Κλιμακώνονται οι πολεμικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας

19 ΝΕΚΡΟΙ – ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ

Συνεχίζεται το σφυροκόπημα της Λωρίδας της Γάζας, από τον κατοχικό ισραηλινό στρατό. Η ισραηλινή αεροπορία προχώρησε νωρίς το πρωί της Παρασκευής σε νέα σφοδρά πλήγματα στη Λωρίδα της Γάζας, πολλά από τα οποία σημειώθηκαν στην ίδια την πόλη της Γάζας, σύμφωνα με τις παλαιστινιακές αρχές.

«Έγιναν 130 επιδρομές στη διάρκεια της νύκτας», δήλωσε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Ισλάμ Σαχουάν, ο οποίος έκανε λόγο για «δεκάδες πλήγματα» κατά τις πρώτες πρωινές ώρες. Από τις επιδρομές καταστράφηκε ένα διοικητικό κτίριο του υπουργείου Εσωτερικών, που χρησίμευε κυρίως για την ανανέωση διαβατηρίων, στη συνοικία Τελ αλ-Χάουα, διευκρίνισε ο εκπρόσωπος.

Τρεις ακόμη Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν και άλλοι 12 τραυματίστηκαν το βράδυ της Πέμπτης σε νέα αεροπορική επιδρομή του ισραηλινού στρατού στην πόλη Μπέιτ Χανούν στη βόρεια Λωρίδα της Γάζας, ανακοίνωσε εκπρόσωπος των ιατρικών υπηρεσιών της Χαμάς. Σύμφωνα με τις παλαιστινιακές αρχές ο αριθμός των νεκρών στη Λωρίδα της Γάζας από τον 48ωρο αεροπορικό βομβαρδισμό αυξήθηκε σε 19, μεταξύ των οποίων υπάρχουν πολλά παιδιά, και 235 τραυματίσθηκαν.

Προετοιμασία χερσαίας επίθεσης

Σε εξέλιξη βρίσκεται η προετοιμασία χερσαίας επίθεσης του κατοχικού ισραηλινού στρατού. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες ισραηλινά στρατεύματα κινούνται προς τη Λωρίδα της Γάζας. Τουλάχιστον 10 φορτηγά που μεταφέρουν άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα κινούνται στην περιοχή καθώς και οχήματα που μεταφέρουν στρατιώτες.

Το Ισραήλ «θα αναλάβει οποιαδήποτε δράση απαιτείται», δήλωσε χθες ο ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπεντζαμιν Νετανιάχου. Την Πέμπτη το βράδυ ο Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας Ε. Μπαράκ έδωσε εντολή ανάκλησης 30.000 εφέδρων ώστε να χρησιμοποιηθούν σε περίπτωση χερσαίας επέμβασης στην Γάζα. Προειδοποίησε με ισχυρότερη ισραηλινή αντίδραση, διαμηνύοντας ότι η Χαμάς «θα πληρώσει το ακριβές τίμημα» για τις επιθέσεις με ρουκέτες. Ο ισραηλινός στρατός έχει λάβει το πράσινο φως για την ανάκληση έως και 30.000 εφέδρων. Νωρίτερα χθες σειρήνες ηχησαν στο Τελ Αβίβ , καθώς εκτοξεύθηκαν από τη Γάζα ρουκέτες, εκ των οποιών, η μία κατέπεσε στη θάλασσα κοντά στη Γιάφα και η άλλη έπληξε νότιο προάστιο της πόλης.

Ιμπεριαλιστική στήριξη των ισραηλινών αιματηρών επιθέσεων

Την ίδια ώρα η αμερικανική κυβέρνηση, πάντα στο πλαίσιο στήριξης του Ισραήλ, με το πρόσχημα του δικαιώματος της αυτοάμυνας, ζήτησε σήμερα από τις χώρες που έχουν επαφές με τη Χαμάς να βοηθήσουν ώστε να σταματήσουν οι επιθέσεις με ρουκέτες εναντίον του ισραηλινού εδάφους.

Στο πλευρό του Ισραήλ δήλωσε ότι είναι ο Καναδάς. Ευθύνες στη «Χαμάς» επέρριψε και ο Βρετανός ΥΠΕΞ ζητώντας «αυτοσυγκράτηση εκατέρωθεν», ενώ ο Γάλλος ομόλογός του εκτίμησε ότι η κλιμάκωση αυτή «είναι καταστροφική για την περιοχή, το Ισραήλ έχει δικαίωμα στην ασφάλεια αλλά και οι Παλαιστίνιοι σε ένα ανεξάρτητο κράτος».

Ο ειδικός απεσταλμένος του Κουαρτέτου για τη Μέση Ανατολή, Τόνι Μπλερ, κάλεσε από την πλευρά του την Χαμάς να σταματήσει την εκτόξευση ρουκετών από τη Γάζα προς το Ισραήλ και εκτίμησε ότι η Αίγυπτος θα μπορούσε να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο στην επίλυση της κρίσης.

Εν τω μεταξύ, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον εξέφρασε στον ισραηλινό ομόλογό του Μπέντζαμιν Νετανιάχου την «έντονη ανησυχία του» για την έξαρση της βίας στη Λωρίδα της Γάζας, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν την Πέμπτη.

Ο πρόεδρος της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μούρσι καταδίκασε έντονα τις ισραηλινές επιθέσεις στη Λωρίδα της Γάζας και δήλωσε στο πλευρό του λαού της. Στη Γάζα πρόκειται να μεταβεί την Παρασκευή ο πρωθυπουργός της Αιγύπτου Χισάμ Καντίλ, και με φόντο την επίσκεψη οι Ηνωμένες Πολιτείες κάλεσαν το Κάιρο να χρησιμοποιήσει την «επιρροή του στην περιοχή» για την αποκλιμάκωση της βίας.

Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας χαρακτήρισε ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας Αχμέτ Νταβούτογλου τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Λωρίδα της Γάζας, σύμφωνα με το πρακτορείο Ανατολή.
 

ΠΗΓΗ: http://www.902.gr

Εμείς με την Τρόικα και εκείνοι με τον Ερντογάν: Η αλλαγή στην σχέση Τουρκοκυπρίων-Άγκυρας

Από τις κινητοποιήσεις των Τουρκοκυπρίων το 2011: «Θέλουμε να είμαστε ο αφέντης του σπιτιού μας»

Την εβδομάδα, που πέρασε υπήρξαν δύο ενδιαφέρουσες κινήσεις στην τουρκοκυπριακή κοινότητα: από την μια, η τουρκοκυπριακή συντεχνία δασκάλων εξέδωσε μια δήλωση καταπέλτη για την τούρκικη πολιτική στη βόρεια Κύπρο, αποκαλώντας την αποικιακή, ενώ από την άλλη, στο χώρο της τουρκοκυπριακής δεξιάς, εξακολουθεί να υπάρχει ένταση μετά την οριακή νίκη του Κουτσιούκ – τον οποίο στήριζε η Άγκυρα – ενάντια στον υποψήφιο που στήριζε ο Έρογλου.

Η προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την ηγεμονία της αναζητώντας τοπικά ερείσματα:
Αυτές οι αντιπαραθέσεις ξεφεύγουν από τα συνηθισμένο ελληνοκυπριακό κλισέ, που διαχώριζε όλους τους τουρκοκύπριους από την Άγκυρα για να κατασκευάσει ένα βολικό, αλλά και κάπως απλοϊκό σχήμα καλών–κακών, αναλόγως των ε/κ αναγκών και επιθυμιών. Ιστορικά, η αντιπαράθεση με την Τουρκία εστιαζόταν στην τουρκοκυπριακή αριστερά. Η σταδιακή αντιπαράθεση, ωστόσο της τουρκοκυπριακής κοινότητας γενικότερα με την Άγκυρα, φαίνεται να αποκτά νέες δυναμικές, όπως φαίνεται και από τις αντιπαραθέσεις στο χώρο της τ/κ δεξιάς.

Για να γίνει κατανοητό το πλαίσιο, αξίζει να δει κάποιος ποιό είναι το μοντέλο, το οποίο προωθεί η Άγκυρα. Όπως παρατηρεί ο Ν. Μούδουρος: «…θα πρέπει να σημειωθεί, ότι λόγω και της υφιστάμενης σχέσης κατεχομένων-Τουρκίας, η εξαγωγή αυτού του μοντέλου εκσυγχρονισμού φέρει μαζί της στην Κύπρο, τα κεντρικά χαρακτηριστικά της συνταγής που ακολούθησε το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία. Δηλαδή το συνδυασμό του νεοφιλελευθερισμού με το σημερινό τουρκικό πολιτικό Ισλάμ.»

 
Σε αυτό το πλαίσιο, η τουρκοκυπριακή κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε μια απειλή από το εγγύς εξωτερικό της. Θα μπορούσε κάποιος να κάνει και μια σχετική αναλογία με τη σχέση Ελληνικού κράτους και ελληνοκυπριακής κοινότητας πριν το 1974.

Αξίζει, ωστόσο να δούμε ευρύτερα τη σχέση Τουρκίας και Ερτογάν με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιστορικά – αφού η Κύπρος υπήρξε ένα σημείο, στο οποίο ο Ερτογάν στηρίχθηκε στην αντιπαράθεσή του με τον στρατό. Και η τωρινή του αντιπαράθεση με την τουρκοκυπριακή κοινότητα εκφράζει και τις αλλαγές στην Τουρκία, αλλά σηματοδοτεί και τη συντηρητική, πια, στροφή του κόμματος του, αφού έχει «ολοκληρωθεί ο εκδημοκρατισμός», τον οποίο μπορούσε να προωθήσει. Και σε αυτό το πλαίσιο οι τουρκοκύπριοι, όπως και οι Κούρδοι στο εσωτερικό της Τουρκίας, αποτελούν κοινότητες που εκφράζουν με την εμπειρία τους το τέλος μιας περιόδου. Και ταυτόχρονα, θέτουν και το ευρύτερο ζήτημα της θέσης των Τουρκοκύπριων ανάμεσα σε τρεις «παίκτες»: την Τουρκία και την υπεροπτική στάση του «Χαλίφη», την ελληνοκυπριακή κοινότητα και το ζήτημα της λύσης και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ειρωνικά οι Τουρκοκύπριοι, πιεσμένοι από παντού, εξακολουθούν να είναι το κεντρικό σημείο ένα κόμβου.

Όταν η βόρεια Κύπρος λειτουργούσε ως καταλύτης για τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας:
Η διαμάχη στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, το ιστορικό κόμμα της τουρκοκυπριακής δεξιάς, αποτελεί, ίσως, το πιο εκφραστικό δείκτη του γεγονότος ότι η σχέση Ερτογάν και Τουρκοκυπρίων έχει φτάσει, πια, σε σημείο ευρύτερης αντιπαράθεσης. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα υπήρξε καθοριστικής σημασίας στην άνοδο του Ερτογάν στην εξουσία – η Κύπρος υπήρξε το πεδίο, όπου ηττήθηκε για πρώτη φορά ένα είδος κεμαλισμού και μάλιστα, με ένα λαϊκό κίνημα με αριστερές προεκτάσεις και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Ενώ ο Ερτογάν βρισκόταν σε αντιπαραθεση με το στρατό στην Τουρκία, η στάση τους στην Κύπρο – στάση συμπαράστασης στους Τουρκοκύπριους, αλλά και στάση υποστήριξης της διαδικασίας της λύσης – ήταν ένα είδος εισιτηρίου για τις δημοκρατικές του προθέσεις, αλλά και για τις ειρηνικές προεκτάσεις της πολιτικής των μηδαμινών προβλημάτων του Νταβούτογλου. Και σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι το στρατιωτικό σχέδιο «βαριοπούλα», με βάση το οποίο ο Ερτογάν ξήλωσε ουσιαστικά ότι απέμεινε από το κεμαλικό βαθύ κράτος στο στρατό, είχε ως στόχο την πιθανή λύση του κυπριακού, το 2004.
 
Σήμερα, ωστόσο, τα δεδομένα φαίνεται να αλλάζουν δραματικά. Ο Ερτογάν δεν είναι πια ένας ηγέτης που προσπαθεί να εκδημοκρατικοποιήσει τη χώρα του – αντίθετα, βρίσκεται στο απόγειο της δύναμης του και ήδη, μερικοί άρχισαν να τον ειρωνεύονται ως  χαλίφη. Στο εξωτερικό, η Τουρκία βρίσκεται, ήδη, σε αντιπαραθέσεις με τον περίγυρό της. Στο εσωτερικό, η ένταση με τους Κούρδους φαίνεται να οξύνεται, αλλά και η ένταση με τους κοσμικούς, αλλά και με την αριστερά – που σε ένα μεγάλο βαθμό ανέχτηκε τον Ερτογάν ως φορέα εκδημοκρατισμού απέναντι στον στρατό. Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του με την τουρκοκυπριακή κοινότητα άρχισε να παίρνει μια αρνητική στροφή, από το 2011. Στις αρχές του χρόνου, ο Ερτογάν έκανε μια σειρά από παρεμβάσεις, απαιτώντας ουσιαστικά αλλαγές στις τουρκοκυπριακές δομές εξουσίας. Η οπτική από την Άγκυρα ήταν ότι το τουρκοκυπριακό προτεκτοράτο ήταν ένα πλουσιοπάροχα επιδοτούμενο μόρφωμα και έπρεπε να ενταχθεί στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της τούρκικης πολιτικής. Το πρόβλημα της Άγκυρας ήταν, ακριβώς η μη ύπαρξη στην Κύπρο, λόγω της διαφορετικής ιστορικής εμπειρίας, ένα μαζικού ισλαμικού κινήματος στο οποίο να στηριχθεί η απόπειρα επιβολής της νέας ηγεμονίας στην οποία προσβλέπει η Άγκυρα. Η αντίδραση των τουρκοκύπριων στην αφ’ υψηλού κριτική από την Άγκυρα ήταν έντονη. Και ενώ, ήταν η εξωθεσμική αριστερά που κράτησε την σημαία της αντιπαράθεσης πιο έντονα, εντούτοις οι αλλαγές εμφανίστηκαν και στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής δεξιάς, η οποία υπήρξε ιστορικά κεφαλική.

Αναλογίες στην ιστορική εμπειρία των δυο κοινοτήτων:
Θα μπορούσε κάποιος να επεκτείνει την αναλογία με τη σχέση ελληνοκύπριων και ελληνικής κοινωνίας-κράτους: όπως οι Ελληνοκύπριοι και η αντίσταση τους το 1974, αλλά και πριν, βοήθησε, τελικά, τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στην Ελλάδα, έτσι έγινε και μετά το 2000 στην Τουρκία. Και όπως μετά το 1980, το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να μεταβάλει την Κύπρο από «σύμβολο της δημοκρατίας» σε χώρο επιβολής μιας δικής του ηγεμονίας – που ξεκίνησε με την υπονόμευση του μίνιμουμ προγράμματος τη δεκαετία του 1980 και έφτασε μέχρι και την παρέμβαση στις εκλογές του 1998 – έτσι και ο Ερτογάν και το κόμμα του, φαίνονται να ακολουθούν ανάλογη πορεία. Τα δεδομένα στην Κύπρο ήταν και είναι βέβαια διαφορετικά. Αλλά, οι αλλαγές και οι αντιπαραθέσεις θα επηρεάσουν αναπόφευκτα και τις δυο κοινότητες. Οπότε, η παρακολούθηση των δυναμικών στη βόρεια Κύπρο, ίσως να είναι και ένας καθρέφτης για τη συνολική εικόνα.
 

Δημοσίευση Δέφτερη Ανάγνωση, 13 Νοεμβρίου 2011

www.defterianaynosi.com

Ανοιχτές αντιθέσεις και ασφυκτικές ιμπεριαλιστικές πιέσεις

ΣΥΡΙΑ – ΣΥΝΟΔΟΣ ΑΝΤΙΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΩΝ

Σε κλίμα έντασης εξελίχθηκε, όλη τη βδομάδα που μας πέρασε, στη Ντόχα του Κατάρ η σύνοδος συριακών αντικαθεστωτικών οργανώσεων που αυτή τη φορά, σε αντίθεση με τις προηγούμενες, δε χαρακτηρίστηκε από τα χαμόγελα και τα φιλικά «χτυπήματα» στην πλάτη ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τις, φιλικά προσκείμενες, σε αυτούς συριακές οργανώσεις. Την ίδια στιγμή σε πλήρη ετοιμότητα έχει τεθεί η αμερικανοΝΑΤΟική βάση της Σούδας όπου έχουν καταφθάσει πολλά αεροπλάνα για ειδικές επιχειρήσεις (όπως αποκάλυψε ο «Ριζοσπάστης») ενώ στρατιωτικές δυνάμεις συσσωρεύονται σε όλη την περιοχή.

Το πλαίσιο ασφυκτικών πιέσεων εντός του οποίου κυλά, μέχρι την ώρα που γράφονται οι γραμμές αυτές, η σύνοδος είχε εξαρχής τεθεί σαφώς από την Αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών.

Η Χίλαρι Κλίντον μίλησε, χωρίς προσχήματα, περί επείγουσας αναγκαιότητας σύστασης μιας ευρείας οργάνωσης – ομπρέλας στους κόλπους της οποίας θα πρέπει να ενταχθούν εκπρόσωποι όλων των εθνοτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων της Συρίας αλλά και όλων των οργανώσεων, εντός και εκτός χώρας, που αυτοπροσδιορίζονται ως αντικαθεστωτικές. Μάλιστα, στηλίτευσε, για πρώτη φορά, τόσο ανοιχτά το «Εθνικό Συριακό Συμβούλιο», την οργάνωση που στήθηκε με ραχοκοκκαλιά τους ισλαμιστές «Αδελφούς Μουσουλμάνους» και με την άμεση παρέμβαση της Τουρκίας αλλά και την συναίνεση της Ουάσιγκτον, ότι δεν είναι «αρκετά αντιπροσωπευτικό» και ότι «δεν εκφράζει ικανοποιητικά όσους μάχονται στο εσωτερικό της Συρίας».

Την ξεκάθαρη τοποθέτηση της Κλίντον ήρθε να συμπληρώσει στα μέσα της βδομάδας η ωμότατη παρέμβαση του Βρετανού πρωθυπουργού Κάμερον, ο οποίος δήλωσε ότι το πρώτο πράγμα που θα συζητήσει με τον επανεκλεγέντα Αμερικανό Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, είναι «το πώς θα διαμορφώσουν τη συριακή αντιπολίτευση». Και ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ουίλλιαμ Χέιγκ, έσπευσε να προσθέσει ότι το Λονδίνο επιδιώκει να συσταθεί το γρηγορότερο δυνατό αυτή η οργάνωση – ομπρέλα που ανέφερε η Κλίντον προκειμένου να συζητηθεί εκ νέου, σε νέες βάσεις, η προοπτική άμεσου εξοπλισμού των αντικαθεστωτικών.

Οξυνση των ανταγωνισμών

Θα ήταν αφελές να μην εντάξει κανείς τη «στροφή» της Ουάσιγκτον ως προς το Εθνικό Συριακό Συμβούλιο και την ωμή παρέμβαση της Βρετανίας στην όξυνση των ενδο-ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και μεταξύ «φίλιων δυνάμεων», η οποία εκφράστηκε με το «προβάδισμα» που αποπειράθηκε να κατοχυρώσει ο γαλλικός ιμπεριαλισμός. Το Παρίσι, από το περασμένο καλοκαίρι, άφησε ελαφρά στο περιθώριο το «Εθνικό Συριακό Συμβούλιο» για να αναζητήσει τα δικά του ξεχωριστά ερείσματα στο θολό τοπίο των Σύρων αντικαθεστωτικών. Ετσι, επεδίωξε και καλλιέργησε αποκλειστικές σχέσεις με τα λεγόμενα «πολιτικά διοικητικά συμβούλια» που ισχυρίζεται ότι εκλέχτηκαν σε περιοχές κυρίως της βόρειας Συρίας όπου εδώ και μήνες βρίσκονται εκτός του ελέγχου της Δαμασκού. Κατά τις επίσημες ανακοινώσεις, τα συμβούλια αυτά ανέλαβαν την αντιμετώπιση των καθημερινών ζητημάτων στις περιοχές αυτές: δηλαδή τη λειτουργία σχολείων, νοσοκομείων, τη χορήγηση τροφίμων, φαρμάκων κλπ.

Η γαλλική αυτή πρωτοβουλία ήρθε σε μια στιγμή που, αν και σε κοινό μέτωπο απέναντι στο καθεστώς Ασαντ, οι δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις παραδέχονταν ότι ο κατακερματισμός των συριακών αντικαθεστωτικών αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που εμποδίζουν την προώθηση των σχεδιασμών τους για τη Συρία και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η ανυπαρξία ενός ενιαίου συντονιστικού και οργανωτικού αντικαθεστωτικού κέντρου, κατά τα πρότυπα της Λιβύης, εμποδίζει την περαιτέρω ενίσχυση των αντικαθεστωτικών, αφού, όπως αποδείχτηκε περίτρανα ο κατακερματισμός αυτός ευνοεί τις ακραία ισλαμιστικές οργανώσεις. Αυτές, με πιο έμπειρους και πειθαρχημένους μαθητές, αλλά και με σταθερή ροή χρηματικής και εξοπλιστικής υποστήριξης από τις πετρελαιομοναρχίες, τείνουν να καταλάβουν ηγετική θέση στους κόλπους των αντικαθεστωτικών κυρίως στο πεδίο των μαχών και «ξεφεύγουν» του ελέγχου των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Από τη θεωρία…

Μια ενωτική αντικαθεστωτική ηγεσία, επί της οποίας η Ουάσιγκτον θα είχε διασφαλίσει μέγιστη επιρροή, και θα μπορούσε, σε συνεργασία με τμήματα του συριακού καθεστώτος, να προχωρήσει σε ανατροπή του Ασαντ θα ήταν το «ιδανικό σενάριο» για τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού υποστηρίζει σε πρόσφατο άρθρο του στο «Φόρεϊν Αφαίρς» ο πρώην Αμερικανός πρέσβης στο Αφγανιστάν και εξαιρετικά έμπειρος διπλωμάτης Ζαλμάι Κχαλιζάντ. Επιχειρηματολογεί υπέρ μιας «στροφής» της αμερικανικής διπλωματίας που θα αφήσει κάπως στο περιθώριο τους ισλαμιστές, ακόμη και τους «Αδελφούς Μουσουλμάνους», που αντικειμενικά έχουν καλύτερες σχέσεις με δυνάμεις όπως η Τουρκία ή οι πετρελαιομοναρχίες και θα ακολουθήσουν ευκολότερα τις δικές τους «συστάσεις».

Ο Κχαλιζάντ υποστηρίζει ότι θα πρέπει «να γίνουν γρήγορα βήματα ενίσχυσης μετριοπαθέστερων φωνών στους κόλπους των αντικαθεστωτικών», οι οποίοι θα έχουν επιρροή εντός Συρίας χωρίς να την επιβάλλουν διά της βίας, και θα μπορούν να επικοινωνήσουν με κάποιο τρόπο με πρόσωπα ή τμήματα του καθεστώτος στην κατεύθυνση ενός πραξικοπήματος. Ισχυρίζεται επίσης ότι παράλληλα οι ΗΠΑ θα πρέπει να απεργαστούν ένα ευρύτερο σχέδιο διανομής της εξουσίας εντός Συρίας, στο οποίο «θα υπάρχει χώρος» και για τα ρωσικά ή και τα κινεζικά συμφέροντα, έτσι ώστε να αρθούν οι αντιρρήσεις των δύο αυτών δυνάμεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας και να τερματιστεί η ροή βοήθειας προς το καθεστώς Ασαντ.

Ενας τέτοιος στόχος, εκτιμά ο Κχαλιζάντ, μπορεί να επιτευχθεί αν οι ΗΠΑ «γίνουν ο βασικός, αν όχι ο αποκλειστικός, χορηγός εξοπλισμού και χρημάτων» των αντικαθεστωτικών αυτών δυνάμεων. Και υπολογίζει ότι με τον τρόπο αυτό μπορεί να προετοιμαστεί το έδαφος για να περιοριστεί η δράση των ισλαμιστών ενόπλων και να πραγματοποιηθεί μια «ειρηνευτική διάσκεψη» ανάλογη με αυτήν του Ταΐφ, στη Σ. Αραβία, όπου το 1989 οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις «τα βρήκαν μεταξύ τους» και πέτυχαν τον τελικό συμβιβασμό που έβαλε τέλος στον πολυετή εμφύλιο του Λιβάνου. Ο Κχαλιζάντ, επικαλούμενος την εμπειρία του Αφγανιστάν, θεωρεί ότι αν δεν επιτευχθεί ο σχεδόν απόλυτος έλεγχος των ενόπλων αντικαθεστωτικών από τις ΗΠΑ, χωρίς ενδιάμεσες «στάσεις» στις πετρελαιομοναρχίες, η κατάσταση στη Συρία μπορεί να «εξελιχθεί αρνητικά για τα αμερικανικά συμφέροντα», ενώ έχει αρνητική άποψη για το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης.

…στην πράξη

Σχεδόν ταυτόχρονα με το άρθρο – παρέμβαση του Κχαλιζάντ, πήρε σάρκα και οστά η «εναλλακτική» αμερικανική πρόταση: η Συριακή Εθνική Πρωτοβουλία. Πρόκειται για πρωτοεμφανιζόμενη οργάνωση της οποίας την ιδρυτική διακήρυξη -5 Σεπτεμβρίου- όπου τίθενται σε αδρές γραμμές και οι στόχοι της φιλοξενεί το Ινστιτούτο για τη Μέση Ανατολή «Carnegie», γνωστή «δεξαμενή σκέψης» που προωθεί τους σχεδιασμούς του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ως στόχος τίθεται η «μετάβαση της Συρίας σε ένα δημοκρατικό, κοσμικό, πλουραλιστικό, ισχυρό και σταθερό κράτος» μέσα από μια «ενωτική πολιτική ηγεσία» που θα «φέρει κοντά όλες τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης» με «συνεργατικό και συμπεριληπτικό τρόπο».

Το πλαίσιο «αρχών» της Πρωτοβουλίας είναι η «διασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, της γεωγραφικής ενότητας της χώρας και του λαού, η έναρξη οποιασδήποτε πολιτικής μετάβασης μετά την αποχώρηση Ασαντ και όλων των συνεργατών του». Ως άμεσους στόχους θέτει τη δημιουργία ενός «ταμείου υποστήριξης», την «υποστήριξη του Ελεύθερου Συριακού Στρατού» -τον οποίο ξεχωρίζει από άλλες ένοπλες ομάδες καθώς δεν έχει ισλαμιστές μαχητές- τη διοίκηση των εδαφών που είναι εκτός του ελέγχου της Δαμασκού, την εκπόνηση ενός μεταβατικού σχεδίου και τη διασφάλιση διεθνούς αναγνώρισης.

Για να επιτευχθούν αυτά προτείνει τη δημιουργία τεσσάρων οργάνων: μιας ηγετικής επιτροπής, όπου θα εκπροσωπούνται όλες οι συμμετέχουσες συνιστώσες των αντικαθεστωτικών, ένα ανώτατο στρατιωτικό συμβούλιο, όπου θα συμμετέχουν εκπρόσωποι των ενόπλων ομάδων σχεδόν μόνο από τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό», μια δικαστική επιτροπή και μια μεταβατική κυβέρνηση τεχνοκρατών. Είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι αν «περπατήσει» η Πρωτοβουλία και «κύριος μέντοράς της» είναι η Ουάσιγκτον, αυτομάτως πιέζονται έως και περιθωριοποιούνται οι ισλαμιστικές ένοπλες ή μη ομάδες αλλά υποσκάπτονται σοβαρά και τα επιτεύγματα του γαλλικού ιμπεριαλισμού.

Προφανώς δεν είναι τυχαίο ότι για την υιοθέτηση ακριβώς αυτού του πλαισίου πιέζουν ασφυκτικά οι ΗΠΑ τη σύνοδο στη Ντόχα. Και έχουν βρει και το κατάλληλο πρόσωπο για ν’ αναλάβει επικεφαλής του σχεδίου τους: τον Ριάντ Σαΐφ, 56χρονο Σύρο επιχειρηματία, ο οποίος έχει χρηματίσει και βουλευτής πριν «συγκρουστεί» με την ηγεσία Ασαντ. Ο Σαΐφ ήταν ο άνθρωπος της «Adidas» στη Συρία -από το 1993- και έχει ενδιαφέρον ότι πέντε χρόνια αργότερα άρχισε να «έχει πολιτικές αναζητήσεις» και έτσι το 2000 ίδρυσε το «Φόρουμ Ανεξάρτητου Διαλόγου» και το 2001 δήλωσε έτοιμος να φτιάξει το δικό του κόμμα. Ο ίδιος αποδίδει τις διώξεις που ακολούθησαν -δύο φορές φυλάκιση- στην πολιτική του δράση αν και μάλλον μεγαλύτερο ρόλο διαδραμάτισε η κόντρα του με την οικογένεια Ασαντ για τη διαχείριση του μονοπωλίου της κινητής τηλεφωνίας στη Συρία.

Επικίνδυνη κλιμάκωση

Οι αμερικανικές πιέσεις στη Ντόχα για την επιβολή της Πρωτοβουλίας και του Σαΐφ ήταν περισσότερο από έντονες. Εξίσου έντονη ήταν και η αντίδραση του «Εθνικού Συριακού Συμβουλίου» που μέχρι την τελευταία στιγμή -την ώρα που γράφονταν οι γραμμές αυτές- απαιτούσε ιδιαίτερη θέση στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας. Εκπρόσωποι άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που στηρίζουν τους αντικαθεστωτικούς τάχθηκαν, επίσης, υπέρ της ενότητας, χωρίς, όμως, να είναι σαφές αν αποδέχονται το «ασφυκτικό» αμερικανικό πλαίσιο. Η δυστοκία στη σύσταση της νέας αυτής οργάνωσης και στους συμμετέχοντές της -καθώς και η πεποίθηση πολλών αναλυτών ότι ακόμη και αν υπάρξει αποτέλεσμα θα αμφισβητηθεί, υπονομευτεί και τροποποιηθεί το επόμενο χρονικό διάστημα- αποδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι η σύνοδος της Ντόχα αποτελεί σημείο κλιμάκωσης των αντιθέσεων και εντός των «φίλιων» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνες και απρόβλεπτες τις εξελίξεις για τους λαούς της ευρύτερης περιοχής.

 

Ελένη Μαυρούλη

Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 11.11.2012

Τουρκική ηγεμονία Vs Τουρκοκυπριακές αντιστάσεις

Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας είχε δηλώσει ότι «για να μπορέσει η ΤΔΒΚ να κάνει οικονομικές μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αλλάξει την κρατική της λειτουργία με τρόπο που οι πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται από ένα κέντρο, χωρίς να μπορούν οι κατώτερες βαθμίδες να την απορρίψουν». Οι συγκεκριμένες αναφορές του Νταβούτογλου, παραπέμπουν ευθέως σε μια συνολική επανεκτίμηση της ύπαρξης, του τρόπου λειτουργίας και των στόχων που υπηρετούν οι παράνομες δομές στα κατεχόμενα. Με λίγα λόγια στις αναφορές αυτές κρύβεται ο πυρήνας της προσπάθειας για έναν ολοκληρωτικό νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό των κατεχομένων.

Αυτός ο μετασχηματισμός δεν έχει ως στόχο την ανατροπή του βαθύτερου χαρακτήρα των δομών που έχουν οικοδομηθεί στα κατεχόμενα, αλλά την αλλαγή της λειτουργίας τους με τρόπο που να υπηρετείται η υπόθεση της δημιουργίας μιας εντελώς νέας πολιτικό-ιδεολογικής τάξης πραγμάτων. Μια τέτοια αλλαγή χαρακτηρίζεται: 1. από το περαιτέρω άνοιγμα της οικονομίας των κατεχομένων προς το τουρκικό κεφάλαιο, 2. από την ρύθμιση της πολιτικής δομής με τρόπο που να προσαρμόζεται σε αυτούς τους νέους οικονομικούς κανόνες, 3. από την «δημιουργία» των πολιτικών πρωταγωνιστών που θα είναι οι φορείς της αλλαγής η οποία επιδιώκεται. Τα γνωστά τρίχρονα οικονομικά πρωτόκολλα είναι το εργαλείο υλοποίησης των προαναφερθέντων στόχων. Τα συγκεκριμένα πρωτόκολλα δεν πρέπει να γίνονται κατανοητά μόνο ως έγγραφα με κάποιες «τεχνικές οδηγίες», αλλά ως περιεκτικά και ολοκληρωμένα πολιτικά προγράμματα νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης.

Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί, ότι λόγω και της υφιστάμενης σχέσης κατεχομένων-Τουρκίας, η εξαγωγή αυτού του μοντέλου εκσυγχρονισμού φέρει μαζί της στην Κύπρο, τα κεντρικά χαρακτηριστικά της συνταγής που ακολούθησε το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στην Τουρκία. Δηλαδή το συνδυασμό του νεοφιλελευθερισμού με το σημερινό τουρκικό πολιτικό Ισλάμ. Επομένως πέραν από το περιεχόμενο της πολιτικής που εκφράζουν τα πρωτόκολλα και των συνεπειών που έχουν για ολόκληρο τον Κυπριακό λαό, είναι σημαντικό να αποκωδικοποιηθεί και η προσπάθεια νομιμοποίησης της συγκεκριμένης πολιτικής ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Στο πρώτο επίπεδο των συνεπειών γίνεται άμεσα αντιληπτή η περιθωριοποίηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας, πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Όμως στο δεύτερο επίπεδο της νομιμοποίησης, παρατηρείται μια έντονη προσπάθεια ιδεολογικο-πολιτικής ηγεμονίας εκ μέρους της τουρκικής κυβέρνησης. Η επιδίωξη ηγεμονίας όμως δεν γίνεται μόνο μέσα από την επιβολή του ισχυρού προς τον αδύνατο, αλλά και μέσα από την απόσπαση της συναίνεσης του αδύνατου. Δηλαδή μέσα από τη δημιουργία τέτοιων πολιτικών, ιδεολογικών ακόμα και ηθικών συνθηκών, ούτως ώστε η θέληση και το πολιτικό πρόγραμμα του ισχυρού να γίνεται αποδεκτό ως κάτι φυσιολογικό, ως προϊόν «κοινής λογικής» και ορθολογιστικής επιλογής.

Η δήλωση Έρντογαν σε Τουρκοκύπριους δημοσιογράφους το καλοκαίρι του 2011 ότι η κοινότητα «χρειάζεται ένα κόμμα όπως το δικό μας», αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική στιγμή της – υπό δημιουργία – ηγεμονίας στα κατεχόμενα. Μάλιστα προεκτείνοντας αναλύσεις για την έννοια της ηγεμονίας, όπως του Αντόνιο Γκράμσι, φαίνεται ότι το ΑΚΡ επιθυμεί να οικοδομήσει και στην Κύπρο ένα «δικό του κόσμο» που θα μοιάζει με τον «κόσμο ολόκληρης της κοινωνίας». Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να παρουσιάσει τη δική του βούληση, ως την συλλογική «εθνική βούληση» και διαμέσου της να διασφαλίσει την μακροημέρευση και την σταθερότητα του νέου πολιτικού καθεστώτος στα βόρεια εδάφη.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η ιστορικής σημασίας ρήξη με την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Από τη μια το ΑΚΡ παρεμβαίνει ακόμα και σε πολιτικά κόμματα με την προσδοκία να αναδείξει τους «νέους» τουρκοκυπριακούς παράγοντες που χρειάζεται για να αποσπάσει τη συναίνεση της κοινωνίας. Από την άλλη όμως, το προοδευτικό κομμάτι της Τουρκοκυπριακής κοινότητας συνεχίζει να προβάλλει αντιστάσεις. Το σύνθημα των κινητοποιήσεων του 2011, «αυτή η χώρα είναι δική μας, εμείς θα την διοικήσουμε», δείχνει ότι απέναντι στη συντηρητική ηγεμονία του ΑΚΡ, οι προοδευτικές τουρκοκυπριακές δυνάμεις επιδιώκουν να απαντήσουν με τη δική τους βούληση. Απέναντι στο σχέδιο μετασχηματισμού από το ΑΚΡ επιδιώκουν να αντιπαραβάλουν ένα άλλο, τουρκοκυπριακής προέλευσης πρόγραμμα αλλαγής. Έστω και αν φαίνεται ότι στο παρόν στάδιο οι τουρκοκυπριακές αντιπολιτευτικές δυνάμεις έχουν ηττηθεί μετά τις κινητοποιήσεις του 2011, αδιαμφισβήτητο παραμένει το εξής γεγονός: Οι προοδευτικές, δημοκρατικές δυνάμεις των Τουρκοκυπρίων έθεσαν επί τάπητος με ξεκάθαρο τρόπο την ανάγκη ποιοτικής αλλαγής των σχέσεων της κοινότητάς τους με την Τουρκία. Αυτή η επιτυχία αγγίζει καθοριστικά ολόκληρη την κυπριακή ιστορία και δε θα πρέπει να αφήσει αδιάφορη την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες Καθημερινή και Χαραυγή στις 11.11.2012

Χάος στη Λιβύη, ρευστότητα γύρω από τη Συρία και διευρυνόμενη ένταση στα Εμιράτα

Στη βόρεια Αφρική, η ένταση φαίνεται να συνεχίζεται. Στην Τυνησία οι σαλαφιστές προκάλεσαν νέα επεισόδια στην προσπάθεια τους να επιβάλουν τον ισλαμικό νόμο στην καθημερινότητα – σε σχέση με την πώληση αλκοόλ, τη λειτουργία οίκων ανοχής κ.ο.κ. Στην Αίγυπτο, επίσης, οι ισλαμιστές άρχισαν να οργανώνουν εκδηλώσεις στους δρόμους απαιτώντας ισλαμικό νόμο. Το κέντρο βάρους, πάντως, αυτή την εβδομάδα ήταν στη Λιβύη. Μετά την κατάληψη της Bani Walid,  ακολούθησε μια εβδομάδα καταστροφών στην πόλη. όμως, όσοι νόμισαν ότι το θέμα θα τελείωνε έκαναν λάθος και πάλι. Οι συμμορίες τις οποίες εξόπλισε το ΝΑΤΟ, μάλλον θεώρησαν το free hand  που τους δόθηκε από το καθεστώς και τα δυτικά ΜΜΕ, ως δείγμα ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Και τελικά, η βία επέστρεψε στους δημιουργούς της.

Έτσι, ενώ στην Τρίπολη γίνονταν προσπάθειες για κυβέρνηση, η όλη προσπάθεια διακόπηκε τουλάχιστον 3 φορές από καμιά εκατοστή ενόπλους, που απλώς δεν συμφωνούσαν με κάποιους υπουργούς. Σε κάποια φάση όταν οι ένοπλοι διέκοπταν και πάλι τη συζήτηση των υποτιθέμενων αντιπρόσωπων της χώρας, ο επικεφαλής δήλωσε αμήχανα στις τηλεοπτικές κάμερες που μετέδιδαν την όλη ιστορία: «πρέπει να δει ο κόσμος σε ποιές συνθήκες είμαστε αναγκασμένοι να εργαστούμε». Τελικά, την Κυριακή η βία εκράγηκε και στους δρόμους της Τρίπολης ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες ενόπλων, οι οποίοι μετά από τις μεταξύ τους μάχες άρχισαν να λεηλατούν ότι υπήρχε στην περιοχή.

Ταυτόχρονα, στη Βεγγάζη φαίνεται να ανεβαίνει, επίσης, η ένταση καθώς, το Σάββατο έγινε διαδήλωση υπέρ της αυτονομίας, ενώ την επομένη εκράγηκε παγιδευμένο αυτοκίνητο έξω από αστυνομικό σταθμό. Θα μπορούσε, βέβαια, να θεωρήσει κάποιος ότι η έκρηξη ήταν έργο των ισλαμιστών. Μια σειρά κειμένων ωστόσο, πρόσφατα τείνουν να υποδεικνύουν ότι μερικές από αυτές της επιθέσεις είναι μέρος της πράσινης κανταφικής αντίστασης ή της Tahloob, όπως ονομάζεται, όχι μόνο η αντίσταση, αλλά και ένα είδος οργάνωσης, με στόχο την εκδίκηση από συγκεκριμένα άτομα που πρόδωσαν την υπόθεση των κανταφικών. Σε αυτό το πλαίσιο, ένα κείμενο διεκδικεί ότι η δολοφονία του αμερικανού πρέσβη ήταν μέρος της Tahloob, όπως και η δολοφονία μιας σειράς άλλων παραγόντων – όπως του διοικητή που παρέδωσε την Τρίπολη το 2011, ή διαφόρων άλλων που εγκατέλειψαν τον Καντάφι. Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η απόπειρα δολοφονίας του προέδρου της Μαυριτανίας. μετά από την παράδοση ενός κανταφικου αξιωματούχου στο καθεστώς της Τρίπολης.
 

http://www.uruknet.info/?p=m92294&hd=&size=1&l=e

Στην Μέση Ανατολή, γύρω από τη Συρία, η ένταση ανεβαίνει, καθώς το κουρδικό αντάρτικο, αλλά και οι μαζικές κινητοποιήσεις εντείνονται στην Τουρκία, ενώ στην Ιορδανία η αστάθεια φαίνεται να αυξάνεται, επίσης. Σύμφωνα με μερικούς παρατηρητές, ο βασιλιάς της Ιορδανίας μπορεί τώρα να στραφεί στους σαλαφιστές ως την τελευταία ομάδα που μπορεί να συνεργαστεί μαζί του – λίγο πολύ, όπως έκανε και η συντηρητική σουνιτική ηγεσία στο Λίβανο που προσπάθησε να προσεταιρισθεί στην Αλ Κάιντα. Στην ίδια τη Συρία, συνεχίζονται οι συγκρούσεις σε μερικές περιοχές, αλλά η επικράτηση των ισλαμιστών στην αντιπολίτευση φαίνεται να προκαλεί νέους πονοκέφαλους στη δύση. Οι ΗΠΑ ζήτησαν ανοικτά, να αλλάξει η ηγεσία της αντιπολίτευσης και να περιοριστεί, κάπως, ο εξόφθαλμος ρόλος των ισλαμιστών. Εκείνες τις ημέρες, ένα βίντεο με εν ψυχρώ δολοφονία αιχμαλώτων από τους ισλαμιστές αντάρτες στη Συρία προκάλεσαν και τις επικρίσεις και του ΟΗΕ – όπου προφανώς το φιάσκο της Λιβύης φαίνεται να αποκτά περισσότερη βαρύτητα. Και αυτό, μετά από μια άλλη δολοφονία, ενός δημοφιλούς ηθοποιού, που προκάλεσε επίσης έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό, κάνοντας πιο σκληρή την αντίσταση στους ισλαμιστές.


http://cyprusnews.eu/sigma-live/670812

Σε αυτό το πλαίσιο, ο χρηματοδότης από τα εμιράτα, το Κατάρ, προσκάλεσε διάφορες ομάδες της αντιπολίτευσης για «διαβουλεύσεις».

Όμως και στα εμιράτα,η κατάσταση δεν φαίνεται να είναι πια τόσο ομαλή. Στο Μπαχρέιν, ένα χρόνο μετά τη σαουδαραβικη εισβολή και την καταστολή των κινητοποιήσεων της σιητικής πλειοψηφίας, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται. Την περασμένη εβδομάδα, ο βασιλιάς αποφάσισε να απαγορεύσει κάθε συγκέντρωση. Ταυτόχρονα, φαίνεται, όμως, να ανεβαίνει η ένταση και στο Κουβέιτ, όπου η αντιπολίτευση επιμένει να αμφισβητεί τον εμίρη και ο μονάρχης απειλεί τους διαδηλωτές με το στρατό. Το μέγεθος των κινητοποιήσεων, αλλά και μια κάποια προβολή τους, έχει ωθήσει μερικούς να απορούν, αν υπάρχει και σαουδαραβικός δάκτυλος – ως μια προσπάθεια ανατροπής της μοναρχίας του Κουβέιτ, η οποία είχε κακές σχέσεις με το καθεστώς της Ριάντ.
 

http://angryarab.net/2012/11/01/questionsaboutkuwait/

Και φυσικά, το Κουβέιτ είναι επικίνδυνα κοντά στο σιητικό Ιρακινό νότο, για να αγνοηθεί από τη Σαουδική Αραβία. Στην άλλη πλευρά της χερσονήσου, στην Υεμένη οι μάχες με την Αλ Κάιντα, αλλά και οι κινητοποιήσεις των νότιων αυτονομιστών συνεχίζονται. Σε αυτό το ρευστό τοπίο, εμφανίστηκε και ένα νέο είδος αμφισβήτησης – η «προσβολή» στο πρόσωπο του εμίρη/βασιλιά. Το θέμα εμφανίστηκε πρόσφατα στο Κουβέιτ, αλλά την περασμένη εβδομάδα αποκαλύφθηκε ότι στο Κατάρ υπάρχει φυλακισμένος ένας ποιητής γιατί πρόσβαλε τον εμίρη. Ο Αλ Τζαζίρα είναι ευαίσθητος για την δημοκρατία παντού, εκτός από το σπίτι του ιδιοκτήτη  του.
 

http://www.bbc.co.uk/news/worldmiddleeast-20135226

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της Τουρκίας έχει αρχίσει να προβληματίζει. Η παρούσα αποτυχία του αρχικού σχεδίου του Νταβούτογλου αποδίδεται στις συγκυρίες εν μέρει, αλλά  από μερικούς αναλυτές και σε ένα είδος υπερβολικής επέκτασης της Άγκυρας. Οι κακές της σχέσεις με τον περίγυρο της, σαφώς, δεν αντικατοπτρίζουν το όραμα της ήπιας δύναμης που πρόβαλλε η Τουρκία πριν λίγα χρόνια. Σε αυτή τη φάση, είναι σε κόντρα, σχεδόν, με ολόκληρο τον περίγυρο της. Μια θεωρία είναι ότι η Τουρκία ποντάρει πια σε ένα τρίγωνο Τουρκίας- Αιγύπτου-Μοναρχιών του Κόλπου. Η Αίγυπτος έχει, βέβαια, συμβολικό βάρος, αλλά ο Μόρσι δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να είναι Νάσερ, και γενικότερα, στην παρούσα συγκυρία, όχι μόνο δεν είναι ένα σταθερό καθεστώς, αλλά ούτε και πλούσιο για να λειτουργήσει αυτόνομα. Και βρίσκεται, βέβαια, σε μια ψυχρή σχέση με τις Μοναρχίες του Κόλπου, οι οποίες έχουν τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα.

 

 

 

 

Δημοσίευση: Δέφτερη Ανάγνωση, 6.11.2012

www.defterianaynosi.com

 

Τι γυρεύει η αλεπού (του Κατάρ) στο παζάρι (της Γάζας);

Τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι; Το ερώτημα αυτό ήλθε στο μυαλό όλων όσοι ασχολούνται με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα με το Παλαιστινιακό. Σε μια περίοδο έντονης οικονομικής δοκιμασίας, κατά την οποία η διεθνής βοήθεια προς την Παλαιστινιακή Αρχή του Μαχμούντ Αμπάς έχει καταβαραθρωθεί (από 1,8 δισ. δολάρια το 2008, στα 700 εκατομμύρια φέτος), ο εμίρης του μικροσκοπικού αλλά βαθύπλουτου Κατάρ, σεϊχης Χαμάντ Μπιν Καλίφα Αλ Θάνι, τείνει χείρα βοηθείας προς τη Χαμάς, μέσα από την οικονομική ενίσχυση της Λωρίδας της Γάζας. Μια ενίσχυση ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων (τη στιγμή που συνολικά η διεθνής βοήθεια προς τη Γάζα ανήλθε φέτος σε 300 εκατομμύρια) που έλαβε μεγάλη δημοσιότητα με την επίσκεψη που πραγματοποίησε στη Γάζα στα τέλη Οκτωβρίου ο ίδιος ο εμίρης συνοδευόμενος από τη σύζυγό του καθώς και τον πρωθυπουργό της χώρας. Πρόκειται ουσιαστικά για το τρίο που κυβερνά το Κατάρ και που λαμβάνει όλες τις κρίσιμες αποφάσεις στήριξης των ισλαμιστών στην περιοχή αλλά και παράλληλα παροχής υπηρεσιών στην Ουάσιγκτον (η χώρα φιλοξενεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική βάση των ΗΠΑ στο εξωτερικό).

Στο πλαίσιο λοιπόν αυτών των λεπτών ισορροπιών ήλθε να εγγραφεί η επίσκεψη του σεΐχη Χαμάντ Μπιν Καλίφα Αλ Θάνι, ο οποίος έγινε πανηγυρικά δεκτός από τον πρωθυπουργό της Χαμάς Ισμαήλ Χανίγια, ενώ ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς έσπευσε να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας ότι αυτή «δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο αράβων ηγετών που αγκαλιάζουν τον κ. Χανίγια ως επικεφαλής κράτους και διαιρούν τον παλαιστινιακό λαό και το παλαιστινιακό έδαφος».

Τους τελευταίους μήνες το Κατάρ αναμειγνύεται δραστήρια σε όλη την περιοχή: χρηματοδότησε τους εξεγερμένους στη Λιβύη συμμαχώντας με το ΝΑΤΟ για την ανατροπή Καντάφι, τροφοδοτεί με όπλα (μαζί με τη Σαουδική Αραβία) τους ισλαμιστές στη Συρία, ενώ διατηρεί στενούς δεσμούς με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους στην Αίγυπτο. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι εισήλθε στη Λωρίδα της Γάζας από τα σύνορα με την Αίγυπτο. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι η επίσκεψη αυτή έγινε αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από τη Χαμάς – μια οργάνωση που προήλθε από τη γόνιμη μήτρα των Αδελφών Μουσουλμάνων. Το μήνυμα που θέλησε να περάσει η ισλαμιστική οργάνωση ήταν κάτι παραπάνω από σαφές και απευθυνόταν στο σύνολο της αραβικής κοινής γνώμης: «Το μέλλον είμαστε εμείς και όχι η Παλαιστινιακή Αρχή». Η επίσκεψη έλαβε χώρα σε μια κρίσιμη περίοδο, καθώς η Χαμάς έκλεισε τα γραφεία της στη Δαμασκό, με την οποία διατηρούσε στενές σχέσεις.

Η επίσκεψη δεν κράτησε παρά έξι ώρες, είναι σίγουρο όμως ότι θα μείνει αξέχαστη στους έγκλειστους κατοίκους της Λωρίδας, ενώ ήταν και η πρώτη φορά που έκανε τόσο δημόσια εμφάνιση η σύζυγος του Χανίγια, Αμάλ, η οποία συνόδευσε τη σύζυγο του εμίρη Μόζαχ Μπιντ Νάσερ κατά την επίσκεψή της στο προσφυγικό στρατόπεδο Χαν Γιούνις και τη συνάντησή της με χήρες και συζύγους φυλακισμένων στο Ισραήλ.

Μια επίσκεψη που επιβεβαιώνει ότι το μικρό Κατάρ διατηρεί και διευρύνει τις γεωπολιτικές του φιλοδοξίες…

 

Τσερεζόλε Ε.

Εφημερίδα Αυγή 04/11/2012

ΣΥΡΙΑ: Προς ανακατατάξεις σε διάφορα «συμμαχικά» επίπεδα

Τουρκικός στρατός στη μεθόριο με τη Συρία

Σειρά ανακατατάξεων, που μπορεί να οδηγήσουν και στη διαμόρφωση νέων «συμμαχιών», φαίνεται ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ εκείνων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που έχουν συνταχθεί με τους αντικαθεστωτικούς. Οι ανακατατάξεις αυτές λίγο – πολύ είχαν προδιαγραφεί, τις τελευταίες βδομάδες, από την έντονη κινητικότητα που χαρακτήριζε τους κόλπους των αντικαθεστωτικών δυνάμεων.

Και επιβεβαιώθηκαν από τις πρόσφατες δηλώσεις της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, που ανοιχτά υποστήριξε ότι θα πρέπει «η συριακή αντιπολίτευση να γίνει πιο αντιπροσωπευτική, για να αντιμετωπίσει και τον κίνδυνο των εξτρεμιστών ισλαμιστών». Η Κλίντον άφησε να εννοηθεί ότι το «Εθνικό Συριακό Συμβούλιο», που στήθηκε μετά από πολύμηνες τουρκικές προσπάθειες με κορμό τους ισλαμιστές «Αδελφούς Μουσουλμάνους», δεν εκπροσωπεί την πλειοψηφία των ενόπλων οργανώσεων που δρουν εντός Συρίας και κατέστησε σαφές ότι οι ΗΠΑ θα προωθήσουν «νέες οργανώσεις και πρόσωπα», προκειμένου να συμμετάσχουν στη λεγόμενη πολιτική ηγεσία των αντικαθεστωτικών, με τρόπο τέτοιο που να εκφράζονται σε αυτήν όλες οι θρησκευτικές και εθνοτικές κοινότητες της χώρας.

Οι δηλώσεις Κλίντον, και μάλιστα 24ωρα πριν από άλλη μια συνάντηση αντικαθεστωτικών στην Ντόχα του Κατάρ όπου έχει προγραμματιστεί να εκλεγεί νέα ηγεσία του «Εθνικού Συριακού Συμβουλίου», πυροδότησαν έντονες αντιδράσεις από εκπροσώπους του. Ο επικεφαλής του, κουρδικής καταγωγής, Αμπντελμπασέτ Σεϊντά, κατηγόρησε την Κλίντον ότι προσπαθεί να μεταθέσει στους αντικαθεστωτικούς την «ευθύνη που έχει η διεθνής κοινότητα για το χάος που επικρατεί στη Συρία, εξαιτίας της απουσίας της και θρέφει τον εξτρεμισμό». Σκληρότερη γλώσσα χρησιμοποίησε ο εκπρόσωπος των Σύρων «Αδελφών Μουσουλμάνων», Ζουχάιρ Σάλεμ, ο οποίος «ανακάλυψε» προφανώς τώρα ότι «οι ΗΠΑ προσπαθούν να υπαγορεύσουν στους Σύρους αντικαθεστωτικούς τι πρέπει να κάνουν και να τους φτιάξουν κοστούμι».

«Αγκάθι» οι μισθοφόροι εξτρεμιστές

Εδώ και βδομάδες στους κόλπους των αντικαθεστωτικών ενόπλων δυνάμεων επικρατεί κινητικότητα. Το πρώτο σαφές δείγμα ήταν η κίνηση των εξτρεμιστικών ισλαμιστικών οργανώσεων να ανακοινώσουν ότι ενώνουν τις δυνάμεις τους υπό ένα κοινό μέτωπο συντονισμού και διοίκησης. Η δράση των οργανώσεων αυτών, στο συριακό έδαφος πλέον, είναι κοινός τόπος ακόμη και για τα κυρίαρχα ειδησεογραφικά δίκτυα, όπως είναι το BBC και το «Reuters», τα οποία ολοένα και περισσότερο θίγουν τη δυνατότητά τους να κυριαρχήσουν επί των άλλων ενόπλων οργανώσεων λόγω της εμπειρίας και της πειθαρχίας των μισθοφόρων τους.

Τα ακραία αυτά μορφώματα, που ελάχιστη σύνδεση έχουν με την ίδια τη συριακή κοινωνία, λαμβάνουν εξοπλισμό, χρήματα, επιμελητεία μέσα από δίκτυα που ελέγχουν κατά κύριο λόγο οι πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου. Η ολοένα πιο εκτεταμένη και ισχυρή παρουσία τους, καθώς και η απόφασή τους για συντονισμό, έδωσαν σε πολλούς την εντύπωση ότι ως ένα βαθμό επιδιώκουν να υπερκεράσουν τις ομάδες εκείνες των αντικαθεστωτικών που είτε εκφράζονται μέσα από το λεγόμενο Ελεύθερο Συριακό Στρατό, είτε από τα λεγόμενα Τοπικά Συντονιστικά Συμβούλια, δυνάμεις, που με τη σειρά τους, δεν εκπροσωπούνται επαρκώς στο Εθνικό Συριακό Συμβούλιο, παρά το γεγονός ότι το τελευταίο έχει, με δηλώσεις του, αποπειραθεί να «υιοθετήσει» ιδιαίτερα τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό ως «ένοπλο σκέλος» του.

Απόπειρα ξεχωριστής διείσδυσης από το Παρίσι

Το πεδίο επιρροής του στους αντικαθεστωτικούς προσπαθεί ξεκάθαρα να σταθεροποιήσει και να διευρύνει, με ολοένα δυναμικότερο τρόπο, και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός. Στα μέσα του περασμένου μήνα, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε τα «πολιτικά διοικητικά συμβούλια που εκλέχτηκαν» σε περιοχές κυρίως της βόρειας Συρίας, όπου εδώ και μήνες βρίσκονται εκτός του ελέγχου της Δαμασκού, τα οποία ανέλαβαν, κατά τις επίσημες ανακοινώσεις πάντα, την αντιμετώπιση των καθημερινών ζητημάτων στις περιοχές αυτές: δηλαδή τη λειτουργία σχολείων, νοσοκομείων, τη χορήγηση τροφίμων, φαρμάκων κ.λπ.

Πώς προέκυψαν τα συμβούλια αυτά, τι είδους εκλογές έγιναν και πώς «διοικούν» τις περιοχές αυτές, όπως επίσης, και το αν έχουν ή όχι ένοπλα σκέλη δεν έχει αποσαφηνιστεί. Είναι, όμως, σαφές ότι με τις πρωτοβουλίες αυτές ο γαλλικός ιμπεριαλισμός αποπειράται να αποκτήσει έρεισμα ξεχωριστό και διακριτό στους κόλπους των συριακών αντικαθεστωτικών, προκειμένου να αποκτήσει μεγαλύτερο λόγο όχι μόνο στην όποια «επόμενη μέρα» στη Συρία – κάτι που δεν κατάφερε απαραίτητα να κάνει στη Λιβύη παρά το ότι αποπειράθηκε να θέσει εαυτόν στην πρώτη θέση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης – αλλά και πιο βαρύνουσα άποψη εντός και των κόλπων ακόμη και των, στην παρούσα φάση, «φίλιων» ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Η «στροφή» της Ουάσιγκτον

Η δήλωση της Χίλαρι Κλίντον, πάντως, δεν ήρθε ως «κεραυνός εν αιθρία». Η δυσφορία των ΗΠΑ, και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, για την αδυναμία των συριακών αντικαθεστωτικών να σχηματίσουν ένα «ενιαίο μέτωπο» το οποίο, προφανώς, θα διευκόλυνε την προώθηση των σχεδιασμών τους για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, με όχημα τις εξελίξεις στη Συρία, αφού, εκτός της επίλυσης σειράς πρακτικών ζητημάτων, θα ήταν και πολύ πιο ελεγχόμενο, έχει διατυπωθεί πολλάκις. Όπως αποδεικνύεται μέρα με τη μέρα οι αντικαθεστωτικές οργανώσεις στη Συρία έχουν διαφορετικά κίνητρα και στόχους η καθεμία.

Στη δυστοκία αυτή έρχεται, τους τελευταίους μήνες, να προστεθεί η εντεινόμενη δράση των εξτρεμιστών ισλαμιστών μισθοφόρων – τζιχαντιστών – οι οποίοι θεωρούνται από πολλούς η κύρια δύναμη που συγκρούεται με τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις. Η παρουσία τους, αν και στο στρατιωτικό επίπεδο αποδεικνύεται κρίσιμης σημασίας, προκαλεί πονοκέφαλο σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ ή η Γαλλία που θέλουν να αποφύγουν το ενδεχόμενο να ελέγχουν τέτοιες δυνάμεις την «επόμενη μέρα» στη Συρία, καθώς με δεδομένη τη στρατιωτική τους υπεροχή θα έχουν και αυξημένο «λόγο» στα τεκταινόμενα, θέτοντας επί τάπητος τα δικά τους σχέδια τόσο για τη Συρία όσο και για την ευρύτερη περιοχή. Και για την ακρίβεια όχι απαραίτητα τα δικά τους σχέδια αλλά εκείνων που τις χρηματοδοτούν και που εντάσσονται στο ευρύτερο αντι-Ασαντ «στρατόπεδο», αλλά αυτό δε σημαίνει ότι μοιράζονται και τις ίδιες φιλοδοξίες με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες.

Στις εξελίξεις αυτές χαμηλούς τόνους, προς το παρόν, διατηρεί η Τουρκία, η οποία αν και αποτέλεσε τον οργανωτή, εμπνευστή και υποστηρικτή του «Εθνικού Συριακού Συμβουλίου», ενώ παρείχε το έδαφός της ως ορμητήριο και καταφύγιο στους αντικαθεστωτικούς ενόπλους, έχει αρχίσει να συναισθάνεται τις συνέπειες της ενεργότατης αυτής εμπλοκής μέσα από τους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, τους τζιχαντιστές που παρεισφρέουν στο έδαφός της, την αναθέρμανση της δράσης των Κούρδων του ΡΚΚ. Έτσι, παρά την απροκάλυπτη «υπόσκαψη» του δημιουργήματός της – Συμβούλιο – από τις δηλώσεις Κλίντον, η Αγκυρα απέφυγε, αρχικώς, να αντιδράσει.

Αντίθετα, η Μόσχα έσπευσε να επαναλάβει τις καταγγελίες ότι οι ΗΠΑ «δίνουν εντολές» για το πώς πρέπει να εξελιχθούν τα πράγματα, υποσκάπτοντας κάθε προσπάθεια πολιτικής λύσης. Η ρωσική ηγεσία, από τις αρχές της βδομάδας, είχε επιρρίψει την ευθύνη για την κατάρρευση της ολιγοήμερης εκεχειρίας που είχε προτείνει ο Μπραχίμι «στις δυνάμεις εκείνες που στηρίζουν τους αντικαθεστωτικούς, αλλά δεν άσκησαν την επιρροή τους για σεβασμό της κατάπαυσης πυρός». Είναι μάλλον προφανές ότι αρχίζει ένας νέος κύκλος κλιμάκωσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων με αιχμή τη Συρία και στόχο ολόκληρη την περιοχή, ο οποίος θα εκδηλωθεί και διπλωματικά, με αφορμή την κινεζική πρόταση για «σταδιακή ανά περιοχή εκεχειρία» και φαίνεται πολύ πιθανό να χαρακτηριστεί από όξυνση των διαγκωνισμών και μεταξύ «φίλιων δυνάμεων».

Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ

Εφημερίδα Ριζοσπάστης, 4 Νοεμβρίου 2012

Τουρκία – Ε.Ε: Σε νέα φάση;

 

«Η επίδοση της Τουρκίας αποτυπώθηκε σε όλες τις επισκέψεις»

ΣΑΜΠΑΧ, 2.11.2012
Άρθρο Τουλού Γκιουμουστεκίν

Το πιο κάτω άρθρο παρουσιάζει τη «νέα πρόταση» που έθεσε ο Πρωθυπουργός Έρντογαν αναφορικά με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Συγκεκριμένα στο περιθώριο της επίσκεψής του στη Γερμανία τις προηγούμενες μέρες, ο Έρντογαν ανέφερε ότι η χώρα του δεν ενδιαφέρεται να ενταχθεί στο ευρώ και προτιμά τη δημιουργία μιας διζωνικής/διπεριφερειακής Ε.Ε. Η Τουρκία, κατά τον Πρωθυπουργό, μπορεί να ενταχθεί σε μια τέτοια κοινότητα, έχοντας όμως και το πλεονέκτημα της δημιουργίας ελεύθερων εμπορικών ζωνών στη «δική της γεωγραφία», καθώς και τη δημιουργία μιας ξεχωριστής νομισματικής ένωσης. Μια τέτοια εξέλιξη – σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό – θα οδηγήσει σε μια στρατηγική συνεργασία μεταξύ της Ε.Ε και περιοχών από τα Βαλκάνια μέχρι τη Μέση Ανατολή, διαμέσου Τουρκίας. Ακολουθεί ολοκληρωμένη μετάφραση του άρθρου.

«Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Ερντογάν στην Γερμανία μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα σημαντικών εξελίξεων. Η πρώτη μου εντύπωση είναι ότι η γερμανική πολιτική ελίτ, φαίνεται να άρχισε πλέον να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως «ίσο εταίρο». Αρχές του έτους, η Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γερμανίας αποφάσισε επισήμως για πρώτη φορά μετά από μια 50ετή διαδικασία, ότι η ‘αναπτυξιακή στήριξη’ που παρείχε στην Τουρκία, έχασε πλέον την σημασία της και ότι η τουρκική οικονομία αποτελεί μια ‘ανεπτυγμένη οικονομία’.

Η επίδοση της τουρκικής οικονομίας και της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αποτυπώθηκε σε όλες τις επισκέψεις και συναντήσεις… Η ανθρώπινη πολιτική που ακολουθείται στο θέμα της φιλοξενίας πέραν των 100 χιλιάδων προσφύγων από την Συρία, ανέβασε πολύ την εικόνα και το κύρος της Τουρκίας. Ο Ερντογάν, τόσο με τη στήριξη της οικονομικής επίδοσης που παρουσιάζεται, όσο και με την εμπειρία της εξουσίας η οποία σταθεροποιείται σε κάθε εκλογή εδώ και 10 χρόνια, έδειξε ότι έχει γενικά αυτοπεποίθηση και ότι είναι ο κρατικός ηγέτης.

Το άνοιγμα του Ερντογάν

Ένα από τα στοιχεία που ανησυχούν περισσότερο ήταν το ποια θα είναι η στάση του Πρωθυπουργού όσον αφορά το θέμα των σχέσεων με την Ε.Ε. το οποίο δε συζητήθηκε καθόλου στο συνέδριο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Εδώ ο Ερντογάν υπογράμμισε μια ενθαρρυντική και εποικοδομητική όψη της Ε.Ε. η οποία ξάφνιασε ακόμα και τους πιο πιστούς οπαδούς της Ε.Ε.. Ο Πρωθυπουργός επεσήμανε ότι η ενοποίηση της Ε.Ε. κατάφερε εξαιρετικά πράγματα, όπως το μοντέλο της ειρήνης και της ενοποιημένης κοινότητας,προσθέτοντας ότι η Ε.Ε. θα βγει πιο δυνατή από την κρίση του Ευρώ και ότι πρέπει να αναγνωριστεί η ανιδιοτέλεια που επιδεικνύουν οι ηγέτες της Ε.Ε. όσον αφορά στη διαχείριση αυτής της κρίσης. Δήλωσε επίσης ότι το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης έπρεπε να είχε δοθεί στην Ε.Ε. από το στάδιο ακόμα της ενοποίησης της Ανατολικής με τη Δυτική Ευρώπη. Η προσέγγιση αυτή του Πρωθυπουργού, εκτός από το ότι είναι εποικοδομητική και τελείως αντίθετη με την γενική στάση που επικρατεί στα ΜΜΕ της Ε.Ε. η οποία επικρίνει κάθε βήμα γίνεται ενόψει της κρίσης, είναι εκθαμβωτική και έχει δημιουργήσει μια ωραία έκπληξη.
 
Το πραγματικό μήνυμα που έδωσε ο Πρωθυπουργός, συμβόλιζε ένα πολύ σημαντικό άνοιγμα στο οποίο πρέπει να σταθούμε. Ο Ερντογάν με το να πει ότι η Τουρκία δεν είναι υποψήφιο μέλος στην Ευρωζώνη αλλά υποψήφιο μέλος στην Ε.Ε., εξέφρασε μιαν πραγματικότητα την οποία όλοι είχαν σκεφτεί αλλά κανένας δεν μπόρεσε να δηλώσει επίσημα.
 
Στην πράξη δημιουργείται μια διζωνική/διπεριφερειακή Ε.Ε. Η Τουρκία, όπως και η Βρετανία, δεν έχει πρόθεση να εισέλθει στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (Ο.Ν.Ε.) η οποία αποτελεί τον πυρήνα της Ε.Ε. Σκοπεύει να χρησιμοποιήσει αυτό το σταθερό και εύπορο κέντρο της Ε.Ε. με σκοπό την δημιουργία μιας ζώνης Τουρκικής Λίρας ως μέρος μιας αποκλειστικής αγοράς και της Ε.Ε., για να αναπτύξει εμπορικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, την Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και τελικά με την κεντρική Ασία, καθώς επίσης για την διάδοση της δημοκρατίας και της ειρήνης.
 
Λόγω του ότι κανείς εντός της Ε.Ε. δεν είναι σίγουρος εάν η Βρετανία επιθυμεί να παραμείνει στην ενιαία αγορά, δεν έγινε ακόμη κατορθωτό να αρχίσουν σοβαρές θεσμικές διεργασίες για αυτό το σχέδιο της «διζωνικής Ε.Ε.».  Όπως και να έχουν τα πράγματα, τις περασμένες βδομάδες, οι δύο «ιδρυτικοί πατέρες» της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, ο  93χρονος πρώην Καγκελάριος, Helmut Schmidt και ο 86χρονος πρώην Πρόεδρος, V. Giscard d´Estaing, σε δηλώσεις τους στο περιοδικό Der Spiegel, είπαν, με την μεγάλη εμπειρία που διαθέτουν, ότι οι δηλώσεις του Ερντογάν περί αρχιτεκτονικής μιας διζωνικής Ε.Ε., είναι η μοναδική διέξοδος.

Δύο κρίσιμες επισκέψεις

Η πρόταση του Πρωθυπουργού θα ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Οι κύκλοι εντός της Ε.Ε. που αντιτίθενται στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., υπολόγιζαν ότι σε περίπτωση που η Τουρκία εντασσόταν στην Ε.Ε., τότε θα λάμβανε ισχυρή οικονομική στήριξη. Κάποιοι υπολογισμοί που έχουν γίνει μέχρι σήμερα καταδεικνύουν ότι η Τουρκία θα λαμβάνει ετησίως καθαρά ένα ποσό της τάξης μεταξύ 10 έως και 14 δις ευρώ, από τον προϋπολογισμό. Αντιπαραβάλλοντας το ποσό αυτό με τις εκατοντάδες δις ευρώ που διατέθηκαν για στήριξη των χωρών της Ε.Ε. που έχουν χρεοκοπήσει και τα τραπεζικά δάνεια που διαγράφηκαν με το ίδιο σκεπτικό, τότε η συμβολή αυτή στον προϋπολογισμό χάνει σήμερα τη σημασία της (υποβαθμίζεται). Όποιοι υπολογισμοί και να γίνουν από οικονομικής άποψης, θεωρείται επί τάπητος μια πολύ δυνατή πρόταση, βάσει της οποίας η Τουρκία δημιουργώντας ζώνες ελεύθερου εμπορίου στο έδαφός της, διευρύνει την αγορά της Ε.Ε. και παράλληλα δεν φιλοδοξεί την ένταξή της στο ευρώ, αλλά την απορρίπτει. Ο Πρωθυπουργός είπε ότι και αυτή η πρόταση δεν θα βρίσκεται αιωνίως στο τραπέζι, τονίζοντας ότι το 2023 θα είναι πολύ αργά.
 
Η Merkelσε σχέση με τις προηγούμενες επισκέψεις και δημοσιογραφικές διασκέψεις, χρησιμοποίησε διαφορετικό και πιο θετικό ύφος. Είπε ότι η Γερμανία δεν αλλάζει και δεν θα αλλάξει «την άποψη της περί συνέχισης των διαπραγματεύσεων». Ο τερματισμός της περιόδου διακυβέρνησης του Sarkozy στην Γαλλία, σηματοδότησε την εγκατάλειψη και της ανελέητης αντιπολίτευσης στην Τουρκία. 
 
Αυτή την περίοδο που οι δύο κινητήριες χώρες της Ε.Ε μοντάρουν, υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων εκ νέου την πολιτική τους για την Τουρκία, μπορεί τα τελευταία ανοίγματα του Πρωθυπουργού της Τουρκίας, να θέσουν σε εγρήγορση νέες εξελίξεις. Πιθανόν να μας δοθεί η ευκαιρία να δούμε τα πρώτα βήματα ως απτά αποτελέσματα στις επισκέψεις που αναμένεται να πραγματοποιήσει στην Γαλλία η Merkel το 2013».

Η Τουρκία και η συριακή κρίση

Συνέντευξη του Σωτήρη Ρούσσου
στην Αυγή της Κυριακής στις 14/10/2012

Οι σχέσεις Τουρκίας-Συρίας έχουν περάσει από διάφορες φάσεις. Αλήθεια, ποιο είναι το υπόβαθρο αυτών των σχέσεων;

Η Τουρκία αντιμετωπίζει τη Συρία ως “επιτηρούμενο” κράτος. Τα κύρια ζητήματα αντιπαράθεσης είναι το Κουρδικό και η διαχείριση των υδάτινων πόρων. Η Συρία δέχεται τα ύδατα του Ευφράτη από την Τουρκία, επομένως όλες οι τουρκικές “παρεμβάσεις” στη ροή των υδάτων (φράγματα κ.λπ.) έχουν άμεσο αντίκτυπο στους υδάτινους πόρους της Συρίας, ιδιαίτερα σε περιοχές πολύ σημαντικές για το καθεστώς, όπως οι πεδιάδες του Βορρά γύρω από το Χαλέπι που κατοικούνται κυρίως από σουνίτες. Η Δαμασκός απ’ την πλευρά της, μέχρι και τη σύλληψη του Οτσαλάν, χρησιμοποιούσε ως μέσο πίεσης της Άγκυρας τους Κούρδους του PKK που έβρισκαν καταφύγιο στο έδαφός της ή στην κοιλάδα Μπεκαά του Λιβάνου. Υπάρχει επίσης μια εδαφική διένεξη στην περιοχή της Αλεξανδρέτας, στα μεσογειακά παράλια της Συρίας, μια περιοχή που οι Γάλλοι παραχώρησαν το 1939 στους Τούρκους. Ωστόσο, μετά τη δεκαετία του ’90 η διένεξη αυτή ατόνησε.

Υπάρχει δηλαδή συγκρουσιακό υπόβαθρο, μια σχέση αμοιβαίας εχθρότητας;

Δεν είναι πάντα συγκρουσιακή η σχέση. Τουρκία και Συρία έχουν αναπτύξει ένα πολύ μεγάλο εμπόριο μεταξύ τους, παράνομο και νόμιμο, ενώ διέρχονται και αγωγοί πετρελαίου από και προς τις δύο χώρες. Η Τουρκία ωστόσο θέλει να είναι “πατερναλιστική” απέναντι στη Δαμασκό, θέλει να “ελέγχει” τις κινήσεις της. Θεωρώντας ότι η Συρία και η Ιορδανία είναι ένας “ζωτικός χώρος” για τη σύνδεση της Τουρκίας με τον αραβικό κόσμο, η κυβέρνηση Ερντογάν – Νταβούτογλου προχώρησε στη δημιουργία ζώνης ελευθέρων συναλλαγών με τις δύο χώρες, σε μια ενέργεια που ενίσχυσε σημαντικά την τουρκική οικονομία. Το όφελος αυτό έχει εξανεμιστεί πλέον για την Τουρκία μετά τον συριακό εμφύλιο.

Η Άγκυρα ισχυρίστηκε αμέσως ότι τα πυρά εναντίον της προέρχονταν από τις δυνάμεις του Άσαντ, όχι από εκείνες των αντικαθεστωτικών. Γιατί το καθεστώς του Άσαντ να θέλει να προκαλεί τώρα την Τουρκία; Επιθυμεί επέκταση της σύγκρουσης;

Όχι, δεν νομίζω. Είναι μια προειδοποίηση του Άσαντ προς την Τουρκία να μην εμπλέκεται στη σύγκρουση στο εσωτερικό της χώρας του. Το καθεστώς και αρκετοί αναλυτές θεωρούν πως η Τουρκία δημιουργεί ή επιτρέπει στο έδαφός της τη λειτουργία στρατοπέδων εκπαίδευσης του “Ελεύθερου Συριακού Στρατού”. Η προειδοποίηση του Άσαντ δεν σημαίνει ότι θα επιτεθεί στην Τουρκία. Θέλει να καταστήσει σαφές ότι η γειτονική χώρα θα υποστεί το κόστος σε περίπτωση που εμπλακεί περισσότερο στον συριακό εμφύλιο. Σαν να θέλει να πει «μπαίνετε σε μια μάχη με τον διάβολο και αυτή η μάχη θα γίνει και για σας κόλαση»… Όμως σ’ έναν πόλεμο σαν τον συριακό εμφύλιο δεν έχουμε σαφή εικόνα για τις ενέργειες των αντιμαχόμενων. Πιθανόν δεν πρόκειται για προβοκάτσια των αντικαθεστωτικών, αλλά δεν αποκλείεται πίσω από τις επιθέσεις κατά των Τούρκων να κρύβονται παραστρατιωτικές ομάδες αλεβιτών, πιστών στον Άσαντ, που δρουν αυτόνομα και θέλουν να εκδικηθούν την Τουρκία για την πιθανολογούμενη υποστήριξη που παρέχει στους αντάρτες. Άλλωστε, απ’ τη φύση των πυρών, όλμοι κι όχι πυρά πυροβολικού, φαίνεται ότι πρόκειται για όπλα που μπορεί να κατέχει οποιοδήποτε ομάδα.

Τι θα κερδίσει η Τουρκία από μια πιθανή πτώση του Άσαντ; Τι σχέσεις μπορεί να έχει με τη συριακή αντιπολίτευση και με τις πολιτοφυλακές που πολεμούν το καθεστώς;

Το ερώτημα αυτό έβαλαν και οι Τούρκοι στους εαυτούς τους… Στην αρχή η Τουρκία τήρησε επιφυλακτική στάση απέναντι στην εξέγερση. Ζήτησε από τον Άσαντ να προχωρήσει σε γενναίες μεταρρυθμίσεις ή ν’ αποχωρήσει. Με την πλήρη στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης, η Τουρκία κατανόησε ότι δεν μπορεί να υπάρξει Άσαντ μετά το τέλος της κρίσης. Εφόσον λοιπόν δεν “υπάρχει Άσαντ” την επόμενη ημέρα, δεν υπάρχει τίποτε που να κάνει την Άγκυρα να τον υποστηρίξει. Οι Τούρκοι θεωρούν πιθανά δύο σενάρια για την επόμενη φάση: ή ότι θα εκδηλωθεί εσωτερικό πραξικόπημα στο Μπάαθ και θ’ ανατραπεί ο Άσαντ ή ότι θα επικρατήσουν οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι που βρίσκονται εγγύτερα ιδεολογικά στο κυβερνών AKP και δεν υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ ή το Ιράν. Οι μόνοι φυσικοί σύμμαχοί των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Συρία σε περίπτωση επικράτησής τους, θα είναι οι Τούρκοι και οι Αμερικανοί. Πέρα απ’ την αντιαμερικανική ρητορική τους και ζητήματα θρησκευτικής συμπεριφοράς στην κοινωνία, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι τάσσονται όπως και το AKP του Ερντογάν υπέρ της ελεύθερης οικονομίας και των ξένων επενδύσεων…

Πιστεύουν οι Τούρκοι ότι τυχόν επικράτηση των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Συρία θα τους διευκόλυνε στην αντιμετώπιση του Κουρδικού;

Ναι, γιατί οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι είναι σουνίτες Άραβες, θέλουν να επικρατήσουν πολιτικά σε μια ενιαία και όχι διαμελισμένη Συρία και γι’ αυτό δεν έχουν καμία διάθεση να εμπλακούν σ’ έναν ανταγωνισμό με την Τουρκία για το Κουρδικό. Άλλωστε, ένα πιθανό μελλοντικό κουρδικό κράτος θα περιελάμβανε οπωσδήποτε κι ένα τμήμα της Συρίας…

Υπάρχει η άποψη ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ να υπερασπιστεί την Τουρκία έναντι του Άσαντ ανοίγει το παράθυρο της θερμής εμπλοκής της Β.Α. Συμμαχίας στο συριακό εμφύλιο μέσω παράπλευρης οδού. Πόσο βάσιμη είναι η άποψη αυτή;

Είναι πολύ βάσιμη. Θα μας ανησυχούσε σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο αν δεν υπήρχαν άμεσα οι αμερικανικές εκλογές. Ουδείς πρόεδρος που διεκδικεί επανεκλογή και βρίσκεται στον τελευταίο μήνα της προεκλογικής εκστρατείας του θα τολμούσε ένα τέτοιο βήμα, το οποίο έχει πιθανότητες 10%-20% να γυρίσει μπούμερανγκ εναντίον του, ειδικά τις πρώτες ημέρες. Σύμφωνα με πληροφορίες, ναυτικές δυνάμεις της Γαλλίας και των ΗΠΑ πέρασαν πρόσφατα το Γιβραλτάρ με κατεύθυνση τη βάση της Σούδας. Δεν γνωρίζουμε φυσικά αν θα χρησιμοποιηθούν σε πιθανή επέμβαση στη Συρία. Πάντως, η Ελλάδα δεν έχει πραγματικά κανέναν λόγο να εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία ή στο Ιράν. Οι Τούρκοι, από την πλευρά τους θα ήθελαν να δημιουργήσει το ΝΑΤΟ μια αποστρατικοποιημένη ζώνη στα σύνορα με τη Συρία που θα τους απέμπλεκε από τα θερμά μέτωπα και θα τους βοηθούσε να ελέγξουν τις κινήσεις των Κούρδων.

Την επομένη μιας πιθανής επίθεση του ΝΑΤΟ, θα υπάρχει ενιαία Συρία κι ένα νέο καθεστώς στη Δαμασκό;

Είναι σαφές ότι μια επίθεση του ΝΑΤΟ θα τελειώσει στρατιωτικά τον συριακό εμφύλιο στη σημερινή μορφή του. Οι δυνάμεις του Άσαντ είναι αδύνατο να αντιμετωπίσουν την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Όμως, η στρατιωτική ήττα του καθεστώτος δεν σημαίνει ότι θα τελειώσει οριστικά και ο πόλεμος. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η σύγκρουση να συνεχιστεί και να πάρει τη μορφή του πολέμου στον Λίβανο. Θα επηρεάσει αναμφίβολα και τη χώρα αυτή όπως και τη φιλοϊρανική Χεζμπολάχ που θα στριμωχθεί άσχημα, σε σημείο που θα πρέπει να δώσει μάχη μέχρις εσχάτων…

Πόσο πιθανό είναι το ενδεχόμενο ενός γενικευμένου πολέμου στη Μέση Ανατολή;

Είναι πιθανό εφόσον υπάρξει αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική επέμβαση στο Ιράν. Το Ισραήλ δεν μπορεί να δράσει μόνο του, αλλά και να το κάνει, δεν θα έχει αποτέλεσμα. Θα πρέπει να υπάρξουν εκτεταμένοι βομβαρδισμοί μακράς διαρκείας με την άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ.

“Sıfır sorun politikası”nın gerçek yüzünün ortaya çıkması

İstanbul’daki Topkapı Saray’ının ana giriş kapılarından biri olan Bab-ı Hümayun’un sağ tarafında “Hakk’ın yeryüzündeki gölgesi”, sol tarafında ise “mazlumların sığınağı” yazılıdır. Osmanlı Sarayı’nın bu mermer kitabeleri Bâb-ı Âli’nin birkaç asır önce yaygınlaşmasını üstlenmiş olduğu “adalet ve ahlak” hakkında imparatorluğun yayılmacı bir anlayışına doğrudan gönderme yapmaktadır. Türk dış politikasının geniş ideolojik çerçevesi içerisinde ele alındığında, bu ifadelerin, daha öncesine nazaran çok daha güncel oldukları görülmektedir. Ancak Türk dış politikasının ve ülkemiz açısından bu politikanın sonuçlarının yol açtığı çıkmazların yorumlanmasına yönelik bir çabada, çoğunun hatta somut bir içerik dahi vermeksizin “yeni Osmanlıcılık” diye adlandırdıkları kavramın tek çerçeve olarak kullanılması yanlış olur. Eğer hedef Türk dış politikasının yapısal sorunlarının çok yönlü bir biçimde incelenmesi ise, o zaman başka hususların yanı sıra, son yıllarda Türkiye’yi yöneten siyasi İslam’ın temel dünya görüşünün analizinin de yapılması gerekir. 

AKP Türkiyesi’nin en önde gelen taleplerinden biri küresel yapıların, İslamcı kültürü ve onun coğrafyasını içerecek bir biçimde yeniden biçimlenmesidir. Yani Türk hükümetine göre kendisinin temsil edebileceği görüşünde olduğu bölgeleri içerecek bir biçimde yeniden biçimlenmesidir.  Bu hedefin iki temel ekseni vardır. Birinci eksende, Ankara 21. Yüzyılın yeni güçler dengesini yansıtacak şekilde dünya tarihinin yeni bir “yorumunu” hedeflemektedir. Kısacası İslam kültürünün ve Doğu’nun çağdaş evrensel kültürün bir parçası olarak öne çıkmasını talep etmektedir. Kısa bir süre önce İstanbul Küresel Forumu’nda Erdoğan bunu “İnsanlığın geçmişi Avrupa’dan, Amerika’dan ibaret değildir. Asya, Afrika, Orta Doğu, Balkanlar, Latin Amerika ve dünyanın diğer bölgelerindeki insanların da tarih anlatımında adaletli bir şekilde yerlerini almaya hakları var” diyerek vurgulamıştır.

İkinci eksende ise, Türkiye İslami dünyanın, en azından kendisinin temsil ettiğini ileri sürdüğü kısmın küresel siyasi ve ekonomik süreçlere entegre edilmesini talep etmektedir. Bu yaklaşımda, Batı’nın artık dünyanın merkezini teşkil etmediği inancı saklıdır. Sanayi üretimi ve ticaret, dolayısıyla da uluslararası sermayenin önemli bir kısmı güç dengelerini beraberinde sürükleyerek ve “eski periferi”de yeni iktidar merkezleri yaratarak, Doğu’ya doğru kaymaktadır. Son yıllarda Türkiye’nin, G-20’ler örneğini öne sürerek, BM’nin yapısının değiştirilmesi gerektiğini vurgulaması hiç de tesadüfî değildir. Dolayısıyla Ankara’nın talebi uluslararası ilişkilerin ve ekonominin içeriğinin değiştirilmesi değil, İslami dünyanın entegrasyonu ile genişletilmesidir.

Bu iki temel eksen teorik düzeyde kalmadı. Tam aksine, “sıfır sorun” sloganı altında Türkiye bunları özellikle eski Osmanlı coğrafyasında, Orta Doğu’da, Kuzey Afrika’da ve Balkanlar’da, yani tarihsel ve kültürel erişimlere sahip olduğu görüşünde olduğu somut bir bölgede uygulamaya sokmayı hedefledi. “Yumuşak güç” (soft power) aracılığıyla, askeri dayatmanın yerini açık diplomasi ve geniş Orta Doğu bölgesinde bir “Türk rüyasının” alınıp satılmasının almasıyla, yaptıklarının meşrulaştırılmasını arttırarak, Türk hükümeti “kendi” sosyoekonomik ve siyasi çağdaşlaşma modelini ihraç etmek için önündeki tüm engelleri kaldırmayı hedefledi.

Bu noktada bazı çelişkiler ortaya çıktı. Sıfır sorun doktrini komşularla barış doktrini değildi, bilakis nüfuzunu arttırmak için bir araçtı. Bölgedeki değişikliklerin ve aynı zamanda Ankara’yı artık karakterize eden kibirliliğin yeni engeller yaratması sonucunda, “yumuşak gücün” ardından şimdi Türkiye-Suriye sınır bölgesinde “sert” askeri ifadenin ortaya çıktığı görülüyor.

Maalesef bölgede rekabetler derinleşiyor. “Resmi” açıklamalarla koyulmaya çalışılan çerçevelerin dışında ve ötesinde, kurbanları yine bölge halkları olan ilan edilmemiş bir savaş yaşanıyor.  Tüm bu nedenlerden dolayı, Türkiye’de hâkim olan anlayışları anlamak için bugün daha yoğun bir çaba gösterilmelidir. Böylesi bir çaba ülkemizin ve halkımızın yeniden birleşmesi hedefine olumlu yönde katkıda bulunarak, işgal altındaki bölgede hâkim olan karmaşık süreçlerin gerçek yüzünün ortaya çıkarılmasında da yardımcı olacaktır.

 

Νikos Muduros

Yeni Düzen Gazetesinde yayınlanmıştır, 29.10.2012