Ημερίδα: Το Μέλλον της Κυπριακής Εξωτερικής Πολιτικής

ΠΕΜΠΤΗ 24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2013

 

Το συνέδριο θα διεξαχθεί στην Ελληνική γλώσσα

18:00-18:20 Xαιρετισμός

Δρ. Μάριος Ευθυμιόπουλος, Πρόεδρος Strategy International
& Εκπρόσωπος Υπουργείου Εξωτερικών Κύπρου

18:20-19:40 Session 1:
Current Challenges, Future Threats:
Chair: Dr. Marios Efthymiopoulos

Subject:
The fiscal, social and ongoing crisis, geopolitical and strategic changes, ongoing emerging regional security challenges occurring in and around the European and Middle East region and around Cyprus, requests new abilities, capacities and deliverables. More cooperation, applicability innovation and threat assessments are needed. Speakers will introduce the subject at hand on current and future challenges and will propose issues for consideration about the future of Cyprus its role to the Middle East, relations with Turkey, Israel the Arab States and the possibility of establishing Euro-Atlantic Relations.

Each Speaker: 15 minute speech. The discussion & main questions will be led by the session coordinator.

Speakers:

Representative of Mr. Anastasiadis, Tasos Mitsopoulos (MP) DISY Cyprus(TBC)
Representative of Mr. Malas, Takis Hatzigeorgiou (MEP) AKEL Cyprus
Representative of Mr. Lillikas, Michael Kontos

19:40-19:50 Break

19:50-20:50 Session 2:
Strategic Challenges. Tactical Issues, Foreign Policy
Chair: Journalist (TBC)

Subject:
The Challenges lying ahead require agile and tactically prepared countries as well as strategic Knowledge. The fiscal crisis is directed and affecting all both collectively and personally. The future of a successful foreign and security policy, national or organizational of Cyprus, depends on the specialization of goods and services. In this session we will be looking at the Future Strategic framework of foreign and security affairs around Cyprus.
Each Speaker: 12 minute speech. The discussion & main questions will be led by the session coordinator.

Speakers:

Marios Efthymiopoulos, President Strategy International
Nikos Moudouros, Advisor to the President of Cypruson Turkish Affairs
Sotiris Serbos, Assistant Professor of Politics Universityof Thrace
Zenonas Tziarras, PhD Candidate University of Warwick

20:50-21:00 Closing Remarks

-End of Conference-
 
 
 
 

Τουρκικός νεοφιλελευθερισμός σε κυπριακή διάλεκτο: Ρήξη και αντιπαράθεση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα

 

Του Νίκου Μούδουρου
Μέλους Επιστημονικού Συμβουλίου Προμηθέα

Αναζητώντας απαντήσεις γύρω από την αλλαγή που βιώνει η Τουρκοκυπριακή κοινότητα σχεδόν εννέα χρόνια μετά τα δημοψηφίσματα του 2004, ιδιαίτερα σε σχέση με την στρατηγική της κυβέρνησης της Τουρκίας, εύκολα μπορεί να καταλήξει κάποιος στο συμπέρασμα ότι είμαστε ενώπιον μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας. Γινόμαστε μάρτυρες της σταδιακής δημιουργίας ενός νέου πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Η συνεπής μελέτη αυτής της εξέλιξης μπορεί να βοηθήσει περαιτέρω στην κατανόηση της θέσης της Κύπρου στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Μπορεί επίσης να συμβάλει στην ανάδειξη της σχέσης που αναπτύσσεται μεταξύ των εσωτερικών δυναμικών της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με την Τουρκία, αλλά και των τουρκοκυπριακών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών πεδίων στα οποία παρεμβαίνει η Άγκυρα και προκαλεί αντιπαραθέσεις. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι μέσα από την παρακολούθηση των σημερινών εξελίξεων μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα αναφορικά με τις ρήξεις και τις αντιπαραθέσεις μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Τουρκίας, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε μια προσπάθεια αναθεώρησης της σχέσης τους.

Μετά την αποτυχία λύσης του Κυπριακού στα δημοψηφίσματα του 2004 εμφανίζονται πολλές και διαφορετικές αναζητήσεις τόσο στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, όσο και στην Τουρκία. Στο σημείο αυτό ένα από τα βασικότερα στοιχεία καθορισμού των εξελίξεων σε σχέση με τις εσωτερικές δυναμικές της Τουρκοκυπριακής κοινότητας ήταν η ανακήρυξη του στάτους κβο στα κατεχόμενα (της «ΤΔΒΚ») από πλευράς της κυβέρνησης Έρντογαν σε «μη βιώσιμο και μη λειτουργικό». Τρεις βασικοί άξονες φαίνεται να επηρέασαν τη συγκεκριμένη αξιολόγηση της κατάστασης στα κατεχόμενα: Από τη μια, η μαζική κινητοποίηση της Τουρκοκυπριακής κοινότητας υπέρ του Σχεδίου Ανάν και η σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση με τις δυνάμεις Ντενκτάς γέννησε ένα νέο κύμα ιδεολογικής απονομιμοποίησης του ψευδοκράτους. Από την άλλη, η επικράτηση της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης τότε, έφερε ξανά στο προσκήνιο τον προβληματικό χαρακτήρα του αποκλεισμού της κοινότητας από την παραγωγική διαδικασία και την ολοκληρωτική της εξάρτηση από την Τουρκία με τη μορφή διοχέτευσης κονδυλίων για «να πληρωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι». Ο τρίτος άξονας ήταν η μη προσαρμογή της δομής  που κυριάρχησε στα βόρεια εδάφη της Κύπρου από την εισβολή του 1974 και μετά, με τη νέα κοινωνικό-πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας.

Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης Έρντογαν να προχωρήσει στο μετασχηματισμό των κατεχόμενων, ήταν μεταξύ άλλων και αποτέλεσμα της ωρίμανσης του ίδιου του τουρκικού κεφαλαίου σε σημείο που να μπορεί πλέον να καθορίζει νέες στρατηγικές και να τις εξάγει. Με λίγα λόγια, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και οι δυνάμεις που το στηρίζουν, ως οι γνήσιοι φορείς της σταθεροποίησης του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της Τουρκίας μετά την κρίση του 2001, δεν επιθυμούσαν την ύπαρξη μιας δομής με «ξένο» προς αυτούς περιεχόμενο και συνεπώς «φυγόκεντρο» ως προς τη δική τους οικονομική και πολιτική εξουσία. Από ένα σημείο και μετά η δομή των κατεχομένων μετατράπηκε σε «παραφωνία» σε σχέση με τη νέα οικονομική και πολιτική δομή του «κέντρου» (Τουρκία).

Έτσι το «καθεστώς τροφίμων», όπως αντιλαμβάνεται το ΑΚΡ τους Τουρκοκύπριους, θα έπρεπε να αλλάξει και να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Ο πρώτος και πιο εμφανής στόχος της κυβέρνησης ΑΚΡ αναφορικά με την εσωτερική δομή της Τουρκοκυπριακής κοινότητας κατά την περίοδο που ακολουθεί τα δημοψηφίσματα το 2004, ήταν η πλήρης ανατροπή των δεδομένων που δημιούργησε η δομή του 1974 και του 1983 με την ανακήρυξη του ψευδοκράτους και η αντικατάστασή τους με μια «νέα τάξη πραγμάτων». Επομένως η σταδιακή διάλυση του «παλαιού στάτους κβο» συνοδεύεται τώρα από την οικοδόμηση ενός νέου[1], το οποίο φέρει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και επηρεάζει καθοριστικά όλες τις πτυχές της ζωής της Τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Το βαθύτερο περιεχόμενο της αλλαγής είναι ο νεοφιλελευθερισμός με τα κεντρικά του χαρακτηριστικά όπως η λεγόμενη καλή διακυβέρνηση, η δημοσιονομική πειθαρχία, η μείωση των ελλειμμάτων, η ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα[2]. Η τουρκική κυβέρνηση, πέραν της ούτως ή άλλως βαθιάς αφοσίωσής της σε αυτό το μοντέλο διαχείρισης, εκμεταλλεύεται τη δομική σχέση με τα βόρεια εδάφη της Κύπρου (την παρουσία της ως κατοχική δύναμη και επομένως κυρίαρχη) και παρεμβαίνει σε όσο το δυνατό περισσότερους τομείς της οικονομίας και της πολιτικής των Τουρκοκυπρίων. Σταδιακά μετατρέπεται σε μια μορφή Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, παραχωρεί τα κονδύλια, καθορίζει τους προσανατολισμούς τους και ελέγχει την υλοποίηση των σχεδιασμών[3]. Στο μεταξύ επιδιώκει να αλλάξει και την πολιτική διαδικασία με τρόπο που να διευκολύνεται ο προαναφερθέν στόχος.

Το κυριότερο ίσως χαρακτηριστικό των τρίχρονων οικονομικών πρωτοκόλλων μεταξύ Τουρκίας και κατεχομένων, με πιο πρόσφατο αυτό της περιόδου 2013-2015, είναι η «ενοχοποίηση του κράτους», η επιδίωξη δραστικής απόσυρσής του από την οικονομία και η ενίσχυση της δραστηριότητας του ιδιωτικού κεφαλαίου που στη συγκεκριμένη σχέση είναι το τουρκικό. Έτσι ένα πολύ σημαντικό σημείο πολιτικής στο κείμενο των πρωτοκόλλων είναι η ανατροπή των μέχρι σήμερα υφιστάμενων ισορροπιών στο «δημόσιο», μέσα από τη μείωση προσωπικού και μισθών, την αύξηση των ορίων αφυπηρέτησης, αλλά και την αμφισβήτηση της συνδικαλιστικής οργάνωσης[4].

Λαμβανομένης υπόψη της σχετικά καλής οργανωτικότητας του τουρκοκυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος και της πολιτικοποίησης των αιτημάτων του σε αρκετές περιπτώσεις, οι προσπάθειες αποδυνάμωσης των συντεχνιών αποχτούν πλέον στρατηγικό χαρακτήρα για το ΑΚΡ. Το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα της επίθεσης που δέχονται οι τουρκοκυπριακές συντεχνίες είναι οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν εναντίον των συνδικαλιστών της συντεχνίας εργαζομένων στην τοπική αυτοδιοίκηση (BES) μετά τις κινητοποιήσεις τους στα τέλη Δεκεμβρίου του 2012. Συγκεκριμένα, μετά τα γεγονότα που οδήγησαν σε συλλήψεις συνδικαλιστών στις 27 Δεκεμβρίου 2012, τα στελέχη της συντεχνίας κατηγορήθηκαν για «παράνομη σύναξη-συγκέντρωση» για την οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και ένα χρόνο, καθώς και για «ανταρσία-στάση» για την οποία προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 χρόνια[5]. Αυτές οι δύο κατηγορίες δεν λειτούργησαν σε παρόμοια γεγονότα κινητοποιήσεων και διαμαρτυριών εδώ και κάποιες δεκαετίες. Συνεπώς η επίθεση αυταρχικότητας που δέχεται το τουρκοκυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα, αποτελεί σοβαρή ένδειξη του γενικότερου χαρακτήρα των μέτρων που θα ακολουθήσουν στην πορεία μετασχηματισμού.   

Ένα δεύτερο σημείο της στρατηγικής στο πρόγραμμα που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση είναι η ανάπτυξη των ιδιωτικοποιήσεων και παράλληλα η επιβολή των συνθηκών εργασίας του ιδιωτικού τομέα ως του βασικού κανόνα και γνωρίσματος γενικά των εργασιακών σχέσεων[6]. Η προσπάθεια αυτή γίνεται με βασικό φορέα το τουρκικό κεφάλαιο, το οποίο κάνει πιο έντονη την παρουσία του μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις. Όπως είναι γνωστό οι τουρκοκυπριακές αερογραμμές και το αεροδρόμιο της Τύμπου έχουν ιδιωτικοποιηθεί, ενώ άρχισε και η διαδικασία πώλησης της αρχής ηλεκτρισμού. Μάλιστα η περίπτωση της αρχής ηλεκτρισμού είναι χαρακτηριστική του εξαναγκασμού της εν λόγω αρχής σε πώληση. Χαρακτηριστικά από την 1η Ιανουαρίου του 2011 οι οφειλές προς τον συγκεκριμένο οργανισμό από «κρατικά» τμήματα, δημαρχεία, πανεπιστήμια και τζαμιά είναι 311 εκατομμύρια τουρκικές λίρες (περίπου 115 εκατομμύρια ευρώ). Την ίδια στιγμή στον προϋπολογισμό του «κράτους» για πληρωμές προς την αρχή για το 2013, αντί των 43 εκατομμυρίων τουρκικών λιρών που αξίζει η κατανάλωση των «κρατικών» τμημάτων προβλέπεται η παραχώρηση μόνο 24 εκατομμυρίων[7]. Έτσι η αρχή ηλεκτρισμού μπορεί να παρουσιαστεί πιο εύκολα ως χρεοκοπημένη και ζημιογόνα.  

Η «ειρωνεία της ιστορίας» στην υπόθεση σταθεροποίησης του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού των κατεχομένων, έγκειται στο γεγονός ότι το ΑΚΡ προκρίνει την μετατροπή του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (UBP) ως του βασικού τουρκοκυπριακού φορέα της εν λόγω αλλαγής. Δηλαδή η αναζήτηση του πολιτικού Ισλάμ ως προς το ποια δύναμη θα μιλήσει την κυπριακή διάλεκτο του τουρκικού νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνεται στο κόμμα εκείνο που από το 1976 και μετά ήταν ο στυλοβάτης της οικοδόμησης του «παλαιού καθεστώτος». Το σημαντικό στην πιο πάνω αντίφαση εξάγεται κυρίως από την «αναγκαιότητα» για μετασχηματισμό και του ίδιου του πολιτικού-κομματικού φορέα[8]. Σήμερα το μεγάλο κόμμα της τουρκοκυπριακής Δεξιάς μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο εσωτερικής σύγκρουσης με δύο βασικά μέτωπα: Από τη μία είναι ο ανταγωνισμός εξουσίας μεταξύ πρωταγωνιστών. Από την άλλη όμως είναι η μάχη που διεξάγεται για την προσαρμογή ή την σύγκρουση με το νέο καθεστώς που δημιουργείται. Συμπληρωματικό στοιχείο στις πιο πάνω διαδικασίες είναι και ο «εισαγόμενος» θρησκευτικός συντηρητισμός από την Τουρκία, ο οποίος εκφράζεται μέσα από την αύξηση των τζαμιών και των ισλαμικών οικοδομικών συγκροτημάτων, την ενίσχυση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, μέχρι και την εμφάνιση των λεγόμενων συντηρητικών ξενοδοχείων που στοχεύουν στην ενθάρρυνση του «εναλλακτικού τουρισμού» των πιστών Μουσουλμάνων.    

Συμπερασματικά λοιπόν, αυτή η περίοδος αναδεικνύει νέα ερωτήματα σε σχέση με τις αντιπαραθέσεις που ακολουθούν. Ενώ το οικονομικό σκέλος του μετασχηματισμού ολοκληρώνεται με την εφαρμογή των τρίχρονων πρωτοκόλλων, το πολιτικό και ιδεολογικό του σκέλος χαρακτηρίζονται από ρήξεις. Η εσωτερική αντιπαράθεση στο UBP δε φαίνεται να έχει εύκολο τέλος, αλλά αντίθετα να αφήνει πίσω της «πληγές». Παράλληλα, η προσπάθεια εξισλαμισμού του δημόσιου χώρου βρίσκει στο παρόν στάδιο ισχυρές αντιστάσεις. Όμως είναι γεγονός ότι η αντιπολίτευση αυτή τη στιγμή δε χαρακτηρίζεται από την υιοθέτηση ενός συνολικού εναλλακτικού προγράμματος. Δεν έχει απαντήσει ακόμα με ολοκληρωμένο τρόπο στα ερωτήματα που προκύπτουν από το μεγάλο θέμα της αναθεώρησης των σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία. Επιπρόσθετα, παρά τον διάλογο που υπάρχει κυρίως μεταξύ των πολιτικών κομμάτων της ευρύτερης Αριστεράς και του συνδικαλιστικού κινήματος, οι διάφορες τάσεις στην τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση δεν κατάφεραν να φτάσουν σε κοινές πολιτικές θέσεις που να αγγίζουν και το βασικότερο όλων: την επίλυση του Κυπριακού. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση των αντιπαραθέσεων στα πιο πάνω πεδία και με δεδομένη την κυρίαρχη θέση της Τουρκίας, θα πρέπει να αναμένεται ότι και το 2013 θα είναι χρονιά κινητικότητας ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Ο βαθμός έντασης και το περιεχόμενο θα επηρεαστούν και από τις εξελίξεις στο Κυπριακό.   

 

11 Ιανουαρίου 2013
 
 

Δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Ερευνών Προμηθέας
http://www.inep.org.cy/index.php/en/forums/kypriako/352/#352


[1] Emine Tahsin, “Kuzey Kıbrıs’ta ‘yeni statüko’ya doğru”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.
[2] Mertkan Hamit, “Alternatif Ekonomi için Düşünmek”, Gaile, Τεύχος: 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[3] Umut Bozkurt, “KKTC’nin IMF’si, vahşi kapitalizm ve beslemeleri”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.
[4] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[5] Cemre İpçiler, “Polis’in yeni keşfi”, www.yargilaniyoruz.org, 3.1.2013. Είσοδος στις 7.1.2013.
[6] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[7] Umut Bozkurt, “Kriz, ekonomik protokol ve alternatif bir ekonomik strateji üzerine…”, Gaile, Τεύχος 194, 29 Δεκεμβρίου 2012.
[8] Emine Tahsin, “Kuzey Kıbrıs’ta ‘yeni statüko’ya doğru”, εφημ. SOL Bakış, 15 Δεκεμβρίου 2012.

Η Τουρκία το 2013… με το βλέμμα στο 2014

Σχεδόν όλοι οι πολιτικοί και οικονομικοί πρωταγωνιστές στην Τουρκία σχεδιάζουν τους επόμενους κεντρικούς τους στόχους στη βάση του σεναρίου ότι το 2014 Πρόεδρος της χώρας θα είναι ο Ταγίπ Έρντογαν. Το συγκεκριμένο σενάριο βέβαια λαμβάνει υπόψη μια πολύ σημαντική παράμετρο για ολόκληρη την σύγχρονη τουρκική ιστορία που δεν είναι άλλη από την πιθανότητα μετάβασης σε προεδρικό ή ημιπροεδρικό σύστημα.

Η συνέχιση των συζητήσεων για το νέο Σύνταγμα της Τουρκίας θα καταδείξει σύντομα εάν τελικά θα υλοποιηθεί ο διακηρυγμένος στόχος του κυβερνώντος ΑΚΡ για προεδρικό σύστημα. Όμως είναι γεγονός ότι με ή χωρίς συνταγματικές αλλαγές, η πιθανότητα εκλογής στο προεδρικό αξίωμα ενός πολιτικού όπως ο Έρντογαν και μάλιστα με απευθείας εκλογή από το λαό (για πρώτη φορά), αποτελεί εξέλιξη μιας «ντε φάκτο» συγκέντρωσης περισσότερων εξουσιών στο πρόσωπό του. Αποτελεί παράλληλα μια δυναμική περαιτέρω εγκαθίδρυσης του συντηρητισμού που διέπει αυτή τη στιγμή το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ.

Με βάση τις εξελίξεις του έτους που πέρασε, το σημείο καμπής για υλοποίηση των στόχων του ΑΚΡ αναφορικά με το πολιτειακό σύστημα της χώρας, δεν είναι η χρονιά των προεδρικών εκλογών, αλλά το 2013. Φαίνεται ότι ο χρόνος που μόλις αρχίζει, μπορεί να καθορίσει πολλά στην Τουρκία, ίσως και για την επόμενη δεκαετία.

Σε πρώτο πλάνο μπαίνει η οικονομική κατάσταση. Έστω και αν δημοσίως δεν έχουν εκφραστεί οι όποιες ανησυχίες από τον Πρωθυπουργό, εντούτοις γίνεται αντιληπτό ότι οι παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις απασχολούν έντονα την τουρκική κυβέρνηση. Οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας συνεχίζουν να είναι θετικοί, με σαφέστατη μείωση, ενώ το «αιώνιο πρόβλημα» της ανεργίας συνεχίζει να δημιουργεί τις προοπτικές φυγόκεντρων δυναμικών. Σε αυτό το επίπεδο καταγράφεται μια πρώτη κοινωνική δυσαρέσκεια, η οποία μέχρι στιγμής δεν αντικατοπτρίζεται στα ποσοστά στήριξης της κυβέρνησης. Σύμφωνα με τις μηνιαίες έρευνες του ΑΚΡ, το κυβερνών κόμμα συνεχίζει να συγκρατεί ποσοστά της τάξης του 50% και χωρίς καμιά αντιπολιτευτική κίνηση αξίας μέσα από την Εθνοσυνέλευση. Ο Έρντογαν όμως γνωρίζει καλά ότι πιθανές οικονομικές ανατροπές και αστάθεια θα αντικατοπτριστούν αρνητικά στην πορεία του προς τον προεδρικό θώκο.

Σε ένα δεύτερο πλάνο, το 2013 θα καθορίσει πολλά και για το Κουρδικό. Ήδη το 2012 μπορεί να καταγραφεί ως η χρονιά που το ένοπλο και πολιτικό κουρδικό κίνημα επιδίωξε και εν πολλοίς κατάφερε να συγκρατήσει την κοινωνική του στήριξη εντός Τουρκίας. Το κουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας πήρε ήδη τη θέση του ως ο ισχυρότερος αντίπαλος της κυβέρνησης Έρντογαν. Την ίδια στιγμή οι Κούρδοι φαίνεται να επεκτείνουν την πολιτική τους επιρροή σε μια ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής μέσα από ανακατατάξεις σε Συρία και Ιράκ. Σε αυτό το πλαίσιο δε θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι μεγάλο κομμάτι της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής κατά το 2013 θα έχει στο επίκεντρό του, τους τρόπους αντιμετώπισης του αυξανόμενου ρόλου των Κούρδων στην περιοχή σε συνδυασμό με την έναρξη «ανεπίσημων» συνομιλιών με τον ιστορικό ηγέτη του ΡΚΚ, Αμπντουλλάχ Οτζαλάν. Το τέλος αυτής της διαδικασίας θα σηματοδοτηθεί με την βούληση (ή όχι) του ΑΚΡ για αποδοχή περισσότερης αυτονομίας των κουρδικών περιοχών.

Φυσιολογικά, στο μεγάλο κάδρο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής για το 2013 μπαίνει και το Κυπριακό. Η ευρύτερη στρατηγική του ΑΚΡ τα τελευταία χρόνια θέτει στο επίκεντρό της την αλλαγή του στάτους κβο σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, δεδομένο που επηρεάζει συνολικά και το πολιτικό μας πρόβλημα. Οι γενικότερες ανακατατάξεις στην περιοχή, αλλά και οι εξελίξεις που αναμένονται στον διαφοροποιημένο πλέον άξονα Τουρκίας-Ε.Ε, δημιουργούν και τις δυναμικές κινητικότητας της Τουρκίας στο Κυπριακό πρόβλημα.

Η κινητικότητα θα αυτή φαίνεται καταρχήν να σημειώνεται σε δύο άξονες: Ο πρώτος είναι το τραπέζι των συνομιλιών. Εδώ η Άγκυρα επιδιώκει την επισημοποίηση μιας νέας διαδικασίας με χρονοδιαγράμματα και διευρυμένες συνομιλίες που να εγγυούνται την αλλαγή των ισορροπιών με βάση την κατάσταση Ελλάδας-Τουρκίας. Παράλληλα θα πρέπει να αναμένεται εντατικοποίηση της πίεσης για «σκέψεις εκτός πλαισίου» με το επιχείρημα ότι η ομοσπονδία συζητείται για δεκαετίες χωρίς αποτέλεσμα. Ο δεύτερος άξονας είναι το ίδιο το κυπριακό έδαφος. Σε αυτό το σημείο, θα υπάρξει εντατικοποίηση στην αναβάθμιση των υποδομών των κατεχομένων, ενώ θα επιδιωχθεί η σταθεροποίηση της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού των δομών μέσα από το νέο τρίχρονο πρωτόκολλο 2013-2015. «Αστάθμητος παράγοντας» θα είναι για μια ακόμη φορά οι αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης και το αποτέλεσμα πιθανής πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Δηλαδή ένας παράγοντας, η επιρροή του οποίου δε θα πρέπει να υποτιμηθεί στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσίευση στην CyprusNews.eu, 7 Ιανουαρίου 2013
http://cyprusnews.eu/nikos-moudouros/832776—-2013—–2014—-.html

«Χαιρετίσματα στον Χριστόφια από τους δημοτικούς υπαλλήλους μας»

afrika logosuΑΦΡΙΚΑ, 4.1.2012

Άρθρο Şener Levent:

Είσαι ενήμερος, σύντροφε Χριστόφια;

Οι δημοτικοί υπάλληλοι μας θέλουν να σε επισκεφθούν.

Δεν φτάνουν τα δικά σου…

Τώρα θα σου φορτώσουν και τα δικά τους…

Κι αν θελήσουν να’ ρθουν, δεν μπορείς να τους το αρνηθείς…

Δεν είσαι ο Πρόεδρος ολόκληρης της Κύπρου; Ο Πρόεδρος όλων μας;

Πρέπει να τους αγκαλιάσεις κι αυτούς…

Εξάλλου, με κάθε ευκαιρία δεν διαλαλείς ότι «και οι Τ/κοι είναι συμπολίτες μας»;

Η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά δεν το θεωρώ αρκετό, αλλά σκέφτομαι «κάτι είναι κι αυτό».

Όταν όμως συγκρίνω (τα δικά σου λόγια) με τα λόγια του Αρχιεπισκόπου ότι «Είμαστε ένα χριστιανικό κράτος», τότε μπορώ να πω, ότι είναι σαν το τριαντάφυλλο…

Αν όμως έλεγες ότι «Οι Τ/κοι είναι συνεταίροι αυτού του κράτους», θα ήταν καλύτερα.

Μην ανησυχείς…

Καταλαβαίνω τη στάση σου…

Δεν θέλεις να ανοίξεις το Κουτί της Πανδώρας…

Ωστόσο, λίγο προτού εγκαταλείψεις το θώκο σου, μπορείς να κάνεις μια τελευταία κίνηση προβαίνοντας στην πιο πάνω δήλωση…

Η τελευταία σου δήλωση μπορεί να είναι η ακόλουθη: «Τέλος στην κατοχή, ζήτω η συνεταιρική Δημοκρατία του 1960».

***

Ας μην μακρηγορήσω…

Έχεις χαιρετίσματα από τους δημοτικούς υπαλλήλους μας…

Αν είναι γραφτό τους, θα έρθουν να σε δουν…

Δεν ξέρω αν σε έχουν ήδη ενημερώσει γραπτώς ή διαβίβασαν το αίτημα τους μέσω κάποιας άλλης οδού…

Όμως, αυτό ανακοίνωσαν χθες (ότι θα έρθουν να σε δουν)…

Να το ξέρεις…

Το βόρειο τμήμα της Λευκωσίας είναι εδώ και μήνες άνω κάτω…

Δεν έμεινε ούτε δήμος ούτε ξεδήμος…

Ήχησαν οι σειρήνες της χρεωκοπίας…

Όλα έπιασαν πάτο…

Ζούμε μέσα στα σκουπίδια…

Είναι και ο μπελάς του ηλεκτρισμού…

Είναι και οι υπάλληλοι της ηλεκτρικής…

Διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε όσους δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς…

Μεταξύ των οποίων και τα δημαρχεία…

Έκοψαν και τον οδικό φωτισμό…

Παντού σκοτάδι…

Μαύρα κατάμαυρα, πίσσα…

***

Από τη μια σκουπίδια, από την άλλη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος και από την άλλη η διακοπή υδροδότησης…

Οι απεργούντες άρχισαν να κόβουν και το νερό…

Ακόμα και οι νεκροί μας είναι επί ξύλου κρεμάμενοι…

Ακόμα και αυτούς δεν τους θάβουν…

Τη δουλειά της ταφής ανέλαβε το τμήμα θρησκευτικών υποθέσεων…

Έτσι έχουν τα πράγματα αγαπητέ σύντροφε…

Σας τα γράφω τόσο καιρό , αλλά δεν με πιστεύετε…

Εσείς μας φορτώσατε το μπελά της κατοχής στην Κύπρο, αλλά εμείς πληρώνουμε το τίμημα…

Εγκαταλείψατε τους καημένους Τ/κους αδελφούς σας στο έλεος του κατακτητή στην κατεχόμενη περιοχή και εσείς μαζευτήκατε στις ελεύθερες περιοχές…

Ωχ αμάν ωχ…

Εσείς ελεύθεροι…

Εμείς αιχμάλωτοι…

Αυτό, χωρά να γραφτεί σε βιβλίο;

***

Εν πάση περιπτώσει…

Δεν υπάρχει νόημα να σκαλίζουμε αυτή την πληγή κάθε τρεις και λίγο…

Όμως δεν θέλω κατ’ ουδένα λόγο να νομίζουν ότι εμείς είμαστε σε καλύτερη μοίρα, λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν αυτή τη στιγμή οι Ε/κοι αδελφοί μας…

Ποτέ η κατάσταση στο βορρά δεν ήταν καλύτερη από αυτήν στο νότο…

Εξάλλου και δεν μπορούσε να είναι…

Ο κατακτητής λαξεύει τα πάντα στα μέτρα του…

Αυτά που του περισσεύουν τα δίνει σε μας σαν μάννα εξ’ ουρανού…

Εμείς το πολύ-πολύ είμαστε μόνο το παχύ του έντερο…

Η αλήθεια είναι ότι ενθουσιάστηκα όταν άκουσα πως οι δημοτικοί μας υπάλληλοι θα έρθουν κοντά σου…

Όμως όταν διάβασα πιο προσεκτικά τα όσα είπαν, έχασα τον ενθουσιασμό μου…

Θα έρθουν, αλλά υπάρχουν προϋποθέσεις…

Εάν μέχρι και σήμερα η δική μας κυβέρνηση δεν επιλύσει τα προβλήματα τους, τότε και μόνο θα έρθουν σε σένα…

Εδώ και τέσσερις μήνες δεν μπορούν να πληρωθούν τους μισθούς τους…

Εδώ και πέντε-έξι χρόνια δεν τους καταβάλλονται οι κοινωνικές ασφαλίσεις…

Εάν η κυβέρνηση επιλύσει σήμερα τα προβλήματα τους, δεν θα έρθουν κοντά σου…

Εάν δεν επιλυθούν, θα έρθουν…

Καταλαβαίνεις δηλαδή…

Η απειλή ότι θα αποταθούν σε σένα, ίσως βοηθήσει για να γίνει η δουλειά τους!

Σκέψου…

Πως καταντήσαμε…

Δηλαδή εάν η κατοχική κυβέρνηση λύσει τα προβλήματα μας, τότε δεν υπάρχει θέμα, εάν δεν τα επιλύσει, τότε δεν την αναγνωρίζουμε. Αναγνωρίζουμε εσένα!

Με τι μοιάζει αυτό; Ξέρεις;

Με το άνοιγμα της σημαίας της ΤΔΒΚ  στην κερκίδα των οπαδών της ΟΜΟΝΟΙΑΣ στο παιχνίδι ΑΠΟΕΛ-ΟΜΟΝΟΙΑ…

Ξέρω και στο νότο κάποτε συμβαίνουν τέτοια περιστατικά…

Κάποιοι που νοιώθουν αδικημένοι και δεν μπορούν να βρουν το δίκιο τους, λένε ότι θα αποταθούν στο βορρά και θα ζητήσουν βοήθεια…

Μην δίνεις σημασία…

Εμείς οι Κύπριοι πάντοτε έτσι ήμασταν …

Όμως εάν τελικά έρθουν σε’ σένα πες τους:

-Δεν τίθεται θέμα για να γλιτώσει μοναχά ο ένας…Ή όλοι μαζί ή κανένας μας!

Ο Έρντογαν, ο Σουλεϊμάν και οι Αυτοκρατορίες

Αντιδρώντας για μια ακόμη φορά έντονα εναντίον της τηλεοπτικής σειράς «Ο Μεγαλοπρεπής Αιώνας», ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας είπε ότι η συγκεκριμένη σειρά «ισχυρίζεται ότι η ιστορία μας αποτελείται από πόλεμους, σπαθιά, ίντριγκες, εσωτερικές συγκρούσεις και από χαρέμια». Ο θυμός του Έρντογαν σε μια ταινία που περιγράφει την εξουσία του Σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, δεν είναι απλά μια αντίδραση της στιγμής. Δεν είναι μια έκφραση ενός οξύθυμου πολιτικού, αλλά μια συνειδητή ιδεολογική ενέργεια, ικανή να μας προβληματίσει για τις μεγάλες αλλαγές που βιώνει η Τουρκία. Αντιδράσεις αυτού του περιεχομένου δείχνουν το σημερινό στάδιο ανάπτυξης της χώρας, στο οποίο μια συγκεκριμένη τάξη πραγμάτων μπορεί να παράγει τα δικά της «οράματα», επιβάλλοντας τα ως εθνικά και καθιστώντας τα ως κομμάτια της στρατηγικής της στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Έρντογαν φέρνει στο προσκήνιο του δημόσιου χώρου την οθωμανική ιστορία και μάλιστα εξιδανικεύοντας την. Στις αντιδράσεις του μπορούμε να εντοπίσουμε πολιτικές αλλαγές, οι οποίες «συμβολικά» αναδεικνύουν το οθωμανικό παρελθόν για να εκφράσουν ένα νέο είδος πολιτικής ηγεμονίας. Στη βάση αυτής της πολιτικής, βρίσκεται η διεκδίκηση για μεγιστοποίηση της επιρροής της χώρας σε ένα ιδιαίτερο γεωπολιτικό χώρο. Πολλοί ονομάζουν αυτή τη διαδικασία ως νέο-οθωμανισμό. Το περιεχόμενο αυτού του όρου δεν είναι συγκεκριμένο, ενώ μια πιο προσεκτική μελέτη αποδεικνύει ότι η Τουρκία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) δεν επιδιώκει την ανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις γνωστές επεκτατικές πολιτικές. Αντίθετα, το «όραμα» της κυβέρνησης Έρντογαν επικεντρώνεται στην ανάδειξη της Τουρκίας ως ηγέτιδας δύναμης σε ένα ιδιαίτερο χώρο, τον οποίο η ίδια θα ομογενοποιήσει και θα εντάξει στη νεοφιλελεύθερη αγορά.

Σύμφωνα με τον Έρντογαν, η Τουρκία ως μέλος των G-20 συμμετέχει στον οικονομικό σχεδιασμό του πλανήτη και επομένως «είναι μεγάλη χώρα που πρέπει να διαθέτει μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Άρα η αποστολή που σχεδιάζει για τη χώρα του ο Έρντογαν είναι αυτή της εγγυήτριας της σταθερότητας, της ομογενοποίησης, αλλά και της συνεχούς εμπορευματοποίησης μιας γεωγραφίας για την οποία το ΑΚΡ αναπαράγει τους ιστορικούς δεσμούς ως αποτέλεσμα του οθωμανικού παρελθόντος. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής για καθιέρωση της Τουρκίας ως ένα «εμπορικό κράτος», κορυφώνεται παράλληλα και μια διαδικασία «εκπολιτισμού» του ισλαμικού κόσμου. Δηλαδή κορυφώνεται η στρατηγική εκείνη που στοχεύει στην πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση ενός μέρους του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου με την ενεργοποίηση των παραδοσιακών αξιών (όπως η θρησκεία) και με στόχο την ενσωμάτωση στη νεοφιλελεύθερη αγορά.

«Η άλωση, μια έννοια που χρησιμοποιείται, δεν είναι μια πρωτοβουλία κατάκτησης εδαφών με πόλεμο και αποκεφαλισμούς. Αντίθετα η άλωση είναι μια πρωτοβουλία να ανοίξει η καρδιά πριν από την πύλη. Η έννοια της άλωσης είναι η μεταφορά ενός πολιτισμού, του πολιτισμού της αγάπης σε μακρινά εδάφη…». Αυτός ο εξιδανικευμένος τρόπος με τον οποίο ο Έρντογαν παρουσιάζει την οθωμανική ιστορία και που ταιριάζει πλήρως με την ακολουθούμενη πολιτική του ΑΚΡ, είναι ιδιαίτερα προβληματικός. Η αντίληψη περί αυτοκρατοριών που υπήρξαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και συνύπαρξης πληθυσμών είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν κυριάρχησε χωρίς όπλα και χωρίς την υποταγή των λαών. Είτε πρόκειται για αυτοκρατορίες της Ανατολής, είτε πρόκειται για αυτοκρατορίες της Δύσης, είτε αναφερόμαστε σε αυτοκρατορίες παραδοσιακές, είτε σε αποικιοκρατίες, η επέκταση της επιρροής τους δεν ήταν αποτέλεσμα της μεταφοράς «του πολιτισμού της αγάπης».

Επομένως η επίκληση ενός αυτοκρατορικού παρελθόντος, εμπεριέχει αυταρχικές βλέψεις και αντιλήψεις, οι οποίες με τη σειρά τους απονομιμοποιούν τις όποιες προσπάθειες περί «ήπιας δύναμης». Το ΑΚΡ σήμερα, ακριβώς λόγω των αυτοκρατορικών εκφάνσεων που προκαλεί το στάδιο ανάπτυξης της Τουρκίας, δεν μπορεί να εμφανίζεται ως διεκδικητής δημοκρατίας στην περιοχή. Και στο σημείο αυτό είναι που ξεδιπλώνεται σταδιακά η πτυχή της «σκληρής δύναμης» της πολιτικής του. Το κουρδικό και η συριακή κρίση, αποτελούν ίσως τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.  

Νίκος Μούδουρος

Ενημερωτικό Δελτίο Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας

Τεύχος 4, Ιανουάριος 2013
http://www.inep.org.cy/index.php/gr/
 

3.1.2013

Αφιερωμένο στους νοσταλγούς του σκοταδισμού!

 
 
 
 
 
 

Ξανά στους δρόμους οι Τουρκοκύπριοι!

Η σημερινή κινητοποίηση της τουρκοκυπριακής Συνδικαλιστικής Πλατφόρμας γίνεται κάτω από το σύνθημα «Γενική Απεργία! Γενική Αντίσταση!»

 
Στις 16 Ιουνίου 1958 οι Τουρκοκύπριοι δημιούργησαν το χωριστό Δήμο Λευκωσίας. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά σύμβολα της εποχής, τα οποία παρέπεμπαν στην «ελευθερία και ανεξαρτησία» της κοινότητας απέναντι στην ελληνοκυπριακή ακροδεξιά αυθαιρεσία. Ή τουλάχιστον ήταν ο συμβολισμός μιας τέτοιας δικαιολογίας…

Η τουρκοκυπριακή εθνικιστική ελίτ πάντως ακολούθησε στο ίδιο πλαίσιο τη στρατηγική της. Μέχρι και την παράνομη ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» το 1983, η εθνικιστική (και όχι μόνο) κινητοποίηση αφορούσε πρώτιστα στην «αναγκαιότητα» ανεξαρτητοποίησης της κοινότητας από τους Ελληνοκύπριους και στην ικανοποίηση του αιτήματος της αυτοδιοίκησής της.

Οι χωριστοί τουρκοκυπριακοί δήμοι απέκτησαν νόμιμη υπόσταση με την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και διατήρησαν το ιδεολογικά φορτισμένο περιεχόμενο. Το ίδιο περίπου ίσχυσε και με τη δημιουργία χωριστών δομών σε όλα τα επίπεδα μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963 και την τουρκική εισβολή του 1974. Όμως με το πέρασμα του χρόνου και υπό το βάρος των κοινωνικών επιπτώσεων (συνήθως δεν μελετούνται) που άφησε πίσω του ο βίαιος διαχωρισμός εδαφών, κοινωνίας και οικονομίας, το «όραμα» της ανεξαρτησίας φαίνεται να αλλάζει περιεχόμενο, να μετασχηματίζεται…

Τα χθεσινά επεισόδια μεταξύ εργαζομένων στο Δήμο Λευκωσίας και της αστυνομίας των κατεχομένων, είναι μια ακόμα ένδειξη του πολιτικού και ιδεολογικού μετασχηματισμού που επεκτείνεται πλέον σε κάθε έκφανση της ζωής ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους. Η έκρηξη της δίκαιης οργής των εργαζομένων που παραμένουν μήνες χωρίς μισθό και η οποία κατέληξε στη σύλληψη 31 ανθρώπων (μέχρι αργά ψες), είναι το αποκορύφωμα της σχεδόν καθολικής αντίληψης ότι το ψευδοκράτος δεν είναι πλέον βιώσιμο. Όχι μόνο δεν είναι βιώσιμο, αλλά ούτε μπορεί να ικανοποιήσει το αίτημα της αυτοδιοίκησης ή να προστατεύσει την τουρκοκυπριακή ταυτότητα!
 
Με τις χθεσινές κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας των εργαζομένων στον τουρκοκυπριακό Δήμο Λευκωσίας, υπογραμμίζονται για μια ακόμη φορά κάποια βασικά πολιτικά χαρακτηριστικά των σημερινών εξελίξεων στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα:

Πρώτον, υπάρχει άνοδος της συνειδητοποίησης από ένα μέρος του τουρκοκυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος ότι οι μέχρι σήμερα «κανονικές-ειρηνικές» κινητοποιήσεις δεν οδηγούν πουθενά, ούτε καν στο διάλογο. Από αυτό το τμήμα γίνεται σαφέστατη επιλογή της πιο δυναμικής δράσης, όπως αυτή εμφανίστηκε χθες στα γραφεία του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και στις συγκρούσεις που προκάλεσε η αντίδραση της αστυνομίας.

Δεύτερον, σημειώνεται κλιμάκωση της αντίδρασης από την τουρκοκυπριακή δεξιά και ακροδεξιά. Τα τελευταία χρόνια η καταστολή των κινητοποιήσεων, η απαγόρευση απεργιών, η προσπάθεια αποδυνάμωσης της συνδικαλιστικής δράσης, αποτελούν καθοριστικά στοιχεία της ημερήσιας διάταξης. Αποκορύφωμα η χθεσινή φασιστικού τύπου επίθεση της αστυνομίας στα γραφεία της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στους Δήμους (BES) και η σύλληψη στελεχών της, τη στιγμή που συνεδρίαζαν για τις σημερινές κινητοποιήσεις.

Τρίτον, υπάρχει ανανεωμένη συσπείρωση γύρω από το αίτημα πρόωρων εκλογών, οι οποίες όμως να συνοδεύονται από μέτρα «ριζικής αλλαγής» του ψευδοκράτους. Στο σημείο αυτό, το τουρκοκυπριακό αίτημα φαίνεται καταρχήν να συγκρουεται με το πρόγραμμα μετασχηματισμού που επιβάλλει η τουρκική κυβέρνηση. Όμως είναι γεγονός ότι το βάθος αυτής της σύγκρουσης ή ο συμβιβασμός, αποτελούν ακόμα ανοιχτά ζητήματα που θα καθοριστούν στο άμεσο μέλλον. Στο παρόν στάδιο το αίτημα για δυναμικότερες δράσεις από ένα μεγάλο τμήμα του συνδικαλιστικού κινήματος δε φαίνεται να υιοθετείται πλήρως από προοδευτικά πολιτικά κόμματα που είναι μέρος της «βουλής» (όπως το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα).

Μέσα στο προαναφερθέν πλαίσιο, η Συνδικαλιστική Πλατφόρμα των Τουρκοκυπρίων αποφάσισε συνέχιση της διαμαρτυρίας σήμερα με γενική απεργία και συμπαράσταση στα αιτήματα των εργαζομένων στο Δήμο Λευκωσίας. Η απεργία γίνεται κάτω από το γενικό σύνθημα «Γενική Απεργία, Γενική Αντίσταση». Η μαζικότητα και η σταθερότητα αυτής της προσπάθειας θα αναδείξει πολλούς παράγοντες που θα επηρεάσουν και το ίδιο το Κυπριακό πρόβλημα. Για παράδειγμα, το περιεχόμενο των διεκδικήσεων της απεργίας, η συνεννόηση των κομμάτων και οργανώσεων πέραν της τουρκοκυπριακής Δεξιάς, αλλά κυρίως ο βαθμός σύνδεσης αυτής της προσπάθειας με την επίλυση του Κυπριακού, αποτελούν μερικούς από τους παράγοντες που επηρεάζουν συνολικά τον Κυπριακό λαό (είτε το αντιλαμβάνονται οι Ελληνοκύπριοι, είτε όχι).   

 

Νίκος Μούδουρος

«Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΟΥ ΑΚΡ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ»

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΜΕ ΘΕΜΑ:
«ΠΤΥΧΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ»

ΚΟΜΟΤΗΝΗ – 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012

 

Του Νίκου Μούδουρου

Μέλους Επιστημονικού Συμβουλίου Προμηθέας

Ο υγιής ανθρώπινος νους, λέει κάπου με χλευασμό ο Χέγκελ, είναι ο πιο μεγάλος μεταφυσικός. Στο όνομα των πραγμάτων είναι που βρίσκει συμπυκνωμένη με τρόπο αδιόρατο όσο και φαινομενικά σαφή την υποτιθέμενη ουσία ενός πράγματος. Ένας προβληματισμένος πολίτης όμως, έχει καθήκον να προσπαθήσει μέσα από ονομασίες να βρει τις πραγματικές έννοιες και το βαθύτερο περιεχόμενο. Δεν πρέπει να επιλέγει τον εύκολο δρόμο της επιφάνειας. Τα τελευταία χρόνια στον ευρύτερο ελληνόφωνο χώρο, βομβαρδιζόμαστε από φράσεις του τύπου «η νέα Τουρκία», «η άλλη Τουρκία», «η Τουρκία αλλάζει», χωρίς ωστόσο να μπαίνουμε πάντοτε στη διαδικασία αναζήτησης του τι είναι αυτό που αλλάζει στην Τουρκία και ποια κατεύθυνση έχει. Θα πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε ότι έστω και η απλή παραδοχή ότι κάτι αλλάζει στην Τουρκία, αποτελεί βήμα προς τα εμπρός γιατί αμφισβητεί προηγούμενες αναγνώσεις της χώρας που είχαν ως κεντρικό χαρακτηριστικό ότι αυτή βρίσκεται μονίμως παγωμένη στο χρόνο, αποκομμένη από την ιστορική και κοινωνική εξέλιξη. Παρόλα αυτά, η παραδοχή της αλλαγής της Τουρκίας δεν είναι αρκετή. Στην έγνοια μας θα πρέπει πάντοτε να βρίσκεται η αναζήτηση των βαθύτερων λόγων των αλλαγών και των προσανατολισμών τους. 

Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έτσι όπως αναπτύχθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες είχε καθοριστικές επιπτώσεις γενικά στην εξέλιξη της Τουρκίας και ειδικά στην πορεία της πολιτικής έκφρασης του Ισλάμ. Καθοριστικό σημείο ήταν η νέα οικονομική δομή της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, του κατακερματισμού της παραγωγής και συνεπώς της εργασίας. Αυτή η διαδικασία είχε σημαντικές συνέπειες στην τουρκική πολιτική οικονομία με βασική συνιστώσα την εμπλοκή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Ανατολίας στη «νέα» παγκόσμια αλυσίδα της παραγωγής.

Οι μικρές βιομηχανικές μονάδες, οι οικογενειακές επιχειρήσεις και οι βιοτεχνίες της περιοχής κατάφεραν να ενισχύσουν τη θέση τους στο εξαγωγικό εμπόριο και να αυξήσουν την κερδοφορία τους μέσα από βιομηχανικές «υπο-εργολαβίες» από πολυεθνικές εταιρείες. Η άνοδος της πολιτικής συνείδησης αυτού του τμήματος της κοινωνίας, του κεφαλαίου της Ανατολίας, εκφράστηκε σε ένα πρώτο επίπεδο με τη δημιουργία του Ανεξάρτητου Συνδέσμου Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών (MÜSİAD). Ο συγκεκριμένος σύνδεσμος ουσιαστικά αντικατόπτριζε τον σχηματισμό διαφοροποιημένων συμφερόντων ανάμεσα στην τουρκική αστική τάξη με κάποιες ενδείξεις «αντιπολιτευτικής απόστασης» από το κοσμικό κράτος. Καταρχήν θα πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία του όρου «ανεξάρτητος», η οποία έχει ξεχωριστή θέση στην πολιτική έκφραση του Ισλάμ. Σε μια πρώτη παρατήρηση ο «ανεξάρτητος σύνδεσμος», παραπέμπει σε μια χωριστή από το κράτος φιλοσοφία και συνεπώς συνιστά ανεξαρτησία από την κυρίαρχη κρατική ελίτ. Αυτή η έννοια της ανεξαρτησίας καθορίζει μέχρι και σήμερα την στάση του ισλαμικού κινήματος ενάντια στο κεμαλικό δόγμα και αναδεικνύει τη διαφορετική προέλευση και προσανατολισμούς αυτού του τμήματος του τουρκικού κεφαλαίου και όχι μόνο.

Η παρατήρηση αυτή έχει τη δική της ιστορική σημασία. Η μικρομεσαία επιχείρηση είναι μια βασική κοινωνική δομή στη συντηρητική Ανατολία, της οποίας η «αντιπολιτευτική απόσταση» από το κοσμικό κράτος απέρρεε από την επιλογή του τελευταίου να στηρίξει καταρχήν τους κοσμικούς επιχειρηματικούς κύκλους. Σε αυτό το πλαίσιο διευκολύνθηκε τελικά η συμμαχία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων της Ανατολίας με την πολιτική έκφραση του Ισλάμ, έχοντας ως αρχική βάση την ευρύτερη περιθωριοποίηση των πιστών Μουσουλμάνων από την κεμαλική έκδοση του εκσυγχρονισμού. Δηλαδή την πολιτική της «θυματοποίησης» και εξοστρακισμού των θρησκευτικά συντηρητικών τμημάτων της κοινωνίας από την ανάπτυξη.

Έτσι η ισλαμική θρησκεία αποτέλεσε καταρχήν ένα κοινό οργανωτικό παρονομαστή των συγκεκριμένων επιχειρήσεων για ανταλλαγή πληροφοριών, συμμετοχή σε επιχειρηματικά συμβόλαια και για προώθηση στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, η ενεργοποίηση του Ισλάμ συνέβαλε στη δημιουργία ενός ισχυρού κοινωνικού δικτύου που μπορούσε, στα πλαίσια της μικρομεσαίας επιχείρησης, να αντικαταστήσει το συνδικάτο με το ισλαμικό τάγμα, να αντικαταστήσει τις δομημένες εργασιακές σχέσεις με τις έννοιες της ισλαμικής ηθικής και αλληλεγγύης μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου. Σε ένα άλλο επίσης σημαντικό επίπεδο, η κινητοποίηση των θρησκευτικών-παραδοσιακών αξιών μετασχηματίστηκαν σε ένα ολοκληρωμένο άξονα ηθικοποίησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο Προφήτης Μωάμεθ, όντας και ο ίδιος έμπορος μπορούσε να αποτελέσει πιο εύκολα ένα σύμβολο ταύτισης της κερδοφορίας με την «ανώτατη υπηρεσία προς το Θεό».

Αυτή η λειτουργία του Ισλάμ έχει πολλαπλές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Το ισχυροποιημένο τμήμα του κεφαλαίου της Ανατολίας υποστήριξε από την αρχή τη νεοφιλελεύθερη έκδοση του εκσυγχρονισμού της Τουρκίας. Κατάφερε να κινητοποιήσει τις παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας και να τις καταστήσει δομικό κομμάτι της οικονομικής ανάπτυξης. Την ίδια όμως στιγμή, οι συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί κύκλοι κατάφεραν να αμφισβητήσουν ένα σημαντικό σημείο της ιστορικής πορείας της Τουρκίας ως εξής: Στη δική τους αντίληψη, η πλήρης απελευθέρωση των αγορών, η μείωση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία, μεταφράζονταν ως διαδικασίες «αποκεμαλοποίησης» της χώρας και συνεπώς ως διαδικασίες εκδημοκρατισμού του δημόσιου χώρου.

Το ΑΚΡ και οι κοινωνικές δυνάμεις που το στηρίζουν, κατάφεραν να προσδώσουν ένα διαφορετικό «εθνικό» χαρακτήρα στις διεκδικήσεις τους. Στο σημείο αυτό αξίζει να παρακολουθήσουμε σε συντομία αυτή τη διαδικασία. Ο Ερόλ Γιαράρ, πρώτος πρόεδρος του MÜSİAD, περιγράφοντας την πορεία δημιουργίας του συνδέσμου είχε πει: «Ο MÜSİAD γεννήθηκε από μια αναγκαιότητα. Στην Τουρκία της δεκαετίας του 1980 ήρθε στο προσκήνιο ο ιδιωτικός τομέας… όμως δεν υπήρχε θεσμός που να εκπροσωπεί το εθνικό κεφάλαιο. Μαζευτήκαμε με τους φίλους και συζητήσαμε ποιος θα εκπροσωπούσε τις αξίες του εθνικού κεφαλαίου… έτσι ιδρύσαμε τον MÜSİAD». Ουσιαστικά εδώ γίνεται λόγος για την «πραγματική, την γνήσια» εθνική αστική τάξη.

Η αναφορά αυτή είναι σημαντική καθώς δείχνει ότι η ενεργοποίηση του Ισλάμ και όλων των παραδοσιακών αξιών, ήταν διαδικασίες που συνέβαλαν στην μετατροπή των συμφερόντων της «ισλαμικής» αστικής τάξης σε συμφέροντα καθολικά, σε συμφέροντα εθνικά. Η ταύτιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Ανατολία με τους πολιτισμικούς κώδικες ολόκληρης της κοινωνίας, τελικά αποτελεί μια δυναμική που φαίνεται να ξεπερνά την εν πολλοίς «άμορφη» και ξένη προς τη συντηρητική πλειοψηφία κεμαλική τάξη πραγμάτων.

Η ιδιαίτερη περίπτωση λοιπόν, μιας πτυχής του μετασχηματισμού που γνωρίζει σήμερα η Τουρκία είναι η μετατροπή του Ισλάμ σε σταθεροποιητικό παράγοντα του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού έτσι όπως επικράτησε μετά την κρίση του 2001. Το ΑΚΡ είναι ο αποκλειστικός φορέας και εκφραστής του «γάμου» μεταξύ θρησκείας και νεοφιλελευθερισμού την τελευταία δεκαετία. Σε αυτό το σημείο το κομματικό πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: «η δύναμη της επιχειρηματικότητας του έθνους μας, είναι η σημαντικότερη πηγή της οικονομικής ανάπτυξης». Επομένως η επιχειρηματικότητα επιβάλλεται ως μια παραδοσιακή αξία, ως αναπόσπαστο κομμάτι της τουρκικής εθνικής κουλτούρας. Ο επιχειρηματίας Χασίμ Κόμπασαν, ιδιοκτήτης του γνωστού ισλαμικού ομίλου, υπογραμμίζει πως «κανένας δε θυμάται τη Γερμανία για τους φιλόσοφούς της, αλλά για τις Μερσεντές της». Υπονοεί με αυτό τον τρόπο ότι η επιχειρηματική ανάπτυξη είναι πράξη θρησκευτικής λατρείας, αλλά και εθνικής υπερηφάνειας.   

Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, εξάγεται ακόμα ένα βασικό στοιχείο μετασχηματισμού. Τα ισχυροποιημένα εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα της Ανατολίας δε χαρακτηρίζονται μόνο από τις καλές και σε πολλές περιπτώσεις προνομιακές σχέσεις με την κυβέρνηση Έρντογαν. Χαρακτηρίζονται επιπλέον από τις πολυσύνθετες τοπικές και περιφερειακές εξουσίες, από τον ενεργό ρόλο που έχουν στη χάραξη και στην υλοποίηση της οικονομικής στρατηγικής της χώρας, αλλά και της εξωτερικής της πολιτικής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ισχυροποίησης της θέσης αυτού του τμήματος του τουρκικού κεφαλαίου: Το 2002, οι βιομηχανίες της Ανατολίας που εντάσσονταν στις 500 ισχυρότερες της χώρας ήταν 234. Το 2009 αυξήθηκαν σε 289. Αν ληφθεί υπόψη ότι με στοιχεία του 2009 και 2010, οι ισχυρότερες 1000 βιομηχανίες της Τουρκίας αποτελούν το 10% του ΑΕΠ, τότε γίνεται πιο εύκολα κατανοητή η ενδυνάμωσή τους.

Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η «ισλαμική» αστική τάξη, είναι η «αστική τάξη του σήμερα» στην Τουρκία. Είναι η κοινωνική δυναμική που κατάφερε τη συνένωση της φιλελεύθερης οικονομικής στρατηγικής με την παραδοσιακή κουλτούρα και την ισλαμική θρησκεία μέσα σε ένα σταθερότερο πολιτικό περιβάλλον σε σχέση με το παρελθόν.

Συνεπώς η «νέα» Τουρκία χαρακτηρίζεται από μια κοινωνική πραγματικότητα, η οποία προβάλλει πλέον ως δημιούργημα της οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής ενίσχυσης του μετασχηματισμένου Ισλάμ. Αυτή η πραγματικότητα περιέχει στοιχεία όπως ο ισλαμικός καταναλωτισμός, η ισλαμική διανόηση και συνεπώς μια διαφορετικού τύπου τουρκική ταυτότητα, η οποία εκφράζεται ποικιλοτρόπως. Με λίγα λόγια, η πολιτική έκφραση του Ισλάμ και η οθωμανική κληρονομιά αποτελούν πλέον δομικά στοιχεία του προσδιορισμού της ταυτότητας της Τουρκίας. Το παράδειγμα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας είναι διαφωτιστικό.

«Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Έρντογαν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει.

Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, που αναδεικνύει έναν ιδιότυπο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτικού χώρου.

Αυτός ο τουρκικός εθνικισμός του μεγαλείου που φέρει ως δομικό και κυρίαρχο στοιχείο το Ισλάμ, δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής. Με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, η πολιτική του ΑΚΡ που επηρεάζει καθοριστικά την τουρκική ταυτότητα και την έκφρασή της στην εξωτερική πολιτική, είναι μια μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το κόμμα κατασκευάζει ένα νέο «όραμα», στο οποίο εμπερικλείεται ο στόχος για ένα μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ η ιστορική νομιμοποίηση της ηγεμονίας της Τουρκίας είναι η οθωμανική κληρονομιά και το Ισλάμ.

Προς εκπλήρωση του πιο πάνω στόχου η κυβέρνηση Έρντογαν αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερουγεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησήτου.

Στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική πολιτική της χώρας συγκροτείται με τον εξής άξονα: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη του κόσμου του Ισλάμ, προωθεί ταυτόχρονα εντός του μουσουλμανικού κόσμου ένα παγκόσμιο, οικονομικό πολιτισμό.

Ωστόσο, οι συγκεκριμένες «αυτοκρατορικές εκφάνσεις» των αλλαγών στην κοινωνία της Τουρκίας και στον τρόπο προσδιορισμού της τουρκικής ταυτότητας αφήνουν ανοιχτά ερωτήματα ως προς τη δημοκρατική αφοσίωση. Το ΑΚΡ δεν διακρίνεται πάντοτε από τις δημοκρατικές ιδεολογικές αναφορές και πολιτικές του πρακτικές. 

Η αφοσίωση του κόμματος αυτού στην υπόθεση συνολικού και ολοκληρωτικού εκδημοκρατισμού της Τουρκίας, είναι ζήτημα ανοιχτό σε αμφισβητήσεις.  Είναι γεγονός ότι μετά από τόσα χρόνια κυβερνητικής εξουσίας, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δεν είναι το ίδιο με το κόμμα που δημιουργήθηκε το 2001. Η διεύρυνση των σχέσεών του με τους θεσμούς του κράτους, η πολύχρονη διαχείριση των δομών εξουσίας και η χρησιμοποίησή τους για δημιουργία ενός άλλου κατεστημένου, η σύνδεσή του με τα επιχειρηματικά συμφέροντα συγκεκριμένων κύκλων, η οπισθοδρόμηση στις μεταρρυθμίσεις για τον εκδημοκρατισμό, καθώς και η διαμορφούμενη σχέση του με άλλους πρώην «κεμαλικούς» θεσμούς όπως ο στρατός, είναι στοιχεία που αμφισβήτησαν τα τελευταία χρόνια τη δημοκρατικότητα του κυβερνώντος κόμματος. «Γενικά η Τουρκία και ειδικά οι δημοκράτες έχουν σήμερα ένα κοινό αδιέξοδο. Το ΑΚΡ είναι το πιο ‘δημοκρατικό’ κόμμα. Όμως στην πραγματικότητα δεν είναι αρκετά δημοκρατικό»[1]. Αυτά είχε γράψει ο Αχμέτ Αλτάν, Τούρκος διανοούμενος, στην εφημερίδα ΤΑΡΑΦ, εκφράζοντας με χαρακτηριστικό τρόπο την πολιτική φωτογραφία της χώρας στην οποία δεσπόζει η ανυπαρξία εναλλακτικής πρότασης εξουσίας που θα σπρώξει σε δημοκρατικότερες αλλαγές.

[1] Ahmet Altan, “Geriden muhalefet”, Εφημ. Taraf, 10Δεκεμβρίου 2010.
 

Αναζητώντας το κοινωνικοπολιτικό προφίλ της σύγχρονης Τουρκίας

 

Μέσα από τη σχέση κράτους με Ισλάμ και την κυριαρχία Ερντογάν τα τελευταία χρόνια

Το πολιτικό και κοινωνικό προφίλ της σύγχρονης Τουρκίας, μέσα από πτυχές της πρόσφατης ιστορίας της και διαδρομές, που ανάγονται έναν αιώνα πίσω, επιχείρησαν να προσδιορίσουν οι ομιλητές της ημερίδας με το θέμα «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας», που διοργάνωσε την Τετάρτη στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο ο Σύλλογος Φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης Κομοτηνής. Την εκδήλωση και την ενδιαφέρουσα συζήτηση, που ακολούθησε των εισηγήσεων των ομιλητών, συντόνισε ο Λέκτορας της Νομικής Σχολής του Δ.Π.Θ. Ιωάννης Κτιστάκις.

Γιάννης Γρηγοριάδης «Αντιφατική η σχέση του τουρκικού κράτους με το Ισλάμ»

Με τη σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική στη σύγχρονη Τουρκία καταπιάστηκε στη δική του εισήγηση ο κ. Ιωάννης Γρηγοριάδης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ της Άγκυρας. «Είναι ένα θέμα που άπτεται πολλών κρίσιμων διλημμάτων», παρατήρησε, «τα οποία αντιμετώπισε η τουρκική πολιτική ελίτ ήδη από τα χρόνια ίδρυσης της σύγχρονης Τουρκίας, τη δεκαετία του ‘20». «Πολλά όμως από τα ερωτήματα που τέθηκαν τότε», επισήμανε, «εξακολουθούν να απασχολούν μέχρι και σήμερα το δημόσιο βίο της χώρας. Τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τις αιτίες της ανόδου του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, που αναζητώνται στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που συντέλεσαν σε αυτό, αλλά και με την αντιφατική σχέση του τουρκικού κράτους με το Ισλάμ, που από τη μια είναι η προσπάθεια περιορισμού του Ισλάμ στον ιδιωτικό βίο, από την άλλη όμως η βαθμιαία άνοδος του ισλαμικού στοιχείου στην πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας.

Ο κ. Γρηγοριάδης αναφέρθηκε επίσης στους λόγους της επιτυχίας του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας, του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ταγίπ Ερντογάν, το οποίο ξεκίνησε από το περιθώριο του τουρκικού πολιτικού βίου και κατόρθωσε να γίνει ηγεμονική δύναμη μέσα σε πολύ λίγα χρόνια. Όπως παρατήρησε «προσπάθησε να τοποθετήσει κάποια από τα κύρια αιτήματα των συντηρητικών μουσουλμάνων της Τουρκίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής και του εκδημοκρατισμού». «Αυτό ίσχυσε σαφώς κατά την πρώτη και δεύτερη θητεία του κόμματος», επισήμανε, «σήμερα η κατάσταση πιστεύω είναι λίγο διαφορετική».

«Υπάρχει ο κίνδυνος οι διωκόμενοι να γίνουν διώκτες και οι διώκτες διωκόμενοι»

Κλείνοντας υποστήριξε πως «η ένταξη της Τουρκίας και των κοινωνικών και οικονομικών ελίτ της χώρας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία αποτελεί έναν παράγοντα ανασχετικό για τον πλήρη εξισλαμισμό της χώρας». «Από την άλλη όμως», σημείωσε, «ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η τουρκική πολιτική σκηνή είναι η ανάδειξη ενός περιβάλλοντος αμοιβαίας ανοχής και σεβασμού της διαφορετικότητας. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα δύσκολο, υπάρχει ο κίνδυνος οι διωκόμενοι να γίνουν διώκτες και οι διώκτες διωκόμενοι κι αυτό βεβαίως είναι ένα από τα κρίσιμα στοιχήματα, στα οποία πρέπει να απαντήσει η τουρκική πολιτική κι η τουρκική κοινωνία στην πορεία προς τον εκδημοκρατισμό της».

Χρήστος Τεάζης «Οι ρίζες του κόμματος του Ερντογάν ανάγονται προ ιδρύσεως της τουρκικής δημοκρατίας»

Με τις ρίζες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει τους λόγους, που το κατέστησαν κυρίαρχο στην τουρκική πολιτική σκηνή σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από της ιδρύσεώς του, ασχολήθηκε στην ομιλία του και ο Λέκτορας του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας, κ. Χρήστος Τεάζης. «Δεν μπορεί ένα κόμμα μέσα σε ένα χρόνο από την ίδρυσή του», σημείωσε αρχικά, «να γίνει αυτοδύναμο, να κερδίσει τρεις τετραετίες αυξάνοντας τα εκλογικά του ποσοστά, πράγμα το οποίο είναι πρωτοφανές στην τουρκική πολιτική ιστορία». Όπως εκτίμησε ο ίδιος, «οι ρίζες του κόμματος ανάγονται προ ιδρύσεως της τουρκικής δημοκρατίας». «Το 1920 υπήρχε η πρώτη μεγάλη εθνοσυνέλευση», εξήγησε, «και στη μεγάλη αυτή εθνοσυνέλευση υπήρχαν δυο γκρουπ. Ήταν το πρώτο γκρουπ, οι περιβόητοι κεμαλιστές, και το δεύτερο γκρουπ που ήταν η αντιπολίτευση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η φιλοσοφία αυτή, που υπήρχε το 1920, η αντιπολίτευση στον Μουσταφά Κεμάλ, είναι ακριβώς η ίδια που υπάρχει από το 2002 στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας ήταν ένα πολιτικό γεγονός, το οποίο δεν είχε και τόσο μεγάλη στήριξη του κόσμου. Ήταν ένας άνωθεν επιβαλλόμενος εκσυγχρονισμός. Γι’ αυτό υπήρχε μια κοινωνική αντιπολίτευση, η οποία ήταν στο παρασκήνιο και εκδηλώθηκε έντονα το 2002».

«Το 2014 ο κ. Ερντογάν θα βάλει μάλλον υποψηφιότητα για πρόεδρος, όχι σε μια προεδρευομένη δημοκρατία, αλλά σε μια προεδρική δημοκρατία»

Μιλώντας για το μέλλον του κόμματος του κ. Ερντογάν, ο κ. Τεάζης προέβλεψε ότι, όπως έχει αρχίσει να συζητιέται τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, στην Τουρκία θα δρομολογηθεί η δημιουργία προεδρικού συστήματος. «Αυτό θα σημαίνει ότι το 2014 ο κ. Ερντογάν θα βάλει μάλλον υποψηφιότητα για πρόεδρος», εκτίμησε, «αλλά όχι σε μια προεδρευομένη δημοκρατία, αλλά σε μια προεδρική δημοκρατία». «Γιατί η φιλοσοφία του», επισήμανε, «είναι αντιπολιτευόμενη στη φιλοσοφία της ιδρύσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας, άρα δεν μπορεί να συνεχιστεί το ίδιο πολιτειακό καθεστώς. Και από τη στιγμή, που θα γίνει το προεδρικό σύστημα, θα έχουμε δικομματικό. Η μια πτέρυγα θα είναι οι δημοκράτες, που μπορεί να φανεί περίεργο αλλά θα είναι πιο πολύ οι ισλαμιστές, και η άλλη πτέρυγα θα είναι οι συντηρητικοί, εκείνοι οι οποίοι θα προσπαθούν να συντηρήσουν και να διατηρήσουν τις παλαιές κόκκινες γραμμές του καθεστώτος προ του 2002».

Νίκος Μούδουρος «Έχουμε καθήκον να αποκωδικοποιήσουμε τις αλλαγές στην Τουρκία»

Από την πλευρά του ο κ. Νίκος Μούδουρος, Διδάκτωρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, ανέπτυξε ορισμένους προβληματισμούς σχετικά με τις κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές στη σύγχρονη Τουρκία, την Τουρκία του ΑΚΡ, παρατηρώντας πως αυτές έχουν αναδείξει κάποιες δυνάμεις ως ηγεμονικές κι έχουν στείλει στο περιθώριο κάποιες άλλες ως αναχρονιστικές. Αυτές οι εξελίξεις και οι αλλαγές που έχουν επέλθει, θα πρέπει να αναλυθούν, σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, να αναζητηθούν απαντήσεις στα ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης και πώς αυτή διοχετεύεται στην Τουρκία, αλλά και για το πώς οι κοινωνικές δυνάμεις της λεγόμενης ισλαμικής Ανατολίας έχουν ενδυναμωθεί, είτε μέσα από την οικονομία, είτε μέσα από την πολιτική, και σε ποιους πιθανούς προσανατολισμούς οδηγούν τη χώρα αυτή τη στιγμή. «Υπάρχουν πάρα πολλοί όροι και έννοιες, που κυκλοφορούν γύρω από την Τουρκία τα τελευταία χρόνια», σημείωσε, «που εμείς έχουμε καθήκον να τις αποκωδικοποιήσουμε». «Για παράδειγμα, όλοι μιλούν για το νεοοθωμανισμό», συνέχισε, «ενώ οι ίδιοι οι Τούρκοι κυβερνώντες δεν χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Άρα εμείς έχουμε καθήκον να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τη συμπεριφορά αυτών των κοινωνικών δυνάμεων και πιο συγκεκριμένα της ισλαμικής τάξης, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό».
21.12.2012

Συντάκτης:Θωμάς Σταμούλης
e-mail: paratiritis.stamoulis@gmail.com

Επιστημονική Ημερίδα: «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας»

Την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012, στις 18:30, ο Σύλλογος Φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης Κομοτηνής, πραγματοποιεί, στην αίθουσα του Εμπορικού-Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κομοτηνής, επιστημονική ημερίδα με θέμα:

 «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας»

Εισηγητές της ημερίδας θα είναι:

·       Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ  της Άγκυρας,

«Θρησκεία και Πολιτική στην Σύγχρονη Τουρκία»

Η εισήγηση αυτή αναφέρεται στις μεταπτώσεις των σχέσεων θρησκείας και πολιτικής στην σύγχρονη Τουρκία, από το 1923 ως σήμερα. Αντιθέτως με τα συνήθως διακηρυττόμενα, η Τουρκία δεν υπήρξε αμιγώς κοσμικό κράτος. Η έννοια της εκκοσμικεύσεως συνδέθηκε συχνά με τις προσπάθειες του τουρκικού κράτους να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο των σουνιτικών θρησκευτικών θεσμών, σε αρμονία με τις αντίστοιχες πρακτικές της οθωμανικής περιόδου. Η προσπάθεια του καθεστώτος Εβρέν να επιτύχει έναν ελεγχόμενο εξισλαμισμό της τουρκικής κοινωνίας θα συμβάλει αποφασιστικά στην επικράτηση του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Αυτή θα διευκολυνθεί από σειρά δημογραφικών, οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών που χαρακτηρίζουν την Τουρκία των τελευταίων δύο δεκαετιών

·        Nίκος Μούδουρος, Διδάκτωρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου,

«Η Τουρκία του ΑΚΡ,- Κοινωνικές και Πολιτισμικές Αλλαγές»

Οι σημαντικές πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στην Τουρκία, οδήγησαν στην σχεδόν καθολική άποψη ότι η χώρα αλλάζει. Λαμβανομένων υπόψη των συνεχόμενων εκλογικών επιτυχιών του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), φυσιολογικά η συζήτηση περί της αλλαγής επικεντρώθηκε στην λογική πλέον υπόθεση ότι ένας βασικός εκφραστής, αλλά και αντικατοπτρισμός των αλλαγών είναι το κόμμα του Πρωθυπουργού Έρντογαν. Η διαπίστωση ότι η Τουρκία αλλάζει, από μόνη της δεν είναι αρκετή. Ο επιστημονικός διάλογος θα πρέπει να συμπεριλάβει την αναζήτηση του περιεχομένου αυτής της αλλαγής. Ποιες είναι λοιπόν οι βαθύτερες μετατοπίσεις στην κοινωνία της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια; Πως αντικατοπτρίζονται στο πολιτισμικό και αξιακό πλαίσιο της χώρας; Ιχνηλατώντας την οικονομική και ιδεολογική πραγματικότητα της τελευταίας δεκαετίας, μπορούμε να οδηγηθούμε σε πιο σφαιρικά συμπεράσματα

·       Χρήστος Τεάζης, Λέκτορας του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας,

«Η δεύτερη μεταπολίτευση στην Τουρκία»

Οι μη προνομιούχες δυνάμεις, που είχαν μπει στο περιθώριο από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και μετά εκφράστηκαν μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της Δεύτερης Μεταπολίτευσης στην Τουρκία.

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτές τις δυνάμεις θα πρέπει να ανατρέξουμε, όχι μόνο στις ρίζες του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά και στην κοινωνικοοικονομική και κοινωνικοπολιτική νοοτροπία. Για να αναγνωρίσουμε τις ρίζες του κόμματος θα πρέπει να ανατρέξουμε στην πρώτη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που διακρίνει την πρώτη εθνοσυνέλευση ήταν το ‘’αντιπολιτευόμενο ρεύμα’’, ενάντια στις ιδέες του Μουσταφά Κεμάλ και κατ’ επέκταση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Σχετικά με την κοινωνικοοικονομική νοοτροπία, θα αναφερθούμε, στην περίοδο εμφάνισης και ανάπτυξης του κεφαλαίου της Ανατολίας (Ισλαμικό κεφάλαιο), ενώ για την κοινωνικοπολιτική νοοτροπία, θα επικεντρωθούμε ειδικότερα στις νέες ‘’κόκκινες γραμμές’’ του Τουρκικού κράτους.

Συντονίζει ο Λέκτορας της Νομικής Σχολής του Δ.Π.Θ. Ιωάννης Κτιστάκις,

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΟΜΙΛΗΤΩΝ

Ο Χρήστος Τεάζης είναι απόφοιτος Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης). Μεταπτυχιακό Δίπλωμα από το Παν/μιο της Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών) με τίτλο: »Το κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (Γκρίζοι Λύκοι) επί αρχηγίας Ντεβλέτ Μπαχτσελί (1997-2001)». Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών-2010) με θέμα »Kόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ): Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία». Η διδακτορική διατριβή, εξεδόθη ως βιβλίο με τίτλο »Η Δημοκρατία της Ομάδας των Δεύτερων: Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ)» (κυκλοφορεί η 2ηέκδοση στην Τουρκία). Τον Ιανουάριο του 2013 θα εκδοθεί στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Πατάκη με τίτλο: »Η Δεύτερη Μεταπολίτευση στην Τουρκία». Μιλά τουρκικά, αγγλικά, οθωμανικά και περσικά. 

Ο Νίκος Μούδουρος γεννήθηκε στην Λευκωσία. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Οι μεταπτυχιακές του σπουδές ολοκληρώθηκαν με έναν μεταπτυχιακό τίτλο από το SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με ένα διδακτορικό τίτλο από το Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Εργάζεται ως συνεργάτης του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, καθώς και της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Έχει διδάξει ως ειδικός επιστήμονας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, προσφέροντας μαθήματα γύρω από θέματα όπως το σύγχρονο τουρκικό πολιτικό Ισλάμ, ο κεμαλισμός και η αστική τάξη στην Τουρκία. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ο μετασχηματισμός της Τουρκίας. Από την κεμαλική κυριαρχία στον ‘ισλαμικό’ νεοφιλελευθερισμό». Είναι μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας και αρθρογραφεί συχνά τόσο σε ελληνοκυπριακές, όσο και σε τουρκοκυπριακές εφημερίδες.

Ο Δρ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ  της Άγκυρας και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου διεθνών σχέσεων και πιστοποιητικού εξειδικεύσεως στις μεσανατολικές σπουδές από το Columbia University. Το 2005 ολοκλήρωσε με επιτυχία την διδακτορική του διατριβή στις πολιτικές επιστήμες στο School of Oriental and African Studies, University of London. Έχει εργασθεί ως επιστημονικός συνεργάτης στα πανεπιστήμια  Columbia και Οξφόρδης. Μεταξύ 2004 και 2009 δίδαξε στα πανεπιστήμια Sabanci, Isik και το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες και το τελευταίο του βιβλίο είναι το ΅Θρησκεία και Εθνικισμός σε Ελλάδα και Τουρκία: Μια «Ιερά Σύνθεση».

Η ημερίδα πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ροδόπης οδός Βασ. Γεωργίου 2Β, στην Κομοτηνή.

ΙΔΡΥΜΑ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ & ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Κτήριο 1 – Οδ. Ανδρούτσου & 12 Αποστόλων, τηλ.: 25410 29282, fax.: 25410 62086
Κτήριο 2 – Καπνεργατών 9, τηλ.:25410 26635, fax.: 25410 84647 Τ.κ. 67 100, Ξάνθη,