. Αποτελούν ειδήσεις μιας γνήσιας ιδεολογικής αντιπαράθεσης στα πλαίσια της Δεξιάς, χωρίς βεβαίως να μπορεί κάποιος να μαντέψει τις κατευθύνσεις και την τελική της κατάληξη. Όμως είναι γεγονός ότι ο Έρογλου και ο κύκλος του, με λίγα λόγια η «ιδρυτική φιλοσοφία» των χωριστών δομών εξουσίας στην Κύπρο έτσι όπως επικράτησαν μετά την εισβολή του 1974, αποτελούν εμπόδια στην επικράτηση της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αποτελούν τις «παλαιές» κόκκινες γραμμές, τα «ξένα σώματα» σε ένα πεδίο που διεκδικεί η νέα κυρίαρχη αντίληψη της Τουρκίας. Για αυτό το λόγο, η πιθανότητα σοβαρών ανατροπών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μέχρι και την επόμενη εκλογή του ηγέτη της κοινότητας το 2015, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί στη σφαίρα του ουσιαστικού παρά του επικοινωνιακού.
Άλλωστε οι ρυθμοί αλλαγών στα κατεχόμενα δεν αφήνουν άλλα περιθώρια. Το πρόγραμμα που επιβάλλεται μετασχηματίζει δομές και κοινωνία, με τρόπο που προκύπτει ενώπιον μας ένα «νέο και άγνωστο» περιβάλλον. Τόσο στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, όσο και στο ιδεολογικό πλαίσιο η κατάσταση πραγμάτων που μέχρι σήμερα γνωρίζαμε σταδιακά ανατρέπεται προκαλώντας αντιδράσεις. Αυτές ακριβώς οι αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων είναι που αποκτούν σήμερα μια νέα σημασία. Διότι οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις δεν αναζητούν τη διατήρηση του «παλαιού στάτους κβο», δεν επιθυμούν τη συνέχιση των «αρχαϊκών» κόκκινων γραμμών της ανακήρυξης χωριστών δομών, αλλά ούτε και επικροτούν την επιβολή της νέας τουρκικής ηγεμονίας. Αντίθετα διεκδικούν την αλλαγή της σχέσης της κοινότητας με την Τουρκία. Κάτι που εφόσον ορίζεται από τα προοδευτικά ρεύματα, δεν μπορεί παρά να αποτελεί διεκδίκηση αλλαγής του ρόλου της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Συνεπώς αυτές οι αντιδράσεις ενδιαφέρουν και επηρεάζουν την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.
ΠΗΓΗ: Δεύτερη Ανάγνωση, 10 Ιουλίου 2013
"Ο Τουρκοκύπριος ‘παππούς’ του Ελληνοκύπριου ηγέτη"
Η «εισβολή» του πολιτικού Ισλάμ και του τουρκικού κεφαλαίου
ΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ
Η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής εξάρτησης από την Τουρκία. Η συνεχής παρουσία του τουρκικού στοιχείου, τόσο οικονομικά όσο και πολιτιστικά, έχει ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο να χάνουν οι Τουρκοκύπριοι όλο και περισσότερο την ιστορική τους υπόσταση ως οντότητα.
Την κατάσταση που επικρατεί στην κατεχόμενη Κύπρο και τις πολιτικές της προεκτάσεις αναλύουν αποκλειστικά στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» ο ακαδημαϊκός κ. Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, μέλος του Συμβουλίου του τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και ο τουρκολόγος κ. Νίκος Μούδουρος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.
ΙΣΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΩΝ:
Το ισλαμικό κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία από το 2002 στην Τουρκία, προσπαθεί να ισλαμοποιήσει σταδιακά την Τουρκία αλλά και τα κατεχόμενα εδάφη. Σε δηλώσεις του ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπογράμμιζε τη θέλησή του για τη δημιουργία μιας «θρησκευτικής νεολαίας στη βάση των αξιών και αρχών του τουρκικού έθνους». Ο κ. Μούδουρος σημειώνει την προσπάθεια εξαγωγής ιδεολογίας με τη μεταφορά πολλών τουρκικών πανεπιστημίων και τουρκικών ιδιωτικών σχολείων στα κατεχόμενα. «Αλλάζει ο τομέας της παιδείας (προσθήκη κορανικών μαθημάτων, μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία σε υποχρεωτικό, αλλαγή στοιχείων στα βιβλία ιστορίας)».
Στο θέμα της παραχώρησης υπηκοοτήτων, ο κ. Κιζίλγιουρεκ επισημαίνει πως «όσο περνάει ο καιρός υπάρχει μια αυξημένη τάση πολλών Τούρκων εποίκων να αποκτούν υπηκοότητα του ψευδοκράτους, αποκτώντας έτσι πολιτικά δικαιώματα. Χωρίς την επίλυση του κυπριακού δεν εμποδίζεται το θέμα των υπηκοοτήτων. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν είναι ευχαριστημένη με το ποσοστό των εποίκων που αποκτούν υπηκοότητα και υπάρχει πίεση από την πλευρά της Άγκυρας προς αυτή την κατεύθυνση.»
ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΟΣ «ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ»;
«Σε τρεις σημαντικούς τομείς (οικονομία, διοίκηση, πολιτική δραστηριότητα) υπάρχει μία σταδιακή περιθωριοποίηση του τουρκοκυπριακού στοιχείου και η ενίσχυση του τουρκικού στοιχείου. Παρουσιάζεται ένα πατερναλιστικό ύφος, που αντιμετωπίζει τους Τουρκοκύπριους ούτε ως «καλούς Τούρκους» ούτε καν ως «καλούς Μουσουλμάνους». Προσπαθεί λοιπόν η τουρκική κυβέρνηση να κτίσει μια άλλη κοινωνία επηρεάζοντας την τουρκοκυπριακή ταυτότητα.
Παρατηρείται ένα νέο φαινόμενο όπου οποιοσδήποτε Τούρκος αξιωματούχος της τουρκικής κυβέρνησης μπορεί να επισκέπτεται τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και να έχει έναν ανοικτό διάλογο με τον τούρκικο πληθυσμό παραμερίζοντας την τουρκοκυπριακή διοίκηση. Περιθωριοποιούνται λοιπόν οι Τουρκοκύπριοι ως κυπριακή πολιτική κοινότητα της Κύπρου με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της» επισημαίνει ο κ. Μούδουρος ενώ ο κ. Κιζίλγιουρεκ προσθέτει πως αν και υπάρχει από την πλευρά της Άγκυρας η εντύπωση πως οι Τ/κ είναι σχεδόν άθεοι και θεωρούν επιβεβλημένη την εισαγωγή θρησκευτικής ταυτότητας στην κοινότητα, ωστόσο, δεν έχει επιβληθεί κάτι θεσμικά ή αλλαγή του «συντάγματος» από πλευράς Άγκυρας. «Ήδη ο Ερντογάν έχει δεχθεί μια σημαντική ήττα στο εσωτερικό με τις εξεγέρσεις της τελευταίας περιόδου και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η τουρκική κυβέρνηση θα είναι πιο προσεκτική σε οποιαδήποτε μορφή θρησκευτικής παρέμβασης» συμπληρώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ.
ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ:
Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο οι Τουρκοκύπριοι ως η πλέον κοσμική κοινότητα, θα μπορούσε να αντιδράσει στην ισλαμοποίησή της και αν η αντίδρασή της ενδεχομένως να προκαλέσει αντίκτυπο. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο υπάρχουν αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα ενώ γίνονται σημαντικές προσπάθειες από τα δύο μεγάλα συνδικάτα του εκπαιδευτικού τομέα και από την παιδαγωγική ακαδημία
ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ:
Στις δηλώσεις του αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης κάποιας σημαντικής αλλαγής στις αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο κ. Μούδουρος αναφέρει πως «η οικονομική εξάρτηση από την Τουρκία δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο οι αντιδράσεις των Τ/κ μπορούν να έχουν κάποιο ουσιώδη αντίκτυπο. Κάτι το πολύ ουσιαστικό δεν γίνεται αλλά έχουμε παραδείγματα ανατροπών. Αυτή τη στιγμή κανένα πολιτικό κόμμα δε μπορεί να καταργήσει αυτό το οικονομικό πρωτόκολλο. Ένας λόγος είναι η φοβερή οικονομική εξάρτηση που αντιμετωπίζουν. Υπάρχουν ωστόσο και σημεία στα οποία παρουσιάζεται ρήξη. Για παράδειγμα η τωρινή, προσωρινή κυβέρνηση που ανέλαβε προχώρησε σε πολιτικές, εντελώς διαφορετικές από τη νοοτροπία του πρωτοκόλλου. Δεν αναίρεσε το πρωτόκολλο, προχώρησε όμως στην ακύρωση υπηκοοτήτων εποίκων που έδωσε η προηγούμενη κυβέρνηση το οποίο είναι σημαντικό βήμα.
Προχώρησε επίσης στην ακύρωση έργων υποδομής, το οποίο ήταν επίσης θέμα επιβολής μέσα από το πρωτόκολλο. Ακύρωσε τη ρήτρα να ταξιδεύουν οι Τ/κ μόνο είτε με το διαβατήριο του ψευδοκράτους είτε της Τουρκίας και έδωσε τη δυνατότητα χρήσης του διαβατηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η βαθιά οικονομική εξάρτηση αυτή τη στιγμή και ιδιαίτερα με τον τρόπο που γίνεται δεν αφήνει την τ/κ κοινότητα να προχωρήσει σε πιο ριζοσπαστικά μέτρα, όπως την καταγγελία του πρωτοκόλλου επειδή έτσι νεκρώνει ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα στην τ/κ πλευρά. Ωστόσο υπάρχει ένας συνασπισμός -αυτή τη στιγμή- που χειρίζεται λίγο διαφορετικά τα πράγματα απ’ ότι η σύνθεση της προηγούμενης κυβέρνησης».
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ-ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ:
Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, «για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τι ακριβώς αλλάζει στα κατεχόμενα θα πρέπει να αντιληφθούμε τι επικρατούσε μέχρι σήμερα. Η Τουρκία παραχωρούσε τα κονδύλια στο ψευδοκράτος, όμως το ίδιο το ψευδοκράτος λειτουργούσε ως μια μορφή δομών διαμοιρασμού. Δηλαδή έπαιρνε τα κονδύλια και τα διαμοίραζε αναλόγως των οικονομικών αλλά και των πολιτικών στόχων που ήθελε. Με τη διακυβέρνηση του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αρχίζει σταδιακά η επιβολή μιας άλλης αντίληψης όσον αφορά την οικονομική διαχείριση των κατεχομένων. Η οικονομική διαχείριση τους φέρνει πολλές κοινωνικές, πολιτικές ανακατατάξεις. Μετά το 2004 αρχίζουν να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη συνέπεια τα οικονομικά πρωτόκολλα, αλλάζοντας έτσι ολόκληρη τη δομή του «κράτους».
Ενισχύεται σταδιακά η εκτελεστική εξουσία, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για να δραστηριοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας, όχι όμως ο τουρκοκυπριακός, που είναι ήδη αδύναμος, αλλά ο τουρκικός. Παράλληλα, όλες οι «κρατικές» επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονταν ουσιαστικά σε ελληνοκυπριακή γη, περνούν πλέον στον ιδιωτικό τομέα. Ένα άλλο σημείο το οποίο καταθέτει ο κ. Μούδουρος είναι ότι «τα κονδύλια που δίνονται από την Άγκυρα στα κατεχόμενα αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Αυτό που αλλάζει είναι ο προσανατολισμός. Δεν πάνε στο ταμείο του «κράτους» ούτως ώστε να τα διαμοιράσει η τ/κ «αρχή» όπως εκτιμά, αλλά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στα έργα υποδομής στον κατασκευαστικό τομέα και βέβαια στον τουριστικό τομέα».
ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΝΕΙ:
Την ιδιόμορφη κατάσταση που υπάρχει στα κατεχόμενα αλλά και την απομόνωσή της σημειώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. «Η τ/κ κοινότητα δεν είναι σε θέση να αναπαράγει τον εαυτό της χωρίς τη συμβολή της Τουρκίας. Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης παίρνει λοιπόν τη μορφή εκτουρκισμού της οικονομίας. Η ροή του τουρκικού κεφαλαίου έχει αυξηθεί ιδιαίτερα στον τομέα του τουρισμού και η αυξημένη παρουσία του δεν παρέχει τη δυνατότητα στους Τ/κ να δραστηριοποιηθούν πέραν του δημόσιου τομέα. Στα κατεχόμενα αναδύεται το λεγόμενο »κοινωνικό κεφάλαιο», τόσο με την οικονομική επιβολή όσο και με την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων. Με μια συμφωνία καθίσταται δυνατή η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, δεν είναι ωστόσο εφικτή η αποχώρηση του τουρκικού κεφαλαίου. Επομένως, η Τουρκία ενσωματώνεται οικονομικά στην Κύπρο. Αν υπάρξει λύση το τουρκικό κεφάλαιο θα επεκταθεί.
Μπορούμε να περιορίσουμε τους Τούρκους εποίκους στην Κύπρο μετά τη λύση όμως δε μπορούμε να εμποδίσουμε τη διακίνηση κεφαλαίου. Αποδυναμώνεται λοιπόν η παρουσία της τουρκοκυπριακής κοινωνίας και στον οικονομικό τομέα και ενδυναμώνεται η τουρκική παρουσία στην Κύπρο» αναφέρει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο το τουρκικό κεφάλαιο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας πραγματικότητας επομένως δε μπορεί να αναιρεθεί με μια συμφωνία. «Αυτό που προκαλεί τις περισσότερες αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα είναι ότι συμβαίνει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο που καθορίζεται κυρίως από την παρανομία. Δεν υπάρχει μια δομή που να είναι και επανενωτική της Κύπρου και να ενσωματώνει τους τ/κ νόμιμα στη διεθνή αγορά.
Γι’ αυτό και δημιουργούνται τόσα πολλά προνόμια στο τούρκικο κεφάλαιο και αφαιρούνται παράλληλα πάρα πολλά δικαιώματα από τους Τουρκοκύπριους. Από τη στιγμή που όλες αυτές οι δράσεις γίνονται στα πλαίσια μη επίλυσης, δημιουργούνται κάποια τετελεσμένα για την ίδια τη λύση του κυπριακού. Δε θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε ότι η νέα οικονομία έτσι όπως προκύπτει στα κατεχόμενα αυτή τη στιγμή, θα ενσωματώνεται και σε πιθανή λύση του κυπριακού προβλήματος σε προτεινόμενα σχέδια. Θα βρίσκει τον αντικατοπτρισμό της στις προσπάθειες λύσης του κυπριακού» υποστηρίζει ο κ. Μούδουρος.
ΚΥΠΡΙΑΚΟ:
Η προσπάθεια επιβολής του πολιτικού Ισλάμ αλλά και οι τελευταίες εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας θέτουν το ερώτημα επηρεασμού στη διαδικασία των συνομιλιών επίλυσης του κυπριακού. Ο κ. Κιζίλγιουρεκ υποστηρίζει πως οι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία θα παίξουν κάποιο ρόλο στη διαδικασία. «Ο Ερντογάν έχει αμφισβητηθεί αρκετά διεθνώς, έτσι δεν έχει την ευχέρεια να δράσει όπως ακριβώς θέλει στο κυπριακό. Αυτό που προκαλεί ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως οι δύο ηγέτες από τους οποίους εξαρτάται η επίλυση του κυπριακού (Ερντογάν – Αναστασιάδης) διέρχονται έκαστος δύσκολες πολιτικές φάσεις, γι αυτό και ουδεμία εκ των δυο πλευρών δεν θα προστρέξει ταχέως προς τη συνολική λύση του κυπριακού αλλά ίσως να προωθηθεί μία ενδιάμεση συμφωνία ή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που έχουν να κάνουν με επιστροφή της Αμμοχώστου στους Ε/κ και άνοιγμα αεροδρομίων».
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ:
«Αν καταφέρουν οι δύο πλευρές να καταλήξουν κάπου, αυτό μπορεί να αλλάξει την ψυχολογική και οικονομική συγκυρία στην Κύπρο και για τις δύο κοινότητες. Να καλλιεργήσει μία καλύτερη ατμόσφαιρα η οποία θα μπορούσε να οριστεί και ως προετοιμασία για τη συνολική επίλυση του κυπριακού» σύμφωνα με τον κ. Κιζίλγιουρεκ και προσθέτει πως «η οικονομική κρίση θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την επίλυση του κυπριακού. Η Τουρκία επίσης, θα μπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερα την ευρωπαϊκή της προοπτική μέσα από την επίλυση του κυπριακού, ενώ το τρίγωνο Τουρκία – Ελλάδα – Κύπρος θα μπορεί σε κάποια στιγμή να εξελιχθεί σε ένα χώρο οικονομικής πολιτισμικής συνεργασίας. Η τ/κ κοινότητα έχει πολύ περισσότερη ανάγκη από την επίλυση του κυπριακού από κάθε άλλη οντότητα επειδή μέρα με μέρα χάνει την ιστορική της υπόσταση και ενσωματώνεται σε ένα πλαίσιο τουρκικού έθνους από κάθε άποψη. Η επίλυση του κυπριακού είναι ένα ιστορικό βήμα το οποίο χρειάζεται τόλμη, καλή προετοιμασία ενώ είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κυπριακό δε μπορεί να περιμένει. Όσο καθυστερούμε τόσο εμπεδώνεται η διχοτόμηση».
ΠΗΓΗ:
Δεν θέλω να είμαι ούτε «αναγιωτός», ούτε στρατιώτης της Τουρκίας…!
![]() |
| Από τις εκδηλώσεις συμπαράστασης των Τουρκοκυπρίων προς τους διαδηλωτές στην Τουρκία. Η επιγραφή είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική: «Τουρκία, όταν νευριάζεις γίνεσαι πολύ όμορφη!». |
Μια συγκλονιστική φωνή διαμαρτυρίας ενός Τουρκοκύπριου
«Εάν ένας άνθρωπος είναι φασίστας, οπισθοδρομικός, συντηρητικός και δικτάτορας, είναι τέτοιος σε όλα τα θέματα. Ένας άνθρωπος που κουβαλά όλα αυτά τα επίθετα στην εσωτερική πολιτική της Τουρκίας, δεν μπορεί να περιγραφεί διαφορετικά για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Μπορεί όποιος θέλει να τον περιγράψει αλλιώς όμως θα είναι μια ρητορεία ανόητη, μια ρητορεία που προκαλεί γέλιο.
Τα όσα λαμβάνουν χώρα τις τελευταίες είκοσι μέρες στην Τουρκία είναι μια ιστορική ευκαιρία για την Τουρκοκυπριακή πολιτική. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι δηλώσεις του τύπου ‘Ισότιμες σχέσεις μεταξύ ΤΔΒΚ και Τουρκίας’, ‘καλές σχέσεις χωρίς καβγάδες’, ‘ένα κράτος που να αυτοδιοικείται’, έχουν πλέον χάσει έδαφος. Βεβαίως ποτέ δεν υπήρξε βάση για τα προαναφερθέντα, αλλά ακόμα και αυτοί που τα λένε εδώ και χρόνια και ξεγελούν τους εαυτούς τους, έχασαν την ευκαιρία τους να χρησιμοποιούν τέτοια επιχειρήματα.
Ενώ στην Τουρκία όσοι δεν είναι ‘του ΑΚΡ’, όσοι έχουν ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να ζήσουν όπως θέλουν, εσείς οι ‘αναγιωτοί–τρόφιμοι’ πως μπορείτε ακόμα να ονειρεύεστε ότι κάποιος που δε δίνει αυτό το δικαίωμα στους πολίτες του θα το δώσει σε εσάς; Τα όσα συμβαίνουν στα βόρεια της Κύπρου τα τελευταία 5-6 χρόνια είναι ξεκάθαρα. Εμείς μπορεί να κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε, αλλά η Τουρκία καταλαβαίνει πολύ καλά. Εκείνη το έχει κάνει ξεκάθαρο, η σειρά τώρα είναι σε εμάς για το κατανοήσουμε.
Σε αυτό το σημείο έφτασε πλέον ο χρόνος να πούμε νέα πράγματα. Είναι καιρός να κατανοήσουμε αυτούς που για τόσα χρόνια έλεγαν ότι πρέπει να κόψουμε τους δεσμούς και τις εξαρτήσεις με την Τουρκία. Σήμερα είναι η ώρα που το προοδευτικό κίνημα των Τουρκοκυπρίων θα πρέπει να αναλάβει αυτό το καθήκον.
Εγώ ως ένας Τουρκοκύπριος, δε θέλω πλέον να διοικούμαι από μια τέτοια νοοτροπία. Δε θέλω να παραδοθώ σε αυτούς που έχουν θεμελιώσει την στρατιωτική εισβολή της πατρίδας μου που ξεκίνησε πριν από 40 σχεδόν χρόνια και τώρα την μετασχηματίζουν σε ολοκληρωτική κατοχή. Δε θέλω να είμαι ούτε δημόσιος υπάλληλος της Τουρκίας, ούτε ‘αναγιωτός’ της, ούτε στρατιώτης της. Εδώ και 40 χρόνια ζω ανάμεσα στα συρματοπλέγματα που έστησαν… τώρα δεν είμαι καθόλου υποχρεωμένος να ζω τη δική τους ζωή. Παρακολουθώ τώρα ζωντανά με τι θα έρθει αντιμέτωπη η κυβέρνηση που θα αναλάβει μετά τις 28 Ιουλίου, παρακολουθώ ζωντανά τι θα μας προκαλέσει αυτό το καθεστώς στην περίπτωση που συνεχίσει όπως υπάρχει σήμερα.
Έτσι για μια φορά ας μη ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας. Ας είμαστε ειλικρινείς σε αυτή τη διαδικασία μέχρι τις 28 Ιουλίου. Εδώ και είκοσι μέρες έχουμε παρακολουθήσει αδιάκοπα και μάθαμε καλά τι πάει να πει αντίσταση. Καταλάβαμε πολύ καλά το τι σημαίνει η δύναμη της κοινωνίας. Τώρα είναι η σειρά μας να διαλέξουμε πλευρά, να σταματήσουμε τα ανόητα παιχνίδια και να πάψουμε να θεωρούμε το δήμιό μας ‘σωτήρα’».
Nuri SILAY
Από το προφίλ στο Facebook
16.6.2013
ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ… ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ
(Άρθρο φίλου, ο οποιος προτιμά να διατηρήσει την ανωνυμία του)
Είναι αυτονόητο ότι το θέμα το οποίο βρίσκεται και θα βρίσκεται για πολύ καιρό ακόμα στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Κύπρου είναι η οικονομία. Αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένο. Το ίδιο δικαιολογημένο είναι η κυβέρνηση να επιζητά κάποια άνεση χρόνου για να αντιμετωπίσει τις άμεσες προτεραιότητες στην οικονομία πριν αρχίσει μια νέα διαδικασία για το κυπριακό. Ωστόσο και ενώ απέχουμε ακόμα από το σημείο επανέναρξης μιας νέας διαδικασίας στο κυπριακό, μπορούν να ιχνηλατηθούν κάποιες τάσεις οι οποίες δεν προδιαγράφουν καλούς οιωνούς.
Ο κ. Αναστασιάδης εξήγγειλε στην πρώτη του δήλωση αμέσως μετά την εκλογή του και πριν ακόμα ανακηρυχθεί επισήμως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ότι η πρώτη ενέργεια της κυβέρνησης του θα ήταν η υποβολή αίτησης για ένταξη στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης όπως οι Υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας, ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος και άλλοι έσυραν το χορό παρουσιάζοντας αυτή την επιλογή ως την αιχμή του δόρατος της «διόρθωσης» της εξωτερικής μας πολιτικής. Τόσο η επιλογή αυτή καθαυτή, αλλά πολύ περισσότερο το ιδεολογικοπολιτικό της υπόβαθρο όπως αυτό επιβεβαιώνεται από μια αλληλουχία χειρισμών και συμπεριφορών της κυβέρνησης – ανάμεσα στις οποίες προεξάρχουσα θέση κατέχει η απόφαση Αναστασιάδη – Γιούργκρουπ της 16ης Μαρτίου 2013 – συνηγορούν σε ένα πράγμα: ότι η Κύπρος έχει περάσει από την εποχή της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, βασικό γνώρισμα της οποίας ήταν η επιδίωξη εξισορροπητικών ασφαλιστικών δικλείδων, στην εποχή του μονοδιάστατου προσανατολισμού, και της πλήρους υπαγωγής στο άρμα των Αμερικανοβρετανικών συμφερόντων και σχεδιασμών.
Εύλογα δημιουργούνται ορισμένα ερωτήματα: Που θα στραφεί η Κύπρος όταν θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με τους Αμερικανοβρετανικούς σχεδιασμούς προς όφελος της Τουρκίας μέσα στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Η.Ε.; Πως θα αντιμετωπίσουμε προσπάθειες αναβάθμισης του ψευδοκράτους και μεθοδεύσεις για μια κακή λύση;
Άνκαι πολλοί πιστεύουν ότι οι επιπτώσεις αυτής της στροφής έχουν να κάνουν μόνο με τη Ρωσία, δυστυχώς το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνον εκεί. Δυσπιστία υπάρχει και από τη Γαλλία και την Κίνα καθώς και από παραδοσιακά φιλικές χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και του Αραβικού κόσμου. Η πρόσφατη πλήρης ευθυγράμμιση της Κύπρου με τους Βρετανούς εντός Ε.Ε. για το θέμα της παροχής οπλισμού στους αντικαθεστωτικούς της Συρίας δημιούργησε αλγεινές εντυπώσεις πέραν των Αραβικών χωρών και σε χώρες οι οποίες ήταν και είναι ειλικρινείς εταίροι της Κύπρου εντός της Ε.Ε.
Επανερχόμαστε για λίγο στο θέμα της ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη. Ήδη φαίνεται πως οι Αμερικανοί ως μεσάζοντες της συμμάχου τους Τουρκίας, διαμηνύουν ότι το θέμα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο ενός συνολικού πακέτου λύσης του κυπριακού. Όπερ μεθερμηνευόμενο, από μοχλός πίεσης κατά της Τουρκίας, το θέμα μετατρέπεται σε μοχλό πίεσης στη δική μας πλευράς για κλείσιμο του Κυπριακού ώστε να ενταχθεί και η Κύπρος στο Συνεταιρισμό και να ξεπεραστούν τα εμπόδια στη ομαλή συνεργασία Ε.Ε. – ΝΑΤΟ.
Σε ότι αφορά στο κυπριακό καθαυτό, τα πρώτα δείγματα γραφής του Προέδρου Αναστασιάδη προκαλούν εύλογες ανησυχίες. Οι χειρισμοί που έγιναν σε σχέση με το έγγραφο Ντάουνερ, αποκάλυψαν μια προσέγγιση η οποία υποτάσσει το κυπριακό σε σκοπιμότητες της εσωτερικής πολιτικής ατζέντας. Έτσι ο Πρόεδρος αισθάνθηκε την ανάγκη να καταγγείλει τον Ντάουνερ στο Μπαν Κι Μουν, όχι γιατί έδωσε το έγγραφο στον Έρογλου 15 ημέρες ενωρίτερα – όπως ο ίδιος ο κ. Αναστασιάδης ισχυρίστηκε αρχικά επιχειρώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα – αλλά γιατί συνεργάτες του Ντάουνερ πλήττουν την αξιοπιστία του. Εν τέλει ο κ. Αναστασιάδης έπληξε μόνος του την αξιοπιστία του αποκαλυπτόμενος στα μάτια του Γ.Γ. των Η.Ε. ως κάποιος ο οποίος επιχειρεί να φορτώσει δικές του ευθύνες στους ώμους άλλων, χωρίς αυτό να αποτελεί ελαφρυντικό για τον Ντάουνερ. Και ανέβασε τόσο ψηλά τον πήχη ζητώντας διαβεβαιώσεις από τον ίδιο το Γ.Γ. που στο τέλος πέρασε αναγκαστικά από κάτω, δεχόμενος κάποιες διευκρινήσεις που διαβίβασε αξιωματούχος της γραμματείας του ΟΗΕ στο Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Κύπρου στα Η.Ε.
Στην ίδια φιλοσοφία υπαγωγής του κυπριακού σε εσωτερικές σκοπιμότητες, εντάσσεται και ο προδιαγραφόμενος χειρισμός Αναστασιάδη στο θέμα των συγκλίσεων της περιόδου Χριστόφια – Ταλάτ. Ήδη κάποιες δηλώσεις περί απόσυρσης θέσεων (αλήθεια ο κ. Αναστασιάδης θα αποσύρει τη θέση για ΕΚ Πρόεδρο και ΤΚ Αντιπρόεδρο, τη θέση για κατάργηση των εγγυήσεων, τη θέση για επιστροφή 100,000 Ελληνοκυπρίων υπό Ελληνοκυπριακή διοίκηση, τη θέση για διασφάλιση της πληθυσμιακής αναλογίας 4:1, τη σύγκλιση ότι όλοι οι Κύπριοι θα μπορούν να ζήσουν οπουδήποτε επιθυμούν στην Κύπρο;) δίνουν άφεση αμαρτιών στον κ. Έρογλου και τον βγάζουν από το εδώλιο του κατηγορημένου ως αυτός ο οποίος δεν ήταν συνεπής προς τα συμφωνηθέντα. Επιπλέον ενδεχόμενη απόσυρση, θα διαγράψει θέσεις οι οποίες διασφαλίζουν την ενότητα της χώρας, της κοινωνίας, της οικονομίας, του λαού και των θεσμών. Ο κ. Αναστασιάδης αναλαμβάνει μεγάλο ρίσκο. Θα μπορέσει να φέρει κάτι καλύτερο από αυτό που θέλει να αποσύρει ή θα περάσει για μία ακόμα φορά κάτω από τον πήχη; Θα μπορέσει να διατηρήσει το τεκμήριο της καλής θέλησης για την ελληνοκυπριακή πλευρά το οποίο υπήρξε καθοριστικής σημασίας στην προσπάθεια μας να προχωρήσουμε με την ερευνητικές εξορύξεις στην κυπριακή ΑΟΖ; Ποιες επιπτώσεις θα έχει ενδεχόμενη ανατροπή αυτού του τεκμηρίου προς όφελος της Τουρκίας;
Όλα τα πιο πάνω συνθέτουν ένα ανησυχητικό σκηνικό και επιβάλλουν εγρήγορση. Οι ισορροπίες είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητες και τυχόν αναταράξεις μπορεί να αποβούν μοιραίες.
Ακόμα ένα τουρκοκυπριακό πρωτοσέλιδο για τον εποικισμό
Η πιο πάνω φωτογραφία είναι το πρωτοσέλιδο της τουρκοκυπριακής εφημερίδας Γιενί Ντουζέν, σήμερα στις 23 Μαϊου 2013. Σε συνέχεια χθεσινών αποκαλύψεων της εφημερίδας, επικρίνεται η εντατικοποίηση στην προσπάθεια παραχώρησης νέων υπηκοοτήτων του ψευδοκράτους από το Κόμμα Εθνικής Ενότητας. Σημειώνεται με έμφαση ότι η εντατικοποίηση της συγκεκριμένης πολιτικής σημειώνεται τις τελευταίες μέρες και αφού έχει οριστικοποιηθεί η πραγματοποίηση πρόωρων «εκλογών» στα τέλη Ιουλίου 2013.
Σύμφωνα με το σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας, από χθες έχει παρατηρηθεί κατακόρυφη αύξηση της προσέλευσης κόσμου στο τμήμα παραχώρησης υπηκοοτήτων του λεγόμενου Υπουργείου Εσωτερικών, παράλληλα με την αποκάλυψη των προηγούμενων ημερών ότι ο «ΥΠΕΣ» έχει δώσει εντολές επιτάγχυνσης των διαδικασιών παραχώρησης υπηκοοτήτων. Επιπρόσθετα, στο σημερινό δημοσίευμα γίνεται αποκάλυψη εγγράφου με χειρόγραφη σημείωση με την οποία δίνεται εντολή όπως ολοκληρωθούν οι διαδικασίες παραχώρησης υπηκοότητας σε συγκεκριμένο άτομο. Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι τέτοια σημειώματα ανήκουν στον ίδιο τον «ΥΠΕΣ» Τσιαβούσιογλου.
Τέτοιες ειδήσεις έχουν χάσει πλέον τη «μοναδικότητά» τους στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, αφού είναι γεγονός ότι σε περίοδος εκλογικού αναβρασμού, ο τουρκικός πληθυσμός αποτελεί ιδιαίτερα (αλλά όχι αποκλειστικά) στα πλαίσια της Τουρκοκυπριακής Δεξιάς μια πηγή «εκλογικής πελατείας». Η ιδιαιτερότητα τέτοιων δημοσιευμάτων σχετίζεται περισσότερο με το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αναμένεται να πραγματοποιηθούν οι πρόωρες εκλογές και το οποίο χαρακτηρίζεται κυρίως από μια ανανεωμένη ερμηνεία της διεκδίκησης της Τουρκοκυπριακής κοινότητας για προστασία της κοινοτικής της ύπαρξης στην Κύπρο. Η παραχώρηση νέων υπηκοοτήτων του ψευδοκράτους σε έποικους και η συνακόλουθη απόκτηση δικαιώματος ψήφου, σήμερα και ίσως όσο ποτέ άλλοτε, καταγράφεται με πιο ξεκάθαρο τρόπο σε ένα μέρος της τουρκοκυπριακής συλλογικής συνείδησης ως επιδίωξη κατάργησης της κοινοτικής-κυπριακής τους πολιτικής βούλησης. Το δεδομένο αυτό σχετίζεται άμεσα με την πορεία μετασχηματισμού των δομών εξουσίας και οικονομίας στα κατεχόμενα που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση, αλλά και με τις αντιδράσεις που προκαλεί.
Σε μια νέα εξέλιξη στο θέμα, η Συντεχνία Τουρκοκύπριων Δασκάλων (KTÖS) ανακοίνωσε σήμερα το πρωϊ ότι θα διοργανώσει εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στην πολιτική παραχώρησης νέων υπηκοοτήτων, αύριο 24 Μαϊου 2013, έξω από την τουρκική «πρεσβεία» στη Λευκωσία. Ο ηγέτης του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος, Οζκάν Γιοργαντζίογλου, σε χθεσινές του δηλώσεις ανέφερε ότι στην περίπτωση ανάληψης της «διακυβέρνησης» από το κόμμα του θα προχωρήσει σε νομικές διαδικασίες ενάντια σε αυτούς που έδωσαν τις εντολές, αλλά και σε αυτούς που τις υλοποιούν. Πέραν της ανάγκης του Ρεπουμπλικανικού να εμφανιστεί ως σοβαρός διεκδικητής εξουσίας, η δήλωση αυτή μπορεί να καταγραφεί και ως μια ισχυρή τάση στην παραδοσιακή βάση του κόμματος, η οποία δεν αποδέχεται την πολιτική εποικισμού. Η ισχυροποίηση ή όχι αυτής της τάσης εντός του Ρεπουμπλικανικού όμως, είναι ερώτημα που θα απαντηθεί στο πλαίσιο των επόμενων εξελίξεων, όπως το αποτέλεσμα των εκλογών και το εκλογικό συνέδριο του κόμματος που θα ακολουθήσει.
Νίκος Μούδουρος
Μια πρώτη ματιά στις εκλογές για τον Τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας
Εκτιμήσεις και Συμπεράσματα
Η νίκη του Καντρί Φελλάχογλου του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (ΡΤΚ) στις εκλογές για τον τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας, τελικά έμεινε στη σκιά της τεράστιας αποχής, η οποία και αποτέλεσε την χαρακτηριστικότερη εξέλιξη των τελευταίων χρόνων στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο νέος Δήμαρχος επικράτησε με περίπου εφτά χιλιάδες ψήφους και ποσοστό 34.8%. Ο Χασάν Σέρτογλου του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) έμεινε στο 26.2%, ο Μουσταφά Αραμπατζίογλου του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΚ) πήρε 21.8%, ο Σουπχί Χιουντάογλου του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (ΚΚΔ) κέρδισε 14.1% και ο Μουράτ Κανατλί του Κόμματος Νέα Κύπρος (ΚΝΚ) πήρε 1.6%. Οι έδρες του Δήμου κατανεμήθηκαν ως εξής: Έξι στο Ρεπουμπλικανικό, τέσσερις στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, τρεις στο Δημοκρατικό και δύο στο Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας. Από τους 35.531 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους μόνο το 56.3% συμμετείχε στις εκλογές, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ αποχής.
Το νέο «κόμμα» της αποχής
Οι εκλογές για τον τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας στις 7 Απριλίου, αποτέλεσαν ουσιαστικά ένα γενικότερο αντικατοπτρισμό της μερικής έστω κατάρρευσης και φθοράς του πολιτικού συστήματος στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα έτσι όπως αυτό οικοδομήθηκε και λειτούργησε από το 1974 και μετά. Τα οικονομικά προβλήματα και τα πολιτικά αδιέξοδα του Δήμου, είναι η μικρή φωτογραφία της πραγματικότητας που βιώνουν οι Τουρκοκύπριοι τα τελευταία χρόνια σε συνδυασμό με τον επιβαλλόμενο από την Άγκυρα μετασχηματισμό. Η αποχή από τις εκλογές της προηγούμενης Κυριακής ήταν τέτοια που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Αντίθετα, καταγράφει με γενικό τρόπο την απόσταση που χωρίζει ένα μέρος της κοινότητας από το πολιτικό και κομματικό περιβάλλον, υπογραμμίζει έντονα το πολιτικό κενό που δημιουργείται. Κάποιος θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί ότι οι Τουρκοκύπριοι επέλεξαν τις δημοτικές εκλογές για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στη γενικότερη πίεση που νιώθουν, αλλά και για την απουσία πολιτικού προγράμματος που να απαντά ικανοποιητικά στα δύο βασικά αιτήματα: την αυτοδιοίκηση και την προστασία της κυπριακής τους ταυτότητας.
Επιπλέον, είναι φανερό ότι το ποσοστό αποχής δημιουργεί ένα ακαθόριστο «μπλοκ μποϊκοταρίσματος» πολιτικών διαδικασιών, άγνωστο μέχρι σήμερα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Αυτό το «μπλοκ» μπορεί υπό κάποιες προϋποθέσεις να αποτελέσει μια συγκεκριμένη ιδεολογική τάση την οποία θα επιδιώξουν να εγκολπωθούν διάφορες νέες κινήσεις και οργανώσεις που κάνουν σταδιακά την εμφάνισή τους στα κατεχόμενα. Πάντως είναι γεγονός ότι τα υφιστάμενα κόμματα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα αδυνατούν να κινητοποιήσουν τον κόσμο, ενώ τα πολιτικά τους προγράμματα δεν φαίνεται να δίνουν ικανοποιητικές απαντήσεις στο ζήτημα μιας εναλλακτικής εξουσίας και στο θέμα αλλαγής της δομής των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία.
Η νίκη του Φελλάχογλου
Πέραν όμως της αποχής, σημαντική θα ήταν και μια σύντομη ανάλυση των μηνυμάτων των εκλογών με επίκεντρο τα κυριότερα πολιτικά κόμματα. Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα κατάφερε για πρώτη φορά μετά το 2009 να κάνει μια δυναμική επιστροφή με άνοδο της εκλογικής του δύναμης, τουλάχιστον σε επίπεδο ποσοστών. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα ευνοήθηκε από τη μεγάλη αποχή και από τη φθορά των δύο κομμάτων της Δεξιάς – Εθνικής Ενότητας και Δημοκρατικού – τα οποία διαχειρίστηκαν το Δήμο από το 2006. Χαρακτηριστικά, ο Φελλάχογλου εκλέγηκε Δήμαρχος με περίπου τον ίδιο αριθμό ψήφων (7.000) που πήρε ο υποψήφιος του Ρεπουμπλικανικού, Σιμαβί Ασίκ, στις προηγούμενες δημοτικές χωρίς να εκλεγεί.
Ωστόσο, η σημασία της επιτυχίας του Ρεπουμπλικανικού «διανθίζεται» από την πολυπλοκότητα αλλά και το συμβολικό χαρακτήρα που έχει ο Δήμος της Λευκωσίας. Άλλωστε, δεν ήταν καθόλου τυχαία η πρώτη δήλωση του προέδρου του κόμματος, Οζκάν Γιοργκαντζίογλου, αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, με την οποία έσπευσε να παραλληλίσει την εκλογική επικράτηση στο Δήμο με τι επερχόμενες γενικές εκλογές το 2014.
Υπό κάποιες προϋποθέσεις η εκλογική επιτυχία του Ρεπουμπλικανικού, αλλά πολύ περισσότερο ο τρόπος που θα διαχειριστεί τις υποθέσεις του Δήμου για τους επόμενους 14 μήνες μέχρι και τις νέες δημοτικές εκλογές, μπορούν να ενισχύσουν περαιτέρω την παρουσία του ως εναλλακτική επιλογή έναντι στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας. Την ίδια στιγμή όμως το κόμμα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα που αντιμετωπίζει κυρίως σε δύο άξονες: 1. τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις που τα τελευταία χρόνια γίνονται όλο και πιο έντονες, 2. τη θέση της ηγεσίας του, η οποία μέχρι και τις εκλογές της Κυριακής ήταν στο στόχαστρο των διαφορετικών τάσεων. Το επερχόμενο συνέδριο του Ρεπουμπλικανικού θα καλεστεί σε αυτό το πλαίσιο να δώσει απαντήσεις.
Παράλληλα, τα πεπραγμένα στο Δήμο Λευκωσίας θα αποτελέσουν κριτήριο για τις θέσεις του κόμματος αναφορικά με την προσπάθεια επανακαθορισμού των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία. Το δίλημμα αυτό είναι ίσως το κυριότερο. Είναι γεγονός ότι στο παρόν στάδιο τα τεράστια χρέη του Δήμου δεν μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς την οικονομική συνδρομή του τουρκικού τραπεζικού τομέα. Συνεπώς το πρόγραμμα που θα εφαρμόσει το Ρεπουμπλικανικό, μπορεί να κρίνει και τη γενικότερη στάση του αναφορικά με την Τουρκία και τις σχέσεις εξάρτησης. Σε συμβολικό επίπεδο προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η προεκλογική δέσμευση του Φελλάχογλου ότι θα αλλάξει το όνομα του πάρκου «Άγκυρα», η οποία καταρχήν έδειξε μια αποφασιστικότητα έναντι του ασφυκτικού τουρκικού «εναγκαλισμού».
Η Τουρκοκυπριακή Δεξιά
Το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, αλλά και σε δεύτερο πλάνο το Δημοκρατικό, εισέπραξαν την αποτυχία τους στη διαχείριση του Δήμου τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και τη φθορά που προκαλεί η εφαρμογή του προγράμματος λιτότητας. Ιδιαίτερα το Κόμμα Εθνικής Ενότητας συγκεντρώνει το «συλλογικό θυμό» ενός μέρους της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ως αποτέλεσμα της «συλλογικής τιμωρίας» που επιβάλλει η Άγκυρα. Γιατί σε τελική ανάλυση ως «συλλογική τιμωρία» γίνεται αντιληπτό το τουρκικό πρόγραμμα μετασχηματισμού της κοινωνίας. Την ίδια στιγμή το Κόμμα Εθνικής Ενότητας επιβεβαιώνει ότι δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των ομάδων Κιουτσιούκ και Έρογλου. Παρόλο που ο υποψήφιος του κόμματος, Χασάν Σέρτογλου, είναι γνωστός για τις καλές σχέσεις με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, εντούτοις φαίνεται ότι η ομάδα Έρογλου επιδίωξε την αποτυχία για να την χρεώσει στο περιβάλλον Κιουτσιούκ. Στο υπόβαθρο αυτής της εξέλιξης συνεχίζει να κρύβεται η διαφωνία για τους στόχους της τουρκικής κυβέρνησης αναφορικά με τη δομή των κατεχομένων. Συνεπώς δε θα πρέπει να αποτελέσει έκπληξη πιθανή νέα κρίση σε επίπεδο ηγεσίας της κοινότητας το επόμενο χρονικό διάστημα. Όμως σε καμιά περίπτωση δε θα πρέπει να υποτιμηθεί το ποσοστό που πήρε ο Σέρτογλου. Το κόμμα έδειξε ότι ακόμα και σε συνθήκες φθοράς μπορεί να χειρίζεται με «το δικό του τρόπο» τις πελατειακές σχέσεις κάθε είδους, ιδιαίτερα σε σχέση με τον τουρκικό πληθυσμό, σχέσεις που οικοδόμησε παράλληλα με την ενδυνάμωση των δομών από το 1974 και μετά. Με λίγα λόγια το Κόμμα Εθνικής Ενότητας συνεχίζει να διατηρεί την «πρωτοκαθεδρία» του στην ταύτιση «κόμματος-κράτους» και επομένως ως σημαντικού φορέα χωριστής συνείδησης εξουσίας ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Το Δημοκρατικό Κόμμα, παρά τα προβλήματα, φαίνεται να διατηρεί την επιρροή του στη Λευκωσία. Όμως πλέον είναι ξεκάθαρο ότι αναγκάζεται να διαφοροποιηθεί περισσότερο από το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς, εάν επιθυμεί αύξηση των ποσοστών του. Φαίνεται ότι η στήριξη του Δημοκρατικού στις θέσεις Έρογλου στο Κυπριακό, προκαλεί μια γενική ταύτιση στο χώρο της Τουρκοκυπριακής Δεξιάς, χωρίς να δίνει την ευκαιρία ανάδειξης των διαφορών των δύο κομμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αναμένεται ότι το κόμμα του Σερντάρ Ντενκτάς θα προχωρήσει στην ενίσχυση της παρουσίας ενός ιδιότυπου τουρκοκυπριακού εθνικισμού που επιδιώκει να θέσει αποστάσεις από τους Ελληνοκύπριους διαμέσου της καλλιέργειας ενός ανεξάρτητου (ακόμα και από την Τουρκία) τουρκοκυπριακού λαού και κράτους.
Η απουσία αριστερής συνεργασίας
Το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, αλλά και το Κόμμα Νέα Κύπρος επιδίωξαν σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας να εισπράξουν με θετικό τρόπο την γενική απογοήτευση που επικρατεί στην κοινότητα. Την ίδια στιγμή προσπάθησαν να θέσουν τη σημασία των εκλογών στο Δήμο εντός του ευρύτερου πλαισίου των σχέσεων με την Άγκυρα με στόχο την καταγραφή ποσοστών αποδοκιμασίας όχι μόνο της πολιτικής της Τουρκοκυπριακής ηγεσίας, αλλά και της Τουρκίας. Από το αποτέλεσμα φαίνεται ότι η διαμαρτυρία τελικά δεν εκφράστηκε με θετική ψήφο προς τους υποψηφίους των δύο αυτών κομμάτων, αλλά με την αποχή. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη εξέλιξη θα πρέπει να αναμένεται επανάληψη των συζητήσεων γύρω από τις προσπάθειες συνεργασίας των κομμάτων και οργανώσεων της ευρύτερης Αριστεράς εκτός του Ρεπουμπλικανικού. Η νέα εντατικοποίηση των ζυμώσεων στο συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο, ανεξάρτητα από τις προοπτικές επιτυχίας, αναγκάζεται πλέον να συμπεριλάβει πολύ πιο συγκεκριμένα ένα περιεκτικό πολιτικό πρόγραμμα γύρω από ζητήματα όπως οι σχέσεις με την Τουρκία, η επίλυση του Κυπριακού και το μέλλον των Τουρκοκυπρίων ως κυπριακή πολιτική κοινότητα.
Συμπερασματικά…
Το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών στη Λευκωσία μπορεί να μην αποτελεί την καταγραφή των τάσεων της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με ολοκληρωμένο τρόπο, αλλά αφήνει πίσω του κάποια σημαντικά δεδομένα για τα «δύσκολα» χρόνια που ακολουθούν. Το 2014 θα είναι έτος δημοτικών και γενικών εκλογών, ενώ το 2015 οι Τουρκοκύπριοι θα καλεστούν να αναδείξουν τον ηγέτη της κοινότητάς τους. Όλα τα πιο πάνω επηρεάζονται μοιραία από τις εξελίξεις στην Τουρκία, αλλά και από τον τρόπο που αντιδρά η τουρκική εξωτερική πολιτική στις ανακατατάξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Παράλληλα όμως, οι διαφοροποιήσεις εντός Τουρκοκυπριακής κοινότητας επηρεάζονται με καθοριστικό τρόπο και από τις εξελίξεις εντός Ελληνοκυπριακής κοινότητας. Η κρίση προκαλεί στους Τουρκοκύπριους συνειρμούς περαιτέρω εξάρτησης από την Τουρκία και την ίδια στιγμή αναδεικνύει στο δημόσιο χώρο κοινά αιτήματα και διεκδικήσεις των δύο κοινοτήτων. Συνεπώς δε θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι πέραν του Κυπριακού, η διαχείριση της κρίσης από την Ελληνοκυπριακή ηγεσία είναι το ίδιο καθοριστική στη δημιουργία αρνητικών ή θετικών εντυπώσεων ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους, με σαφέστατες προεκτάσεις στο περιεχόμενο επίλυσης του πολιτικού μας προβλήματος.
Νίκος Μούδουρος
10 Απριλίου 2013
Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα (13.2.2013-20.2.2013)
Μια η επίσκεψη, πολλά τα μηνύματα: Η προγραμματική συνεργασία της τουρκικής και τουρκοκυπριακής Δεξιάς
Ακόμα μια επίσκεψη του Αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης Μπεσίρ Αταλάϊ στα κατεχόμενα έγινε η αφορμή για πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά και σοβαρά πολιτικά μηνύματα. Ο Αταλάϊ βρέθηκε στην Κύπρο στις 18 και 19 Φεβρουαρίου μαζί με τον Υπουργό Συγκοινωνιών της Τουρκίας, Μπίναλι Γιλντιρίμ. Μεταξύ των στόχων της καθόδου τους ήταν η αξιολόγηση της εφαρμογής του οικονομικού προγράμματος και η συμμετοχή σε εγκαίνια τεσσάρων νέων οδικών αρτηριών. Του περιφερειακού δρόμου Λευκωσίας, του δρόμου Μόρφου-Λεύκας, του δρόμου Αγίου Γεωργίου Κερύνειας-Καραβά και του δρόμου Τρικώμου-Βοκολίδας[1]. Φυσικά πέραν της τυπικής επισημότητας, το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επίσκεψης ήταν προσανατολισμένο και στην στήριξη προς τον Κιουτσιούκ ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης για την ηγεσία του Κόμματος Εθνικής Ενότητας στις 24 Φεβρουαρίου 2013. Μάλιστα στο πρόγραμμα της επίσκεψης των αξιωματούχων της κυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δεν περιλήφθηκε για πρώτη φορά, συνάντηση με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη.
Καθόλου τυχαία ο Τούρκος Αντιπρόεδρος σημείωσε με έμφαση ότι εάν δοκιμάσει κάποιος να αλλάξει τον Πρωθυπουργό, τότε η οικονομική σταθερότητα θα επηρεαστεί αρνητικά και υπογράμμισε ότι «ούτε η Τουρκία δε θα άντεχε κάτι τέτοιο». Γενικά το μήνυμα της ανάγκης για «σταθερότητα» ήταν το κυρίαρχο στην επίσκεψη Αταλάϊ. Σταθερότητα στην εφαρμογή του προγράμματος μετασχηματισμού, η οποία προϋποθέτει σταθερότητα στην πολιτική ηγεσία που θα αναλάβει την υλοποίηση του και που αυτή τη στιγμή είναι το Κόμμα Εθνικής Ενότητας υπό την προεδρία του Κιουτσιούκ. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν ευρύτερα και οι εκτιμήσεις του εκπροσώπου της τουρκικής κυβέρνησης για την πορεία του πρωτοκόλλου. Υπογραμμίστηκε ότι η οικονομική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο και οι προοπτικές της, αποτελούν την εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον των Τουρκοκυπρίων[2]. Σημειώθηκε ότι η απόδοση της «κυβέρνησης» στην υλοποίηση είναι ικανοποιητική και συνεπώς η εκκρεμότητα του συνεδρίου του Κόμματος Εθνικής Ενότητας πρέπει να λήξει σύντομα και με «τον καλύτερο δυνατό τρόπο».
Σημαντικές όμως ήταν και οι λεπτομέρειες που προκύπτουν από την μέχρι σήμερα εφαρμογή του προγράμματος και που είναι ενδεικτικές της δομής που σταδιακά οικοδομείται στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η χρηματοδότηση της Τουρκίας μέσω του προηγούμενου πρωτοκόλλου (2010-2012) ήταν 2.584 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες, ενώ με βάση το νέο πρωτόκολλο (2013-2015) η χρηματοδότηση θα αυξηθεί στα 3.300 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες. Η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό των κατεχομένων την προηγούμενη περίοδο ήταν περίπου 450 εκατομμύρια τουρκικές λίρες, ενώ με την εφαρμογή του νέου προγράμματος θα μειωθεί δραστικά στα 215 εκατομμύρια. Στόχος για το κατά κεφαλήν εισόδημα με την εφαρμογή του προγράμματος είναι η αύξηση του στα 17 χιλιάδες δολάρια. Σημαντική παράμετρος θεωρείται και η επισημοποίηση της ενοποίησης του δικτύου ηλεκτρισμού των Τουρκοκυπρίων με αυτό της Τουρκίας, ένα έργο που θα δημιουργηθεί παράλληλα με την υποθαλάσσια μεταφορά νερού[3]. Ανάμεσα στις επιτυχίες που καταμετρά η τουρκική κυβέρνηση, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Αντιπροέδρου της, είναι οι ιδιωτικοποιήσεις με κορυφαίο παράδειγμα το αεροδρόμιο Τύμπου, η σταθερή άνοδος του ρυθμού ανάπτυξης στον τουριστικό τομέα με 7% ετησίως, καθώς και η αύξηση των φοιτητών στην ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση από 43 χιλιάδες που ήταν την περίοδο 2009-2010 , σε 55.494 την περίοδο 2012-2013[4].
Βεβαίως πέραν των πιο πάνω, η επίσκεψη των αξιωματούχων της τουρκικής κυβέρνησης επιβεβαίωσε και την αντίληψή τους για τους «εσωτερικούς φορείς» υλοποίησης του μετασχηματισμού που δρομολογείται, πέραν από το πολιτικό σύστημα. Οι αποστολές του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στην Κύπρο συμπεριλαμβάνουν με σταθερό πλέον τρόπο τις ανοιχτές επαφές στην ευρύτερη περιοχή της Αμμοχώστου, μια περιοχή συντριπτικής παρουσίας τουρκικού πληθυσμού. Αυτή η τάση επαναλήφθηκε και με την τελευταία επίσκεψη των Αταλάϊ και Γιλντιρίμ. Η σημαντικότητα αυτών των δραστηριοτήτων δεν περιορίζεται μόνο στη στήριξη που επιδίωξαν να πάρουν από τους Τούρκους κάτοικους της περιοχής προς τον Κιουτσιούκ. Η καθοριστική διάσταση αναδεικνύει ότι αυτός ο πληθυσμός αποτελεί μέρος, πρωταγωνιστικό μάλιστα, του μετασχηματισμού και υπενθυμίζει την στρατηγική διάσταση που έθεσε ο Πρωθυπουργός Έρντογαν κατά την επίσκεψη του το καλοκαίρι του 2011 σε συλλαλητήριο στην Αμμόχωστο όταν απευθυνόμενος στο πλήθος σημείωσε: «Εσείς είσαστε οι συνομιλητές μας στην βόρεια Κύπρο». Ο Αταλάϊ λοιπόν, πραγματοποίησε ανοιχτές συγκεντρώσεις σε καφενέδες της περιοχής, άκουσε τα προβλήματα των κατοίκων και δημοσιοποίησε τα πολιτικά μέτρα που θα ληφθούν, μαζί με τον πρέσβη της Τουρκίας[5]. Ένα σκηνικό συμβολικό και ουσιαστικό, όπου η τουρκοκυπριακή διάσταση είχε περιθωριοποιηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.
Τα κόμματα καθορίζουν υποψήφιους για τις δημοτικές στη Λευκωσία
Κατά την προηγούμενη εβδομάδα φάνηκαν κάποιες τάσεις συνεργασίας στην ευρύτερη Αριστερά για το δήμο Λευκωσίας. Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα είχε διαβουλεύσεις με το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας του Μεχμέτ Τσιακιτζί, έχοντας όμως προηγουμένως λάβει απόφαση στο επίπεδο της Κεντρικής Επιτροπής ότι η πιο πιθανή υποψηφιότητα θα ήταν η κομματική με τον Καντρί Φελλάχογλου[6]. Η πιο ολοκληρωμένη πρόταση που συζητήθηκε από τις αντιπροσωπείες των δύο κομμάτων προνοούσε για υποψήφιο δήμαρχο από τις τάξεις του Ρεπουμπλικανικού και ψηφοδέλτιο δημοτικών συμβούλων με βαρύτητα σε στελέχη του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα η πρόταση αυτή αφορούσε για 9 υποψηφίους από τις τάξεις του κόμματος του Τσιακιτζί και 5 από τις τάξεις του Ρεπουμπλικανικού. Η πρόταση έκανε λόγο και για συγκεκριμένη δέσμευση με στόχο τη συνέχιση μιας κοινής πορείας στην τοπική αυτοδιοίκηση με φόντο τις εκλογές του επόμενου χρόνου[7].
Οι διαπραγματεύσεις των δύο κομμάτων κορυφώθηκαν καθ’ όλη την ημέρα τις 14ηςΦεβρουαρίου, όμως το βράδυ πληροφορίες στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες ανακήρυσσαν την αποτυχία της προσπάθειας. Από πληροφορίες φαίνεται ότι και τα δύο κόμματα διέθεταν έρευνες γνώμης οι οποίες έδειχναν υψηλά ποσοστά προτίμησης προς πιθανή υποψηφιότητα Καντρί Φελλάχογλου από το Ρεπουμπλικανικό[8]. Με βάση αυτό το δεδομένο, φαίνεται ότι το Ρεπουμπλικανικό διεκδίκησε περισσότερα σε σχέση με τους δημοτικούς συμβούλους, κάτι που οδήγησε το κόμμα του Τσιακιτζί να μιλήσει για «επιβολή»[9]. Βεβαίως στη συνέχεια υπήρχαν και άλλες αποκαλύψεις, όπως το ότι το Κόμμα Κοινοτικής Απελευθέρωσης είχε αρχικά προτείνει τριμερή συνεργασία με το Ρεπουμπλικανικό και το Δημοκρατικό Κόμμα του Ντενκτάς, κάτι που απορρίφθηκε[10].
Οι εξελίξεις αυτές τελικά οδηγούν τα δύο κόμματα σε χωριστές υποψηφιότητες και με τη μεγαλύτερη πιθανότητα τελικά να επαναλαμβάνεται η αποτυχία της ευρύτερης Αριστεράς στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα να συνεννοηθεί σε κάποια βασικά θέματα στη συγκεκριμένη συγκυρία. Παράλληλα φαίνεται ότι η θητεία του Ρεπουμπλικανικού στην εξουσία της κοινότητας από το 2003 μέχρι και το 2010, στο πλαίσιο των εξελίξεων στο Κυπριακό, αλλά και στην οικονομική διαχείριση των δομών, άφησε πίσω της εμπειρίες που δυσκολεύουν μέχρι και σήμερα την προοπτική συναντίληψης με συντεχνίες και άλλες πολιτικές οργανώσεις.
Υπό αυτά τα δεδομένα, το Ρεπουμπλικανικό, ενισχυμένο τοπικά στη Λευκωσία, κατέρχεται με τον Καντρί Φελλάχογλου και πλήρες κομματικό ψηφοδέλτιο, ενώ το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας επιλέγει τον Σουπχί Χιουντάογλου, γιατρό στο επάγγελμα και πρώην πρόεδρο της Ένωσης Τουρκοκύπριων Γιατρών[11].
Στο μεταξύ, ο Μουσταφά Αραμπατζίογλου, υποψήφιος Δήμαρχος από τις τάξεις του Δημοκρατικού Κόμματος του Σερντάρ Ντενκτάς, ξεκίνησε αρκετά δυναμικά τη δική του προεκλογική προσπάθεια μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού. Στο παρόν στάδιο ακολούθησε μια συγκεκριμένη τακτική συσπείρωσης δυνάμεων από τη δεξιά και την ακροδεξιά, με στόχο να διασφαλίσει μια γερή εκλογική βάση και μετά να διευρυνθεί. Χαρακτηριστικά, ξεκίνησε τις επαφές του με τους συνδέσμους ΤΜΤ και με διάφορους συνδέσμους αγωνιστών[12], δηλαδή εκείνους τους οργανωμένους κύκλους στους οποίους το Δημοκρατικό Κόμμα μπορεί να έχει στήριξη κυρίως λόγω Ραούφ Ντενκτάς. Είναι όμως γεγονός ότι η συσπείρωση της δεξιάς εκλογικής βάσης γύρω από την υποψηφιότητα Αραμπατζίογλου, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις κινήσεις του Κόμματος Εθνικής Ενότητας.
Η προεκλογική κίνηση στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας αυτή την περίοδο δεν αφορά στις δημοτικές αλλά στο δεύτερο γύρο εκλογών για ανάδειξη του προέδρου του κόμματος. Μάλιστα η εσωτερική αντιπαράθεση έφτασε σε τέτοια επίπεδα που οι διαδικασίες για καθορισμό του υποψηφίου του κόμματος για το δήμο Λευκωσίας θα γίνουν μετά την εκλογή του προέδρου στις 24 Φεβρουαρίου. Στο μεταξύ ο Χασάν Σέρτογλου, πρόεδρος της τουρκοκυπριακής ομοσπονδίας ποδοσφαίρου, ο οποίος προσεγγίστηκε από την ηγεσία του Κόμματος Εθνικής Ενότητας για να είναι υποψήφιος δήμαρχος στη Λευκωσία, απέρριψε την πρόταση[13]. Φαίνεται λοιπόν ότι τα αδιέξοδα που στο παρόν στάδιο αντιμετωπίζει το μεγάλο κόμμα της τουρκοκυπριακής δεξιάς, είναι μεγαλύτερα από αυτά που αντιμετωπίζει η αντιπολίτευση.
Το «παλιό», το «νέο» και οι συνέπειες από μια ιδιωτικοποίηση
Η ιδιωτικοποίηση του αεροδρομίου της Τύμπου είναι ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της διαδικασίας αντικατάστασης του παλαιού καθεστώτος πραγμάτων που επικράτησε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μετά την εισβολή του 1974, με ένα νέο καθεστώς αυτή τη φορά υπό την κυριαρχία του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Αυτή η συγκεκριμένη ιδιωτικοποίηση από νωρίς απελευθέρωσε πολύ ενδεικτικές δυναμικές. Σταδιακά φαίνεται να βοηθά στην αποσάθρωση μιας πολιτικής οικονομίας και συμφερόντων που επικράτησαν και που είχαν στο επίκεντρό τους τις κρατικές δομές ως τις μοναδικές που μπορούσαν να διαμοιράσουν πηγές κερδοφορίας και προνόμια σε συγκεκριμένους κύκλους. Την ίδια στιγμή μέσα από τέτοιους μηχανισμούς, το «κράτος» μπορούσε να αναπαράγει την εξουσία του και την ηγεμονία του ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους.
Τώρα φαίνεται ότι υπάρχει μετάβαση σε ένα νέο στάδιο. Τα δομημένα επί τόσα χρόνια συμφέροντα αλλάζουν. Για παράδειγμα, όλοι οι ιδιοκτήτες καταστημάτων στο αεροδρόμιο βρέθηκαν ξαφνικά ενώπιον της αύξησης των ενοικίων τους περίπου 10 φορές περισσότερα. Την ίδια στιγμή ο νέος ιδιοκτήτης του αεροδρομίου, η τουρκική εταιρεία Taş Yapı, ζητά με αυστηρό τρόπο την καταβολή όλων των ποσών για την παροχή νερού και ηλεκτρισμού, κάτι που το «κράτος» δεν έπραττε πάντα αναλόγως των πολιτικών εξυπηρετήσεων. Σημαντικό στοιχείο είναι και το γεγονός ότι το 70% των καταστηματαρχών ανανέωσαν τα συμβόλαιά του στο αεροδρόμιο[14]και συνεπώς υπάρχει μια σταδιακή αλλαγή της οικονομίας και των σχέσεων που παράγει γύρω από ένα στρατηγικό τομέα, όπως είναι οι αερομεταφορές.
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε άλλες υπηρεσίες στο αεροδρόμιο. Σύμφωνα με απόφαση του «υπουργικού συμβουλίου» και μετά από πιέσεις της εταιρείας-ιδιοκτήτη, ο φόρος εξόδου από την Τύμπου έχει αυξηθεί περίπου κατά 125%. Με πολύ καθοριστικό τρόπο επηρεάζονται οι φοιτητές, οι οποίοι πλήρωναν 14 τουρκικές λίρες και με τη νέα απόφαση θα επωμίζονται το ποσό των 42 τουρκικών λιρών[15]. Αυξήσεις αναμένονται και στα αεροπορικά εισιτήρια με τους αρμοδίους των αεροπορικών εταιρειών να δηλώνουν ότι σε περίπτωση μείωσης των πελατών τους θα υπάρξει μείωση στους προορισμούς και τη συχνότητα των πτήσεων, παρά οποιαδήποτε μείωση στα αεροπορικά ναύλα. Επίσης τα ταξί είναι μια άλλη σημαντική υπηρεσία που έχει επηρεαστεί αρνητικά. Μέχρι στιγμής υπήρχε ένας συγκεκριμένος αριθμός οδηγών ταξί που εργάζονταν στη μεταφορά από και προς το αεροδρόμιο, των οποίων τώρα τα τέλη έχουν αυξηθεί στις 3 χιλιάδες τουρκικές λίρες ετησίως[16]. Συνεπώς οι μικρομεσαίου μεγέθους εταιρείες ή οι αυτοεργοδοτούμενοι οδηγοί των ταξί, βρίσκονται πλέον ενώπιον νέων δεδομένων, τα οποία αναλόγως και της πορείας της οικονομίας, θα δημιουργήσουν ενώπιον τους νέα εμπόδια.
Φαινομενικά, η νέα περίοδος που έχει αρχίσει με το ιδιωτικό αεροδρόμιο της Τύμπου έχει περιθωριοποιήσει τις «παλιές πελατειακές» σχέσεις, οι οποίες αναπαρήγαγαν μια συγκεκριμένη οικονομική και πολική εξουσία. Στη θέση αυτών των σχέσεων τώρα εισέρχονται νέες, οι οποίες στο παρόν στάδιο δεν καθορίζονται από τουρκοκυπριακές δυνάμεις, αλλά από τους ισχυρότερους τουρκικούς επιχειρηματικούς κύκλους.
Δημοσίευση: Δεύτερη Ανάγνωση, 20.2.2013
[1] Kıbrıs Postası, “Bakanlar Kurulu toplantısı tamamlandı. Yıldırım ve Atalay KKTC’ye geliyor”, 15.2.2013.
[8]Hüseyin Ekmekçi, “Darmadağın oldu…”, Havadis, 15.2.2013.
[9]Yeni Düzen, “Çakıcı: CTP’nin önerisini kabul edemeyiz bağımsız aday olmazsa kendi adayımız”, 15.2.2013.
[14]Aysu Basri Akter, “Ercan’da yeni dönem”, Yeni Düzen, 12.2.2013.
[15]Aysu Basri Akter, “Ercan’dan çıkışa %125 zam!”, Yeni Düzen, 15.2.2013.
Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα (28.1.2013-6.2.2013)
Το Κυπριακό δειλά-δειλά στο προσκήνιο
Η συνάντηση Έρντογαν-Σαμαρά στο Κατάρ και ο τρόπος που μεταδόθηκε από τον τουρκοκυπριακό Τύπο, καθώς και η συνάντηση του Έρογλου με τα μεγαλύτερα τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα, έβαλαν ξανά στο θολό τοπίο το Κυπριακό πρόβλημα. Δύο είναι οι γενικότεροι άξονες που φαίνεται να απασχολούν τους Τουρκοκύπριους και να τους οδηγούν στις ερμηνείες τους περί νέας κινητικότητας στο Κυπριακό.
Ο πρώτος άξονας είναι η κινητικότητα της τουρκικής κυβέρνησης στο Κουρδικό, ζήτημα που αναμένεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη την Τουρκία και τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστεί και άλλα προβλήματα, όπως το Κυπριακό. Ο δεύτερος άξονας, πιο συγκεκριμένος, είναι οι προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρόλο που δεν σημειώνεται το ενδιαφέρον των Τουρκοκυπρίων όπως σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, εντούτοις η φιλολογία για μια νέα διαδικασία στο Κυπριακό μετά τον Φεβρουάριο του 2013, ήταν ικανή από μόνη της να φέρει στο προσκήνιο κάποιες τάσεις για την επόμενη μέρα στο Κυπριακό.
Μετά τη συνάντηση των κομμάτων με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη στις 31 Ιανουαρίου 2013, η τουρκοκυπριακή Δεξιά, το Εθνικής Ενότητας και το Δημοκρατικό, αρκέστηκε να δηλώσει την αισιοδοξία της για την έναρξη μιας νέας διαδικασίας και την αναγκαιότητα για μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του νέου Ελληνοκύπριου συνομιλητή. Ο Ιρσέν Κιουτσιούκ μάλιστα δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι τόσο το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, όσο και ο Έρογλου, μελετούν και αξιολογούν επισταμένα όλες τις δηλώσεις και τοποθετήσεις του Αναστασιάδη για το Κυπριακό. Στην ευρύτερη Αριστερά τα πράγματα είναι πιο συγκεκριμένα. Ο Τσιακιτζί, ηγέτης του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας, ανέφερε ότι θα πρέπει αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές να επιβεβαιωθούν οι μέχρι σήμερα συγκλίσεις των συνομιλιών, ενώ εκτίμησε ότι τελικά θα αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για το φυσικό αέριο της Κύπρου, από του να περάσει από την Τουρκία. Μια τέτοια εξέλιξη θα είναι υποβοηθητική γενικότερα, σημείωσε. Ο Γενικός Γραμματέας του Ρεπουμπλικανικού, Ασίμ Ακάνσοϊ, εκτίμησε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα δώσει ούτως ή άλλως μια νέα δυναμική στις διαπραγματεύσεις, η οποία δεν πρέπει να χαθεί. Δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι θα πρέπει να προστατευθεί «η θετική βάση που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια στο τραπέζι των συνομιλιών και να προχωρήσει παραπέρα»[1].
Όμως πιο ουσιαστικά δεδομένα φαίνεται να παρουσιάζονται μέσα από διαρροές στον Τύπο της τελευταίας εβδομάδας, παρά από τις δηλώσεις των Τουρκοκύπριων πολιτικών. Από τις διαρροές αυτές φαίνεται ότι η Άγκυρα και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία, πέρα από την κλασσική επιμονή σε ζητήματα όπως η δέσμευση σε χρονοδιάγραμμα, θα θέσουν κατά συγκεκριμένο τρόπο ζητήματα «ευρύτερης συνεργασίας των δύο πλευρών», ίσως υπό τη μορφή Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης με ιδιαίτερη επικέντρωση στην ενέργεια και το εμπόριο στην Ανατολική Μεσόγειο[2].
Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις που καταθέτει δημοσίως ο Κουντρέτ Όζερσαϊ, πρώην αντιπρόσωπος του Έρογλου στις συνομιλίες, προκαλούν κάποια συζήτηση και πρέπει να αξιολογηθούν. Συγκεκριμένα στο επίκεντρο των προτάσεών του βρίσκεται η υιοθέτηση μιας νέας στρατηγικής και μιας «ευέλικτης» διαδικασίας συνομιλιών που να αποτελείται από δύο αλληλοτροφοδοτούμενες προσπάθειες. Από τη μια θα είναι η κλασσική συζήτηση στο τραπέζι των συνομιλιών και από την άλλη μια δεύτερη συζήτηση οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας των δύο πλευρών, η οποία θα βοηθήσει την κατάσταση να ομαλοποιηθεί. Παράλληλα όμως μπαίνει και η «αναγκαιότητα» να επιδειχθεί ευελιξία και στο ζήτημα του πλαισίου της λύσης του Κυπριακού, αφού η διζωνική-δικοινοτική Ομοσπονδία δε φαίνεται πλέον να είναι εφικτή, κατά τον Όζερσαϊ. «Νέες ιδέες και πιο δημιουργικές», «έξω από τα καλούπια του ΟΗΕ» και με την προϋπόθεση ότι γίνονται αποδεχτές από τις δύο πλευρές, είναι το νέο περιεχόμενο που προτείνει ο Κουντρέτ Όζερσαϊ[3]. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει τις νέες συνομιλίες στο Κυπριακό δεν πρέπει να είναι το όνομα της λύσης, αλλά το να είναι αποδεχτή και από τις δύο πλευρές[4].
Συνεπώς θα πρέπει να αναμένεται ότι η ίδια περίπου αντιπαράθεση που υπάρχει στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα αναφορικά με τη λύση του Κυπριακού, θα εμφανιστεί και στην Τουρκοκυπριακή με τις ανάλογες φυσικά ιδιαιτερότητες.
Μια «νέα» πτυχή του Κυπριακού μέσα από το διεθνές πολιτικό Ισλάμ
Ο Χαμζά Άκμπουλουτ, πρόεδρος του Συνδέσμου Εθελοντικών Οργανώσεων Τουρκίας, κατά τη συνάντηση του με τον πρόεδρο της «βουλής» Χασάν Μποζέρ ανάφερε τα εξής χαρακτηριστικά: «Βλέπουμε την Κύπρο όπως ακριβώς την Μάρντιν, Έρζουρουμ, Εντίρνε, Κόνια, Σίβας, δηλαδή σαν ένα νομό της Τουρκίας. Όμως οι άνθρωποι των δύο χωρών δεν γνωρίζονται ικανοποιητικά μεταξύ τους»[5]. Η συνάντηση έγινε στα πλαίσιο της 9η Συνάντησης Νεολαίας που πραγματοποιεί στα κατεχόμενα η Ένωση Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών του Ισλαμικού Κόσμου, μια ομπρέλα 220 οργανώσεων από 53 διαφορετικές χώρες. Η «ομολογία» για το πώς αντιμετωπίζει την Κύπρο το πολιτικό Ισλάμ είναι η μια όψη των δηλώσεων. Η άλλη εξίσου σημαντική, είναι η παρομοίωση της Κύπρου και η μετατροπή του κυπριακού χώρου σε μια συγκεκριμένου τύπου «περιφερειακή περιοχή» της Ανατολίας, η οποία «χρειάζεται» την οικονομική και πολιτισμική συμβολή του «κέντρου». Συνεπώς η Κύπρος, όντας μακριά από την «κεντρική αρχή» πρέπει να αποτελέσει ένα «εργαστήρι» της εξαγωγής του τουρκικού-ισλαμικού μοντέλου εκσυγχρονισμού που επικρατεί επί της διακυβέρνησης ΑΚΡ στην Τουρκία. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις, όπως ήταν αναμενόμενο, «εξόργισαν» τον ευρύτερο προοδευτικό τουρκοκυπριακό χώρο.
Η πραγματοποίηση της 9ης Συνάντησης Νεολαίας στα κατεχόμενα, έχει τη δική της σημασία, αφού σύμφωνα με αναφορές του Γενικού Γραμματέα της Ένωσης Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών του Ισλαμικού Κόσμου, Αλί Κουρτ, «η ΤΔΒΚ λόγω ιστορικών και πολιτιστικών δεσμών, αλλά και λόγω της κοινωνικο-πολιτιστικής της δομής έχει καθοριστική σημασία στον τουρκικό και ισλαμικό κόσμο». Σε αυτό το πλαίσιο, η σύνοδος ασχολήθηκε με ζητήματα διεθνούς αναβάθμισης των δομών στα κατεχόμενα, αλλά και ενίσχυσης της δουλειάς των «οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών» με τρόπο που να επωφελούνται από το «τουρκικό παράδειγμα» στον τομέα των λόμπι και της προώθησης πολιτικών σε διεθνές επίπεδο[6]. Επιπλέον η σύνοδος ασχολήθηκε και με ζητήματα προώθησης ξένων επενδύσεων στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα από τον Ισλαμικό κόσμο, με ιδιαίτερη βαρύτητα στο σχεδιασμό πολιτικών που να δημιουργούν μια νόμιμη βάση ενθάρρυνσης του ξένου κεφαλαίου. Και σε αυτό τον τομέα καταγράφηκε με ιδιαίτερη έμφαση η αναγκαιότητα συντονισμού μεταξύ Τουρκίας και Τουρκοκυπριακής ηγεσίας[7].
Συνεπώς η παρουσία της συγκεκριμένης οργάνωσης στα κατεχόμενα, αλλά πολύ περισσότερο το περιεχόμενο της δραστηριοποίησης και των στόχων της, φαίνεται να επαναφέρουν την καθοριστική σημασία της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου στην υπόθεση της Κύπρου. Καθόλου τυχαία, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντερβίς Έρογλου, επιδιώκοντας να δώσει συνέχεια στην πιο πάνω δυναμική, φυσικά στο δικό του ιδεολογικό πλαίσιο, ανακοίνωσε ότι θα λάβει μέρος στη 12η Σύνοδο Κορυφής της Οργάνωσης Ισλαμικής Συνεργασίας που πραγματοποιείται στο Κάϊρο μέχρι και τις 7 Φεβρουαρίου 2013. Παράλληλα, έστω και σε «εμβρυακή κατάσταση» υπογραμμίζεται ακόμα ένα σημαντικό δεδομένο που λείπει εντελώς από την πολιτική αντιπαράθεση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα: ότι η Κύπρος και το Κυπριακό πρόβλημα αποχτούν όλο και περισσότερους «δεσμούς» και επιρροές με τις γενικότερες ανακατατάξεις στην περιοχή μας.
Το δόγμα του ισχυρού κράτους διαμέσου της αύξησης του πληθυσμού
Ο «υπουργός εσωτερικών μίλησε ντόμπρα» ήταν ο τίτλος του πρωτοσέλιδου της ΚΙΠΡΙΣ στις 27 Ιανουαρίου 2013, στην είδηση του οποίου ο Ναζίμ Τσιαβούσιογλου αποκαλύπτει ότι σε κάθε συνεδρία του «υπουργικού συμβουλίου» αποφασίζεται η παραχώρηση τριών ή τεσσάρων υπηκοοτήτων. Μάλιστα υπογράμμισε εκ νέου την ανάγκη για περισσότερο πληθυσμό αφού όπως είπε αν δεν υπήρχε (αυτή η ανάγκη) τότε οι 35 χιλιάδες νόμιμοι ξένοι εργάτες δε θα έβρισκαν δουλειά[8].
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι δηλώσεις του Τσιαβούσιογλου προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις επιβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα του πληθυσμού παραμένει ίσως η μεγαλύτερη «ανοιχτή πληγή» για τους Τουρκοκύπριους. Όμως την ίδια στιγμή αυτή η τοποθέτηση ήταν και μια επιβεβαίωση των στοιχείων που κατά καιρούς δημοσιοποιούν οι τουρκοκυπριακές συντεχνίες, καταγγέλλοντας αυτή την πολιτική. Συγκεκριμένα η συμμαχία του Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης, η οποία συναποτελείται από συντεχνίες και κόμματα, σε πρόσφατη ανακοίνωση δημοσιοποιεί ότι από το 2009 μέχρι και τις πρώτες 15 μέρες του 2013, παραχωρήθηκαν συνολικά 5.097 νέες υπηκοότητες. Η ανακοίνωση αναφέρει ότι το 2009, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας παραχώρησε 936 υπηκοότητες, το 2010 635, το 2011 1421, το 2012 1955 και το πρώτο δεκαπενθήμερο του 2013, ακόμα 150 υπηκοότητες[9].
Φαίνεται ότι η πολιτική αύξησης του πληθυσμού ως «μια αναγκαιότητα» εξισορρόπησης της ισχύος με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα που ήταν ένα παραδοσιακό δόγμα της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο, τώρα αποχτά νέες σημαντικές πτυχές όπως είναι η «ανάγκη για ισχυρό κράτος». Ο Οζάν Τζεϊχουν, πρώην Γερμανός ευρωβουλευτής τουρκικής καταγωγής και ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα «φωνής» του Έρντογαν ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, περιγράφει ολοκληρωμένα το νέο ηγεμονικό λόγο αναφορικά με τη σχέση ισχυρού κράτους-μεγάλου πληθυσμού. Υποστηρίζει ότι για να γίνει η «ΤΔΒΚ» βιώσιμη και να σταθεί στα δικά της πόδια, πρέπει να ενισχυθεί με τουλάχιστον ακόμα 100 χιλιάδες άτομα. Κάνει λόγο συγκεκριμένα για την αναγκαιότητα «ειδικευμένου εργατικού δυναμικού» από την Τουρκία που θα πρέπει να έρθει στην Κύπρο ενόψει και της ανάπτυξης στρατηγικών έργων υποδομής όπως η υποθαλάσσια μεταφορά νερού και ηλεκτρισμού. Επιπλέον προτείνει την λήψη τέτοιων μέτρων που θα άρουν τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των «δύο τουρκικών στοιχείων» (της Κύπρου και της Τουρκίας) και θα ενσωματώνουν πιο εύκολα τους νέους ειδικευμένους εργάτες[10].
Προς αυτή την κατεύθυνση, λαμβάνονται σταδιακά και κάποια σημαντικά μέτρα. Συγκεκριμένα το «υπουργικό συμβούλιο» αποφάσισε να τροποποιήσει τη νομοθεσία για τις άδειες εργασίας ξένων εργαζομένων με τρόπο που να διευκολύνονται και να επιταχύνονται οι διαδικασίες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την εν λόγω τροποποίηση νέοι και νέες που συμπληρώνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους στην «ΤΔΒΚ» και των οποίων οι γονείς εργάζονται για 15 συναπτά έτη, θα μπορούν να πάρουν άμεσα άδεια εργασίας χωρίς προηγουμένως να χρειάζεται να μεταβούν στο εξωτερικό. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι φοιτητές, οι οποίοι με την αποφοίτησή τους θα μπορούν να πάρουν άμεσα άδεια εργασίας εφόσον θα συνεχίσουν να εργάζονται στο χώρο που ως φοιτητές εργάζονταν part-time[11].
Η τουρκοκυπριακή κατανάλωση στην Κυπριακή Δημοκρατία
Παρά τις «εκσυγχρονισμένες» εκστρατείες τύπου «από Τούρκο σε Τούρκο» που κατά καιρούς διοργανώνει η Τουρκοκυπριακή ηγεσία με τη συνδρομή φιλικών ΜΜΕ, εντούτοις φαίνεται πλέον ότι μετά τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων στην καθημερινότητα των Τουρκοκυπρίων υπάρχουν κάποια «κεκτημένα» που δεν αλλάζουν, όπως οι αγορές από τις ελεύθερες περιοχές. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία στον τουρκοκυπριακό Τύπο, από την 1η Ιουλίου 2004 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου 2012, οι συναλλαγές Τουρκοκυπρίων με πιστωτικές κάρτες στην Κυπριακή Δημοκρατία έφτασαν τα 135 εκατομμύρια ευρώ. Μόνο το 2012, οι Τουρκοκύπριοι ξόδεψαν με πιστωτικές κάρτες στις ελεύθερες περιοχές το ποσό των 17.654.264 ευρώ. Εννοείται ότι στα στοιχεία αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται οι αγορές που γίνονται χωρίς τις πιστωτικές κάρτες. Για την ίδια χρονική περίοδο, οι Ελληνοκύπριοι ξόδεψαν στα κατεχόμενα 54 εκατομμύρια ευρώ και στην Τουρκία 23 εκατομμύρια ευρώ[12].
Πάντως θα ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική της οικονομικής συνεργασίας και ενσωμάτωσης των δύο κοινοτήτων και ιδιαίτερα των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, η συλλογή όλων των στοιχείων από συναλλαγές οικονομικού περιεχομένου. Για παράδειγμα τα ποσά που αφήνουν οι Τουρκοκύπριοι σε ιδιωτικές σχολές μέσης εκπαίδευσης στις ελεύθερες περιοχές.
Στις 24 Φεβρουαρίου η μάχη στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας
Τελικά το Κόμμα Εθνικής Ενότητας αποφάσισε μετά την σχετική δικαστική απόφαση, όπως ορίσει το δεύτερο γύρο των εκλογών για την ανάδειξη του προέδρου του στις 24 Φεβρουαρίου 2013. Η συγκεκριμένη απόφαση απλά έδωσε συνέχεια στη δημόσια αντιπαράθεση των δύο μεγάλων ομάδων εντός του κόμματος και όπως φαίνεται η νέα εκλογική διαδικασία θα αποτελέσει τη βάση για μια νέα δυναμική τόσο στην τουρκοκυπριακή Δεξιά, όσο και στις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία.
Οι δυνατότητες των δύο υποψηφίων, όπως και οι δυνάμεις που τους στηρίζουν είναι παράγοντες που θα επιδρούν στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας μέχρι και την τελευταία στιγμή της ψηφοφορίας. Υπενθυμίζεται ότι κατά την ψηφοφορία του Οκτωβρίου 2012, από τους 1427 αντιπροσώπους στο συνέδριο ψήφισαν οι 1402 και ο Ιρσέν Κιουτσιούκ έλαβε 704 ψήφους υπέρ, ενώ ο Αχμέτ Κασιήφ πήρε 690[13]. Συνεπώς από τη στιγμή της ανακοίνωσης της ημερομηνίας του 2ου γύρου, κανένας δεν μπορεί αν αισθάνεται βέβαιος για την τελική έκβαση. Τα υψηλά ποσοστά που φαίνεται να κερδίζει ο Κασιήφ – συνεπώς η ομάδα Έρογλου – ανοίγουν νέες προοπτικές στην αντιπαράθεση Τουρκίας-Τουρκοκυπρίων ως εξής: ακόμα και ένα κομμάτι της παραδοσιακής-εθνικιστικής τουρκοκυπριακής δεξιάς, δεν αποδέχεται εύκολα και χωρίς όρους τις παρεμβάσεις της Άγκυρας και ιδιαίτερα εκείνες που αλλάζουν τις ισορροπίες εξουσίας.
Σχέδιο μεταφοράς νερού από την Τουρκία
Σε δημοσίευμά της στις 5 Φεβρουαρίου 2013 η εφημερίδα ΓΚΙΟΥΝΕΣ, εκφραστικό όργανο του Κόμματος Εθνικής Ενότητας, αναφέρεται στο σχέδιο μεταφοράς νερού από την Τουρκία και γράφει ότι σύμφωνα με πληροφορίες ανταποκριτή του τουρκικού πρακτορείου ειδήσεων Ανατολή, που εξασφάλισε από αρμοδίους του Τμήματος Υδάτων της Τουρκίας (DSİ), συνεχίζονται οι εργασίες σχετικά με τον αγωγό μεταφοράς νερού, μήκους 22 χιλιομέτρων, από το φράγμα Αλάκιοπρου στη δεξαμενή ελέγχου ροής του νερού χωρητικότητας 10 χιλιάδων κυβικών μέτρων. Αναφέρεται επίσης ότι εντός του μηνός θα αρχίσουν οι εργασίες για την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού μήκους 80 χιλιομέτρων. Σημειώνεται ότι έχει ολοκληρωθεί το 60% των εργασιών στο φράγμα στο Αλάκιοπρου στο Αναμούριο της Τουρκίας και ότι έχει επίσης ολοκληρωθεί η κατασκευή τμήματος μήκους 2 χιλιομέτρων του προαναφερόμενου αγωγού μεταφοράς νερού, μήκους 22 χιλιομέτρων, από το φράγμα Αλάκιοπρου στη δεξαμενή έλεγχου ροής νερού. Οι αρμόδιοι σημείωσαν ότι οι εργασίες συνεχίζονται βάσει προγράμματος και ότι δεν θα παρατηρηθεί καθυστέρηση σε αυτές. Αναφέρεται ότι το έργο μεταφοράς νερού από την Τουρκία στο ψευδοκράτος θα ολοκληρωθεί στις 7 Μαρτίου 2014 και ώρα 13:00.
Δημοσιεύτηκε στη Δέφτερη Ανάγνωση
http://www.defterianaynosi.com/article.php?id=539
[1] Haber KKTC, “Saray’da Kıbrıs Zirvesi”, 31.1.2013.
[2] Mete Tümerkan, “Sıfır sorun yaklaşımı”, 31.1.2013.
[3] Kıbrıs Time, “Özersay Brüksel’de konferans verdi”, 22.1.2013.
[4] Mete Tümerkan, “Karagöz olmak istemiyorsak!”, Havadis, 29.1.2013.
[5] Yeni Düzen, “Kıbrıs’ı vilayet olarak görüyoruz”, 31.1.2013.
[6] Kıbrıs Time, “KKTC dünyada hak ettiği yerde değil”, 31.1.2013.
[7] Kıbrıs, “KKTC’yi tanıyorlar”, 31.1.2013.
[8] Kıbrıs, “Dobracı bakan”, 27.1.2013.
[9] Yeni Düzen, “2009 yılından bugüne 5 bin 100 yurttaş!”, 19.1.2013.
[10] Ozan Ceyhun, “KKTC’nin Ekonomisi’nin kalifiye göçmenlere ihtiyacı var”, Haberdar, 21.1.2013.
[11] Havadis, “Yabancı İş Sil Baştan”, 1.2.2013.
[12] Kıbrıs Ekonomi, “Rumları ikiye katladık”, 28.1.2013.
[13] Havadis, “İkinci tur 24 Şubat’ta”, 2.2.2013.
Ισλάμ, Κεφάλαιο και Τουρκοκύπριοι
Στις 25 Ιανουαρίου 2013, υπογράφτηκε το πρωτόκολλο για την ανέγερση του Θεολογικού Κολεγίου Χαλά Σουλτάν στην κατεχόμενη Λευκωσία, με χρηματοδότηση από την Ένωση Επιμελητηρίων Τουρκίας. Η είδηση μέχρι εδώ δεν περιέχει κάτι, πέραν των συνηθισμένων, που να προκαλεί το ενδιαφέρον του ελληνοκυπριακού κοινού. Όμως το γενικότερο ιδεολογικό πλαίσιο της πιο πάνω εξέλιξης και οι αντιδράσεις που αυτή προκάλεσε, αναδεικνύουν σημαντικά πολιτικά στοιχεία για την πορεία του τόπου και τη συνεργασία των δύο κυπριακών κοινοτήτων.
Ο Αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης, Μπεσίρ Αταλάϊ, στην εκδήλωση υπογραφής του συγκεκριμένου πρωτοκόλλου δήλωσε: «Όπως όλοι γνωρίζουμε η Βόρεια Κύπρος είναι ένας χώρος που έχει την ανάγκη θρησκευτικής εκπαίδευσης. Με αυτό το πρωτόκολλο ικανοποιείται αυτή η ανάγκη… Μακάρι να είναι καλορίζικο (το θεολογικό κολέγιο) και να αναθρέψει προκομμένες γενιές. Να αναθρέψει μια γενιά που να δίνει αξία στο μέλλον της Κύπρου και στις σχέσεις με την Τουρκία». Από αυτό το απόσπασμα εξάγεται το πρώτο στοιχείο πολιτικών μηνυμάτων. Καταρχήν εκφράζεται μια παραδοσιακή αντίληψη του πολιτικού Ισλάμ για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Στα συγκεκριμένα πλαίσια, οι Τουρκοκύπριοι δεν ήταν ποτέ ούτε «αρκετά Μουσουλμάνοι», ούτε και «καλοί Μουσουλμάνοι». Συνεπώς ήταν πάντα «ύποπτοι» για την αστάθεια στις σχέσεις με την Τουρκία.
Παράλληλα όμως, εκφράζεται ξεκάθαρα και η βούληση της κυβέρνησης Έρντογαν για την ανάπτυξη μιας «κοινωνικής μηχανικής» που επιδιώκει να προσαρμόσει το αξιακό πλαίσιο της Τουρκοκυπριακής κοινότητας σε αυτό της Τουρκίας. Η νέα Τουρκία του ΑΚΡ, δεν μπορεί να συμβιώσει – σε ιδεολογικό επίπεδο – με μια κοινότητα ομολογουμένως κοσμική, με μια κοινότητα που διακρίνεται για την φιλελεύθερη ερμηνεία των θρησκευτικών της παραδόσεων. Επομένως η εξαγωγή του σημερινού τουρκικού μοντέλου εκσυγχρονισμού στα κατεχόμενα που στο οικονομικό πεδίο εκφράζεται με τα τρίχρονα πρωτόκολλα, θα πρέπει να επεκταθεί με τρόπο που να νομιμοποιείται πολιτικά και ιδεολογικά. Στο σημείο αυτό, υπογραμμίζεται η ανάγκη για την εμφάνιση αυτής της «νέας γενιάς» που σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Έρντογαν, θα δίνει σημασία στις σχέσεις με την Τουρκία και θα ικανοποιεί την «γνωστή σε όλους» ανάγκη κάλυψης του «θρησκευτικού κενού» των ιθαγενών.
Ο Πρόεδρος της Ένωσης Επιμελητηρίων Τουρκίας, Ριφάρ Χισαρτζικλίογλου, στη συγκεκριμένη εκδήλωση αφού υπενθύμισε ότι η Κύπρος ήταν ένας από τους πρώτους χώρους εξισλαμισμού και η κατάκτησή της αναγγέλθηκε από τον Προφήτη Μωάμεθ, δήλωσε ότι: «Η Χαλά Σουλτάν πήρε μέρος σε αυτή την κατάκτηση. Εάν η Χαλά Σουλτάν στα 86 της χρόνια θυσιάστηκε σε αυτά τα εδάφη για τη διάδοση της ισλαμικής θρησκείας, τότε το δικό μας καθήκον είναι να αναθρέψουμε γενιές που να ταιριάζουν με αυτά». Από το συγκεκριμένο απόσπασμα εξάγεται το δεύτερο στοιχείο πολιτικών μηνυμάτων. Η Κύπρος ως γεωγραφικός χώρος διατηρεί τη γεωστρατηγική της σημασία, αλλά αυτή η σημασία θα πρέπει να ανανεώσει το ιδεολογικό πλαίσιο αναφοράς. Η Κύπρος παραμένει σημαντική γιατί τελικά είναι καθοριστική στον ίδιο τον ισλαμικό χώρο. Επομένως οι πολιτικές που εφαρμόζονται στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, θα πρέπει να υπηρετούν την προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας τάξης πραγμάτων που να ταιριάζει με τη συγκεκριμένη θέση της Κύπρου.
Σε αυτό το σημείο, η ιδιωτική εκπαίδευση έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Μέσα από την ανάπτυξη του λεγόμενου ισλαμικού κεφαλαίου στην εκπαίδευση και τη δημιουργία πανίσχυρων δικτύων ιδιωτικών σχολείων από τα Βαλκάνια μέχρι και την Κεντρική Ασία, το πολιτικό Ισλάμ της Τουρκίας κατάφερε να ενισχυθεί στην παραγωγή στελεχών. Κατάφερε να δημιουργήσει το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο αργότερα θα αναδεικνυόταν πρωταγωνίστρια δύναμη στην εφαρμογή των πολιτικών της σημερινής τουρκικής κυβέρνησης. Αυτός ήταν ένας τομέας που έλειπε από τα κατεχόμενα.
Το τρίτο στοιχείο πολιτικών μηνυμάτων είναι οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις στα πιο πάνω. Οι Τουρκοκύπριοι για μια ακόμη φορά αντέδρασαν έντονα σε αυτή την ιδιότυπη τακτική «εξισλαμισμού» που εισάγεται από την Τουρκία. Ανακοινώσεις συντεχνιών, οργανώσεων και κομμάτων του ευρύτερου προοδευτικού χώρου, υπογράμμισαν τα διαφορετικά στοιχεία της Τουρκοκυπριακής ταυτότητας μέσα στο γενικότερο κυπριακό τους πλαίσιο. Όμως το σημαντικότερο όλων, ήταν η καταγραφή της βούλησης για αλλαγή των υφιστάμενων σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης έντασης.
Η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί ορθά από την Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η αντιπαράθεση που υπάρχει αυτή την στιγμή στα κατεχόμενα παράγει κοινά κυπριακά αιτήματα και διεκδικήσεις, ενώ την ίδια στιγμή ανοίγει τις προοπτικές αναθεώρησης του ρόλου της σημερινής Τουρκίας στην κυπριακή ιστορία. Υπό αυτή την έννοια, αποδεικνύεται ξανά ότι η πλατιά συνεννόηση των προοδευτικών τμημάτων των δύο κοινοτήτων απονομιμοποιούν την κατοχική παρουσία της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, αποδεικνύεται οι ελληνοκυπριακές εθνικιστικές ερμηνείες που μετέτρεπαν συνολικά την Τουρκοκυπριακή κοινότητα σε μια «άβουλη προέκταση» επιθετικότητας της Τουρκίας στην Κύπρο, δεν έχουν κανένα ιστορικό και πρακτικό αντικατοπτρισμό.
Νίκος Μούδουρος
Δημοσιεύθηκε στην Cyprus News, 30.1.2013
http://cyprusnews.eu/nikos-moudouros/904790-2013-01-29-21-43-25.html









