Αγωγός μεταφοράς νερού από την Τουρκία στην Κύπρο

ceb1ceb3cf89ceb3cebfcf82-cf84cebfcf85cf81cebaceafceb1-cebaceb1cf84ceb5cf87cf8ccebcceb5cebdceb1

ΥΠΟΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΑΓΩΓΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΝΕΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΡΚΙΑ

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Γιενί Ντουζέν στις 14 Ιουλίου 2011 και αποκαλύπτει τα προνόμια που παραχωρούνται στο τουρκικό κεφάλαιο αναφορικά με τον αγωγό μεταφοράς νερού από την Τουρκία στα κατεχόμενα. Μια πολύ χρήσιμη ανάλυση της κατάστασης και κάποιων σημαντικών λεπτομερειών του σχεδιασμού, έτσι όπως τα έχει δημοσιεύσει η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος Αϊσού Μπασρί Ακτέρ.

Η μετάφραση του κειμένου έχει ως εξής:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αγωγός μεταφοράς νερού από την Τουρκία στην Κύπρο»

Αυξάνονται οι πιέσεις της Άγκυρας για ιδιωτικοποιήσεις

 

 

Σύντομο σχόλιο για τις οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα:

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιδιαίτερα μετά την εκλογική διαδικασία και τους πρώτους τριγμούς στο πολιτικό σύστημα, οι οποίοι προκλήθηκαν από τα εγκαίνια λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χαλά Σουλτάν, συνιστούν μια πολύ δύσκολη “εξέταση” για τη συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος με το Δημοκρατικό. Η επικέντρωση του ενδιαφέροντος αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο πως θα χειριστεί η “κυβέρνηση” το καυτό και δύσκολο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων. Ήδη από την προεκλογική εκστρατεία του περασμένου καλοκαιριού και τα δύο κόμματα εδωσαν την υπόσχεση ότι το πακέτο οικονομικών μέτρων της Άγκυρας θα έπρεπε να αλλάξει ριζικά. Το κυριότερο σημείο του πακέτου που είναι την ίδια στιγμή και ψηλά στην οικονομική ιεράρχηση της Άγκυρας είναι η ολοκλήρωση των ιδιωτικοποιήσεων. Συνεπώς το συγκεκριμένο θέμα έχει στο παρόν στάδιο εγκλωβίσει τα δύο κόμματα, τα οποία από τη μία υποσχέθηκαν αλλαγή του μνημονίου και παρεμποδισμό των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά από την άλλη βρίσκονται τώρα ενώπιον των πιεστικών παρεμβάσεων του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Την ίδια στιγμή τα δύο κόμματα αντιμετωπίζουν και τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, με τις περισσότερες να σημειώνονται στο Ρεπουμπλικανικό. Ο “υπουργός” δημοσιονομικών, προερχόμενος από το Ρεπουμπλικανικό, έχει διαφοροποιηθεί συνολικά από τη θέση για αλλαγή του μνημονίου και δηλώνει ξεκάθαρα ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί ως έχει. Είναι ο μοναδικός “υπουργός” που στηρίζει ξακάθαρα τη σημερινή δομή των οικονομικών σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία.

Στο κεφάλαιο των ιδιωτικοποιήσεων, η βασική θέση της Άγκυρας ξεκινά από τη διεκδίκηση για άμεση πώληση της αρχής ηλεκτρισμού και στη συνέχεια των τηλεπικοινωνιών. Το “υπουργείο” συγκοινωνιών έχει προχωρήσει σε συναντήσεις με παράγοντες της Türk Telekom, όπου και τέθηκε ξεκάθαρα το θέμα της άμεσης ιδιωτικοποίησης των τηλεπικοινωνιών. Αναφορικά με την αρχή ηλεκτρισμού, εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα προβάλλεται η μη βιωσιμότητα των χρεών της, για τα οποία βεβαίως αποκρύπτεται το ότι προέρχονται από άλλους θεσμούς του “κράτους”.

Επομένως ενώπιον της “κυβέρνησης” αυτή τη στιγμή βρίσκεται ένα περιβάλλον το οποίο επικεντρώνεται στη “μη χρησιμότητα” και στη “ζημιογόνα” παρουσία κρατικών επιχειρήσεων όπως η αρχή ηλεκτρισμού και οι τηλεπικοινωνίες. Στο σκηνικό αυτό προστείθεται σταδιακά και ένα άλλο σημαντικό στοιχείο: Καθόλου τυχαία οι τίτλοι των τουρκικών ΜΜΕ προβάλλουν το τελευταίο διάστημα τη διακοπή ρεύματος που εμποδίζει την τέλεση της ισλαμικής προσευχής στα κατεχόμενα. Πρωτοσέλιδοι τίτλοι του τύπου “σίγησε ο εζάν στην Τ.Δ.Β.Κ” εισέρχονται από την Τουρκία στην καθημερινή πολιτική επικαιρότητα των Τουρκοκυπρίων, υπογραμμίζοντας μάλιστα το διαχρονικό προφίλ της κοινότητας, τουλάχιστον έτσι όπως ο Έρντογαν το αντιλαμβάνεται: Οι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν ήταν καλοί Μουσουλμάνοι!

Με λίγα λόγια, τίθεται το εξής κατευθυνόμενο και πολιτικό ερώτημα: ένας “κρατικός” οργανισμός ο οποίος δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του (ανεξαρτήτως από που προέρχονται) και που επιπλέον πρωταγωνιστεί στο να σιγήσει η ιερή φωνή του εζάν από τα τζαμιά, γιατί πρέπει να θεωρείται χρήσιμος;

Ενώπιον τέτοιων μεθοδεύσεων, τα κόμματα που συνεγάζονται στην “κυβέρνηση” στο παρόν στάδιο φαίνονται αποδιοργανωμένα. Δεν έχει καταγραφεί μια οργανωμένη εναλλαχτική πολιτική πρόταση, ιδιαίτερα στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων που φαίνεται να αποτελεί “κριτήριο αξιολόγησης” και για την Άγκυρα. Αυτή η αποδιοργάνωση και η εσωστρέφεια, είναι στοιχεία που κυρίως οφείλονται στις εσωτερικές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις του Ρεπουμπλικανικού. Είναι γεγονός ότι στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων θα κυριαρχήσει στην επικαιρότητα και η στάση που θα τηρήσουν τα συνεργαζόμενα κόμματα θα δείξει πολλά και σημαντικά για την πορεία αλλαγών που γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις Άγκυρας-Τουρκοκυπρίων.

 

7 Οκτωβρίου 2013

ΠΗΓΗ:turkishcypriotstoday.wordpress.com

 

AKP Modelinin “Kıbrıs Versiyonu”: Neoliberalizm ve Kıbrıs Türk Toplumu

 
İslamcı Türk entelektüel Ali Bulaç, ZAMAN gazetesindeki köşesinde, siyasal islamın geleneksel Kıbrıs algısının özelliklerinden bahsettiği yazısında şunları söylüyor: “Kıbrıs’taki Türk müdahalesinin büyük bir coşku dalgasıyla karşılaşmasından hemen sonra, Halepli yaşlı bir amca,… bunun nedenlerinden en önemlisini bana şöyle açıklar; ona göre bu, 300 yıl sonra ilk kez adadaki Müslüman nüfusun ada toprağının bir parçasını –hem de küçük bir parçasını- Hristiyanların elinden almasıydı.”[1].

Yukardaki alıntıya göre, “Hristiyanların elinden alınan” küçük bir toprağı fethetmek, Türk siyasal İslam’ının algısında şekillenen, birbirinden tamamen farklı bu iki dünya arasındaki rekabette şeref meselesiydi. Bununla birlikte, Adalet ve Kalkınma Partisi’nin Kıbrıs’a ilişkin bugünkü stratejisini daha iyi anlamak için, bu stratejinin doğru bir tarihsel bağlam içine oturtulması gerekir. Kıbrıs’ın kuzeyinde yürütülen politikayı çözebilmek, en azından kısaca da olsa AKP’nin dünya görüşününün, açımlanmasını gerektirir –ki bu da, Soğuk Savaş, Eylül 2001 terörist saldırıları ve neoliberal yeniden yapılandırmalardan etkilenmiş ve onlar tarafından şekillenmiştir.

Neredeyse 11 yıl hükümet ettikten sonra, AKP’nin, 21.nci yüzyılın yeni dengelerini yansıtacak, onun bir parçası olacak yeni bir uluslararası dünya düzeni talebi içindededir. AKP’nin küresel dengelere dair yaptığı yeni okumanın arkasında, Batı’nın, artık dünyanın egemen siyasal ve ekonomik merkezi olmadığı inancı yatıyor. Bu düşünceye göre, 21nci yüzyıl, ticaretin, endüstriyel üretimin ve bunların sonucunda da bir kısım sermayenin Batıdan Doğuya kaymasıyla karakterize oluyor. Bu değişim ise sırasıyla, Türkiye’nin bölgesel devingenliğinin (ya da bölgedeki hareketliliğinin) çerçevesini tanımlayarak “ulusal coğrafyanın” daha ideolojik bir derinlikte anlaşılmasını etkilemiştir [2].

Bizim iddiamıza göre, AKP, İslam dünyasının, küresel rekabet içindeki konumunu ve bu konuma dair talepleri yükselterek, onun “muazzam gücü”nü yeniden üretecek süreçlerle ilişkili olarak görmektedir.  Başbakan Erdoğan’ın baş danışmanı İbrahim Kalın, Türkiye’nin bugüne kadarki dünyayı Batı-merkezli okuma ve yorumlamaya dair sorgulamaların kendisine arka çıktığını, desteklediğini öne sürüyor. Ve Kalın diyor ki; şimdi bölgede desteklenmesi gereken yeni bir Türk tarihi var[3]. Bu tarihsel anlayış yeni bir “coğrafik tasavvur”un yaratılmasını gerektirir, ki bu da sınırların geleneksel kavrayışının ortadan kaldırılabilmesini gerektirir. Kalın’ın sözleri yine oldukça aydınlatıcı: “Ulusal devleti korumanın en iyi yolu, o yokmuş gibi davranmak, hem senin sınırlarına hem de ötekilerin sınırlarına saygı duymak, fakat aynı zamanda da onlar yokmuşçasına hareket edebilmektir.”[4]

Böylece, Türkiye’nin global ekonomik yapılara entegrasyonunu sağlayacak ve Türk-İslam etkisi altında olacak bir bölge, bir jeopolitik alan ortaya çıkmıştır. Bir “ticari ülke olarak Türkiye, amaçlarını teşvik eden bir makine haline dönüşmüş İslam ve ekonomi ile birlikte, geniş bir alanı kaplayan komşu bölgelerinin ticarileşmesini yürüten lider olmak hedefindedir. Türkiye, kendi modernizasyon sürecini Müslüman Arap dünyasına ihraç etmeye çalışmaktadır. Aynı zamanda da kendini, bugüne kadar Kapitalist Batı Dünyası olarak bilinen birlikteliğe, entegre olmaya çalışan uluslararası  (Müslüman) bloğun temsilcisi olarak değiştirmekte. [5]. Dolayısıyla Türkiye, kültürel ve tarihi bağı olduğu düşünülen geniş bir bölgeye neoliberal modernizasyonu kolaylaştırmak için sürekli bir arayış içindedir.

Dolayısıyla bu teorik çerçeve içinde AKP’nin Kıbrıs’ta ve özellikli olarak Kıbrıslı Türk toplumunda yeniden yapılandırma ve üretme politikalarına bakmamız gerekmektedir. İlk ve en kolay belirleme partinin 2002, 2007 ve 2011’deki seçim öncesi programlarına bakarak anlayabiliriz. 2002’de iki egemen devlete dayalı Belçika modelinden, 2007 ve 2011’de Doğu Akdeniz’deki dengenin korunmasının gerekliliği ve KKTC’nin güçlendirilmesine yönelik açık bir değişim olduğunu söyleyebiliriz.  Peki, AKP’nin Kuzey Kıbrıs’taki yeniden yapılandırma projesinin altında yatan niyet nedir?

Türkiye Başbakanı, Kıbrıslı Türk basın mensuplarına, Haziran 2011 seçimlerindeki sloganı başka sözcüklerle tekrar edercesine, “Ustalık dönemi Kıbrıs’a da yansımalıdır” açıklamasını yaptı. Kıbrıs ve spesifik olarak Kuzey sınırları Türk-İslam modernizasyon projesinin “veri girişi” alanına dönmüştür. Nihai amaç, Kuzeydeki “eski rejimi”in yapılarını, yeni bir ideolojik çerçeve içinde farklı siyasi aktörler tarafından temsil edilecek bir düzenle değiştirmektir. Sonuç olarak, “ustalık” Kıbrıs’ta AKP’nin siyasi karakteristiklerinin ve ideolojisinin Kıbrıslı şivesidir. Bu İslam dininin neoliberal yönetimle yaptığı evliliktir.

Erdoğan’ın Kıbrıs’ını oluşturmak için uygulanan plan, Kıbrıslı Türk gazeteciler tarafından da eleştirildiği gibi, Kıbrıs’ın kuzeyindeki yapıları, basit teknokratik ekonomik değişikliklerin ötesinde bir şekilde bütünlüklü olarak değiştirmektedir. Bu plan, Kıbrıslı Türk toplumunun yargılarını önceden var olan bütün “iç gerçekliğine” dokunacak biçimde bütünlüklü bir değişimden geçirmektedir.

Eski Türkiye elçisi Şakir Fakılı 2010 yılında şöyle demişti: “Bugün KKTC 1980lerin başındaki Türkiye’yi andırıyor. Zarar yapan kamu işletmeleri ve yavaş hareket eden bürokrasi özel sektör karşısındaki engelleri oluşturuyor. Türkiye’nin bu engellerden kurtulduğu gibi KKTC’nin de bu engelleri aşma gücü vardır”. [7]. Buradaki sembolizm aşılmaz durumdadır: Kıbrıs Türk cemaati Türkiye’de Özal dönemi başlayan ancak Erdoğan hükümeti döneminde zirveye çıkan ve istikrara kavuşan aynı neoliberal reformlar yolunu izlemelidir. Bunun yanı sıra, birçok Türk İşadamı Derneklerinin raporlarında görüldüğü üzere Türkiye’nin yeni toplumsal gerçekliği Kıbrıs’ın kuzeyindeki devlet müdahalesine dayanan köhne kalkınma modeliyle bir arada yer alamaz [8].

Kıbrısın kuzeyinde yeni bir rejim kurmanın yansıması ekonomik protokoller, bir diğer deyişle “yeni hükümet modeli”dir. Temel amaçlar arasında finansman açığını düşürmek, memurların sayısını önemli ölçüde azaltmak, devletin üretimden çekilmesi ve yatırım yapması için özel sektörün teşvik edilmesi yer alır.[9].

Burada önemli bir açıklama yapılmalı: Ankara tarafından bağışlanan fonlar azalmadı, aksine arttı ama yönelimlerini değiştirdi (2001de 201 milyon dolar, 2009da 600 milyon dolar ve 2014-2015te de 1.2 milyar dolara çıkması bekleniyor)[10]. Yukarıdakinin uygulama sonuçlarından birisi de bütün göstergeleriyle Türk sermayesinin görünürlüğünü artırmaktır. İş grupları, firmalar turizm, inşaat ve enerji sektörüne akın ettiler. Türkiye’den Yatırım Danışma Konseyi gibi farklı kurumlar takdim edilirken, Türkiye’nin önemli işadamı derneklerinin de Kıbrıs’ın kuzeyinde yeniden bir hareketlilik içinde olduğu görülüyor.

Aynı bağlamda Kıbrıslı Türklerin önceden deneyimlemediği bir gelişme de yaşanıyor:  o da İslami turizm ve eğlence, ümmetçilik ve dini eğitim gayretleriyle kendini ifade eden İslami sermayenin Kıbrıs’ta faaliyet göstermesidir.

Erdoğan Kıbrıslı Türkler arasında böylesi bir stratejiyi geliştirmenin bilinçli bir tercih olduğunu şu sözlerle açıkladı: “Kuzey Kıbrıs Türk ve Müslüman bir ülkedir. Bu özelliklerden ötürü gurur duymalı ve tanıtımını yapmalıyız. Kıbrıs Rum tarafının kiliseye bu kadar adanmışlık gösterdiği bir zamanda, daha fazla câmi inşa ederek ve dini eğitimi geliştirmek suretiyle kültürel kimliğimizin daha çok farkında olmalıyız” [11]

Bu nedenle kapsamlı bir “toplumsal mühendislik” stratejisine şahit olmaktayız. Kıbrıslı Türkler arasında İslami faaliyetin pekiştirilmesi, bir yandan nüfusun niteliğindeki değişikliği yansıtmaktadır. Öte yandan, sözkonusu muhafazakar değişiklik, inşa edilmekte olan yeni siyasi rejimin temeline eşlik eden planlı bir ideolojik müdahaledir……

Bu noktada,  gelişmelere dair ikinci temel gözlem, kurulan yeni yapılar ve İslam arasındaki diyalektik ilişkiyi su yüzüne çıkarmaktadır. Kıbrıslı-Türk sağ kanat Ulusal Birlik Partisi (UBP) liderliğince uygulamaya konulan siyasi programa göre, devletin yenilenmiş yapıları İslam’ın siyasal çerçevenin bir bileşeni olmasında önemli bir role haizdir. Bu yapılar, gerçekte seküler olan bir toplumda dinin güçlenmesinin “normalleştirilmesi” için çabalamalı ve aynı zamanda ideolojik dönüşümün “barışçıl” olması için, ortaya çıkabilecek herhangi bir yeni siyasi faktörle çalışabilmelidirler. Bu bağlamda geliştirilen önlemler şunlardır: İlahiyat Okulu içeren bir İslami kompleksin Lefkoşa’ya inşası, Yakın Doğu Üniversitesi’ne İlahiyat fakültesi kurulması, Kuran kursları ve Eğitim Bakanlığı altında İslamı İlahiyat eğitimi konularından sorumlu bir bölümün kurulması.

Söz konusu süreç, ne barışçıl ne de sakin bir şekilde seyretmiştir. Bu süreç daha çok anlaşmazlık ve çatışmalarla karakterize olmaktadır. Toplumun seküler özelliğinin korunması için verilen çaba özelikle örgütlü öğretmenler, sendika hareketleri ve ilerici siyasi partiler tarafından yansıtılmıştır . Ancak Müslümanlaştırmaya karşı direnişin çok daha geniş çevreler tarafından destek aldığı da açık bir gerçektir. Kıbrıslı Türkler tarafından yapılan protestolar yalnızca sözkonusu gelişmeye ilişkin tekil bir hadise değildir. Aksine, örgütsel ve ideolojik formasyonunda kendini oldukça dinamik bir şekilde göstermekte olan günümüz Türkiye’sine karşı olan muhalefeti göstermektedir.

İlerici Kıbrıslı Türklerin konu hakkındaki tepkileri önemlidir çünkü onlar Kıbrıslı kimliklerinin korunmasını ön planda tutmuş, Türk hegemonyasının yeni çerçevesini sorgulamışlardır. Bu açıdan bakıldığında, toplumun Ankara ile olan mevcut koşullardaki ilişkisinin yasallaşmasını reddetmiş ve böylelikle Türkiye’nin Kıbrıs’ın kendi tarihine ilişkin rolünü sınırlama talebinde bulunmuşlardır.

Bu tepkiler Kıbrıslı Rum toplumu tarafından küçümsenmemelidir. Aynı zamanda “Kıbrıslı Türklerin iç meselesi” şeklinde de algılanmamalıdır. Protestolar Kıbrıslı bağlamı çerçevesinde ele alınıp, Kıbrıslı şartlarında değerlendirilmeli ve iki Kıbrıslı toplum arasındaki ilişkinin demokratik bir şekilde yenilenmesini hedefleyen yaratıcı bir diyalog için yeni bir alan oluşturmalıdır.

————-

 

[1] Ali Bulaç, “Kıbrıs için savaşmak”, newspaper Zaman, 14 July 2010.

[2] Bülent Aras, Hakan Fidan, “Turkey and Eurasia: Frontiers of a New Geographic Imagination”, New Perspectives on Turkey, 40, 2009, p. 197. (pp. 195-217).
[3] İbrahim Kalın, “Soft Power and Public Diplomacy in Turkey”, Perceptions, Autumn 2011, Vol. XVI, No. 3, pp. 11,21. (pp. 5–23)
[4] İbrahim Kalın, “Turkey and the Middle East: Ideology or Geo-Politics?”, Private View, Autumn 2008, p. 26. (pp. 26-35)
[5] Avraham Burg, “Pax Turcica: The Rise of Muslim Democracies in the Middle East”,http://www.haaretz.com/print-edition/features/pax-turcica-the-rise-of-muslim-democracies-in-the-middle-east.premium-1.470450, 17 October 2012.
[6] “2012’ye kadar bitmezse, başımızın çaresine bakacağız”, newspaper Yeni Düzen, 19 July 2011. “Güzelyurt’u vermem”, newspaper Haberdar, 19 July 2011.
[7] “Hantal bir bürokrasi”, newspaper Kıbrıs, 24 May 2010.
[8] TÜSİAD-İŞAD, “Avrupa Birliği kapı aralığına sıkışmış bir ülke: Kuzey Kıbrıs”, March 2009, pp. 59-60.
[9] “Acı reçetede neler var?”, newspaper Yeni Düzen, 1 July 2010.
[10] Kıbrıs Postası, “TC’den KKTC’ye 1998–2010 yılları arasında 6 milyar 191 milyon TL”, 11 September 2010. Journal KUZEY, “Türkiye’den KKTC’ye 6 Milyar”, Vol. 13, December 2010, pp. 18,19.
[11] Aysu Basri Akter, “Sırada Külliyeli Kolej”, newspaper Yeni Düzen, 2 February 2012.
 

Nikos Mouduros

 

Η «δύσκολη» ιστορία της καταστροφής στα Γαστριά

 

 

Τα χαράματα της 16ης Ιουλίου 2013 πετρελαιοφόρο πλοίο μετέφερε ποσότητες πετρελαίου στη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα Γαστριά, η οποία ανήκει στην ιδιωτική εταιρεία AKSA. Από διαρροή στους αγωγούς του πλοίου, χύθηκαν στη θάλασσα περίπου 100 τόνοι πετρελαίου μέσα σε ένα δεκάλεπτο, ποσότητες οι οποίες φυσιολογικά έφτασαν και στην παραλία. Ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ζημιά είναι παραπάνω από τραγική: οι επιπτώσεις στο βυθό της θάλασσας θα διαρκέσουν πάνω από 20 χρόνια, ενώ τα επόμενα 2-3 χρόνια σοβαρές συνέπειες θα κλονίζουν το περιβάλλον ολόκληρης της περιοχής. Ήδη περίπου 5-6 χιλιόμετρα της παραλίας της περιοχής έχουν καταστραφεί και υπολογίζεται να χρειαστούν πάνω από δύο μήνες εργασίας για τον καθαρισμό της. Αυτά σε σχέση με την πρώτη και εύκολη ανάγνωση της πρόσφατης περιβαλλοντικής καταστροφής.

Η δύσκολη πτυχή της ιστορίας όμως πάει μερικά χρόνια πίσω και σχετίζεται ολοκληρωτικά με τις ανακατατάξεις που προκαλεί ο συγκεκριμένος τύπος οικονομικής ανάπτυξης που ακολουθείται. Τα βόρεια της Κύπρου αποτέλεσαν χώρο πειραματισμού της διαχείρισης δομικών οικονομικών κρίσεων για πάρα πολλά χρόνια, αλλά ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά. Ταυτόχρονα πολλές ήταν οι τουρκικές κυβερνήσεις που επιδίωξαν να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις του «περίεργου» καπιταλισμού στα κατεχόμενα διαμέσου της θεμελίωσης του ανοίγματος της αγοράς και της ενίσχυσης του ιδιωτικού (τουρκικού) τομέα. Από τον Οζάλ μέχρι και την Τσιλλέρ, πρωτόκολλα συνεργασίας είχαν στο επίκεντρό τους την πιο πάνω λογική. Όμως όπως και στην ίδια την Τουρκία, έτσι και στην Κύπρο, η πιο ολοκληρωμένη έκφραση ενός ριζικού νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού κορυφώνεται επί της διακυβέρνησης Έρντογαν.

Σε αυτό το πλαίσιο η ενέργεια και ο έλεγχος της από τον ιδιωτικό τομέα, αποκτούν στρατηγική σημασία. Τα προνόμια προς την εταιρεία AKSA, ο ελλιπής έως και μηδαμινός έλεγχος στις εργασίες της, η ρουσφετολογική μεταφορά πηγών κερδοφορίας από το «κράτος» προς την εν λόγω εταιρεία, ήταν στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ημερήσιας διάταξης όλων των πολιτικών κομμάτων που διαχειρίστηκαν την εξουσία στην κοινότητα. Η «δυσκολία» λοιπόν του παρασκηνίου της περιβαλλοντικής καταστροφής ξεκινά τη στιγμή που η τουρκική και τουρκοκυπριακή ηγεσία αποφασίζουν ότι ο στρατηγικός τομέας του ηλεκτρισμού πρέπει να αποκτήσει και άλλους «εκφραστές».

Στις 12 Ιουλίου 2000, η «κυβέρνηση» συνεργασίας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (επί «πρωθυπουργίας» Έρογλου) αποφάσισε να ενοικιάσει από ιδιωτικές εταιρείες ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό λόγω των αυξανόμενων αναγκών αλλά και λόγω της ανεπάρκειας της «κρατικής» εταιρείας ηλεκτρισμού (KIB-TEK) να ανταποκριθεί. Άλλωστε μια συνήθης πρακτική είναι η επίκληση και η διόγκωση των προβλημάτων του δημοσίου για να ανοίξει ο δρόμος ενίσχυσης της «αγοράς». Υπεύθυνος για την KIB-TEK ήταν ο τότε «Υπουργός» Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Ιρσέν Κιουτσιούκ.

Το Σεπτέμβριο του 2000 ακολούθησε απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης για έναρξη διαγωνισμού αναφορικά με τη μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, την οποία αρχικά το ψευδοκράτος θα ενοικίαζε για περίοδο πέντε χρόνων. Στις 15 Οκτωβρίου του 2002 η εταιρεία AKSA κερδίζει το διαγωνισμό και υπογράφει τη συμφωνία με την KIB-TEK.

Η τουρκική εταιρεία άρχισε επίσημα τη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2003 με τη δημιουργία του σταθμού στα Γαστριά. Προηγουμένως όμως είχαν ανανεωθεί τα σχετικά συμβόλαια και συμφωνίες με τρόπο που να επεκτείνεται η ενοικίαση μέχρι και το 2026. Κεντρικό σημείο της ιδιωτικοποίησης μέρους της παραγωγής ηλεκτρισμού σε αυτή την περίπτωση ήταν και η δέσμευση του «κράτους» για εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ενέργειας από τη συγκεκριμένη εταιρεία. Ποσότητες που τελικά άλλαζαν, προσαρμόζονταν και αυξάνονταν όχι στη βάση πραγματικών αναγκών, ούτε και των δυνατοτήτων της «κρατικής» εταιρείας των Τουρκοκυπρίων. Η συνεχής αλλαγή των όρων αναφορικά με τις ποσότητες ενέργειας που το «κράτος» είχε την υποχρέωση να αγοράζει είχε την εξής κατάληξη: Η αρχική συμφωνία προέβλεπε την υποχρέωση του «κράτους» να εγγυηθεί την αγορά περίπου 175 εκατομμυρίων κιλοβατώρων ετησίως, αριθμός που εκτοξεύτηκε στα 825 εκατομμύρια σύμφωνα με απόφαση που ισχύει από τον Ιανουάριο του 2013. 

Πέραν των πιο πάνω και λόγω της εγγυημένης αγοράς ενέργειας από την AKSA, επενδύσεις ύψους περίπου 2 εκατομμυρίων δολαρίων οδηγήθηκαν στην πληρωμή της εταιρείας και όχι στην ανάπτυξη της δημόσιας δομής της κοινότητας. Την ίδια στιγμή οι δύο μονάδες παραγωγής ηλεκτρισμού που συνδέονται με την KIB-TEK υποχρεώθηκαν να εργάζονται μόνο στο 56% και 14% αντίστοιχα των δυνατοτήτων τους, ενώ η μονάδα παραγωγής στα Γαστριά στο 71%. Η συνέχεια είναι το ίδιο τραγική… οι συμφωνίες περιλαμβάνουν και το μέλλον αφού μέχρι και το 2024 το ψευδοκράτος θα πρέπει να πληρώσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια στην εταιρεία, ακριβώς λόγω της δέσμευσης του σε εγγυημένη αγορά ποσοτήτων ηλεκτρισμού.

Μέσα σε όλο αυτό το πολιτικό περιβάλλον σταδιακά η KIB-TEK μετατράπηκε σε ένα είδος «κακού παιδιού», ενώ η AKSA φάνταζε πλέον ως ο «σωτήρας» της επίλυσης του πιο βασικού καθημερινού προβλήματος που αντιμετώπιζε η Τουρκοκυπριακή κοινότητα από το 1974 και μετά: αυτό της διακοπής στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Όμως ο «ιερός μανδύας» της σωτήριας εταιρείας δε ήρθε μόνος. Συνδυάστηκε με την ολοκληρωτική υποταγή, την καθολική απελευθέρωση της δραστηριότητας της από ελέγχους και φυσιολογικά στην αναστολή κάθε προσπάθειας βελτίωσης κοινωνικών και δημόσιων υπηρεσιών που σχετίζονται είτε με την ενέργεια, είτε με την προστασία του περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό… οι υπηρεσίες του ψευδοκράτους δεν απέκτησαν καμιά απολύτως υποδομή αντιμετώπισης της πρόσφατης καταστροφής με αποτέλεσμα το κύριο βάρος του καθαρισμού της θαλάσσιας περιοχής να πέσει στους ώμους εθελοντών και φυσικά της… AKSA.

Η «δύσκολη» πτυχή της ιστορίας θα έχει και συνέχεια. Το 2014 προγραμματίζεται η έναρξη λειτουργίας του υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία. Μέσα από το φιλόδοξο έργο επιδιώκεται η ολοκληρωτική κυριαρχία της επιχειρηματικής ελίτ σε δύο στρατηγικά ζητήματα ως προς την ενίσχυση των δομών ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Τόσο ο αγωγός, όσο και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης Έρντογαν για δημιουργία χώρου αποθήκευσης πετρελαιοειδών με στόχο την ενσωμάτωση στην Ανατολική Μεσόγειο, μεταφέρουν πλέον τα ζητήματα οικονομίας, περιβάλλοντος και λύσης, σε νέα πιο πολύπλοκα επίπεδα.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στη cyprusnews.eu στις 19 Ιουλίου 2013

Η «εισβολή» του πολιτικού Ισλάμ και του τουρκικού κεφαλαίου


ΤΑ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ
Η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται σε αναβρασμό εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής εξάρτησης από την Τουρκία. Η συνεχής παρουσία του τουρκικού στοιχείου, τόσο οικονομικά όσο και πολιτιστικά, έχει ως αποτέλεσμα τον κίνδυνο να χάνουν οι Τουρκοκύπριοι όλο και περισσότερο την ιστορική τους υπόσταση ως οντότητα.
Την κατάσταση που επικρατεί στην κατεχόμενη Κύπρο και τις πολιτικές της προεκτάσεις αναλύουν αποκλειστικά στην εφημερίδα «ΑΛΗΘΕΙΑ» ο ακαδημαϊκός κ. Νιαζί Κιζίλγιουρεκ, μέλος του Συμβουλίου του τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και ο τουρκολόγος κ. Νίκος Μούδουρος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.

ΙΣΛΑΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΩΝ:
Το ισλαμικό κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το οποίο βρίσκεται στην εξουσία από το 2002 στην Τουρκία, προσπαθεί να ισλαμοποιήσει σταδιακά την Τουρκία αλλά και τα κατεχόμενα εδάφη. Σε δηλώσεις του ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υπογράμμιζε τη θέλησή του για τη δημιουργία μιας «θρησκευτικής νεολαίας στη βάση των αξιών και αρχών του τουρκικού έθνους». Ο κ. Μούδουρος σημειώνει την προσπάθεια εξαγωγής ιδεολογίας με τη μεταφορά πολλών τουρκικών πανεπιστημίων και τουρκικών ιδιωτικών σχολείων στα κατεχόμενα. «Αλλάζει ο τομέας της παιδείας (προσθήκη κορανικών μαθημάτων, μετατροπή του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία σε υποχρεωτικό, αλλαγή στοιχείων στα βιβλία ιστορίας)».
Στο θέμα της παραχώρησης υπηκοοτήτων, ο κ. Κιζίλγιουρεκ επισημαίνει πως «όσο περνάει ο καιρός υπάρχει μια αυξημένη τάση πολλών Τούρκων εποίκων να αποκτούν υπηκοότητα του ψευδοκράτους, αποκτώντας έτσι πολιτικά δικαιώματα. Χωρίς την επίλυση του κυπριακού δεν εμποδίζεται το θέμα των υπηκοοτήτων. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η τουρκική κυβέρνηση δεν είναι ευχαριστημένη με το ποσοστό των εποίκων που αποκτούν υπηκοότητα και υπάρχει πίεση από την πλευρά της Άγκυρας προς αυτή την κατεύθυνση.»
ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΑΚΟΣ «ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ»;
«Σε τρεις σημαντικούς τομείς (οικονομία, διοίκηση, πολιτική δραστηριότητα) υπάρχει μία σταδιακή περιθωριοποίηση του τουρκοκυπριακού στοιχείου και η ενίσχυση του τουρκικού στοιχείου. Παρουσιάζεται ένα πατερναλιστικό ύφος, που αντιμετωπίζει τους Τουρκοκύπριους ούτε ως «καλούς Τούρκους» ούτε καν ως «καλούς Μουσουλμάνους». Προσπαθεί λοιπόν η τουρκική κυβέρνηση να κτίσει μια άλλη κοινωνία επηρεάζοντας την τουρκοκυπριακή ταυτότητα.
Παρατηρείται ένα νέο φαινόμενο όπου οποιοσδήποτε Τούρκος αξιωματούχος της τουρκικής κυβέρνησης μπορεί να επισκέπτεται τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου και να έχει έναν ανοικτό διάλογο με τον τούρκικο πληθυσμό παραμερίζοντας την τουρκοκυπριακή διοίκηση. Περιθωριοποιούνται λοιπόν οι Τουρκοκύπριοι ως κυπριακή πολιτική κοινότητα της Κύπρου με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της» επισημαίνει ο κ. Μούδουρος ενώ ο κ. Κιζίλγιουρεκ προσθέτει πως αν και υπάρχει από την πλευρά της Άγκυρας η εντύπωση πως οι Τ/κ είναι σχεδόν άθεοι και θεωρούν επιβεβλημένη την εισαγωγή θρησκευτικής ταυτότητας στην κοινότητα, ωστόσο, δεν έχει επιβληθεί κάτι θεσμικά ή αλλαγή του «συντάγματος» από πλευράς Άγκυρας. «Ήδη ο Ερντογάν έχει δεχθεί μια σημαντική ήττα στο εσωτερικό με τις εξεγέρσεις της τελευταίας περιόδου και μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η τουρκική κυβέρνηση θα είναι πιο προσεκτική σε οποιαδήποτε μορφή θρησκευτικής παρέμβασης» συμπληρώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ.
ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ:
Δημιουργείται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο οι Τουρκοκύπριοι ως η πλέον κοσμική κοινότητα, θα μπορούσε να αντιδράσει στην ισλαμοποίησή της και αν η αντίδρασή της ενδεχομένως να προκαλέσει αντίκτυπο. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο υπάρχουν αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα ενώ γίνονται σημαντικές προσπάθειες από τα δύο μεγάλα συνδικάτα του εκπαιδευτικού τομέα και από την παιδαγωγική ακαδημία
ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ:
Στις δηλώσεις του αναφορικά με το ζήτημα ύπαρξης κάποιας σημαντικής αλλαγής στις αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ο κ. Μούδουρος αναφέρει πως «η οικονομική εξάρτηση από την Τουρκία δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσο οι αντιδράσεις των Τ/κ μπορούν να έχουν κάποιο ουσιώδη αντίκτυπο. Κάτι το πολύ ουσιαστικό δεν γίνεται αλλά έχουμε παραδείγματα ανατροπών. Αυτή τη στιγμή κανένα πολιτικό κόμμα δε μπορεί να καταργήσει αυτό το οικονομικό πρωτόκολλο. Ένας λόγος είναι η φοβερή οικονομική εξάρτηση που αντιμετωπίζουν. Υπάρχουν ωστόσο και σημεία στα οποία παρουσιάζεται ρήξη. Για παράδειγμα η τωρινή, προσωρινή κυβέρνηση που ανέλαβε προχώρησε σε πολιτικές, εντελώς διαφορετικές από τη νοοτροπία του πρωτοκόλλου. Δεν αναίρεσε το πρωτόκολλο, προχώρησε όμως στην ακύρωση υπηκοοτήτων εποίκων που έδωσε η προηγούμενη κυβέρνηση το οποίο είναι σημαντικό βήμα.
Προχώρησε επίσης στην ακύρωση έργων υποδομής, το οποίο ήταν επίσης θέμα επιβολής μέσα από το πρωτόκολλο. Ακύρωσε τη ρήτρα να ταξιδεύουν οι Τ/κ μόνο είτε με το διαβατήριο του ψευδοκράτους είτε της Τουρκίας και έδωσε τη δυνατότητα χρήσης του διαβατηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η βαθιά οικονομική εξάρτηση αυτή τη στιγμή και ιδιαίτερα με τον τρόπο που γίνεται δεν αφήνει την τ/κ κοινότητα να προχωρήσει σε πιο ριζοσπαστικά μέτρα, όπως την καταγγελία του πρωτοκόλλου επειδή έτσι νεκρώνει ολόκληρη η οικονομική δραστηριότητα στην τ/κ πλευρά. Ωστόσο υπάρχει ένας συνασπισμός -αυτή τη στιγμή- που χειρίζεται λίγο διαφορετικά τα πράγματα απ’ ότι η σύνθεση της προηγούμενης κυβέρνησης».
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ-ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ:
Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, «για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τι ακριβώς αλλάζει στα κατεχόμενα θα πρέπει να αντιληφθούμε τι επικρατούσε μέχρι σήμερα. Η Τουρκία παραχωρούσε τα κονδύλια στο ψευδοκράτος, όμως το ίδιο το ψευδοκράτος λειτουργούσε ως μια μορφή δομών διαμοιρασμού. Δηλαδή έπαιρνε τα κονδύλια και τα διαμοίραζε αναλόγως των οικονομικών αλλά και των πολιτικών στόχων που ήθελε. Με τη διακυβέρνηση του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αρχίζει σταδιακά η επιβολή μιας άλλης αντίληψης όσον αφορά την οικονομική διαχείριση των κατεχομένων. Η οικονομική διαχείριση τους φέρνει πολλές κοινωνικές, πολιτικές ανακατατάξεις. Μετά το 2004 αρχίζουν να εφαρμόζονται με μεγαλύτερη συνέπεια τα οικονομικά πρωτόκολλα, αλλάζοντας έτσι ολόκληρη τη δομή του «κράτους».
Ενισχύεται σταδιακά η εκτελεστική εξουσία, και ανοίγει έτσι ο δρόμος για να δραστηριοποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας, όχι όμως ο τουρκοκυπριακός, που είναι ήδη αδύναμος, αλλά ο τουρκικός. Παράλληλα, όλες οι «κρατικές» επιχειρήσεις οι οποίες βρίσκονταν ουσιαστικά σε ελληνοκυπριακή γη, περνούν πλέον στον ιδιωτικό τομέα. Ένα άλλο σημείο το οποίο καταθέτει ο κ. Μούδουρος είναι ότι «τα κονδύλια που δίνονται από την Άγκυρα στα κατεχόμενα αυξάνονται χρόνο με τον χρόνο. Αυτό που αλλάζει είναι ο προσανατολισμός. Δεν πάνε στο ταμείο του «κράτους» ούτως ώστε να τα διαμοιράσει η τ/κ «αρχή» όπως εκτιμά, αλλά στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στα έργα υποδομής στον κατασκευαστικό τομέα και βέβαια στον τουριστικό τομέα».
ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΝΕΙ:
Την ιδιόμορφη κατάσταση που υπάρχει στα κατεχόμενα αλλά και την απομόνωσή της σημειώνει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. «Η τ/κ κοινότητα δεν είναι σε θέση να αναπαράγει τον εαυτό της χωρίς τη συμβολή της Τουρκίας. Η πολιτική της ιδιωτικοποίησης παίρνει λοιπόν τη μορφή εκτουρκισμού της οικονομίας. Η ροή του τουρκικού κεφαλαίου έχει αυξηθεί ιδιαίτερα στον τομέα του τουρισμού και η αυξημένη παρουσία του δεν παρέχει τη δυνατότητα στους Τ/κ να δραστηριοποιηθούν πέραν του δημόσιου τομέα. Στα κατεχόμενα αναδύεται το λεγόμενο »κοινωνικό κεφάλαιο», τόσο με την οικονομική επιβολή όσο και με την παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων. Με μια συμφωνία καθίσταται δυνατή η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, δεν είναι ωστόσο εφικτή η αποχώρηση του τουρκικού κεφαλαίου. Επομένως, η Τουρκία ενσωματώνεται οικονομικά στην Κύπρο. Αν υπάρξει λύση το τουρκικό κεφάλαιο θα επεκταθεί.
Μπορούμε να περιορίσουμε τους Τούρκους εποίκους στην Κύπρο μετά τη λύση όμως δε μπορούμε να εμποδίσουμε τη διακίνηση κεφαλαίου. Αποδυναμώνεται λοιπόν η παρουσία της τουρκοκυπριακής κοινωνίας και στον οικονομικό τομέα και ενδυναμώνεται η τουρκική παρουσία στην Κύπρο» αναφέρει ο κ. Κιζίλγιουρεκ. Σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο το τουρκικό κεφάλαιο δεν παύει να αποτελεί μέρος μιας πραγματικότητας επομένως δε μπορεί να αναιρεθεί με μια συμφωνία. «Αυτό που προκαλεί τις περισσότερες αντιδράσεις στην τ/κ κοινότητα είναι ότι συμβαίνει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο που καθορίζεται κυρίως από την παρανομία. Δεν υπάρχει μια δομή που να είναι και επανενωτική της Κύπρου και να ενσωματώνει τους τ/κ νόμιμα στη διεθνή αγορά.
Γι’ αυτό και δημιουργούνται τόσα πολλά προνόμια στο τούρκικο κεφάλαιο και αφαιρούνται παράλληλα πάρα πολλά δικαιώματα από τους Τουρκοκύπριους. Από τη στιγμή που όλες αυτές οι δράσεις γίνονται στα πλαίσια μη επίλυσης, δημιουργούνται κάποια τετελεσμένα για την ίδια τη λύση του κυπριακού. Δε θα ήταν υπερβολή να σημειώσουμε ότι η νέα οικονομία έτσι όπως προκύπτει στα κατεχόμενα αυτή τη στιγμή, θα ενσωματώνεται και σε πιθανή λύση του κυπριακού προβλήματος σε προτεινόμενα σχέδια. Θα βρίσκει τον αντικατοπτρισμό της στις προσπάθειες λύσης του κυπριακού» υποστηρίζει ο κ. Μούδουρος.
ΚΥΠΡΙΑΚΟ:
Η προσπάθεια επιβολής του πολιτικού Ισλάμ αλλά και οι τελευταίες εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας θέτουν το ερώτημα επηρεασμού στη διαδικασία των συνομιλιών επίλυσης του κυπριακού. Ο κ. Κιζίλγιουρεκ υποστηρίζει πως οι τελευταίες εξελίξεις στην Τουρκία θα παίξουν κάποιο ρόλο στη διαδικασία. «Ο Ερντογάν έχει αμφισβητηθεί αρκετά διεθνώς, έτσι δεν έχει την ευχέρεια να δράσει όπως ακριβώς θέλει στο κυπριακό. Αυτό που προκαλεί ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως οι δύο ηγέτες από τους οποίους εξαρτάται η επίλυση του κυπριακού (Ερντογάν – Αναστασιάδης) διέρχονται έκαστος δύσκολες πολιτικές φάσεις, γι αυτό και ουδεμία εκ των δυο πλευρών δεν θα προστρέξει ταχέως προς τη συνολική λύση του κυπριακού αλλά ίσως να προωθηθεί μία ενδιάμεση συμφωνία ή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που έχουν να κάνουν με επιστροφή της Αμμοχώστου στους Ε/κ και άνοιγμα αεροδρομίων».
ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ:
«Αν καταφέρουν οι δύο πλευρές να καταλήξουν κάπου, αυτό μπορεί να αλλάξει την ψυχολογική και οικονομική συγκυρία στην Κύπρο και για τις δύο κοινότητες. Να καλλιεργήσει μία καλύτερη ατμόσφαιρα η οποία θα μπορούσε να οριστεί και ως προετοιμασία για τη συνολική επίλυση του κυπριακού» σύμφωνα με τον κ. Κιζίλγιουρεκ και προσθέτει πως «η οικονομική κρίση θα μπορούσε να ξεπεραστεί με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την επίλυση του κυπριακού. Η Τουρκία επίσης, θα μπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερα την ευρωπαϊκή της προοπτική μέσα από την επίλυση του κυπριακού, ενώ το τρίγωνο Τουρκία – Ελλάδα – Κύπρος θα μπορεί σε κάποια στιγμή να εξελιχθεί σε ένα χώρο οικονομικής πολιτισμικής συνεργασίας. Η τ/κ κοινότητα έχει πολύ περισσότερη ανάγκη από την επίλυση του κυπριακού από κάθε άλλη οντότητα επειδή μέρα με μέρα χάνει την ιστορική της υπόσταση και ενσωματώνεται σε ένα πλαίσιο τουρκικού έθνους από κάθε άποψη. Η επίλυση του κυπριακού είναι ένα ιστορικό βήμα το οποίο χρειάζεται τόλμη, καλή προετοιμασία ενώ είναι σημαντικό να αντιληφθούμε πως το κυπριακό δε μπορεί να περιμένει. Όσο καθυστερούμε τόσο εμπεδώνεται η διχοτόμηση».
ΠΗΓΗ:

Οι "τραμπούκοι" Τούρκοι και ο Έρντογαν

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποτελέσματα των κινητοποιήσεων στην Τουρκία, ήταν μια νέα διαδικασία επαναπολιτικοποίησης όρων και ανανοηματοδότησης εννοιών που χρησιμοποίησε με ιδιαίτερα αυταρχικό τρόπο η ισλαμική ελίτ ενάντια στους διαδηλωτές. Η λέξη/έννοια που επικράτησε ως η πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτής της «νέας» μορφής πολιτικοποίησης, νοηματοδότησης και αυτοκαθορισμού των διαδηλωτών ήταν η λέξη «çapulcu» (στα ελληνικά: τραμπούκος, πλατσικολόγος, άρπαγας), την οποία χρησιμοποίησε πολλές φορές ο Έρντογαν για να περιγράψει και να επικρίνει τους συμμετέχοντες στις κινητοποιήσεις. Η λέξη αυτή τελικά υιοθετήθηκε ακόμα και ως αγγλικό ρήμα (chapulling) για να περιγράψει την κινηματική δραστηριότητα στην Πλατεία Ταξίμ και στο Πάρκο Γκεζί, ενώ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις ονομασίες που πήραν οι εθελοντικοί ραδιοσταθμοί και διαδικτυακά κανάλια που δημιούργησαν οι οργανώσεις κατάληψης του Γκεζί.


Η ανανοηματοδότηση του όρου από τους διαδηλωτές, ήταν το απτό αποτέλεσμα της ιδεολογικής νοηματοδήσης της λέξης από την ηγεσία του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Συνεπώς για να κατανοηθεί καλύτερα η εναλλαχτική χρήση του όρου από την αντίσταση στο Γκεζί, πρέπει πρώτα να φωτιστούν διάφορες πτυχές της κυρίαρχης χρήσης του όρου. Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο Έρντογαν επιδίωξε να επαναφέρει την παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου περί του κινδύνου/απειλής ενάντια στις ηθικές αξίες του «αυθεντικού έθνους». Το «αυθεντικό έθνος», δηλαδή το μουσουλμανικό, είναι η βασική μάζα του μετασχηματισμού της Τουρκίας και επομένως ο πρωταγωνιστής στην αναγέννηση των περιθωριοποιημένων από τον κεμαλικό αυταρχισμό, πραγματικών-θρησκευτικών ιδανικών των συντηρητικών μαζών. Οι «τραμπούκοι, πλατσικολόγοι, άρπαγες» σε αυτή την περίπτωση είναι οι μειοψηφικές μάζες που αποτελούν «ξένα σώματα» και συνεπώς δημιουργούν τον κίνδυνο «εμβολιασμού» της κοινωνίας με νοοτροπίες και αντιλήψεις «ξένες-δυτικότροπες» και ολίγον «άπιστες». Έτσι η χρήση του όρου αποτέλεσε ένα εργαλείο υπενθύμισης προς την κομματική βάση ότι οι «άλλοι» ακόμα υπάρχουν και κινητοποιούνται.

Σαν συνέχεια των πιο πάνω, στο δεύτερο επίπεδο η αναφορά σε «τραμπούκους» εργαλειοποιήθηκε από την πολιτική εξουσία για να υπογραμμίσει ότι ο αγώνας «κατάληψης της εξουσίας από τους εκπροσώπους του πραγματικού έθνους» ακόμα συνεχίζεται. Και στο σημείο αυτό επίσης επικαιροποιείται μια παραδοσιακή αντίληψη του ισλαμικού χώρου. Το κράτος της Τουρκίας ήταν για χρόνια υπό την κατοχή των «ξένων-κοσμικών» δυνάμεων και τώρα δίνεται η μάχη επιστροφής της εξουσίας στο «αυθεντικό έθνος». Μόνο με την τελική νίκη διασφαλίζεται η δικαιοσύνη και η δημοκρατία στην Τουρκία. Αυτή η αντίληψη φυσικά, εξυπηρετεί το πολιτικό Ισλάμ και από μια άλλη εξίσου σημαντική οπτική: Παίζει το ρόλο της «αντιπολιτευόμενης κυβέρνησης». Επικρατεί στις δομές της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά επιδιώκει τη διεύρυνση της επιρροής και σε άλλους χώρους εξουσίας που ακόμα είναι «υπό την κατοχή ξένων». Συνεπώς στο σημείο αυτό ο Έρντογαν μπορεί ταυτίζει την πορεία του και τα πεπραγμένα του με το «αυθεντικό έθνος» ενσωματώνοντας το με αυτό τον τρόπο στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα και απορροφώντας τις όποιες πιθανές αντιδράσεις από τα φτωχότερα στρώματα τυ πληθυσμού. Μπορεί να ανανεώνει συνεχώς την έννοια ενός «ηγέτη από εμάς» και να εξουδετερώνει την κριτική για τις συντηρητικές οικονομικές του στρατηγικές.
 Με αυτό τον τρόπο λοιπόν, οι «τραμπούκοι» της πλατείας Τάξιμ είναι αυτοί που – κατά το πολιτικό Ισλάμ – επιθυμούν την επαναφορά σε ένα «αμαρτωλό παρελθόν» ξένων αξιών και νοοτροπιών, το οποίο είχε περιθωριοποιήσει τη μουσουλμανική πλειοψηφία. Στο σημείο αυτό οι διαδηλωτές ανανοηματοδότησαν τον όρο με σατυρικό τρόπο, επιβεβαιώνοντας ότι αποτελούν όχι μια επικίνδυνη και «ξένη» μάζα, αλλά μια μάζα «άγνωστη» προς το ισλαμικό κατεστημένο των καιρών. Μια εναλλακτική αντίληψη απένταντι σε μια εξουσία που διεκδίκησε για πολλά χρόνια το μονοπώλιο του νέου και που τώρα όμως έχει νέους ανταγωνιστές. Ανταγωνιστές στον καθορισμο του τι αποτελεί το νέο στην Τουρκία σήμερα. Συνεπώς οι «τραμπούκοι» είναι και μιας μορφής «ανυπόταχτοι» απέναντι στους δύο πατερναλισμούς των τελευταίων αιώνων στη χώρα: τον κεμαλικό και τον ισλαμικό.

Οι «τραμπούκοι» αποδέχτηκαν ένα άλλο περιεχόμενο του όρου, που σαφέστατα παραπέμπει στη διεύρυνση της έννοιας της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Έτσι κατάφεραν όχι μόνο να σατυρίσουν τη στάση του Πρωθυπουργού, αλλά να κερδίσουν ένα σημαντικό σημείο στο πολιτικό λεξιλόγιο της εποχής. Από τούδε και στο εξής, όροι όπως αυτοί δε θα μπορούν εύκολα να επικρατούν στο δημόσιο χώρο της Τουρκίας ως αποκλειστικό πεδίο ηγεμονίας της αντίληψης περί του «αυθεντικού και ξένου». Διότι το «αυθεντικό» έχει αποκτήσει ένα νέο πόλο που έστω και μειοψηφικός, μπορεί να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τη δυναμική της προοδευτικής αντιπολίτευσης.

Ν.Μούδουρος 

Η Πλατεία Τάξιμ και ο ισλαμικός "προτεσταντισμός"

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΣΤΙΣ 17 ΙΟΥΝΙΟΥ 2013
 
Τίτλος : Η πόλωση στην Τουρκία δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα, εκτιμά στο ΚΥΠΕ ο Νίκος Μούδουρος

Η πόλωση μεταξύ του ισλαμικού πολιτικού χώρου και όλων όσοι έχουν αφετηρία την ιστορική πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα πλέον, όποια και αν είναι η διάρκεια των κινητοποιήσεων, δηλώνει στο ΚΥΠΕ ο Νίκος Μούδουρος, τουρκολόγος, συνεργάτης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα.  

Τις πρώτες ημέρες έναρξης των συγκρούσεων στο πάρκο Γκεζί ο κ. Μούδουρος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη και τώρα, δύο και πλέον εβδομάδες μετά εκτιμά ότι αν υπάρχει κάτι στο οποίο να μετουσιώνεται όλη αυτή η κινητοποίηση διαμαρτυρίας είναι η διεκδίκηση για ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού της Τουρκίας, επισημαίνοντας ότι ο κεντρικός κορμός των διαδηλώσεων τήρησε ξεκάθαρες αποστάσεις και από την προηγούμενη κεμαλική έκδοση της αυταρχικότητας.

Εξηγεί την «προτεσταντικού τύπου» ισλαμική ηθική και τη νέα επιχειρηματική ελίτ του κεφαλαίου της Ανατολίας που βρίσκεται τώρα στην εξουσία.   Σε πιο βαθμό η κρίση θα επηρεάσει το ΑΚΡ δεν είναι ξεκάθαρο ακόμη, αναφέρει, σημειώνοντας πως για την επιρροή της στο Κυπριακό δεν διαφαίνεται στο παρόν στάδιο διαφοροποίηση των τουρκικών θέσεων κατά τα πρότυπα της περιόδου 2002-2004, αλλά θα πρέπει να εντοπίσουμε κάποιες νέες δυναμικές εντός της τ/κ κοινότητας, μια μεγάλη μερίδα της οποίας διεκδικεί την αλλαγή των σχέσεων της με την Τουρκία.  

Ακολουθεί ολοκληρωμένη η συνέντευξη:  

Ερ: Έκλεισαν δύο εβδομάδες διαδηλώσεων στην Τουρκία με το κλίμα να μην αποφορτίζεται. Πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτή η αντίσταση/εξέγερση και πώς βλέπετε να μετουσιώνεται;  

Απ: Οι δύο καθοριστικοί παράγοντες για τη διάρκεια και το περιεχόμενο των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας στην Τουρκία είναι οι χειρισμοί του Πρωθυπουργού Ερντογάν και του ΑΚΡ και σε δεύτερο πλάνο, η διαχείριση της κατάστασης από την πλατφόρμα αλληλεγγύης της πλατείας Ταξίμ, η οποία συναποτελείται από πολλές οργανώσεις. Η στρατηγική που ακολούθησε η κυβέρνηση την τελευταία εβδομάδα χωρίστηκε σε δύο μεγάλους άξονες. Ο πρώτος ήταν η έναρξη διαπραγματεύσεων με αντιπροσώπους των διαδηλωτών, από τις οποίες το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση για ένα είδος δημοψηφίσματος-δημοσκόπηση στην Κωνσταντινούπολη για το μέλλον του πάρκου Γκεζί (πάρκου του Περιπάτου).

Ο δεύτερος άξονας ήταν η διακήρυξη της πολιτικής βούλησης για καταστολή των διαμαρτυριών. Συνεπώς το ΑΚΡ επιδίωξε να διαχωρίσει τα αιτήματα των διαδηλώσεων σε «περιβαλλοντικά» και «ιδεολογικά» με σαφέστατες αιχμές για βία εναντίον των δεύτερων. Επομένως σε αυτό το σημείο μπορεί να προκύψει η αποκωδικοποίηση του ιδεολογικού υπόβαθρου των κινήσεων του ΑΚΡ σε ό,τι αφορά στην κρίση που ξέσπασε. Φαίνεται λοιπόν ότι η πόλωση ανάμεσα στον ισλαμικό πολιτικό χώρο και στα συγκεκριμένα τμήματα που έχουν αφετηρία τους την ιστορική πλατεία, δεν πρόκειται να ξεπεραστεί εύκολα πλέον όποια και αν είναι η διάρκεια των κινητοποιήσεων.  

Οι «πληγές» φαίνεται να διατηρούνται σε βάθος χρόνου γιατί είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση προσπαθεί και με βία να απονομιμοποιήσει και να περιθωριοποιήσει το βαθύτερο νόημα που φέρει η πλατεία Ταξίμ. Η συγκεκριμένη πλατεία τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1970 και μετά, αποτελεί τον «αναγνωρισμένο» χώρο της συλλογικής έκφρασης διεκδικήσεων, της συγκέντρωσης και αποτύπωσης των αιτημάτων και πολιτικών θέσεων του εναλλακτικού τουρκικού χώρου.  

Παράλληλα όμως, το ΑΚΡ προχωρεί και σε πολύ απτά βήματα συσπείρωσης του ευρύτερου ισλαμικού χώρου και της συντηρητικής δεξιάς. Καθόλου τυχαία, ο Ερντογάν είχε προσκαλέσει επίσημα στα συλλαλητήρια των προηγούμενων ημερών, το Κόμμα της Μεγάλης Ενότητας και το Κόμμα της Ευδαιμονίας, κόμματα που ανήκουν στο συντηρητικό χώρο. Ο στόχος είναι φυσικά η προετοιμασία για ένα δύσκολο εκλογικό πρόγραμμα που συμπεριλαμβάνει δημοτικές, προεδρικές και γενικές εκλογές τα επόμενα δύο χρόνια, αλλά και πιθανότητα δημοψηφίσματος για μερική η ολική αλλαγή του Συντάγματος μέσα από το οποίο μπορεί να προκύψει και η υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος.  

Τελικά αν υπάρχει κάτι στο οποίο να μετουσιώνεται όλη αυτή η κινητοποίηση διαμαρτυρίας είναι η διεκδίκηση για ολοκλήρωση του εκδημοκρατισμού της χώρας. Ανεξάρτητα αν οι διαμαρτυρίες αντέξουν ή όχι στο χρόνο, έχουν ήδη καταγράψει στο δημόσιο χώρο μια βασική δυναμική, η οποία θέτει στο επίκεντρό της την άρνηση αυτών των τμημάτων του πληθυσμού να αποδεχτούν την κηδεμονία και την αυταρχικότητα από όπου και αν προέρχεται. Από τη μια έχουν καταγγείλει με σαφή τρόπο την «επιβολή της πλειοψηφίας» έτσι όπως καταγράφεται από το ΑΚΡ, ενώ από την άλλη ο κεντρικός κορμός των διαδηλώσεων τήρησε ξεκάθαρες αποστάσεις και από την προηγούμενη κεμαλική έκδοση της αυταρχικότητας. Συνεπώς μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στην κοινωνία υπάρχει κάτι το νέο, το πρόβλημα του οποίου προς το παρόν είναι η έλλειψη πολιτικής και οργανωτικής έκφρασης.   

Ερ: Το μένος στρέφεται εναντίον του Ταγίπ Ερντογάν κυρίως και κατόπιν του ΑΚΡ. Είναι το πολιτικό Ισλάμ ένα «φρούτο» της εποχής τελικά;  

Απ: Η εδραίωση του ΑΚΡ στην εξουσία δεν είναι τυχαία. Άλλωστε δεν πρέπει να υποτιμήσουμε το γεγονός ότι το ίδιο το κυβερνών κόμμα αποτελεί τελικά τη σύγχρονη έκφραση της εμπειρίας ολόκληρου του ισλαμικού χώρου της Τουρκίας, αυτό δηλαδή που ονομάζεται πολιτικό Ισλάμ. Μέσα από ιστορικές συνέχειες, αλλά και ρήξεις, το ΑΚΡ κατάφερε να μετασχηματίσει την Τουρκία προσαρμοζόμενο στο νέο διεθνές και τοπικό πλαίσιο της εποχής του.

Κάτι που δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής όλων όσοι παρατηρούν την Τουρκία είναι το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα εκφράζει σχεδόν ολοκληρωτικά τα τμήματα μιας σχετικά νέας και δυναμικής επιχειρηματικής ελίτ, του γνωστού κεφαλαίου της Ανατολίας, μιας ελίτ που είναι τώρα πολιτικά και οικονομικά ώριμη και συνειδητοποιημένη ως προς τον ανταγωνισμό για εξουσία. Είναι η ίδια μια δύναμη εξουσίας. Αυτή η «προτεσταντικού τύπου» ισλαμική ηθική δεν ήταν μόνο το εργαλείο αφήγησης ενός ένδοξου παρελθόντος για τις ευρύτερες συντηρητικές μάζες της Τουρκίας που είχαν περιθωριοποιηθεί από την κεμαλική ελίτ. Ήταν την ίδια στιγμή μια διήγηση για το μέλλον, μια πηγή διεκδίκηση για εξουσία και οικονομική ισχυροποίηση.  

Παράλληλα, το ΑΚΡ κατάφερε σε όλα αυτά τα χρόνια να οικοδομήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, η οποία δεν συνέβαλε μόνο σε εκλογικές επιτυχίες, αλλά και στη νομιμοποίηση της ηγεμονίας του κόμματος στο εσωτερικό και στο διεθνή χώρο. Συνεπώς μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, το ΑΚΡ πλέον διαθέτει ιδεολογικές και πολιτικές πτυχές παγκόσμιας εμβέλειας με τη βοήθεια μιας ισχυρής διανόησης, ομίλων ΜΜΕ, δεξαμενών σκέψης που δραστηριοποιούνται διεθνώς, αλλά και ισλαμικών αδελφοτήτων που είναι την ίδια στιγμή κέντρα επιχειρηματικής δράσης σε ΗΠΑ, σε χώρες της Ε.Ε, στην Κεντρική Ασία, στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, ακόμα και στην Αφρική.  

Ο πιο απτός αντικατοπτρισμός της σταθεροποίησης του ΑΚΡ στην εξουσία, ο οποίος γίνεται και πιο εύκολα κατανοητός, είναι η αλλαγή στην ταυτότητα της Τουρκίας, στον τρόπο αυτοπροσδιορισμού ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, αλλά και του δημόσιου χώρου. Ο αστικός, πολεοδομικός μετασχηματισμός στην εν λόγω πλατεία είναι ίσως μια από τις σημαντικότερες «συμβολικές» επιχειρήσεις στην ιστορία του σύγχρονου τουρκικού κράτους.

Μέσα από τη «νέα πλατεία» αναδύεται ο καθρέφτης της «νέας Τουρκίας» που οραματίζεται το ΑΚΡ. Η οικοδόμηση γιγαντιαίων κτιρίων, το σύγχρονο οδικό δίκτυο, οι ουρανοξύστες, η επαναφορά οθωμανικού τύπου αρχιτεκτονικής, τα τεράστια υδροφράγματα και τα άλλα έργα υποδομής που με τόση συνέπεια ολοκληρώνονται επί διακυβέρνησης Ερντογάν, αποτελούν κομμάτια της προσπάθειας να αποκτήσει «οπτική», να γίνει ορατό και κατανοητό το «νέο τουρκικό κράτος».  

Ναι, η αυταρχικότητα και ο πατερναλισμός που χαρακτηρίζει τον Ερντογάν είναι στο επίκεντρο των διαμαρτυριών από πολλές απόψεις. Όμως οι διαμαρτυρίες δεν έχουν φτάσει ακόμα στο σημείο ολοκληρωτικής ανατροπής αυτού του τύπου πατερναλισμού.       

Ερ: Η κρίση θα επηρεάσει και το ΑΚΡ; Κάποια προβεβλημένα στελέχη και της κυβέρνησης διαφοροποιήθηκαν από τον Ερντογάν, όμως στην πορεία συντάχθηκαν μαζί του, πχ η νομοθεσία με το αλκοόλ που εγκρίθηκε από τον Πρόεδρο Γκιουλ.  

Απ: Η σημερινή κρίση επηρεάζει το ΑΚΡ, αλλά σε ποιο βαθμό ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο. Υπάρχουν δύο συγκεκριμένες πτυχές στο ζήτημα, οι οποίες φαίνεται ότι θα ξεκαθαρίσουν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα: Η πρώτη πτυχή είναι το εάν και πώς θα επηρεάσει η σκληρή αντιμετώπιση των διαμαρτυριών την φιλελεύθερη μερίδα υποστηριχτών του ΑΚΡ, η οποία βεβαίως δεν είναι πλειοψηφία. Η δεύτερη πτυχή σχετίζεται με τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις στον ισλαμικό χώρο. Συγκεκριμένα, η ισχυρή κοινότητα Γκιουλέν βρίσκεται σε ανταγωνισμό με άλλες μερίδες του ισλαμικού χώρου εντός του ΑΚΡ, αλλά αυτός ο ανταγωνισμός, τουλάχιστον τα προηγούμενα δύο χρόνια, είχε επικεντρωθεί στο ζήτημα διαμοιρασμού της «πίτας» της εξουσίας.  

Είναι γεγονός ότι αυτή η κοινότητα, καθώς και άλλα στελέχη του πολιτικού Ισλάμ, όπως ο Γκιουλ, συνεχίζουν να διαφοροποιούνται σε κάποια θέματα. Τόσο οι δημοτικές εκλογές, αλλά κυρίως οι προεδρικές εκλογές που ακολουθούν το καλοκαίρι του 2014, θα είναι ενδεικτικές. Είναι γνωστό ότι τόσο ο Ερντογάν, όσο και ο Γκιουλ ενδιαφέρονται να είναι υποψήφιοι του ΑΚΡ στις προεδρικές, στις οποίες αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το δημοψήφισμα του 2007 και τη σχετική τροποποίηση, για πρώτη φορά ο Πρόεδρος του κράτους θα εκλεγεί απευθείας από το λαό. Επίσης ένα από τα κρισιμότερα θέματα που θα επηρεάσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι βεβαίως και η πορεία επίλυσης του Κουρδικού. Μια πολύ σημαντική διάσταση που αναλόγως της κατάληξης θα αλλάξει όχι μόνο την Τουρκία, αλλά και ολόκληρη την περιοχή μας.  

Ερ: Θα υπάρξει επίπτωση από μια παρατεταμένη ένταση στην Κύπρο, την τ/κ κοινότητα και το Κυπριακό;  

Απ: Σε αυτό το στάδιο θα ήταν παρακινδυνευμένο για τον Ερντογάν να επιδιώξει να εξάγει μια επιπλέον κρίση στο εξωτερικό. Όμως δεν θα πρέπει να επικρατήσουν απόλυτες εκτιμήσεις για μια κατάσταση ιδιαίτερα ρευστή. Η χώρα ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα από τον συριακό εμφύλιο, ενώ οι ανακατατάξεις σε Ιράν και Ιράκ γίνονται τώρα αντικείμενο σοβαρής μελέτης από την Τουρκία. 
 
Μια διάσταση των κινητοποιήσεων είναι και το ότι η κυβέρνηση Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπη και με τον κίνδυνο φθοράς του «μοντέλου» που θέλει να προωθήσει στη Μέση Ανατολή. Βεβαίως τα θέματα αυτά, όπως και όλα τα ανοιχτά θέματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής δεν εξαρτώνται μόνο από την Τουρκία, αλλά και από τις στρατηγικές των ΗΠΑ και της Ε.Ε. Και ήδη σε αυτό το μέτωπο καταγράφεται έντονη κινητικότητα, τόσο προς τα ζητήματα της ανατολικής Μεσογείου, όσο και προς την κατεύθυνση μερικής έστω αναζωογόνησης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ε.Ε.  

Όμως μιλώντας για το Κυπριακό, έστω και αν δεν διαφαίνεται στο παρόν στάδιο διαφοροποίηση των τουρκικών θέσεων κατά τα πρότυπα της περιόδου 2002-2004, θα πρέπει να εντοπίσουμε κάποιες νέες δυναμικές εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Αυτή τη στιγμή, μια μεγάλη μερίδα της κοινότητας διεκδικεί την αλλαγή των σχέσεων της με την Τουρκία. Η επιβολή προγραμμάτων «τύπου ΔΝΤ» στα κατεχόμενα έχει απελευθερώσει σημαντικές δυναμικές που έχουν στο επίκεντρο τους την ανησυχία των Τουρκοκυπρίων για αφανισμό τους ως πολιτική κοινότητα από την Κύπρο. Δηλαδή νιώθουν να απειλείται, όσο ποτέ προηγουμένως, η κυπριακή διάσταση της ταυτότητάς τους. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει και την ελληνοκυπριακή κοινότητα με την έννοια ότι διανοίγει νέες προοπτικές διαλόγου για κοινά αιτήματα και ανησυχίες του συνόλου του κυπριακού λαού.

(ΚΥΠΕ/ΡΠΑ/ΜΜ)

"Εξέγερση" στην πλατεία Τάξιμ: Ενάντια σε κάθε αυταρχικότητα


Συνέντευξη του Νίκου Μούδουρου στην εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ, 16 Ιουνίου 2013

Νίκη Κουλέρμου

Μετά από τρεις πενταετίες διακυβέρνησης από τον κ. Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) γιατί τόσες διαμαρτυρίες εναντίον του;

Αν κάποιος επιδιώξει να αξιολογήσει ολοκληρωμένα την πορεία του ΑΚΡ στην εξουσία και να αναλύσει την κοινωνική συμμαχία γύρω από το κυβερνών κόμμα, μια συμμαχία που συνέβαλε στην ιδεολογικο-πολιτική του ηγεμονία, τότε θα πρέπει να αναδείξει την ευρύτητα των κοινωνικών δυνάμεων που βρίσκονται πίσω από την ενίσχυση του ΑΚΡ, αλλά και τα όρια του τουρκικού νεοφιλελευθερισμού. Αρχικά, στα τέλη του 2002 και μέχρι το 2005 τουλάχιστον, το ΑΚΡ είχε προωθήσει την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας ως το κυριότερο εργαλείο ηγεμονίας του. Είχε καταφέρει να προσαρμοστεί περισσότερο στο διεθνές περιβάλλον, να υιοθετήσει με ολοκληρωμένο τρόπο τα προγράμματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Τουρκία και να ενσωματώσει τις ισλαμικές του αναφορές στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο. Με αυτό τον τρόπο γύρω από τη χαρισματική προσωπικότητα του Έρντογαν και τις παραδοσιακές ισχυρές οργανωτικές δομές του Ισλάμ στη χώρα, το ΑΚΡ πέτυχε να δημιουργήσει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία, η οποία με τη συμβολή της Ε.Ε θα λειτουργούσε ως ασπίδα νομιμοποίησης του κόμματος και άμυνας από τις εσωτερικές πιέσεις του κεμαλικού κατεστημένου.

Τα φτωχότερα στρώματα σε πόλεις και χωριά, οι μικροκαταστηματάρχες-μικρέμποροι, το μεγαλύτερο μέρος του θρησκευόμενου πληθυσμού, οι Κούρδοι και μια μεγάλη μερίδα του τουρκικού κεφαλαίου, συσπειρώθηκαν γύρω από το ΑΚΡ και διεύρυναν καθοριστικά την στρατηγική ηγεμονίας με επίκεντρο την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Με λίγα λόγια, η Ε.Ε παρουσιάστηκε ως το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες. Μπορούσε σε ρητορικό επίπεδο να ικανοποιήσει την ανάγκη των φτωχότερων στρωμάτων για άνοδο του βιοτικού επιπέδου, των επιχειρηματιών για ενσωμάτωση στον παγκόσμιο νεοφιλελευθερισμό. Μπορούσε να δώσει στους Κούρδους και στους ισλαμιστές την κατοχύρωση όλων όσων τους είχε στερήσει για δεκαετίες η αυταρχική κεμαλική κηδεμονία.
Από το 2005 και μετά και κυρίως από το 2007 με την επιτυχή αντιμετώπιση του γνωστού «διαδικτυακού πραξικοπήματος» που είχε στόχο να παρεμποδίσει την ανάδειξη Γκιουλ στην προεδρία της χώρας, το ΑΚΡ προχώρησε πιο μεθοδικά στο ξήλωμα σχεδόν όλων των κεμαλικών πυλώνων εξουσίας και στην αντικατάσταση τους από το πολιτικό Ισλάμ. Στο σημείο αυτό, η νεοφιλελεύθερη διαχείριση έπαιξε το δικό της σημαντικό ρόλο μέσα στον ανταγωνισμό εξουσίας. Το κυβερνών κόμμα κατάφερε τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό που είχε ως επίκεντρο την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και την αμφισβήτηση κάθε άλλης φυγόκεντρης δυναμικής. Για παράδειγμα, στο επίπεδο του κράτους, τόσο η δικαστική εξουσία, όσο και η ίδια η Εθνοσυνέλευση, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν εστίες ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Σε επίπεδο κοινωνίας, ακολουθήθηκε περίπου η ίδια μέθοδος: άρση κάθε προοπτικής δημοκρατικού ελέγχου με την αποδυνάμωση του συνδικαλιστικού κινήματος και την αντικατάσταση του με τις ενισχυόμενες ισλαμικές αδελφότητες και τάγματα. Μέσα από αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκε μια νεοφιλελεύθερη πατερναλιστικού τύπου διακυβέρνηση Έρντογαν. Η παλιά κεμαλική «πατριαρχία» αντικαταστάθηκε από μια νέα θρησκευτικά συντηρητική «πατριαρχία», η οποία άρχισε να επιβάλλει το δικό της ιδεολογικό πρότυπο στο δημόσιο χώρο.
Η επιβολή της λεγόμενης ευέλικτης εργασίας, η καθολική εφαρμογή υποεργολαβιών σε πολλούς τομείς της οικονομίας, η επιθετική εμπορευματοποίηση των δημόσιων χώρων και χώρων πρασίνου, οι ιδιωτικοποιήσεις-ρεκόρ, ντύθηκαν με το ιερό πέπλο της θρησκείας για να απορροφήσουν αντιδράσεις και να ενσωματώσουν την προαναφερθείσα κοινωνική συμμαχία στο σύστημα. Όμως την ίδια στιγμή, η εκλογική βάση του ΑΚΡ μετασχηματίστηκε σε μια δυναμική κοινωνικής μηχανικής, δηλαδή μετατροπής ολόκληρης της κοινωνίας στα πρότυπα και στις αξίες αυτής της μερίδας του κόσμου. Η πλειοψηφία επιβάλλεται στη μειοψηφία, καταργώντας ακόμα και τις φιλελεύθερες έννοιες του πλουραλισμού.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα μεσαία στρώματα των μεγάλων αστικών κέντρων ένιωθαν να περιθωριοποιούνται. Την ίδια στιγμή η διεύρυνση του δημοκρατικού πεδίου που πέτυχε το ΑΚΡ με την αμφισβήτηση της επιρροής του στρατού, άφησε πίσω του ένα πολιτικό κενό που δεν μπόρεσε να καλύψει η αντιπολίτευση. Έτσι το πάρκο του Περιπάτου (Γκεζί) στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης μετατράπηκε σε μια μορφή αντίστασης προς την αυταρχικότητα όλων των ειδών. Την αυταρχικότητα στην οικονομία, στην κουλτούρα και στην ιδεολογία. Ο βασικός κορμός των διαδηλωτών και οι διεκδικήσεις τους, ουσιαστικά αγγίζουν όλα τα άλυτα προβλήματα που αφήνει πίσω της η διακυβέρνηση Έρντογαν, με κυριότερο αυτό της ανολοκλήρωτης εκδημοκρατικοποίησης της χώρας. Δεν επιθυμούν επιστροφή στον αυταρχικό κεμαλισμό, ούτε την επιβολή στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Αντίθετα επιδιώκουν να κερδίσουν πίσω την αξιοπρέπεια τους με την έννοια ότι θέλουν να λαμβάνονται υπόψη και οι δικές τους ανησυχίες.
Αυτή η καθυστέρηση για το καθεστώς Ερντογάν δικαιολογεί τις αιτιάσεις του ιδίου του Τούρκου Πρωθυπουργού ότι πρόκειται για «συνωμοσία» που κινείται από το εσωτερικό και το εξωτερικό;

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όντως μέσα στο κύμα των διαδηλώσεων έχουν εισχωρήσει και αντιδραστικοί κύκλοι που επιδίωξαν να εγκολπωθούν την αντίδραση του κόσμου για να προκαλέσουν ζημιά στο πολιτικό Ισλάμ. Όμως η πλειοψηφία των διαδηλωτών, οι οργανωμένες ομάδες που συνέβαλαν στη μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων όπως τα συνδικάτα, δεν επέτρεψαν μέχρι στιγμής την ποδηγέτηση από τα απομεινάρια του βαθέως κράτους. Εάν η σημερινή αντιπαράθεση στην Τουρκία ήταν μονοδιάστατη, δηλαδή μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών, τότε η επικράτηση του ΑΚΡ θα ήταν μάλλον εγγυημένη. Ούτως ή άλλως ένα μεγάλο μέρος της ηγεμονίας του οικοδομήθηκε ακριβώς στη στήριξη ευρύτερων δημοκρατικών δυνάμεων που ήθελαν να περιορίσουν τα προνόμια της κεμαλικής ελίτ. Συνεπώς αν η μάχη ήταν τέτοια, μάλλον μέρος των διαδηλωτών θα ήταν στο πλευρό της κυβέρνησης, όπως έκαναν τόσα χρόνια. Αλλά η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Το σενάριο των συνωμοσιών του χρησιμοποιεί ο Έρντογαν περιέχει ακριβώς την επιδίωξη για συσπείρωση του ισλαμικού χώρου και διατήρηση της επιρροής του. Αυτό το δίπολο της αντιπαράθεσης ήταν πετυχημένο για πολλά χρόνια, αλλά τώρα όπως φαίνεται έχει αμφισβητηθεί. Σε καμιά περίπτωση όμως δε θα πρέπει να υποτιμηθεί η τεράστια δύναμη που έχει ακόμα ο ισλαμικός χώρος στην κινητοποίηση μαζών, αλλά και στην κυριαρχία της δικής του πολιτικής ατζέντας. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μετά τις πρώτες μέρες το ΑΚΡ ξεδιπλώνει μια ολοκληρωμένη στρατηγική η οποία έχει στο επίκεντρό της το διάλογο με τις «ομάδες του πάρκου», δηλαδή προσπάθεια ικανοποίησης κάποιων ανησυχιών τους, αλλά και καταστολή στην υπόλοιπη πλατεία Ταξίμ. Παράλληλα, τα συλλαλητήρια στήριξης του Έρντογαν αυτές τις μέρες, μπορούν να ερμηνευθούν και ως η ανεπίσημη έναρξη μιας μακράς προεκλογικής εκστρατείας στην Τουρκία που συμπεριλαμβάνει τις δημοτικές εκλογές, τις προεδρικές, τις βουλευτικές, αλλά και το πιθανό δημοψήφισμα για αλλαγή του Συντάγματος και υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος.   

Ποιό είναι το διακύβευμα αυτών των διαδηλώσεων που συνεχίζονται και έχουν επεκταθεί πέραν της πλατείας Ταξίμ στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις;

Όπως έχει προαναφερθεί στο παρόν στάδιο το βασικό ζήτημα είναι η δημοκρατία στην Τουρκία. Το βασικό ερώτημα παραμένει: Πως θα κινηθεί το επόμενο χρονικό διάστημα η κυβέρνηση Έρντογαν; Θα υιοθετήσει αιτήματα των διαδηλωτών και θα προχωρήσει σε διάλογο ή θα επιδιώξει περαιτέρω πόλωση; Εάν τελικά η επιλογή θα είναι η περαιτέρω πόλωση τότε θα προκύψουν διάφορα σενάρια και ανακατατάξεις αναφορικά με ένα δύσκολο «εκλογικό ημερολόγιο» που έχει ενώπιον του το ΑΚΡ. Ενδεικτικά να αναφερθεί ότι στις αρχές του 2014 θα πρέπει να γίνουν οι δημοτικές εκλογές, το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου οι προεδρικές εκλογές, ενώ το 2015 θα πρέπει να γίνουν οι βουλευτικές εκλογές. Σε όλα αυτά, όπως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει ακόμα να προστεθεί και η πιθανότητα δημοψηφίσματος για μερική ή ολική αλλαγή του Συντάγματος και με διακηρυγμένο το στόχο του ΑΚΡ για υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος. Σημαντική πρέπει να θεωρείται και η επιλογή του Έρντογαν για μιας μορφής δημοψήφισμα-δημοσκόπηση από τους κάτοικους της Κωνσταντινούπολης για το μέλλον του πάρκου. Αυτού του είδους οι διαδικασίες όπως η απευθείας συμμετοχή του λαού σε ψηφοφορίες, είναι στρατηγική επιλογή του ισλαμικού χώρου στην Τουρκία εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Από τη μια φαίνεται να αποτελούν την ολοκληρωμένη αντίληψη του ΑΚΡ για τη δημοκρατία, δηλαδή ότι αυτή περιορίζεται σε εκλογικές διαδικασίες και επομένως οποιαδήποτε άλλη μορφή διεκδικήσεων πρέπει να κατατάσσεται στις «περιθωριακές». Από την άλλη, η επιλογή προσφυγής σε κάλπες αποκαλύπτει και το ιδεολογικό υπόβαθρο του ισλαμικού χώρου, το οποίο σχηματοποιείται ως εξής: Το τουρκικό κράτος, τελούσε για χρόνια υπό την κηδεμονία κοσμικών-δυτικότροπων και άρα ξένων προς το πραγματικό έθνος (μιλλέτ) δυνάμεων. Η απευθείας συμμετοχή του έθνους-μιλλέτ σε διαδικασίες ψηφοφορίας, αποτελεί με αυτό τον τρόπο ένα μηχανισμό «κατοχύρωσης δικαιοσύνης», δηλαδή επιστροφής της εξουσίας στους εκπροσώπους του «πραγματικού έθνους».

Πώς ερμηνεύετε την χλιαρή αντίδραση της Κομισιόν και γενικά της διεθνούς κοινότητας στις εξελίξεις; Πώς βοηθά αυτού του είδους η αντίδραση στην εκδημοκρατικοποίηση της χώρας που υποτίθεται είναι προαπαιτούμενο για να υπάρξει πρόοδος στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις;

Τόσο οι ΗΠΑ, όσο και αρμόδιοι της Ε.Ε επιδίωξαν με τις αρχικές τους δηλώσεις να θέσουν κάποια όρια στην παντοδυναμία Έρντογαν. Όμως μέχρι στιγμής δεν έχουν δείξει ότι προτιμούν αλλαγή της κυβέρνησης στην Τουρκία, γιατί δεν έχουν αλλάξει οι κυριότεροι στρατηγικοί στόχοι στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Δηλαδή στόχοι στους οποίους το ΑΚΡ ακόμα έχει καθοριστικό ρόλο να παίξει. Τουλάχιστον έτσι έδειξε και η τελευταία επίσημη συνάντηση Ομπάμα-Έρντογαν στο Λευκό Οίκο πριν την κρίση στην Τουρκία, όπου είχε σε γενικές γραμμές επαναβεβαιωθεί η συνεργασία των δύο χωρών στο τι επιδιώκεται να προκύψει ως «νέα τάξη πραγμάτων» σε μια τόσο κρίσιμη περιοχή όπως είναι η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Μεσόγειος. Πάντως οι μέρες που ακολουθούν θα δείξουν πολλά γιατί η κατάσταση στην Τουρκία εξακολουθεί να είναι ρευστή.

Πώς επηρεάζει τις εξελίξεις στο Κυπριακό αυτή η λαϊκή εξέγερση;

Το Κυπριακό και η ουσία των διαπραγματεύσεων θα επηρεαστούν αναλόγως της γενικότερης στάσης που θα κρατήσει η τουρκική κυβέρνηση στο χειρισμό της κρίσης. Άλλωστε το ίδιο θα πρέπει να σημειωθεί και για όλα τα σοβαρά ανοιχτά θέματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Όμως αναφορικά με την Κύπρο, είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε μια ξεχωριστή αναφορά γιατί υπάρχει ενώπιον μας πλέον μια ξεκάθαρη εικόνα σε σχέση με την κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο τουρκικός μετασχηματισμός επί ΑΚΡ, σταδιακά έχει εισαχθεί και στην Κύπρο. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών αλλαγών που αγγίζουν πλέον το σύνολο των δομών και της κοινωνίας στα κατεχόμενα. Με λίγα λόγια, το πρόγραμμα που εφαρμόζεται δημιουργεί τις νέες δομές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τη συλλογική συνείδηση και το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται οι Τουρκοκύπριοι. Καθόλου τυχαία, υπάρχει αυτή τη στιγμή μια ευθεία «νοητή» γραμμή που συνδέει τα δημοκρατικά αιτήματα των διαδηλώσεων στην Τουρκία με τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων. Υπό αυτή την έννοια, αυτές οι διεκδικήσεις που αφορούν στην προστασία της ταυτότητας της κοινότητας, αλλά και στην ύπαρξη της ως δρώντα στην κυπριακή ιστορία, πρέπει να ενδιαφέρουν την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Το αίτημα των Τουρκοκυπρίων για αλλαγή των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία, η ανατροπή της σχέσης διοικητή-διοικούμενου, αποτελούν τελικά μια σημαντική κυπριακή υπόθεση. Η εκδημοκρατικοποίηση των σχέσεων Τουρκίας-Τουρκοκυπρίων, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να μας φέρει ακόμα ένα βήμα πιο κοντά στην ομοσπονδιακή λύση.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις στην Τουρκία – Ιστορικές Διαδρομές στον ΑΣΤΡΑ 92.8

 Εκπομπή 37η

11 Ιουνίου 2013

Ο τουρκολόγος Νίκος Μούδουρος και ο διεθνολόγος Πέτρος Ζαρούνας αναλύουν τις εξελίξεις στην Τουρκία και τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολη και σε άλλες πόλεις της χώρας.

Μια «ανατομία» του δρόμου στην Τουρκία



Οι μαζικές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας στην Τουρκία απέκτησαν αμέσως διεθνές ενδιαφέρον. Τόσο το μέγεθος, η μαζικότητα των κινητοποιήσεων, όσο και η κοινωνική σύνθεση των διαδηλωτών, αλλά πολύ περισσότερο το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν, ήταν μερικοί από τους βασικούς παράγοντες που ώθησαν στο παγκόσμιο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη χώρα. Ενώ η εικόνα της Τουρκίας συνηγορούσε στην επικράτηση μιας πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας τέτοιας που ονομάστηκε το «θαύμα του Έρντογαν», ξαφνικά η πραγματικότητα ανέδειξε φυγόκεντρες δυναμικές, πολύπλοκες και δύσκολες στην κατανόηση τους.
Καθόλου τυχαία λοιπόν, οι αναλύσεις εντός και εκτός Τουρκίας μεταξύ άλλων συνεχίζουν να ασχολούνται με το εάν πρόκειται για «άνοιξη» στα πρότυπα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, ή για ένα «κίνημα αγανακτισμένων» στα πρότυπα της Δύσης. Η πολυπλοκότητα της κατάστασης στην Τουρκία, μάλλον οδηγεί στην αναγκαιότητα ερμηνείας των διαδηλώσεων υπό το φακό άλλων γεωγραφικών περιοχών, κάτι που βεβαίως δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Όμως χωρίς να μειώνεται η σημασία του διεθνούς πλαισίου και των επιρροών του, το ετερόκλητο του πλήθους που διαμαρτύρεται, καθώς και ο τρόπος αντίδρασης της τουρκικής κυβέρνησης, είναι δεδομένα που προσφέρονται για να αναστοχαστούμε την Τουρκία, μέσα από το βαθύτερο ιδεολογικό περιεχόμενο των διεκδικήσεων που καταγράφονται στο δημόσιο χώρο και χωρίς απαραίτητα να χρησιμοποιούμε μόνο εργαλεία άλλων περιοχών. Ποιοι είναι τελικά αυτοί που αντιδρούν και τι ζητούν; Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, ίσως να οδηγηθούμε και σε πιο ολοκληρωμένα συμπεράσματα για ένα τουλάχιστον μέρος του «υπόλοιπου 50%» που δεν στηρίζει τον Έρντογαν.

Κοινωνική και πολιτική χαρτογράφηση των διαμαρτυριών
Σε ένα πρώτο επίπεδο θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μαζικότερες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας στην Τουρκία, παρουσιάστηκαν στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Γιάλοβα, Μούγλα και Αττάλεια, ήταν οι πόλεις που συγκέντρωσαν τις μαζικότερες διαδηλώσεις στα δυτικά της χώρας. Άγκυρα, Μπολού και Εσκισεχίρ, σηματοδότησαν τις κινητοποιήσεις στην κεντρική Τουρκία, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι μαζικές διαμαρτυρίες σε Καισάρεια, Ικόνιο και Άδανα, περιοχές που χαρακτηρίζονται από την ισχυρή παρουσία του πολιτικού Ισλάμ. Συνεπώς η χαρτογράφηση επιβεβαιώνει τις αρχικές εκτιμήσεις για τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έχουν στις διαμαρτυρίες, ευρύτερα μικροαστικά και μεσαία στρώματα της Τουρκίας.
Σε πρόσφατη έρευνα που έγινε μεταξύ των διαδηλωτών στην Κωνσταντινούπολη, το 39,6% των συμμετεχόντων ήταν ηλικίας μεταξύ 19 και 25 χρονών, ενώ το 24% ήταν μεταξύ 26 και 30 χρονών. Επομένως γίνεται εύκολα κατανοητό ότι και η νεολαία των αστικών κέντρων αποτελεί βασική συνιστώσα των κινητοποιήσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για τη γενιά του 1990, η γνωστή σε όλους «απολίτικη νεολαία» που έχει μεγαλώσει σε ένα πολύ διαφορετικό κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον με επίκεντρο τον καταναλωτισμό και την εμπορευματοποίηση. Τα χαρακτηριστικά αυτής της μερίδας της νεολαίας συμπληρώνονται από τη σχετική απόσταση που τη διακρίνει από το υφιστάμενο κομματικό σύστημα, αλλά και από τους διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας και συλλογικότητας που έχει αναπτύξει.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο καταγράφεται το πλαίσιο των κινήτρων και των αιτημάτων των διαδηλωτών, επίσης σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση των δυναμικών στην κοινωνία της χώρας. Το σύνθημα «το θέμα δεν είναι το πάρκο, ακόμα δεν κατάλαβες» που κοσμούσε το χώρο του Γκεζί στην Κωνσταντινούπολη τις πρώτες μέρες, δίνει με χαρακτηριστικό τρόπο την ευρύτητα των διεκδικήσεων. Αποσπάσματα δηλώσεων από τους συμμετέχοντες είναι επίσης διαφωτιστικά: Η 15χρονή Ελίφ ανέφερε ότι ο λόγος της συμμετοχής της στις κινητοποιήσεις ήταν η αναφορά του Πρωθυπουργού σε «τραμπούκους». Ο 16χρονος Μεσούτ υπογράμμισε ότι με τη συμμετοχή του ήθελε να εναντιωθεί στις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ η 19χρονη Μπουσέ ανέφερε ότι διεκδικεί την προστασία του περιβάλλοντος στην πόλη της. Αυτή η «ανομοιομορφία» των λόγων που οδήγησαν τη νεολαία στους δρόμους καταγράφηκε και στην πρώτη έρευνα γνώμης που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Κωνσταντινούπολης στην οποία οι συμμετέχοντες καλέστηκαν να διευκρινίσουν τι τους εξανάγκασε σε διαμαρτυρίες: Το 92.4% υπέδειξε την αυταρχικότητα του Πρωθυπουργού, το 91.1% την καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, το 91.3% την αστυνομική βία, το 84.2% τη στάση που τήρησαν τα ΜΜΕ, το 56.2% το κόψιμο των δέντρων και μόνο το 7.7% υπέδειξε την καθοδήγηση κομματικών ή άλλων πολιτικών οργανώσεων.
Η ιδεολογική ανατομία των «ανήσυχων μοντέρνων»
Επομένως στη βάση των πιο πάνω στοιχείων, εύκολα μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για το πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο των κινητοποιήσεων σε συνδυασμό με τις ρήξεις που προκάλεσε τα τελευταία χρόνια το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Η ίδια η εξέλιξη της μαζικοποίησης των διαμαρτυριών και της κορύφωσης των αιτημάτων τους, δείχνει ένα σημαντικό νέο στοιχείο: Ιδιαίτερα από το 2011 και μετά, ένα μέρος της κοινωνίας που προφανώς δεν είχε στηρίξει το κόμμα του Έρντογαν βρίσκεται ενώπιον μιας διευρυμένης απόστασης από την ιδεολογία της εξουσίας, μιας απόστασης που δημιουργεί τέτοια πόλωση ικανή να θέσει κάποια πολιτικά όρια στην πλειοψηφία. Ο «βηματισμός» των κινητοποιήσεων ακολούθησε περίπου την εξής πορεία: Η πρώτη μέρα επικεντρώθηκε στην προστασία του περιβάλλοντος στο πάρκο του Γκεζί. Η δεύτερη μέρα ήταν μια ξεκάθαρη αντίδραση στην αστυνομική βία. Η τρίτη μέρα άγγιξε τα ζητήματα του ελέγχου της ιδιωτικής ζωής. Ενώ η τέταρτη μέρα απέκτησε πλέον τον κεντρικό άξονα των αντιδράσεων που ήταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Έρντογαν και οι πολιτικές του.
Μέσα από τα πιο πάνω μπορεί κάποιος να διακρίνει τα κεντρικά ζητήματα που απασχολούν αυτή την κοινωνική αντιπολίτευση. Αρχικά θα πρέπει να γίνει λόγος για μια νέα αντίληψη που σχετίζεται άμεσα με την ίδια την «πολεοδομική τάξη» μιας μεγαλούπολης όπως η Κωνσταντινούπολη. Η κατάληψη του πάρκου Γκεζί ανέδειξε μια συγκεκριμένη διαμαρτυρία ενάντια στον επιθετικό τρόπο δραστηριοποίησης του κεφαλαίου στον κατασκευαστικό τομέα. Εάν υπάρχει κάτι στην Τουρκία και ειδικά στην Κωνσταντινούπολη που ταυτίζει τις επιπτώσεις από τη ξέφρενη καπιταλιστική ανάπτυξη με τις περιβαλλοντικές και πολιτισμικές ευαισθησίες του κόσμου, αυτό είναι το πιο ολοκληρωμένο πρόσωπο του τουρκικού καταναλωτισμού, δηλαδή τα τεράστια εμπορικά κέντρα. Στα αρχικά στάδια, τα εμπορικά κέντρα ήταν αυτά που συγκέντρωσαν τον ενθουσιασμό αυτών των στρωμάτων του πληθυσμού. Όμως στη συνέχεια μετατράπηκαν σε «αρπακτικά» εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου και μετασχηματισμού της «ψυχής» της Κωνσταντινούπολης.
Παράλληλα η οικονομική πίεση στα μικρομεσαία και κατώτερα στρώματα του πληθυσμού, η επιβολή μέτρων γενικευμένης ευέλικτης και ανασφάλιστης εργασίας, η προσπάθεια αποδυνάμωσης των συνδικάτων και η απόλυτη εφαρμογή «υπεργολαβιών» σχεδόν σε πολλούς τομείς της οικονομίας, διευκόλυναν τη συνεργασία του οργανωμένου συνδικαλιστικού κινήματος με το βασικό κορμό των διαδηλώσεων. Τα ευρύτερα συνθήματα για περισσότερη δημοκρατία και πλουραλισμό, καθώς και η καταγγελία της αυταρχικότητας της κυβέρνησης, αποτέλεσαν μια κοινή βάση διεκδικήσεων από τους πιο πάνω πρωταγωνιστές. Το δεδομένο αυτό λειτούργησε προς δύο σημαντικές κατευθύνσεις, τουλάχιστον κατά τις πρώτα στάδια των κινητοποιήσεων. Από τη μια δημιούργησε εμπόδια προς τους κεμαλικούς-εθνικιστικούς κύκλους που επιδίωξαν να εγκολπωθούν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Από την άλλη συνέβαλε στη διεύρυνση του πολιτικού πλαισίου των αιτημάτων, γεγονός που καταγράφηκε επίσημα στις διακηρύξεις της Πλατφόρμας του Ταξίμ. Οι διακηρύξεις συμπεριέλαβαν ζητήματα όπως η ακύρωση της αναστήλωσης του οθωμανικού στρατώνα στο Γκεζί, κατάργηση κάθε πολιτικής ελέγχου του τρόπου ζωής των πολιτών και άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων του συνδικαλιστικού κινήματος.
Στο σημείο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποχτά το δίπολο αντιπαράθεσης κοσμικότητας και Ισλάμ. Ανάμεσα στο βασικό κορμό των διαμαρτυριών καθώς και στα αιτήματα των διαδηλωτών, εύκολα μπορεί κάποιος να διακρίνει την ανησυχία ενός μέρους της κοινωνίας από την πορεία θρησκευτικής συντηρητικοποίησης της Τουρκίας. Οι «ανήσυχοι μοντέρνοι» έθεσαν με ολοκληρωμένο τρόπο τη διεκδίκηση της κοσμικότητας του ιδιωτικού-ατομικού τους χώρου. Υπό αυτή την έννοια διαφοροποιήθηκαν σε καθοριστικό βαθμό από τον τρόπο που μέχρι σήμερα η κεμαλική ελίτ νοηματοδοτεί την κοσμικότητα ως την απόλυτη αρχή του κράτους, της κοινωνίας και του ατόμου. Μέχρι στιγμής, οι κινητοποιήσεις δείχνουν ότι ένα μέρος της κοινωνίας αντιπαλεύει τον εξισλαμισμό, αλλά την ίδια στιγμή απομακρύνεται από την αυταρχική έννοια της κεμαλικής κοσμικότητας.
Ο Έρντογαν και ο ισλαμικός πατερναλισμός
Το 1994, τότε ως Δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, ο Έρντογαν δεν επέτρεψε το σερβίρισμα αλκοόλ σε μια έκθεση ζωγραφικής η οποίο φιλοξενήθηκε σε αίθουσα του Δημαρχείου. Ο δημοσιογράφος Αλπέρ Γκιορμιούς τον ρώτησε αργότερα για τους λόγους μιας τέτοιας ενέργειας και ο μετέπειτα Πρωθυπουργός της Τουρκίας απάντησε ως εξής: «Εγώ είμαι ταυτόχρονα και ο ιμάμης αυτής της πόλης. Συνεπώς είμαι υπεύθυνος και για τις αμαρτίες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης». Στη συγκεκριμένη δήλωση, το «ισλαμικό λίπασμα» δε θα πρέπει να οδηγήσει σε μονοδιάστατες ερμηνείες γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο η θρησκεία. Το προαναφερθέν παράδειγμα αναδεικνύει ακριβώς αυτό που δήλωσαν με έμφαση οι κινητοποιήσεις του τελευταίου χρονικού διαστήματος: Ένα μέρος της κοινωνίας αντιδρά στην πατριαρχική αντίληψη και την αυταρχική της εφαρμογή από τον Πρωθυπουργό.
Ο Έρντογαν διεκδικεί να μετατραπεί σε «στοργικό πατέρα» ενός έθνους-μιλλέτ, ο οποίος επειδή ακριβώς θα έχει αυτή την «ιδιότητα» θα διεκδικεί παράλληλα και με απόλυτο τρόπο την «αλήθεια». Δηλαδή ένας ηγέτης που γνωρίζει κατά αποκλειστικότητα το «καλό του έθνους», αλλά και τα «κακά-αμαρτίες» από τις οποίες πρέπει να το προστατεύσει. Η φράση «το κάνω αυτό γιατί αγαπώ το έθνος μου» – φράση του Έρντογαν που επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία – αποκαλύπτει ένα πολιτικό ηγέτη που επιδιώκει την συγκεντροποίηση των εξουσιών του σε ένα πατερναλιστικό πλαίσιο. Έτσι το σύνθημα «Ταγίπ παραιτήσου» ουσιαστικά υποδεικνύει τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η «ερντογανοποίηση» της πολιτικής ζωής στην Τουρκία και η οποία περιθωριοποιεί ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας από τις διαδικασίες που αφορούν στο περιβάλλον τους, στην ιδιωτική τους ζωή, στην πόλη και στην εργασία τους.  
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, οι αντιδράσεις των διαδηλωτών με στόχο τον ίδιο τον Πρωθυπουργό φανερώνουν, όχι την αποκαθήλωση αλλά την ισχυρή αμφισβήτηση ενός πατερναλισμού «ισλαμικού τύπου» από μια γενιά ανθρώπων που ούτως ή άλλως δε έζησαν μέσα στις παραδοσιακές αξίες της τουρκικής οικογένειας. Δεν μεγάλωσαν υπό το αυστηρό αλλά ταυτόχρονα «στοργικό» βλέμμα του «Πατέρα» του σπιτιού, μιας προσωπικότητας της οποίας ο λόγος και η βούληση δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν.
Τα όρια του ΑΚΡ
Οι κινητοποιήσεις στην Τουρκία φέρουν μαζί τους σημαντικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας που αξίζει να τύχουν προσεκτικής παρακολούθησης. Πρόκειται τελικά για ένα ξέσπασμα μιας μερίδας του πληθυσμού που δεν συγκροτεί το πλειοψηφικό ρεύμα, αλλά που σίγουρα δεν αποτελεί μια μειονότητα που μπορεί κανείς να υποτιμήσει εύκολα. Τα ερωτήματα που προκύπτουν αναφορικά με την αντοχή που θα έχουν στο χρόνο αυτές οι διαμαρτυρίες, αλλά και αναφορικά με την οργανωτικότητα τους, συνεχίζουν να υπάρχουν. Οι κινητοποιήσεις αυτές στο παρόν στάδιο αδυνατούν να συγκροτήσουν μια περιεκτική εναλλακτική πρόταση εξουσίας και υπό αυτή την έννοια το κενό αντιπολίτευσης στην Τουρκία συνεχίζει να υπάρχει. Όμως είναι γεγονός ότι η παντοδυναμία του Πρωθυπουργού Έρντογαν, μπαίνει πλέον σε νέες δοκιμασίες, η τελική κατάληξη των οποίων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις που θα πάρει ο ίδιος. Το κεντρικό σημείο της μέχρι τώρα επιτυχίας των διαδηλώσεων είναι η ξεκάθαρη υπογράμμιση ότι η αντίληψη του ΑΚΡ περί πλειοψηφικής κηδεμονίας που περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την έννοια της δημοκρατίας, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι οι «προσεκτικές αποστάσεις» που τηρεί το οργανωμένο κουρδικό κίνημα από τις κινητοποιήσεις, καθώς και η υπογράμμιση του Οτζαλάν ότι δε θα πρέπει να αφεθούν οι κύκλοι της Εργκενεκόν να κυριαρχήσουν στις πλατείες, μαρτυρούν ότι οι Κούρδοι θέτουν φυσιολογικά σε προτεραιότητα την πορεία επίλυσης του Κουρδικού. Ζήτημα που θα καθορίσει την εξέλιξη της «νέας» Τουρκίας, τόσο εσωτερικά, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Νίκος Μούδουρος
Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα CyprusNews, Κυριακή 9 Ιουνίου 2013