Εσωκομματική Αντιπαράθεση Κορυφής στην Τουρκία;

Του Δρ. Ιωάννη Γρηγοριάδη

Ενώ το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) εορτάζει τα δέκα χρόνια από την ίδρυσή του, η μακροβιότητά του και η απήχηση που απολαμβάνει στην τουρκική κοινωνία εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν τους πολιτικούς αναλυτές. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, γίνονται αισθητά τα συμπτώματα μιας αντιπαραθέσεως που μπορεί να οδηγήσει στην πρώτη σοβαρή εσωκομματική κρίση κορυφής.

Αντικείμενο της αντιπαραθέσεως αποτελεί η νέα ισορροπία δυνάμεων στην ηγεσία του κόμματος και της κυβερνήσεως δεδομένης της επιθυμίας του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μεταβεί στον θώκο της προεδρίας της δημοκρατίας το 2014.  Η πρόθεσή του να ελέγξει πλήρως την διαδικασία διαδοχής στην πρωθυπουργία και την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος έχουν δημιουργήσει δυσαρέσκεια σε αρκετά από τα ιδρυτικά του στελέχη. Πρώτος ανάμεσά τους ο πρόεδρος της δημοκρατίας Αμπντουλλάχ Γκιουλ. Οι σχέσεις Ερντογάν-Γκιουλ, αν και όχι πάντοτε ακύμαντες, υπήρξαν καθοριστικές για την υπέρβαση δύο μειζόνων κρίσεων. Το 2002, η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κ. Ερντογάν οδήγησε στην ανάδειξη Γκιουλ στην πρωθυπουργία. Η ταχεία νομοθετική άρση του κωλύματος και η παράδοση της πρωθυπουργίας στον κ. Ερντογάν ήταν ενδεικτική του πνεύματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο ανδρών. Η κίνηση αυτή ανταποδόθηκε το 2007, όταν ο πρωθυπουργός Ερντογάν υπέδειξε τον τότε υπουργό εξωτερικών Γκιουλ ως υποψήφιο για το αξίωμα του προέδρου της δημοκρατίας και επέμενε στην εκλογή του παρά τις σφοδρές αντιδράσεις στρατού και αντιπολιτεύσεως.

Όλα αυτά μοιάζουν πλέον να ανήκουν στο παρελθόν. Οι διαφοροποιήσεις του προέδρου Γκιουλ από τις επίσημες κυβερνητικές θέσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνέπεια του υπερκομματικού χαρακτήρα του αξιώματός του. Ωστόσο, η μελέτη των ποιοτικών χαρακτηριστικών των κινήσεών του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επιδιώκεται πλέον η αποτύπωση ενός διακριτού πολιτικού στίγματος. Καθοριστικό σημείο αποτελεί το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο αποτέλεσε πρωτεύον στοιχείο της πολιτικής του ηγεμονίας την τελευταία δεκαετία, αλλά δείχνει να έχει παραμερισθεί μετά την τρίτη διαδοχική εκλογική επιτυχία του κόμματος το 2011.

Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως στρατηγικός στόχος της Τουρκίας αναφέρεται σταθερά από τον κ. Γκιουλ στις δημόσιες παρεμβάσεις του, την ώρα που το ζήτημα έχει ουσιαστικά αφαιρεθεί από την πολιτική ατζέντα Ερντογάν. Επιπλέον, η γραμμή Γκιουλ εμφανίζεται να αποφεύγει την πολωτική αντιπαράθεση με το αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και τις κοινωνικές δυνάμεις που αυτό εκπροσωπεί. Ενδεικτική ήταν η αντίθεση Γκιουλ στην απαγόρευση διεξαγωγής ξεχωριστών εορτασμών της αντιπολιτεύσεως ανήμερα της επετείου για την ανακήρυξη της τουρκικής δημοκρατίας. Τέλος, η αναπομπή κρισίμων νομοσχεδίων, όπως αυτό για την πρόωρη διεξαγωγή των δημοτικών εκλογών το φθινόπωρο του 2013, η οποία αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της προεκλογικής καμπάνιας Ερντογάν, έχει και αυτή την σημασία της.

Μέχρι πού μπορεί να φθάσει αυτή η αντιπαράθεση; Το ενδεχόμενο παράλληλης υποψηφιότητος Ερντογάν και Γκιουλ στις προσεχείς προεδρικές εκλογές δεν φαντάζει αυτήν την στιγμή ως το πιθανότερο σενάριο, δεν μπορεί όμως να αποκλεισθεί. Η στάση της οργανώσεως του Φετχουλλάχ Γκιουλέν, η οποία και επηρεάζει ικανό τμήμα των στελεχών και της εκλογικής βάσεως του κυβερνώντος κόμματος, θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα στις εξελίξεις. Εδώ και αρκετό καιρό οι εφημερίδες του συγκροτήματος Γκιουλέν ασκούν όλο και δριμύτερη κριτική στις επιλογές της κυβερνήσεως Ερντογάν. Ωστόσο, δεν είναι αυτονόητη ούτε η σύμπλευση Γκιουλέν και Γκιουλ, ούτε η ευθεία αμφισβήτηση Ερντογάν. Δέκα χρόνια μετά την ίδρυση του ΑΚΡ, η μεταφορά των κρισίμων πολιτικών αντιπαραθέσεων από την τουρκική βουλή στις τάξεις του κόμματος είναι ενδεικτική της πολιτικής του ηγεμονίας.

 

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» την 20η Νοεμβρίου 2012) 

Εμείς με την Τρόικα και εκείνοι με τον Ερντογάν: Η αλλαγή στην σχέση Τουρκοκυπρίων-Άγκυρας

Από τις κινητοποιήσεις των Τουρκοκυπρίων το 2011: «Θέλουμε να είμαστε ο αφέντης του σπιτιού μας»

Την εβδομάδα, που πέρασε υπήρξαν δύο ενδιαφέρουσες κινήσεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα: από την μια, η τουρκοκυπριακή συντεχνία δασκάλων εξέδωσε μια δήλωση καταπέλτη για την τούρκικη πολιτική στη βόρεια Κύπρο, αποκαλώντας την αποικιακή, ενώ από την άλλη, στο χώρο της τουρκοκυπριακής δεξιάς, εξακολουθεί να υπάρχει ένταση μετά την οριακή νίκη του Κουτσιούκ – τον οποίο στήριζε η Άγκυρα – ενάντια στον υποψήφιο που στήριζε ο Έρογλου.

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την ηγεμονία της αναζητώντας τοπικά ερείσματα:
Αυτές οι αντιπαραθέσεις ξεφεύγουν από τα συνηθισμένο ελληνοκυπριακό κλισέ, που διαχώριζε όλους τους τουρκοκύπριους από την Άγκυρα για να κατασκευάσει ένα βολικό, αλλά και κάπως απλοϊκό σχήμα καλών–κακών, αναλόγως των ε/κ αναγκών και επιθυμιών. Ιστορικά, η αντιπαράθεση με την Τουρκία εστιαζόταν στην τουρκοκυπριακή αριστερά. Η σταδιακή αντιπαράθεση, ωστόσο της τουρκοκυπριακής κοινότητας γενικότερα με την Άγκυρα, φαίνεται να αποκτά νέες δυναμικές, όπως φαίνεται και από τις αντιπαραθέσεις στο χώρο της τ/κ δεξιάς.

Για να γίνει κατανοητό το πλαίσιο, αξίζει να δει κάποιος ποιό είναι το μοντέλο, το οποίο προωθεί η Άγκυρα. Όπως παρατηρεί ο Ν. Μούδουρος: «…θα πρέπει να σημειωθεί, ότι λόγω και της υφιστάμενης σχέσης κατεχομένων-Τουρκίας, η εξαγωγή αυτού του μοντέλου εκσυγχρονισμού φέρει μαζί της στην Κύπρο, τα κεντρικά χαρακτηριστικά της συνταγής που ακολούθησε το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία. Δηλαδή το συνδυασμό του νεοφιλελευθερισμού με το σημερινό τουρκικό πολιτικό Ισλάμ.»

 
Σε αυτό το πλαίσιο, η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε μια απειλή από το εγγύς εξωτερικό της. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει και μια σχετική αναλογία με τη σχέση Ελληνικού κράτους και ελληνοκυπριακής κοινότητας πριν το 1974.

Αξίζει, ωστόσο να δούμε ευρύτερα τη σχέση Τουρκίας και Ερτογάν με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιστορικά – αφού η Κύπρος υπήρξε ένα σημείο, στο οποίο ο Ερτογάν στηρίχθηκε στην αντιπαράθεσή του με τον στρατό. Και η τωρινή του αντιπαράθεση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα εκφράζει και τις αλλαγές στην Τουρκία, αλλά σηματοδοτεί και τη συντηρητική, πια, στροφή του κόμματος του, αφού έχει «ολοκληρωθεί ο εκδημοκρατισμός», τον οποίο μπορούσε να προωθήσει. Και σε αυτό το πλαίσιο οι τουρκοκύπριοι, όπως και οι Κούρδοι στο εσωτερικό της Τουρκίας, αποτελούν κοινότητες που εκφράζουν με την εμπειρία τους το τέλος μιας περιόδου. Και ταυτόχρονα, θέτουν και το ευρύτερο ζήτημα της θέσης των Τουρκοκύπριων ανάμεσα σε τρεις «παίκτες»: την Τουρκία και την υπεροπτική στάση του «Χαλίφη», την ελληνοκυπριακή κοινότητα και το ζήτημα της λύσης και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειρωνικά οι Τουρκοκύπριοι, πιεσμένοι από παντού, εξακολουθούν να είναι το κεντρικό σημείο ένα κόμβου.

Όταν η βόρεια Κύπρος λειτουργούσε ως καταλύτης για τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας:
Η διαμάχη στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, το ιστορικό κόμμα της τουρκοκυπριακής δεξιάς, αποτελεί, ίσως, το πιο εκφραστικό δείκτη του γεγονότος ότι η σχέση Ερτογάν και Τουρκοκυπρίων έχει φτάσει, πια, σε σημείο ευρύτερης αντιπαράθεσης. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα υπήρξε καθοριστικής σημασίας στην άνοδο του Ερτογάν στην εξουσία – η Κύπρος υπήρξε το πεδίο, όπου ηττήθηκε για πρώτη φορά ένα είδος κεμαλισμού και μάλιστα, με ένα λαϊκό κίνημα με αριστερές προεκτάσεις και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ενώ ο Ερτογάν βρισκόταν σε αντιπαραθεση με το στρατό στην Τουρκία, η στάση τους στην Κύπρο – στάση συμπαράστασης στους Τουρκοκύπριους, αλλά και στάση υποστήριξης της διαδικασίας της λύσης – ήταν ένα είδος εισιτηρίου για τις δημοκρατικές του προθέσεις, αλλά και για τις ειρηνικές προεκτάσεις της πολιτικής των μηδαμινών προβλημάτων του Νταβούτογλου. Και σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι το στρατιωτικό σχέδιο «βαριοπούλα», με βάση το οποίο ο Ερτογάν ξήλωσε ουσιαστικά ότι απέμεινε από το κεμαλικό βαθύ κράτος στο στρατό, είχε ως στόχο την πιθανή λύση του κυπριακού, το 2004.
 
Σήμερα, ωστόσο, τα δεδομένα φαίνεται να αλλάζουν δραματικά. Ο Ερτογάν δεν είναι πια ένας ηγέτης που προσπαθεί να εκδημοκρατικοποιήσει τη χώρα του – αντίθετα, βρίσκεται στο απόγειο της δύναμης του και ήδη, μερικοί άρχισαν να τον ειρωνεύονται ως  χαλίφη. Στο εξωτερικό, η Τουρκία βρίσκεται, ήδη, σε αντιπαραθέσεις με τον περίγυρό της. Στο εσωτερικό, η ένταση με τους Κούρδους φαίνεται να οξύνεται, αλλά και η ένταση με τους κοσμικούς, αλλά και με την αριστερά – που σε ένα μεγάλο βαθμό ανέχτηκε τον Ερτογάν ως φορέα εκδημοκρατισμού απέναντι στον στρατό. Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του με την τουρκοκυπριακή κοινότητα άρχισε να παίρνει μια αρνητική στροφή, από το 2011. Στις αρχές του χρόνου, ο Ερτογάν έκανε μια σειρά από παρεμβάσεις, απαιτώντας ουσιαστικά αλλαγές στις τουρκοκυπριακές δομές εξουσίας. Η οπτική από την Άγκυρα ήταν ότι το τουρκοκυπριακό προτεκτοράτο ήταν ένα πλουσιοπάροχα επιδοτούμενο μόρφωμα και έπρεπε να ενταχθεί στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της τούρκικης πολιτικής. Το πρόβλημα της Άγκυρας ήταν, ακριβώς η μη ύπαρξη στην Κύπρο, λόγω της διαφορετικής ιστορικής εμπειρίας, ένα μαζικού ισλαμικού κινήματος στο οποίο να στηριχθεί η απόπειρα επιβολής της νέας ηγεμονίας στην οποία προσβλέπει η Άγκυρα. Η αντίδραση των τουρκοκύπριων στην αφ’ υψηλού κριτική από την Άγκυρα ήταν έντονη. Και ενώ, ήταν η εξωθεσμική αριστερά που κράτησε την σημαία της αντιπαράθεσης πιο έντονα, εντούτοις οι αλλαγές εμφανίστηκαν και στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής δεξιάς, η οποία υπήρξε ιστορικά κεφαλική.

Αναλογίες στην ιστορική εμπειρία των δυο κοινοτήτων:
Θα μπορούσε κάποιος να επεκτείνει την αναλογία με τη σχέση ελληνοκύπριων και ελληνικής κοινωνίας-κράτους: όπως οι Ελληνοκύπριοι και η αντίσταση τους το 1974, αλλά και πριν, βοήθησε, τελικά, τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Ελλάδα, έτσι έγινε και μετά το 2000 στην Τουρκία. Και όπως μετά το 1980, το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να μεταβάλει την Κύπρο από «σύμβολο της δημοκρατίας» σε χώρο επιβολής μιας δικής του ηγεμονίας – που ξεκίνησε με την υπονόμευση του μίνιμουμ προγράμματος τη δεκαετία του 1980 και έφτασε μέχρι και την παρέμβαση στις εκλογές του 1998 – έτσι και ο Ερτογάν και το κόμμα του, φαίνονται να ακολουθούν ανάλογη πορεία. Τα δεδομένα στην Κύπρο ήταν και είναι βέβαια διαφορετικά. Αλλά, οι αλλαγές και οι αντιπαραθέσεις θα επηρεάσουν αναπόφευκτα και τις δυο κοινότητες. Οπότε, η παρακολούθηση των δυναμικών στη βόρεια Κύπρο, ίσως να είναι και ένας καθρέφτης για τη συνολική εικόνα.
 

Δημοσίευση Δέφτερη Ανάγνωση, 13 Νοεμβρίου 2011

www.defterianaynosi.com

Τουρκική ηγεμονία Vs Τουρκοκυπριακές αντιστάσεις

Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας είχε δηλώσει ότι «για να μπορέσει η ΤΔΒΚ να κάνει οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αλλάξει την κρατική της λειτουργία με τρόπο που οι πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται από ένα κέντρο, χωρίς να μπορούν οι κατώτερες βαθμίδες να την απορρίψουν». Οι συγκεκριμένες αναφορές του Νταβούτογλου, παραπέμπουν ευθέως σε μια συνολική επανεκτίμηση της ύπαρξης, του τρόπου λειτουργίας και των στόχων που υπηρετούν οι παράνομες δομές στα κατεχόμενα. Με λίγα λόγια στις αναφορές αυτές κρύβεται ο πυρήνας της προσπάθειας για έναν ολοκληρωτικό νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό των κατεχομένων.

Αυτός ο μετασχηματισμός δεν έχει ως στόχο την ανατροπή του βαθύτερου χαρακτήρα των δομών που έχουν οικοδομηθεί στα κατεχόμενα, αλλά την αλλαγή της λειτουργίας τους με τρόπο που να υπηρετείται η υπόθεση της δημιουργίας μιας εντελώς νέας πολιτικό-ιδεολογικής τάξης πραγμάτων. Μια τέτοια αλλαγή χαρακτηρίζεται: 1. από το περαιτέρω άνοιγμα της οικονομίας των κατεχομένων προς το τουρκικό κεφάλαιο, 2. από την ρύθμιση της πολιτικής δομής με τρόπο που να προσαρμόζεται σε αυτούς τους νέους οικονομικούς κανόνες, 3. από την «δημιουργία» των πολιτικών πρωταγωνιστών που θα είναι οι φορείς της αλλαγής η οποία επιδιώκεται. Τα γνωστά τρίχρονα οικονομικά πρωτόκολλα είναι το εργαλείο υλοποίησης των προαναφερθέντων στόχων. Τα συγκεκριμένα πρωτόκολλα δεν πρέπει να γίνονται κατανοητά μόνο ως έγγραφα με κάποιες «τεχνικές οδηγίες», αλλά ως περιεκτικά και ολοκληρωμένα πολιτικά προγράμματα νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης.

Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί, ότι λόγω και της υφιστάμενης σχέσης κατεχομένων-Τουρκίας, η εξαγωγή αυτού του μοντέλου εκσυγχρονισμού φέρει μαζί της στην Κύπρο, τα κεντρικά χαρακτηριστικά της συνταγής που ακολούθησε το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία. Δηλαδή το συνδυασμό του νεοφιλελευθερισμού με το σημερινό τουρκικό πολιτικό Ισλάμ. Επομένως πέραν από το περιεχόμενο της πολιτικής που εκφράζουν τα πρωτόκολλα και των συνεπειών που έχουν για ολόκληρο τον Κυπριακό λαό, είναι σημαντικό να αποκωδικοποιηθεί και η προσπάθεια νομιμοποίησης της συγκεκριμένης πολιτικής ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Στο πρώτο επίπεδο των συνεπειών γίνεται άμεσα αντιληπτή η περιθωριοποίηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Όμως στο δεύτερο επίπεδο της νομιμοποίησης, παρατηρείται μια έντονη προσπάθεια ιδεολογικο-πολιτικής ηγεμονίας εκ μέρους της τουρκικής κυβέρνησης. Η επιδίωξη ηγεμονίας όμως δεν γίνεται μόνο μέσα από την επιβολή του ισχυρού προς τον αδύνατο, αλλά και μέσα από την απόσπαση της συναίνεσης του αδύνατου. Δηλαδή μέσα από τη δημιουργία τέτοιων πολιτικών, ιδεολογικών ακόμα και ηθικών συνθηκών, ούτως ώστε η θέληση και το πολιτικό πρόγραμμα του ισχυρού να γίνεται αποδεκτό ως κάτι φυσιολογικό, ως προϊόν «κοινής λογικής» και ορθολογιστικής επιλογής.

Η δήλωση Έρντογαν σε Τουρκοκύπριους δημοσιογράφους το καλοκαίρι του 2011 ότι η κοινότητα «χρειάζεται ένα κόμμα όπως το δικό μας», αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική στιγμή της – υπό δημιουργία – ηγεμονίας στα κατεχόμενα. Μάλιστα προεκτείνοντας αναλύσεις για την έννοια της ηγεμονίας, όπως του Αντόνιο Γκράμσι, φαίνεται ότι το ΑΚΡ επιθυμεί να οικοδομήσει και στην Κύπρο ένα «δικό του κόσμο» που θα μοιάζει με τον «κόσμο ολόκληρης της κοινωνίας». Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να παρουσιάσει τη δική του βούληση, ως την συλλογική «εθνική βούληση» και διαμέσου της να διασφαλίσει την μακροημέρευση και την σταθερότητα του νέου πολιτικού καθεστώτος στα βόρεια εδάφη.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η ιστορικής σημασίας ρήξη με την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Από τη μια το ΑΚΡ παρεμβαίνει ακόμα και σε πολιτικά κόμματα με την προσδοκία να αναδείξει τους «νέους» τουρκοκυπριακούς παράγοντες που χρειάζεται για να αποσπάσει τη συναίνεση της κοινωνίας. Από την άλλη όμως, το προοδευτικό κομμάτι της Τουρκοκυπριακής κοινότητας συνεχίζει να προβάλλει αντιστάσεις. Το σύνθημα των κινητοποιήσεων του 2011, «αυτή η χώρα είναι δική μας, εμείς θα την διοικήσουμε», δείχνει ότι απέναντι στη συντηρητική ηγεμονία του ΑΚΡ, οι προοδευτικές τουρκοκυπριακές δυνάμεις επιδιώκουν να απαντήσουν με τη δική τους βούληση. Απέναντι στο σχέδιο μετασχηματισμού από το ΑΚΡ επιδιώκουν να αντιπαραβάλουν ένα άλλο, τουρκοκυπριακής προέλευσης πρόγραμμα αλλαγής. Έστω και αν φαίνεται ότι στο παρόν στάδιο οι τουρκοκυπριακές αντιπολιτευτικές δυνάμεις έχουν ηττηθεί μετά τις κινητοποιήσεις του 2011, αδιαμφισβήτητο παραμένει το εξής γεγονός: Οι προοδευτικές, δημοκρατικές δυνάμεις των Τουρκοκυπρίων έθεσαν επί τάπητος με ξεκάθαρο τρόπο την ανάγκη ποιοτικής αλλαγής των σχέσεων της κοινότητάς τους με την Τουρκία. Αυτή η επιτυχία αγγίζει καθοριστικά ολόκληρη την κυπριακή ιστορία και δε θα πρέπει να αφήσει αδιάφορη την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες Καθημερινή και Χαραυγή στις 11.11.2012

Η Τουρκία και η συριακή κρίση

Συνέντευξη του Σωτήρη Ρούσσου
στην Αυγή της Κυριακής στις 14/10/2012

Οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας έχουν περάσει από διάφορες φάσεις. Αλήθεια, ποιο είναι το υπόβαθρο αυτών των σχέσεων;

Η Τουρκία αντιμετωπίζει τη Συρία ως “επιτηρούμενο” κράτος. Τα κύρια ζητήματα αντιπαράθεσης είναι το Κουρδικό και η διαχείριση των υδάτινων πόρων. Η Συρία δέχεται τα ύδατα του Ευφράτη από την Τουρκία, επομένως όλες οι τουρκικές “παρεμβάσεις” στη ροή των υδάτων (φράγματα κ.λπ.) έχουν άμεσο αντίκτυπο στους υδάτινους πόρους της Συρίας, ιδιαίτερα σε περιοχές πολύ σημαντικές για το καθεστώς, όπως οι πεδιάδες του Βορρά γύρω από το Χαλέπι που κατοικούνται κυρίως από σουνίτες. Η Δαμασκός απ’ την πλευρά της, μέχρι και τη σύλληψη του Οτσαλάν, χρησιμοποιούσε ως μέσο πίεσης της Άγκυρας τους Κούρδους του PKK που έβρισκαν καταφύγιο στο έδαφός της ή στην κοιλάδα Μπεκαά του Λιβάνου. Υπάρχει επίσης μια εδαφική διένεξη στην περιοχή της Αλεξανδρέτας, στα μεσογειακά παράλια της Συρίας, μια περιοχή που οι Γάλλοι παραχώρησαν το 1939 στους Τούρκους. Ωστόσο, μετά τη δεκαετία του ’90 η διένεξη αυτή ατόνησε.

Υπάρχει δηλαδή συγκρουσιακό υπόβαθρο, μια σχέση αμοιβαίας εχθρότητας;

Δεν είναι πάντα συγκρουσιακή η σχέση. Τουρκία και Συρία έχουν αναπτύξει ένα πολύ μεγάλο εμπόριο μεταξύ τους, παράνομο και νόμιμο, ενώ διέρχονται και αγωγοί πετρελαίου από και προς τις δύο χώρες. Η Τουρκία ωστόσο θέλει να είναι “πατερναλιστική” απέναντι στη Δαμασκό, θέλει να “ελέγχει” τις κινήσεις της. Θεωρώντας ότι η Συρία και η Ιορδανία είναι ένας “ζωτικός χώρος” για τη σύνδεση της Τουρκίας με τον αραβικό κόσμο, η κυβέρνηση Ερντογάν – Νταβούτογλου προχώρησε στη δημιουργία ζώνης ελευθέρων συναλλαγών με τις δύο χώρες, σε μια ενέργεια που ενίσχυσε σημαντικά την τουρκική οικονομία. Το όφελος αυτό έχει εξανεμιστεί πλέον για την Τουρκία μετά τον συριακό εμφύλιο.

Η Άγκυρα ισχυρίστηκε αμέσως ότι τα πυρά εναντίον της προέρχονταν από τις δυνάμεις του Άσαντ, όχι από εκείνες των αντικαθεστωτικών. Γιατί το καθεστώς του Άσαντ να θέλει να προκαλεί τώρα την Τουρκία; Επιθυμεί επέκταση της σύγκρουσης;

Όχι, δεν νομίζω. Είναι μια προειδοποίηση του Άσαντ προς την Τουρκία να μην εμπλέκεται στη σύγκρουση στο εσωτερικό της χώρας του. Το καθεστώς και αρκετοί αναλυτές θεωρούν πως η Τουρκία δημιουργεί ή επιτρέπει στο έδαφός της τη λειτουργία στρατοπέδων εκπαίδευσης του “Ελεύθερου Συριακού Στρατού”. Η προειδοποίηση του Άσαντ δεν σημαίνει ότι θα επιτεθεί στην Τουρκία. Θέλει να καταστήσει σαφές ότι η γειτονική χώρα θα υποστεί το κόστος σε περίπτωση που εμπλακεί περισσότερο στον συριακό εμφύλιο. Σαν να θέλει να πει «μπαίνετε σε μια μάχη με τον διάβολο και αυτή η μάχη θα γίνει και για σας κόλαση»… Όμως σ’ έναν πόλεμο σαν τον συριακό εμφύλιο δεν έχουμε σαφή εικόνα για τις ενέργειες των αντιμαχόμενων. Πιθανόν δεν πρόκειται για προβοκάτσια των αντικαθεστωτικών, αλλά δεν αποκλείεται πίσω από τις επιθέσεις κατά των Τούρκων να κρύβονται παραστρατιωτικές ομάδες αλεβιτών, πιστών στον Άσαντ, που δρουν αυτόνομα και θέλουν να εκδικηθούν την Τουρκία για την πιθανολογούμενη υποστήριξη που παρέχει στους αντάρτες. Άλλωστε, απ’ τη φύση των πυρών, όλμοι κι όχι πυρά πυροβολικού, φαίνεται ότι πρόκειται για όπλα που μπορεί να κατέχει οποιοδήποτε ομάδα.

Τι θα κερδίσει η Τουρκία από μια πιθανή πτώση του Άσαντ; Τι σχέσεις μπορεί να έχει με τη συριακή αντιπολίτευση και με τις πολιτοφυλακές που πολεμούν το καθεστώς;

Το ερώτημα αυτό έβαλαν και οι Τούρκοι στους εαυτούς τους… Στην αρχή η Τουρκία τήρησε επιφυλακτική στάση απέναντι στην εξέγερση. Ζήτησε από τον Άσαντ να προχωρήσει σε γενναίες μεταρρυθμίσεις ή ν’ αποχωρήσει. Με την πλήρη στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης, η Τουρκία κατανόησε ότι δεν μπορεί να υπάρξει Άσαντ μετά το τέλος της κρίσης. Εφόσον λοιπόν δεν “υπάρχει Άσαντ” την επόμενη ημέρα, δεν υπάρχει τίποτε που να κάνει την Άγκυρα να τον υποστηρίξει. Οι Τούρκοι θεωρούν πιθανά δύο σενάρια για την επόμενη φάση: ή ότι θα εκδηλωθεί εσωτερικό πραξικόπημα στο Μπάαθ και θ’ ανατραπεί ο Άσαντ ή ότι θα επικρατήσουν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι που βρίσκονται εγγύτερα ιδεολογικά στο κυβερνών AKP και δεν υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ ή το Ιράν. Οι μόνοι φυσικοί σύμμαχοί των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Συρία σε περίπτωση επικράτησής τους, θα είναι οι Τούρκοι και οι Αμερικανοί. Πέρα απ’ την αντιαμερικανική ρητορική τους και ζητήματα θρησκευτικής συμπεριφοράς στην κοινωνία, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι τάσσονται όπως και το AKP του Ερντογάν υπέρ της ελεύθερης οικονομίας και των ξένων επενδύσεων…

Πιστεύουν οι Τούρκοι ότι τυχόν επικράτηση των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Συρία θα τους διευκόλυνε στην αντιμετώπιση του Κουρδικού;

Ναι, γιατί οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι είναι σουνίτες Άραβες, θέλουν να επικρατήσουν πολιτικά σε μια ενιαία και όχι διαμελισμένη Συρία και γι’ αυτό δεν έχουν καμία διάθεση να εμπλακούν σ’ έναν ανταγωνισμό με την Τουρκία για το Κουρδικό. Άλλωστε, ένα πιθανό μελλοντικό κουρδικό κράτος θα περιελάμβανε οπωσδήποτε κι ένα τμήμα της Συρίας…

Υπάρχει η άποψη ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ να υπερασπιστεί την Τουρκία έναντι του Άσαντ ανοίγει το παράθυρο της θερμής εμπλοκής της Β.Α. Συμμαχίας στο συριακό εμφύλιο μέσω παράπλευρης οδού. Πόσο βάσιμη είναι η άποψη αυτή;

Είναι πολύ βάσιμη. Θα μας ανησυχούσε σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο αν δεν υπήρχαν άμεσα οι αμερικανικές εκλογές. Ουδείς πρόεδρος που διεκδικεί επανεκλογή και βρίσκεται στον τελευταίο μήνα της προεκλογικής εκστρατείας του θα τολμούσε ένα τέτοιο βήμα, το οποίο έχει πιθανότητες 10%-20% να γυρίσει μπούμερανγκ εναντίον του, ειδικά τις πρώτες ημέρες. Σύμφωνα με πληροφορίες, ναυτικές δυνάμεις της Γαλλίας και των ΗΠΑ πέρασαν πρόσφατα το Γιβραλτάρ με κατεύθυνση τη βάση της Σούδας. Δεν γνωρίζουμε φυσικά αν θα χρησιμοποιηθούν σε πιθανή επέμβαση στη Συρία. Πάντως, η Ελλάδα δεν έχει πραγματικά κανέναν λόγο να εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία ή στο Ιράν. Οι Τούρκοι, από την πλευρά τους θα ήθελαν να δημιουργήσει το ΝΑΤΟ μια αποστρατικοποιημένη ζώνη στα σύνορα με τη Συρία που θα τους απέμπλεκε από τα θερμά μέτωπα και θα τους βοηθούσε να ελέγξουν τις κινήσεις των Κούρδων.

Την επομένη μιας πιθανής επίθεση του ΝΑΤΟ, θα υπάρχει ενιαία Συρία κι ένα νέο καθεστώς στη Δαμασκό;

Είναι σαφές ότι μια επίθεση του ΝΑΤΟ θα τελειώσει στρατιωτικά τον συριακό εμφύλιο στη σημερινή μορφή του. Οι δυνάμεις του Άσαντ είναι αδύνατο να αντιμετωπίσουν την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Όμως, η στρατιωτική ήττα του καθεστώτος δεν σημαίνει ότι θα τελειώσει οριστικά και ο πόλεμος. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η σύγκρουση να συνεχιστεί και να πάρει τη μορφή του πολέμου στον Λίβανο. Θα επηρεάσει αναμφίβολα και τη χώρα αυτή όπως και τη φιλοϊρανική Χεζμπολάχ που θα στριμωχθεί άσχημα, σε σημείο που θα πρέπει να δώσει μάχη μέχρις εσχάτων…

Πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου πολέμου στη Μέση Ανατολή;

Είναι πιθανό εφόσον υπάρξει αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν. Το Ισραήλ δεν μπορεί να δράσει μόνο του, αλλά και να το κάνει, δεν θα έχει αποτέλεσμα. Θα πρέπει να υπάρξουν εκτεταμένοι βομβαρδισμοί μακράς διαρκείας με την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ.

Τουρκική πολιτική στη Συρία: Θεωρία, πράξη και αντιφάσεις

Το Θεωρητικό Πλαίσιο

Μιλώντας στη σύνοδο της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΑΚΡ στις 26 Ιουνίου 2012, ο Έρντογαν, υποστήριξε ότι: «Η Τουρκία κατάφερε να ξεπεράσει ένα-ένα τα εικονικά σύνορα και τα ψυχολογικά εμπόδια και να μεταφέρει το μήνυμα της αλληλεγγύης και της συνεργασίας σε κάθε χώρα και λαό που έφτασε…Υπάρχουν κάποιοι που ενοχλούνται από το γεγονός ότι η Τουρκία αγκάλιασε τα αδέλφια της, ενοχλούνται από το ότι έδωσε τέλος σε μια νοσταλγία 100 χρόνων». Με αυτά τα λόγια, ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας συμπυκνώνει το ιδεολογικό περίβλημα μέσα από το οποίο η Άγκυρα προωθεί την εξωτερική της πολιτική. Μια πολιτική που μέσα από την ακύρωση των «εικονικών συνόρων» επιδιώκει την μετατροπή της Τουρκίας σε φορέα ενσωμάτωσης του ισλαμικού κόσμου στον παγκόσμιο καπιταλισμό.
Εξετάζοντας το σημερινό στάδιο αντιπαράθεσης μεταξύ Τουρκίας-Συρίας, είμαστε υποχρεωμένοι να αποκωδικοποιήσουμε το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ολόκληρη η τουρκική εξωτερική πολιτική. Δηλαδή, να αποκωδικοποιήσουμε το πρίσμα μέσα από το οποίο το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ αντιλαμβάνεται τον κόσμο.
Το ΑΚΡ διεκδικεί τη δημιουργία μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων που να αντικατοπτρίζει τις σημερινές παγκόσμιες ισορροπίες. Αυτή η τάξη πραγμάτων βασίζεται σε μια νέα θεώρηση για την παγκόσμια ιστορία στο επίκεντρο της οποίας θα ακυρώνεται ο ρόλος του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης ως των δυναμικών που θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τις σχέσεις ιστορίας-γεωγραφίας, χώρου-χρόνου, ορθολογισμού-πίστης, ατόμου-κοινωνίας, κέντρου-περιφέρειας. Μια θεώρηση στην οποία ακυρώνεται αυτό που το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ αντιλαμβάνεται ως δυτικο-κεντρική ανάγνωση του κόσμου.
Ο καθηγητής Αχμέτ Νταβούτογλου τον Σεπτέμβριο του 2001, κατέγραψε τη θεωρία για μια παγκοσμιοποίηση που «δεν ξεκινά και τελειώνει» στη Δύση, ως εξής: «Εάν πρόκειται να δημιουργηθεί ένας δίκαιος κόσμος με την παγκοσμιοποίηση, τότε θα πρέπει να διασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των πολιτισμικών δεξαμενών σε αυτή τη δομή. Συνεπώς, η κοινωνιολογία της θρησκείας δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με μια απλή μεταφορά της κοινωνιολογίας της Δύσης πάνω στις άλλες κοινωνίες, αλλά με τις άλλες κοινωνίες να τη διαμορφώνουν για τον εαυτό τους κατόπιν συναίνεσης. Για παράδειγμα, κατά την εποχή της αποικιοκρατίας ήταν ευνόητο ότι σε όλο τον κόσμο η φιλοσοφία, η οικονομική και πολιτική σκέψη άρχιζαν με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, συνέχιζαν με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τον χριστιανισμό και τέλειωναν με την Αναγέννηση και τον μοντερνισμό. Όμως, σήμερα, εάν επιδιώξεις να διαδώσεις αυτή την αντίληψη μέσω βιβλίων για το μάθημα ιστορίας, τότε όλοι οι πολιτισμοί εκτός Δύσης, δηλαδή τα τρία τέταρτα (3/4) του κόσμου, σπρώχνονται εκτός ιστορίας…»[1]

Σύμφωνα με την πιο πάνω προσέγγιση, η κατανόηση της παγκόσμιας ιστορίας και της επιδιωκόμενης τάξης πραγμάτων θα πρέπει να προκύπτει μέσα από την παρουσία της Ανατολής, της Ασίας, συνεπώς και του ισλαμικού πολιτισμού. Ο κόσμος πρέπει να αναλύεται και υπό το πρίσμα μιας νέας «γεωγραφικής φαντασίας» όπου η πρώην περιφέρεια (ισλαμική) διεκδικεί να είναι μέρος του κέντρου (πρώην δυτικού).
Ο Ιμπραχίμ Καλίν, επικεφαλής σύμβουλος του Τούρκου Πρωθυπουργού στην εξωτερική πολιτική, ισχυρίζεται ότι η Τουρκία των απαρχών του 21ου αιώνα, επιβεβαιώνει ακριβώς την αμφισβήτηση της μέχρι τώρα δυτικο-κεντρικής ερμηνείας του κόσμου. Επιβεβαιώνει την αναγέννηση της Ανατολής, του ισλαμικού πολιτισμού. Τώρα, λέει ο Καλίν, υπάρχει μια «νέα τουρκική ιστορία» που θα πρέπει να προωθηθεί, εκπροσωπώντας την περιφέρεια. Στο επίκεντρο αυτής της νέας τουρκικής ιστορίας βρίσκεται η ικανότητα της χώρας να αποφύγει το δίλημμα παγκοσμιοποίηση ή τοπικότητα και να λειτουργήσει στα πλαίσια του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού κινητοποιώντας τις παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας.
Συνεπώς θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική στον ισλαμικό κόσμο χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια εγκαθίδρυσης ηγεμονίας στα πρότυπα ανάλυσης του Γκράμσι: Η ηγεμονία χτίζεται εφόσον οι νόρμες και οι αξίες του ισχυρότερου εσωτερικεύονται από τον αδύνατο.
Όμως η εφαρμογή αυτών των αντιλήψεων προϋποθέτει την ακύρωση των «εικονικών συνόρων» κατά την έκφραση Έρντογαν. Στο σημείο αυτό και πάλι ο Ιμπραχίμ Καλίν είναι διαφωτιστικός. «Ο καλύτερος τρόπος για να προστατεύσεις το εθνικό κράτος είναι να δρας λες και δεν υπάρχει, να σέβεσαι τα σύνορα των άλλων και τα δικά σου, αλλά να δραστηριοποιείσαι λες και έχουν εξαφανιστεί». Μια σαφέστατη δήλωση επεκτατισμού, από την οποία εάν αφαιρεθούν οι στρατιωτικές βλέψεις, τότε μένει η επιδίωξη κατάργησης των λεγόμενων οικονομικών και πολιτιστικών συνόρων.
Έτσι το ΑΚΡ επιδιώκει να επανεξετάσει τα πραγματικά, καθώς και τα «φαντασιακά» σύνορα της Τουρκίας προς τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Προσθέτει στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση μια γερή δόση πολιτισμικών αναφορών και ξαναδιαβάζει την γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας. Η νέα αυτή «γεωγραφική φαντασίωση» της Τουρκίας, προσθέτει στους υλικούς όρους της γεωγραφίας, όπως τα σύνορα, την εγγύτητα, την περιοχή και νέα συστατικά όπως την ταυτότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση την ισλαμική ταυτότητα.
Ο σχετικός αντικεμαλισμός στην πιο πάνω θεώρηση βρίσκεται στο σημείο που το ΑΚΡ υποστηρίζει ότι ο κεμαλικός εκσυγχρονισμός απέκοψε την Τουρκία από την σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής. Επομένως τώρα η χώρα είναι αναγκασμένη να επιστρέψει στην «οθωμανική πίσω αυλή», να αναγεννήσει το οθωμανικό-ισλαμικό της παρελθόν, αλλά να θέσει αυτές τις διαδικασίες στο εντελώς νέο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Επομένως δεν γίνεται λόγος για ένα μονοδιάστατο νέο-οθωμανισμό, αλλά για μια συγκεκριμένη ηγεμονία στα πλαίσια του καπιταλισμού.
Η Τουρκία λοιπόν διεκδικεί να είναι ο διαμεσολαβητής και ο φορέας των αξιών ενσωμάτωσης του ισλαμικού κόσμου στην παγκόσμια καπιταλιστική δομή. Επιδιώκει να εντάξει ένα τουλάχιστον μέρος αυτού του κόσμου στις παγκόσμιες διαδικασίες ως ένα περιεκτικό πολιτισμικό-ισλαμικό σύνολο και όχι ως έκφραση δημοκρατικής διεύρυνσης.
Η θεωρία στην πράξη και οι αντιφάσεις που προκαλεί

Η πολιτική της Τουρκίας στη Συρία επί διακυβέρνησης του ΑΚΡ, τουλάχιστον μέχρι και το καλοκαίρι του 2011, παρουσίαζε ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά του πιο πάνω θεωρητικού πλαισίου. Η κυβέρνηση Έρντογαν επέλεξε την αναβάθμιση των διμερών σχέσεων σε επίπεδα πρωτοφανούς ενσωμάτωσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η ίδρυση του Ανώτερου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας με τις κοινές συνόδους των Υπουργικών Συμβουλίων, η κατάργηση θεωρήσεων βίζας, η αύξηση των οικονομικών και εμπορικών συμφωνιών[2]. Οι δύο χώρες προχώρησαν στην εμβάθυνση των σχέσεων τους σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, με την Άγκυρα να στοχεύει περισσότερο στην ενίσχυση της επιρροής της στο Λίβανο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τον περιορισμό του Ισραήλ, τη διασφάλιση ανοίγματος για το εξαγωγικό της εμπόριο από τη Συρία προς την ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και την μερική έστω αναβάθμιση του ψευδοκράτους (απευθείας θαλάσσια δρομολόγια Λατάκειας-Αμμοχώστου).
Αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας στόχευε στην προώθηση της ως «ήπιας δύναμης» (soft power). Ουσιαστικά υπογράμμιζε τα οικονομικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά μιας «συντηρητικής-δημοκρατικής» κοινωνίας που θα μπορούσε να γίνει «πηγή έμπνευσης» στην περιφέρεια. Η συμπερίληψη του συνθήματος «μηδενικά προβλήματα», αντικατοπτρίζει ακριβώς την επιδίωξη της Τουρκίας να θέσει στη δική της σφαίρα επιρροής, χώρες όπως η Συρία και να μετατραπεί σε φορέα ενσωμάτωσής τους στην παγκόσμια αγορά. Μάλιστα οι σχέσεις «μοντέλο» που δημιούργησε με τη Συρία, έγιναν σταδιακά ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του δόγματος που ακολουθούσε η χώρα στην εξωτερική πολιτική[3].
Στο σημερινό στάδιο και κατά ένα «ειρωνικό» τρόπο, η Συρία μετατρέπεται σε σημείο αποκάλυψης του περιεχομένου της πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων» και όχι κατάρρευσης της. Μέσα από τις μεταβολές που προκαλεί η αντιπαράθεση με τη Συρία, η Άγκυρα αντιμετωπίζει νέους ανταγωνισμούς με το Ιράν, κίνδυνο μείωσης της επιρροής της στο Λίβανο, εμπλοκή της στην εσωτερική διαμάχη σουννιτών-σιιτών στο Ιράκ[4], την ενίσχυση του ένοπλου και πολιτικού κουρδικού κινήματος εντός Συρίας και εντός των δικών της εδαφών. Σε όλα αυτά θα μπορούσε να προστεθεί και η ανησυχία που προκαλεί στην Τουρκία η πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με την ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μέσα από αυτό το πρίσμα θα μπορούσαμε να χωρίσουμε σε δύο φάσεις την τουρκική πολιτική στη Συρία από το ξέσπασμα της λεγόμενης αραβικής άνοιξης μέχρι σήμερα.
Η πρώτη φάση ξεκινά με τις πρώτες κινητοποιήσεις στη Συρία. Η Τουρκία επέλεξε την καθοδήγηση εσωτερικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων, αφού διέβλεπε ότι λόγω καλών σχέσεων θα μπορούσε να προωθήσει το «τουρκικό μοντέλο» εκσυγχρονισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσε η προσπάθεια της Άγκυρας να πείσει για την αναγκαιότητα περάσματος στο πολυκομματικό σύστημα κατά τα δικά της πρότυπα τη δεκαετία του 1950. Δηλαδή με σαφέστατες βλέψεις προς μια αλλαγή που θα διασφάλιζε την σταδιακή ενίσχυση των συντηρητικών ρευμάτων στη Συρία και την μεταβίβαση της εξουσίας στις «πραγματικές δυνάμεις» της κοινωνίας, στην σουνιτική ισλαμική πλειοψηφία.
Η πολιτική «εσωτερικής αλλαγής» με φορέα τον Άσσαντ (τουλάχιστον στα αρχικά στάδια), κράτησε μέχρι και τον Αύγουστο του 2011, όταν ο Σύριος Πρόεδρος απέρριψε οριστικά τις τουρκικές προτάσεις.
Από το σημείο αυτό αρχίζει η δεύτερη φάσητης τουρκικής πολιτικής στη Συρία. Από τον Αύγουστο του 2011, η κυβέρνηση Έρντογαν υιοθετεί την πολιτική της «εσωτερικής αλλαγής υπό τις τοπικές δυναμικές» και χωρίς τον Άσσαντ. Στο πλαίσιο αυτής της θεωρητικής προσέγγισης, η συριακή αντιπολίτευση εκπροσωπούσε τις τοπικές δυναμικές, την καταπιεσμένη βούληση του (ισλαμικού) έθνους, η οποία με την κινητοποίησή της μπορούσε να ανατρέψει τον Άσσαντ. Η δεύτερη πτυχή της κινητοποίησης «τοπικών δυναμικών» ήταν η συμπερίληψη σε αυτές, της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ, της Οργάνωσης Ισλαμικής Συνεργασίας και του Αραβικού Συνδέσμου. Συνεπώς η Τουρκία επιδίωκε σε συνεργασία με ένα μεγάλο μέρος του περιφερειακού σουνιτικού Ισλάμ να μετατραπεί σε παράγοντα «εσωτερικής αλλαγής» στη Συρία και συνεπώς υπό κάποιες προϋποθέσεις και σε ολόκληρη την περιοχή. Με λίγα λόγια η Άγκυρα προσπάθησε μέσα από την «περιφερειοποίηση» της πολιτικής της να ενισχύσει τη θέση της ως ενδιαφερόμενο μέρος στη συριακή κρίση. Έτσι η συριακή κρίση μετατράπηκε σε εσωτερικό τουρκικό πρόβλημα, το οποίο μάλιστα επηρεάζει με καθοριστικό τρόπο.
Οι επιπτώσεις 

Η εμπλοκή της Άγκυρας στη συριακή κρίση γίνεται πλέον «εντός συριακών εδαφών», λόγω της τουρκικής βοήθειας προς τον λεγόμενο ελεύθερο συριακό στρατό. Η παρουσία μάλιστα ριζοσπαστικών ισλαμικών ομάδων της ένοπλης αντιπολίτευσης σε τουρκικές περιοχές, δημιουργεί κοινωνική πόλωση στην τουρκο-συριακή μεθόριο. Για παράδειγμα, οι Αλεβίτες και οι Κούρδοι αυτών των περιοχών εκφράζουν έντονες ανησυχίες από την ελεύθερη διακίνηση ένοπλων συνδεδεμένων με την Αλ-Κάϊντα στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Τουρκίας.
Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω και την αντίληψη ότι η Τουρκία προτιμά την οικοδόμηση ενός σουνιτικού άξονα στην περιφέρεια, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τις διάφορες εκδοχές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, καθώς και τις μοναρχίες της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ.
Η αντιπαράθεση με τη Συρία και οι γεωπολιτικές μεταβολές που προκαλεί γενικά η λεγόμενη αραβική άνοιξη, έφεραν στο προσκήνιο ακόμα πιο δυναμικά τη λεγόμενη κουρδική άνοιξη. Δηλαδή την αναβαθμισμένη παρουσία του ΡΚΚ σε όλα τα επίπεδα. Το ΡΚΚ αναδεικνύεται ξανά σε μια οργάνωση που μπορεί να αξιοποιεί το πολιτικό κενό, να αναπτύσσει συνεργασίες και να διατηρεί κοινωνική στήριξη. Αυτή τη στιγμή καθόλου τυχαία έχει ενισχυμένη παρουσία τόσο στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας, όσο και στα βόρεια της Συρίας. Συνεπώς αναγεννά τον εφιάλτη της Τουρκίας: την προοπτική εμφάνισης ενός δεύτερου συριακού αυτή τη φορά Κουρδιστάν, δίπλα από το Ιρακινό.
Παράλληλα δε θα πρέπει να υποτιμηθούν οι οικονομικές επιπτώσεις που έχει η Τουρκία. Σχεδόν σε ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία περιοχές όπως το Γκαζίαντεπ, Χατάϊ και Ούρφα, γνώρισαν σημαντικότατη οικονομική ανάπτυξη κυρίως διαμέσου του τουρισμού και του εξαγωγικού εμπορίου βιομηχανικών προϊόντων. Ενδεικτικά, το 2000 επισκέφθηκαν την Τουρκία 122 χιλιάδες τουρίστες και το 2011 αυξήθηκαν στις 924 χιλιάδες. Τους πρώτους πέντε μήνες του 2012 καταγράφεται ήδη μείωση της τάξης του 33.1% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2011. Οι εξαγωγές από την πόλη Γκαζίαντεπ τον Αύγουστο του 2010 ήταν 10,5 εκατομμύρια δολάρια, ενώ τον Αύγουστο του 2012 μειώθηκαν στα 2.874 εκατομμύρια δολάρια.
Τέλος, μια επίσης σοβαρή επίπτωση είναι η ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Ακριβώς λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών που φέρουν οι συνέπειες της συριακής κρίσης για την Τουρκία, επηρεάζεται συνολικά η περιοχή μας. Για παράδειγμα, τα ερωτήματα σε σχέση με τη μελλοντική ηγεσία της Συρίας, επεκτείνονται και στις σχέσεις που θα αναπτυχθούν (μέσω Τουρκίας) με το ψευδοκράτος. Κρίσιμο σημείο για τη θέση που θα έχουν τα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη στις νέες ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελεί η προοπτική συμβιβασμού δυνάμεων της Δύσης με τον άξονα Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας-Κατάρ σε μια μελλοντική συριακή εξουσία που να φέρει έντονο το στίγμα του σουνιτικού πολιτικού Ισλάμ. Μια τέτοια προοπτική θα αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τη θέση της Τουρκίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Σε αυτό το πλέγμα καθοριστικός θα είναι και ο ρόλος της Αιγύπτου.



Νίκος Μούδουρος
Το κείμενο αυτό βασίζεται σε ομιλία που κατατέθηκε σε εκδήλωση-συζήτηση των Ενθεμάτων της εφημερίδας Αυγή στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012, με θέμα «Η Τουρκία και οι εξελίξεις στην περιοχή μας».


[1] «Huntington Asla Haklı Çıkmayacak», εφημ. Yeni Şafak, 24 Σεπτεμβρίου 2001.
[2] Sedat Ergin, “Suriye politikasında nerede hata yapıldı? — 1”, Hürriyet, 29.8.2012.
[3] Erol Cebeci, Kadir Üstün, “The Syrian Quagmire: What’s Holding Turkey Back”, Insight Turkey, Vol. 14, No. 2, 2012, σ. 16.
[4] Serhat Erkmen, “Change in Iraqi Politics: From Ethnic-Sectarian Lines to Centralization Question”, Ortadoğu Etütleri, Volume 4, No 1, July 2012, σσ.143–164. Bilgay Duman, “Dışişleri Bakanı Ahmet Davutoğlu’nun Kerkük Ziyareti Üzerinden Türkmen Stratejileri”, ORSAM, 9.8.2012.

Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

 
της Σιας Αναγνωστοπούλου

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γιʼ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γιʼ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σʼ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.
Η Σία Αναγνωστοπούλου διδάσκει ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Δημοσίευση: Ενθέματα εφημερίδας Αυγή στις 21 Οκτωβρίου 2012

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ: Συνεργασία, διαξιφισμοί και αντιτιθέμενα συμφέροντα

Ο Οργανισμός με πρωταγωνιστές την Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν διεκδικεί διεθνή ρόλο

Ολοκληρώθηκαν την περασμένη Τρίτη οι εργασίες της 12ης Συνόδου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας που διεξήχθησαν στο Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, με στόχο την παραπέρα ανάπτυξη των οικονομικών και εμπορικών δεσμών των χωρών – μελών του Οργανισμού, που συμπεριλαμβάνουν επτά ασιατικές χώρες και τρεις ευρασιατικές. Ο συγκεκριμένος Οργανισμός δημιουργήθηκε το 1985 από την Τουρκία, το Ιράν και το Πακιστάν για την «προώθηση οικονομικής, τεχνικής και πολιτιστικής συνεργασίας», ενώ μετά τη ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και τη διάλυση του ενιαίου κράτους, εντάχθηκαν σ’ αυτόν το φθινόπωρο του 1992, οι πρώην σοσιαλιστικές Δημοκρατίες του Αζερμπαϊτζάν, του Καζακστάν, του Κιργιστάν, του Τατζικιστάν, του Τουρκμενιστάν και του Ουζμπεκιστάν όπως επίσης και το Αφγανιστάν.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε η προώθηση των συμφερόντων των μονοπωλιακών ομίλων της κάθε χώρας, με έμφαση στις εμπορικές συναλλαγές και στις ενεργειακές υποδομές, στη δημιουργία ζώνης ελεύθερου εμπορίου έως το 2015, καθώς και στη δημιουργία Περιφερειακού Ταμείου, που θα έχει στόχο την άμεση ανταπόκριση και βοήθεια σε περίπτωση ξαφνικής αλλαγής των τιμών στα τρόφιμα σε μια χώρα. Σημειώθηκε από τους παρευρισκόμενους πως οι βασικοί κίνδυνοι που υπάρχουν στην περιοχή είναι η «τρομοκρατία», η φτώχεια, ο αναλφαβητισμός, η παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και η διακίνηση ναρκωτικών. Καμία αναφορά, τουλάχιστον, με βάση όσα δημοσιεύτηκαν στα τοπικά μέσα ενημέρωσης, δεν υπήρξε για τη συνεχιζόμενη κατοχή στο Αφγανιστάν, τις αμερικανικές επιθέσεις στο Πακιστάν, τις πιέσεις κατά του Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, ούτε για τη φτώχεια και εξαθλίωση των λαών αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες.

Προτεραιότητα η οικονομική ανάπτυξη

Παίρνοντας το λόγο, ο Πρόεδρος του Αζερμπαϊτζάν Ιλχάμ Αλίγιεφ, η χώρα του οποίου παρέλαβε την προεδρία του Οργανισμού από την Τουρκία, υποστήριξε πως «η αλληλεγγύη μας, οι κοινές μας προσπάθειες θα μας φέρουν νέα ανάπτυξη, νέα επιτεύγματα, για την ευημερία των λαών μας». Πρόσθεσε πως «δεν θα μπορέσουμε να αποκτήσουμε πραγματική ανεξαρτησία χωρίς μια ισχυρή οικονομία. Θα είναι δύσκολο να δημιουργήσουμε καλές συνθήκες διαβίωσης χωρίς μια δυναμική οικονομική βάση, σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις στον 21ο αιώνα. Ενας από τους βασικούς στόχους του Οργανισμού είναι η ενθάρρυνση οικονομικής ανάπτυξης στις χώρες μας».

Από τη μεριά του, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε πως ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας είναι ένας πολύ σημαντικός οργανισμός για την επέκταση της οικονομικής συνεργασίας των μελών του, καθώς «καλύπτει χώρες που ο συνολικός πληθυσμός τους ξεπερνά τα 400 εκατομμύρια ανθρώπους». Πρόσθεσε πως στη σύνοδο υιοθετήθηκε το σχέδιο δράσης έως το 2015 και αποφασίστηκε να αυξηθεί το εμπόριο κατά 20% ανάμεσα στα κράτη – μέλη. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απόφαση να δοθεί στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου, ψευδοκράτος, το καθεστώς του παρατηρητή του οργανισμού. Για την ανάδειξη των προτεραιοτήτων της περιφερειακής οικονομικής συνεργασίας έκανε λόγο και ο υπουργός Εξωτερικών του Αζερμπαϊτζάν, Αλμαρ Μαμεντιάροφ και στην ίδια ρότα κινήθηκε και η ομιλία του Προέδρου του Τατζικιστάν, Εμομάλι Ραχμόν.

Για τα ζητήματα της λεγόμενης «τρομοκρατίας» μίλησαν τόσο ο Πρόεδρος του Πακιστάν Ασίφ Αλί Ζαρντάρι όσο και ο Πρόεδρος του Αφγανιστάν, Χαμίντ Καρζάι. Ο δεύτερος, μάλιστα, αναφερόμενος σε οργανώσεις του τύπου «Αλ Κάιντα» έκανε έκκληση στους παρευρισκόμενους να αποτρέπουν τη διακίνηση όπλων και άλλων υλικών που μπορεί να αξιοποιήσουν τρομοκράτες στο Αφγανιστάν. Από τη μεριά του, ο Ιρανός Πρόεδρος Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ πρότεινε τη δημιουργία πολιτικού φόρουμ μέσα στον Οργανισμό, ώστε να συντονίζονται οι ενέργειες σε διεθνές επίπεδο, να βοηθιούνται οι χώρες – μέλη να επιλύουν τις διαφορές τους.

Συνάντηση Ερντογάν – Αχμαντινετζάντ

Στο περιθώριο της Συνόδου πραγματοποιήθηκαν διάφορες διμερείς συναντήσεις. Ιδιαίτερης σημασίας ήταν αυτή του Ερντογάν με τον Αχμαντινετζάντ την περασμένη Τρίτη όπου συζήτησαν για τις εξελίξεις στη Συρία και αντάλλαξαν απόψεις σχετικά με την πρόσφατη επίσκεψη του ειδικού απεσταλμένου του Αραβικού Συνδέσμου – ΟΗΕ Λακχντάρ Μπραχίμι όσο και τη δημιουργία νέου διαύλου επικοινωνίας μέσω των υπουργείων Εξωτερικών της Τουρκίας και του Ιράν για την εντατικοποίηση του διαλόγου και τη συνεργασία για τη λήξη της αιματοχυσίας στη Συρία. Ο Ερντογάν πρότεινε τη δημιουργία τριμερούς μηχανισμού, για να ασχοληθεί με τις συγκρούσεις της Συρίας, που μπορεί να αποτελείται, όπως είπε, από την Τουρκία, το Ιράν και την Αίγυπτο, ή την Τουρκία, το Ιράν και τη Ρωσία. Από τη μεριά του, ο Αχμαντινετζάντ υποστήριξε πως η καλύτερη λύση στο πρόβλημα είναι η διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών.

Συνεργασία και ανταγωνισμοί

Η συνεργασία αυτών των χωρών στα πλαίσια του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας αποτελεί μέρος του σχεδίου των κυρίαρχων δυνάμεων να εξασφαλίσουν παραπέρα κέρδη για το κεφάλαιο, σε βάρος των λαών τους. Ωστόσο, υπάρχουν και ανταγωνισμοί και διαξιφισμοί ανάμεσα στις ίδιες χώρες, τόσο όσον αφορά τον ενεργειακό πλούτο της περιοχής της Κασπίας Θάλασσας, που περιβάλλεται από πέντε χώρες (Αζερμπαϊτζάν, Ιράν, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν και Ρωσία), όσο και για την προώθηση των γεωπολιτικών συμφερόντων.

Πρόσφατα (14/10) ο «Ριζοσπάστης» είχε δημοσιεύσει άρθρο όπου αναδεικνύονται τα συμφέροντα των διάφορων χωρών της περιοχής για τον πλούτο της Κασπίας, όπου, όπως σημειώνεται «κάτω από τα 371 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα που καταλαμβάνουν τα νερά της Κασπίας υπολογίζεται πως βρίσκονται 10 δισεκατομμύρια τόνοι πετρελαίου, ενώ οι ποσότητες φυσικού αερίου μετριούνται σε δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα».

Η Κασπία αποτελεί σημαντικό δίαυλο μεταφοράς από την Κεντρική Ασία προς την Ευρώπη, από τη Ρωσία και το Καζακστάν προς την περιοχή του Περσικού. Το καθεστώς της Κασπίας δεν έχει ξεκαθαριστεί, παρ’ όλο που υπάρχουν διάφορες διμερείς συμφωνίες (Ρωσία, Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν), οι οποίες όμως δεν αναγνωρίζονται από το Ιράν και το Τουρκμενιστάν. Ιδιαίτερης σημασίας για την ευρύτερη περιοχή είναι και οι αμερικανο-ισραηλινές απειλές κατά του Ιράν, αλλά και η ένοπλη σύγκρουση στη γειτονική Συρία και η θέση που παίρνει κάθε χώρα – μέλος του Οργανισμού. Δεν είναι τυχαίο πως στην περιοχή της Κασπίας υπάρχει έντονη στρατιωτικοποίηση με στρατιωτικά γυμνάσια (Τουρκμενιστάν, Ρωσία), ισχυρούς στρατιωτικούς στόλους (Ιράν, Ρωσία, Καζακστάν), αλλά και ανάπτυξη ξένων στρατιωτικών σταθμών – βάσεων, όπως αυτής στο Αζερμπαϊτζάν με τη δημιουργία 7 αμερικανικών σταθμών ραντάρ.

Αναδημοσίευση από Ριζοσπάστη, 20 Οκτωβρίου 2012

Αποκάλυψη των «μηδενικών προβλημάτων»

Στα δεξιά της κύριας εισόδου του παλατιού Τόπκαπι στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει η επιγραφή «Η σκιά του Θεού (δικαιοσύνης) στη γη». Στα αριστερά της κύριας εισόδου αναγράφεται το εξής «Το καταφύγιο των καταπιεσμένων». Οι συγκεκριμένες επιγραφές του οθωμανικού παλατιού παραπέμπουν ευθέως σε μια αυτοκρατορικού, επεκτατικού τύπου αντίληψη για «τη δικαιοσύνη και το ήθος», τη διάδοση των οποίων ανέλαβε πριν μερικούς αιώνες η Υψηλή Πύλη. Σήμερα οι επιγραφές αυτές φαντάζουν επίκαιρες όσο ποτέ προηγουμένως, τοποθετούμενες στα ευρύτερα ιδεολογικά πλαίσια της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Όμως σε μια προσπάθεια ερμηνείας των αδιεξόδων που προκαλεί σήμερα η τουρκική εξωτερική πολιτική και των συνεπειών που έχουν για την πατρίδα μας, θα ήταν λάθος να χρησιμοποιηθεί ως μοναδικό πλαίσιο αυτό που πολλοί ονόμασαν ως «νεο-οθωμανισμό». Μάλιστα χωρίς να δίνεται συγκεκριμένο περιεχόμενο στον όρο. Εάν ο στόχος είναι να μελετηθούν σφαιρικά τα δομικά προβλήματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής τότε θα πρέπει μεταξύ άλλων να αποκωδικοποιηθεί η βασική κοσμοαντίληψη του πολιτικού Ισλάμ, το οποίο κυβερνά την Τουρκία τα τελευταία χρόνια.

Εκείνο που διεκδικεί σε πρώτο πλάνο η Τουρκία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης είναι η αναδιαμόρφωση των παγκόσμιων δομών με τρόπο που αυτές να συμπεριλάβουν τον ισλαμικό πολιτισμό και τη γεωγραφία του. Δηλαδή το μέρος εκείνο του κόσμου που η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί ότι μπορεί να εκπροσωπήσει. Αυτός ο στόχος αποτελείται από δύο βασικούς άξονες. Στον πρώτο άξονα, η Άγκυρα στοχεύει σε μια καινούργια «ανάγνωση» της παγκόσμιας ιστορίας έτσι που να αντικατοπτρίζει τις νέες ισορροπίες ισχύος του 21ου αιώνα. Με λίγα λόγια διεκδικεί όπως ο ισλαμικός πολιτισμός και η Ανατολή να αναδειχθούν ως ένα κομμάτι του σύγχρονου οικουμενικού πολιτισμού. «Το παρελθόν της ανθρωπότητας δεν αποτελείται μόνο από την Ευρώπη και την Αμερική. Οι άνθρωποι από την Ασία, την Αφρική, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και τη Λατινική Αμερική, έχουν το δικαίωμα να πάρουν τη θέση τους στη διήγηση της ιστορίας», υπογράμμιζε ο Έρντογαν πρόσφατα στη Σύνοδο του Παγκόσμιου Φόρουμ Κωνσταντινούπολης.

Στο δεύτερο άξονα, η Τουρκία διεκδικεί να ενσωματώσει τον ισλαμικό κόσμο, τουλάχιστον το κομμάτι που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί, στις παγκόσμιες πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες. Στο σημείο αυτό, κρύβεται η βαθιά πεποίθηση ότι η Δύση δεν αποτελεί πλέον το κέντρο του κόσμου. Η βιομηχανική παραγωγή και το εμπόριο, συνεπώς και ένα σημαντικό κομμάτι του διεθνούς κεφαλαίου, μετακινείται προς την Ανατολή, παρασύροντας τις ισορροπίες ισχύος και δημιουργώντας νέα κέντρα εξουσίας στην «πρώην περιφέρεια». Καθόλου τυχαία λοιπόν, τα τελευταία χρόνια η Τουρκία τονίζει την ανάγκη για αλλαγή της δομής του ΟΗΕ, δείχνοντας ως καλύτερο παράδειγμα την σύνοδο των G-20. Συνεπώς εκείνο που διεκδικεί η Άγκυρα δεν είναι η ανατροπή του περιεχομένου των διεθνών σχέσεων και της οικονομίας, αλλά η διεύρυνσή του με την ενσωμάτωση του ισλαμικού κόσμου.

Οι δύο αυτοί βασικοί άξονες δεν έμειναν στο θεωρητικό επίπεδο. Αντίθετα, κάτω από το σύνθημα των «μηδενικών προβλημάτων», η Τουρκία επιδίωξε να τους θέσει σε εφαρμογή ιδιαίτερα στην πρώην οθωμανική γεωγραφία: Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Βαλκάνια. Δηλαδή σε μια συγκεκριμένη περιοχή που θεωρεί ότι διαθέτει ιστορικές και πολιτισμικές προσβάσεις. Διαμέσου της λεγόμενης ήπιας δύναμης (soft power) η τουρκική κυβέρνηση επιδίωξε να καταργήσει όλα τα εμπόδια για την εξαγωγή του «δικού της» μοντέλου κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού, αυξάνοντας την νομιμοποίηση των πράξεών της: Η στρατιωτική επιβολή, έδωσε τη θέση της στη δημόσια διπλωματία και στην «αγοραπωλησία» ενός «τουρκικού ονείρου» στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Στο σημείο αυτό γεννήθηκαν οι αντιφάσεις. Το δόγμα των μηδενικών προβλημάτων δεν ήταν ένα δόγμα ειρήνευσης με τους γείτονες, αλλά ένα εργαλείο μεγιστοποίησης επιρροής. Οι ανακατατάξεις στην περιοχή, αλλά και η αλαζονεία που χαρακτηρίζει την Άγκυρα φαίνεται πλέον να υψώνουν νέα εμπόδια με αποτέλεσμα, μετά την «ήπια δύναμη» να εμφανίζεται τώρα η «σκληρή» στρατιωτική έκφραση στην τουρκο-συριακή μεθόριο.

Δυστυχώς οι ανταγωνισμοί στην περιοχή φαίνεται να βαθαίνουν. Πέραν και έξω από τα πλαίσια που προσπαθούν να επιβάλουν οι «επίσημες» ανακοινώσεις, επί του εδάφους διεξάγεται ένας ακήρυχτος πόλεμος, θύματα του οποίου είναι για μια ακόμα φορά οι λαοί της περιοχής. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, χρειάζεται μεγαλύτερη ένταση στην προσπάθεια κατανόησης των κυρίαρχων αντιλήψεων στην Τουρκία σήμερα. Κάτι τέτοιο θα προσφέρει και στην προσπάθεια αποκάλυψης των πολύπλοκων διαδικασιών που επικρατούν στα κατεχόμενα, συμβάλλοντας θετικά στην επιδίωξη επανένωσης του τόπου και του λαού μας.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσίευση: Καθημερινή Κύπρου, Cyprus News (http://cyprusnews.eu/)
21 Οκτωβρίου 2012

Η θέση της Τουρκίας στο παγκόσμιο σύστημα

Του Οικονομολόγου Μαχφί Εγιλμέζ

«Βλέποντας τη θέση της Τουρκίας στο παγκόσμιο σύστημα, μπορεί κάποιος χρησιμοποιώντας μερικούς οικονομικούς δείκτες, να κάνει διάφορες συγκρίσεις. Μέσα από αυτό το άρθρο προσπάθησα να κάνω μια περιεκτική σύγκριση. Σε αυτές τις συγκρίσεις ο αριθμός των χωρών δεν είναι ο ίδιος. Ο λόγος είναι διότι από μερικές χώρες δεν υπήρχαν πληροφορίες ή δεδομένα για όλα τα θέματα σύγκρισης. Τα δεδομένα δε που χρησιμοποιήθηκαν στις συγκρίσεις είναι τα πιο πρόσφατα. Σε μερικά θέματα όμως, μπορεί να υπάρχουν μερικές διαφορές. 
 
Σε  σύνολο 227 χωρών από άποψη Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π.), η Τουρκία καταλαμβάνει την 17η θέση. Βάσει αυτού η Τουρκία συγκαταλέγεται μεταξύ των πλουσιοτέρων οικονομιών του κόσμου.
 
Αναφορικά με το κατά κεφαλήν εισόδημα, η Τουρκία σε σύνολο 226 χωρών καταλαμβάνει την 86η θέση. Βλέποντας αυτό μπορούμε να πούμε ότι το ατομικό εισόδημα κάποιου στην Τουρκία βρίσκεται σε μια μέση κατάσταση.
 
Όσον αφορά το ρυθμό ανάπτυξης του Α.Ε.Π., σε σύνολο 226 χωρών, η Τουρκία βρίσκεται στη 15ηθέση. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η οικονομία της Τουρκίας βρίσκεται μεταξύ των πιο ραγδαία αναπτυσσομένων οικονομιών.
 
Όσον αφορά τον πληθυσμό, σε σύνολο 238 χωρών η Τουρκία βρίσκεται στη 17η θέση. Δεν είναι λάθος να πούμε ότι ο πληθυσμός της Τουρκίας είναι μεγάλος.
 
Ωστόσο, σε ότι αφορά το ρυθμό αύξησης του πληθυσμού, η Τουρκία σε σύνολο 230 χωρών παρουσιάζεται στην 98η θέση. Φαίνεται δηλαδή ότι η Τουρκία άρχισε να ελέγχει τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού.
 
Όσον αφορά τον μέσο όρο ζωής, η Τουρκία σε σύνολο 221 χωρών βρίσκεται στην 125η θέση. Σε αυτό το θέμα η Τουρκία έχει να καλύψει μεγάλη απόσταση.

Όσον αφορά το δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης (αποτελεί συγκερασμό τριών δεικτών), η Τουρκία σε σύνολο 187 χωρών καταλαμβάνει την 92η θέση. Η Τουρκία είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση όσον αφορά την ανθρώπινη ανάπτυξη.
 
Η Τουρκία καταλαμβάνει την 152η θέση από τις 222 χώρες με τον πιο ψηλό πληθωρισμό (ξεκινώντας από τον χαμηλότερο και καταλήγοντας στον ψηλότερο πληθωρισμό). Υπάρχουν δηλαδή 151 χώρες με ψηλότερο και 70 χώρες με χαμηλότερο πληθωρισμό. Παρ’ όλες τις προσπάθειες, η Τουρκία ακόμα δεν έχει καταφέρει να επιτύχει κάποια σημαντική και μόνιμη επιτυχία όσον αφορά στο θέμα του πληθωρισμού.
 
Τοποθετώντας τις 136 χώρες σύμφωνα με την ανισότητα στην κατανομή των εσόδων (αρχίζοντας από τη μεγαλύτερη ανισότητα και καταλήγοντας στη μικρότερη), η Τουρκία βρίσκεται στην 59η θέση με την χειρότερη κατανομή εσόδων. Δηλαδή υπάρχουν 58 χώρες με χειρότερη κατανομή εσόδων και 77 χώρες με καλύτερη κατανομή εσόδων από την Τουρκία. Η Τουρκία χρειάζεται να διανύσει αρκετή απόσταση ακόμα μέχρι να μπορέσει ρυθμίσει την κατανομή των εσόδων της.
 
Όσον αφορά το ποσοστό ανεργίας, η Τουρκία καταλαμβάνει την 108η θέση από 200 χώρες (αρχίζοντας από το πιο ψηλό ποσοστό και καταλήγοντας στο πιο χαμηλό ποσοστό ανεργίας). Δηλαδή 107 χώρες έχουν χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας και 92 χώρες έχουν ψηλότερο ποσοστό. Αν και η Τουρκία το τελευταίο διάστημα έχει κάνει κάποια θετικά βήματα στο θέμα της ανεργίας, ο χρόνος είναι αυτός που θα δείξει πόσο θα διαρκέσει αυτό.
 
Όσον αφορά στην εξισορρόπηση του προϋπολογισμού, η Τουρκία καταλαμβάνει την 67η θέση από τις 212 χώρες (αρχίζοντας από την καλύτερη και καταλήγοντας στη χειρότερη εξισορρόπηση). Δηλαδή 66 χώρες έχουν καλύτερα εξισορροπημένο και 145 έχουν χειρότερα εξισορροπημένο προϋπολογισμό. Παρά το γεγονός ότι η μεγαλύτερη επιτυχία της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια είναι η διατήρηση ενός πειθαρχημένου προϋπολογισμού η όσον το δυνατόν μεγαλύτερη αύξηση εσόδων παράλληλα με τον όσον το δυνατόν μεγαλύτερο περιορισμό των εξόδων), υπάρχουν ακόμα 66 χώρες οι οποίες βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 81η θέση στον κατάλογο των 145 χωρών από απόψεως όγκου του δημόσιου χρέους.
 
Η Τουρκία καταλαμβάνει την 134η θέση από τις 163 χώρες στον κατάλογο που αφορά τις δαπάνες για την παιδεία (από τις πολλές στις λίγες). Είναι ξεκάθαρο ότι ένα από τα θέματα, στο οποίο είμαστε αδύνατοι και πρέπει να κάνουμε περισσότερα βήματα, είναι ο τομέας της παιδείας.
 
Η Τουρκία καταλαμβάνει την 14η θέση από τις 172 χώρες στον κατάλογο που αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες.13 χώρες δαπάνησαν περισσότερα από την Τουρκία στον τομέα αυτό και 158 χώρες λιγότερα από αυτήν. Αν και υπάρχει ειδικός λόγος, δεν είναι ορθό να δαπανείς περισσότερα στον τομέα των εξοπλισμών και λιγότερα στον τομέα της παιδείας.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 74η θέση στον τομέα της καινοτομίας σε σύγκριση με άλλες 140 χώρες. Φαίνεται από εδώ ότι οι Τούρκοι υστερούν στον τομέα της καινοτομίας.
 
Στην ταξινόμηση 192 χωρών από απόψεως σταθερότητας, η Τουρκία βρίσκεται στην 191η θέση. Αυτό καταδεικνύει συνοπτικά την κατάσταση και ότι όλοι αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να εξευρεθούν λύσεις.  Η Τουρκία θα πρέπει να ξεπεράσει αυτό το πρόβλημα.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 32η  θέση ανάμεσα σε 222 χώρες στον τομέα των εξαγωγών.  
 
Στον τομέα των εισαγωγών η Τουρκία βρίσκεται στην 22η θέση σε 222 χώρες
 
Σχετικά με τα συναλλαγματικά αποθέματα και τα αποθέματα χρυσού, η Τουρκία βρίσκεται στην 26η θέση, ανάμεσα σε 160 χώρες, (από την ψηλότερη στη χαμηλότερη θέση). Υπάρχουν 25 χώρες των οποίων τα συναλλαγματικά αποθέματα και τα αποθέματα χρυσού βρίσκονται σε υψηλότερη θέση από αυτά της Τουρκίας και 134 χώρες των οποίων η οικονομία τους είναι ασθενέστερη από την Τουρκία. Παρόλο που η Τουρκία έχει ένα αρκετά υψηλό αριθμό αποθέματος, ο αριθμός αυτός δεν θεωρείται ικανοποιητικός και στόχος της Τουρκίας είναι η αύξηση των αποθεμάτων.
 
Όσον αφορά το ύψος του εξωτερικού χρέους, η Τουρκία βρίσκεται στην 29η θέση, ανάμεσα σε 204 χώρες (από το ψηλότερο στο χαμηλότερο εξωτερικό χρέος). Το εξωτερικό χρέος 28 χωρών είναι μεγαλύτερο από εκείνο της Τουρκίας και 175  χωρών είναι μικρότερο. Το γεγονός ότι η Τουρκία, η οποία φαίνεται να έχει επιλύσει το πρόβλημα του δανεισμού της, βρίσκεται στην 29η θέση όσον αφορά το εξωτερικό χρέος, καταδεικνύει ότι υπάρχει αρκετός δρόμος που θα πρέπει να διανυθεί και στον τομέα αυτό.
 
Όσον αφορά τη διεθνή ανταγωνιστική δύναμη, η Τουρκία βρίσκεται στην 43η θέση, σε σύνολο 144 χωρών (από την ψηλότερη στην χαμηλότερη θέση). Η διεθνής ανταγωνιστική δύναμη 42 χωρών είναι μεγαλύτερη από την Τουρκία, ενώ 101 χωρών είναι μικρότερη. Σχετικά με τη διεθνή ανταγωνιστική δύναμη, η Τουρκία τα τελευταία χρόνια προχώρησε αρκετά, ωστόσο πρέπει να συνεχίσει, αυξάνοντας περισσότερο τις προσπάθειές της αυτές.             
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 23η θέση, σε σύνολο 134 χωρών, σε ότι αφορά το μέγεθος του σιδηροδρομικού δικτύου. Υπάρχουν δηλαδή 22 χώρες που έχουν μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δίκτυο από την Τουρκία και 111 χώρες που έχουν μικρότερο. Οι επενδύσεις στον τομέα αυτό παρουσίασαν ύφεση για ένα διάστημα, όμως σήμερα επανήλθαν στο παγκόσμιο προσκήνιο, στο πλαίσιο των γρήγορων τρένων. Η συνέχιση των επενδύσεων στους σιδηρόδρομους καθίσταται αναγκαία.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 19η θέση, σε σύνολο 221 χωρών, σε ότι αφορά το μέγεθος του οδικού δικτύου που υπάρχει στη χώρα. Υπάρχουν δηλαδή 18 χώρες που έχουν μεγαλύτερο οδικό δίκτυο από την Τουρκία και 202 χώρες που έχουν μικρότερο. Το οδικό δίκτυο δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως η εναλλακτική επιλογή του σιδηροδρομικού δικτύου.
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 18η θέση, σε σύνολο 156 χωρών, σε ότι αφορά τον εμπορικό στόλο που διαθέτει η χώρα. Υπάρχουν δηλαδή 17 χώρες που διαθέτουν μεγαλύτερο εμπορικό στόλο και 138 χώρες που διαθέτουν  μικρότερο. Εάν ληφθεί υπόψη ότι η Τουρκία αποτελεί μια χώρα που περιβρέχεται από θάλασσα, τότε φαίνεται ότι υπάρχει ακόμη αρκετός δρόμος να διανυθεί στον τομέα αυτό. 
 
Η Τουρκία βρίσκεται στην 21η θέση, σε σύνολο 215 χωρών, σε ότι αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Υπάρχουν δηλαδή 20 χώρες που παράγουν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από την Τουρκία και 194 χώρες που παράγουν λιγότερη. Αυτό είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά δεδομένα για την Τουρκία και αποτελεί επίσης και μια σημαντική απόδειξη για τη βιομηχανική εξέλιξη της χώρας.
 
Σ’ ότι αφορά τον αριθμό χρηστών κινητής τηλεφωνίας, η Τουρκία βρίσκεται στην 21ηθέση μεταξύ 218 χωρών. Οι χρήστες κινητής τηλεφωνίας σε 20 χώρες είναι πιο πολλοί από ότι στην Τουρκία, ενώ σε 197 χώρες είναι λιγότεροι από ότι στην Τουρκία. Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί το πλέον γνωστό δεδομένο.
 
Σ’ ότι αφορά τον αριθμό χρηστών διαδικτύου, η Τουρκία βρίσκεται στην 15ηθέση μεταξύ 216 χωρών. Ο αριθμός των χρηστών διαδικτύου σε 14 χώρες είναι μεγαλύτερος από αυτόν στην Τουρκία, ενώ σε 201 χώρες ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος από ότι στην Τουρκία. Πιστεύω ότι και αυτό αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά δεδομένα. Είμαι της άποψης ότι πρέπει να διερευνηθεί από κοινωνιολογικής απόψεως η θέση της Τουρκίας στις πρώτες θέσεις σ’ ότι αφορά τη χρήση κινητής τηλεφωνίας και διαδικτύου».
 
 

Από την διαδικτυακή εφημερίδα Τ24, 6.9.2012
http://t24.com.tr

Συνεχείς προκλήσεις από την Άγκυρα

Τις απρόβλεπτες αλυσιδωτές εξελίξεις που μπορεί να προκαλέσει ενδεχόμενη εισβολή της Τουρκίας στη Συρία έφερε αυτή την εβδομάδα στο προσκήνιο το περιστατικό της βίαιης προσεδάφισης συριακού επιβατικού αεροσκάφους που πετούσε από τη Ρωσία προς τη Συρία. Η Δαμασκός είχε απόλυτο δίκιο να μιλά για «αεροπειρατεία» καθώς δύο τουρκικά μαχητικά απείλησαν ανοιχτά το αεροσκάφος ενώ τούρκοι στρατιώτες κακοποίησαν κατά τα φαινόμενα το πλήρωμα και άφησαν τους επιβάτες εγκλωβισμένους για οκτώ ώρες χωρίς τρόφιμα. Η Άγκυρα υποστήριξε ότι το αεροσκάφος μετέφερε ρωσικά οπλικά συστήματα προκαλώντας την οργή της Μόσχας. Η πληροφορία τελικά διαψεύστηκε (αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η Τουρκία δεν παρουσίασε ούτε μια φωτογραφία από το υλικό που κατασχέθηκε).

Παρόλ’ αυτά, οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και ο στρατός είχαν από τη μεριά τους απόλυτο «δίκιο» να κατεβάσουν το αεροσκάφος το οποίο μετέφερε εξαρτήματα ραντάρ. Πρόκειται δηλαδή για εξοπλισμό ο οποίος δεν θα χρησιμοποιούνταν εναντίον του συριακού πληθυσμού, όπως υποστήριζε η Άγκυρα, αλλά αποτελούν πραγματικό εφιάλτη για την τουρκική πολεμική αεροπορία.

Τα υπερσύγχρονα συστήματα ραντάρ, ρωσικής κατασκευής, που χρησιμοποιεί η Συρία αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για κάθε επίδοξο εισβολέα. Έχουν μάλιστα ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους, πριν από μήνες, όταν εντόπισαν τουρκικό μαχητικό που είχε παραβιάσει τον εναέριο χώρο της Συρίας και το οποίο στη συνέχεια καταρίφθηκε. «Ξέρετε πώς είναι αυτά τα μαχητικά. Πάνε τόσο γρήγορα, που μπορεί να μπεις και σε καμιά γειτονική χώρα», ήταν τότε η αμήχανη απάντηση της Άγκυρας η οποία είδε την αεροπορία της να ταπεινώνεται στην πρώτη πρόβα εισβολής.

Ενδεικτικό της αντιπαράθεσης Άγκυρας – Μόσχας είναι και η ακύρωση της προγραμματισμένης επίσκεψης Πούτιν στην Τουρκία αλλά και η «διαρροή» από το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων Ρία Νοβόστι ότι οι πληροφορίες για το συριακό αεροσκάφος προήλθαν από αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες.

Την ίδια ώρα ο τουρκικός στρατός κλιμακώνοντας περαιτέρω την αντιπαράθεση με την Συρία, τοποθέτησε 25 μαχητικά F-16 στα σύνορα με τη Συρία. Είχε προηγηθεί το στρατιωτικό χτύπημα του τουρκικού στρατού σε συριακό έδαφος σαν αντίποινα στο χτύπημα με ρουκέτα ενός τουρκικού σπιτιού, από το οποίο σκοτώθηκαν πέντε άτομα. Οι ακριβείς συνθήκες του περιστατικού δεν έχουν διαλευκανθεί ακόμη και συνεπώς κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει ότι το αρχικό χτύπημα στο τουρκικό σπίτι μπορεί να αποτελεί προβοκάτσια αντικαθεστωτικών δυνάμεων στη Συρία. Αν ισχύει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι άτυχοι Τούρκοι πολίτες σκοτώθηκαν από όπλα τα οποία εισήλθαν στην Συρία από την Τουρκία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη (αν όχι μοναδική) συνέντευξη που έδωσαν Τούρκοι κάτοικοι της περιοχής στο Αλ Τζαζίρα δεν κατηγόρησαν τη Συρία αλλά την τουρκική κυβέρνηση που έχει μετατρέψει τα εδάφη τους σε ορμητήριο.

Εδώ και μήνες η Τουρκία αποτελεί τη βασική δίοδο όπλων αλλά και μισθοφόρων που έχουν τη στήριξη των ΗΠΑ, της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ. Είναι άλλωστε γνωστό ότι η στρατιωτική βάση του Ιντσιρλίκ στην Τουρκία –ένα από τα σημαντικότερα ορμητήρια ιμπεριαλιστικών επιθέσεων στη Μέση Ανατολή– λειτουργεί ως στρατηγείο συριακών αντικαθεστωτικών δυνάμεων. Από εκεί πράκτορες του Ριάντ καθορίζουν τη μεταφορά όπλων προς τη Συρία. Στη βάση, όπως επιβεβαίωσε και ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Λέον Πανέτα, βρίσκονται εδώ και εβδομάδες μέλη των αμερικανικών και γαλλικών ειδικών δυνάμεων.

Οι κινήσεις της Τουρκίας πάντως φαίνεται να προκαλούν αντιδράσεις και στο εσωτερικό της χώρας, όχι μόνο από το αντιπολεμικό κίνημα της Τουρκίας αλλά και από τμήματα της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ που κατηγορούν τον Ερντογάν ότι ενεπλάκη σε ένα παιχνίδι από το οποίο δεν υπάρχει εύκολη διέξοδος. Κάθε κίνηση κλιμάκωσης με τη Δαμασκό μπορεί να ανεβάζει τις μετοχές της Άγκυρας στη Δύση αλλά έχει καταστροφικές συνέπειες για τις σχέσεις της με τη Ρωσία, το Ιράν αλλά ακόμη και την Κίνα.

Παρόλ’ αυτά, οι επιθέσεις εναντίον της Συρίας δεν αποτελούν απλώς μια λάθος διπλωματική κίνηση ή ένα παιχνίδι εντυπώσεων. Η παρουσία των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή εξυπηρετεί δύο πολύ συγκεκριμένους στόχους: Καταρχάς θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας «ελεύθερης ζώνης», που θα λειτουργεί σαν ορμητήριο των αντικαθεστωτικών δυνάμεων και κατά δεύτερον στοχεύει εναντίον των δυνάμεων του PKK που ενισχύουν τις συμμαχίες τους με δυνάμεις των Κούρδων της Συρίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Νιου Γιορκ Τάιμς υποστήριζαν αυτή την εβδομάδα ότι οι εξελίξεις θυμίζουν ιδιαίτερα την εισβολή της Κύπρου. Τότε «η Τουρκία περίμενε υπομονετικά την παρέμβαση των ΗΠΑ και του ΟΗΕ και όταν αυτή δεν ήρθε, αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της».

Άρης Χατζηστεφάνου

Αναδημοσίευση από http://prin.gr, 14 Οκτωβρίου 2012