Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα (13.2.2013-20.2.2013)



Μια η επίσκεψη, πολλά τα μηνύματα: Η προγραμματική συνεργασία της τουρκικής και τουρκοκυπριακής Δεξιάς
Ακόμα μια επίσκεψη του Αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης Μπεσίρ Αταλάϊ στα κατεχόμενα έγινε η αφορμή για πολιτικές αντιπαραθέσεις, αλλά και σοβαρά πολιτικά μηνύματα. Ο Αταλάϊ βρέθηκε στην Κύπρο στις 18 και 19 Φεβρουαρίου μαζί με τον Υπουργό Συγκοινωνιών της Τουρκίας, Μπίναλι Γιλντιρίμ. Μεταξύ των στόχων της καθόδου τους ήταν η αξιολόγηση της εφαρμογής του οικονομικού προγράμματος και η συμμετοχή σε εγκαίνια τεσσάρων νέων οδικών αρτηριών. Του περιφερειακού δρόμου Λευκωσίας, του δρόμου Μόρφου-Λεύκας, του δρόμου Αγίου Γεωργίου Κερύνειας-Καραβά και του δρόμου Τρικώμου-Βοκολίδας[1]. Φυσικά πέραν της τυπικής επισημότητας, το περιεχόμενο της συγκεκριμένης επίσκεψης ήταν προσανατολισμένο και στην στήριξη προς τον Κιουτσιούκ ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης για την ηγεσία του Κόμματος Εθνικής Ενότητας στις 24 Φεβρουαρίου 2013. Μάλιστα στο πρόγραμμα της επίσκεψης των αξιωματούχων της κυβέρνησης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δεν περιλήφθηκε για πρώτη φορά, συνάντηση με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη.

Καθόλου τυχαία ο Τούρκος Αντιπρόεδρος σημείωσε με έμφαση ότι εάν δοκιμάσει κάποιος να αλλάξει τον Πρωθυπουργό, τότε η οικονομική σταθερότητα θα επηρεαστεί αρνητικά και υπογράμμισε ότι «ούτε η Τουρκία δε θα άντεχε κάτι τέτοιο». Γενικά το μήνυμα της ανάγκης για «σταθερότητα» ήταν το κυρίαρχο στην επίσκεψη Αταλάϊ. Σταθερότητα στην εφαρμογή του προγράμματος μετασχηματισμού, η οποία προϋποθέτει σταθερότητα στην πολιτική ηγεσία που θα αναλάβει την υλοποίηση του και που αυτή τη στιγμή είναι το Κόμμα Εθνικής Ενότητας υπό την προεδρία του Κιουτσιούκ. Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν ευρύτερα και οι εκτιμήσεις του εκπροσώπου της τουρκικής κυβέρνησης για την πορεία του πρωτοκόλλου. Υπογραμμίστηκε ότι η οικονομική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο και οι προοπτικές της, αποτελούν την εγγύηση για ένα καλύτερο μέλλον των Τουρκοκυπρίων[2]. Σημειώθηκε ότι η απόδοση της «κυβέρνησης» στην υλοποίηση είναι ικανοποιητική και συνεπώς η εκκρεμότητα του συνεδρίου του Κόμματος Εθνικής Ενότητας πρέπει να λήξει σύντομα και με «τον καλύτερο δυνατό τρόπο».
Σημαντικές όμως ήταν και οι λεπτομέρειες που προκύπτουν από την μέχρι σήμερα εφαρμογή του προγράμματος και που είναι ενδεικτικές της δομής που σταδιακά οικοδομείται στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η χρηματοδότηση της Τουρκίας μέσω του προηγούμενου πρωτοκόλλου (2010-2012) ήταν 2.584 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες, ενώ με βάση το νέο πρωτόκολλο (2013-2015) η χρηματοδότηση θα αυξηθεί στα 3.300 δισεκατομμύρια τουρκικές λίρες. Η χρηματοδότηση των ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό των κατεχομένων την προηγούμενη περίοδο ήταν περίπου 450 εκατομμύρια τουρκικές λίρες, ενώ με την εφαρμογή του νέου προγράμματος θα μειωθεί δραστικά στα 215 εκατομμύρια. Στόχος για το κατά κεφαλήν εισόδημα με την εφαρμογή του προγράμματος είναι η αύξηση του στα 17 χιλιάδες δολάρια. Σημαντική παράμετρος θεωρείται και η επισημοποίηση της ενοποίησης του δικτύου ηλεκτρισμού των Τουρκοκυπρίων με αυτό της Τουρκίας, ένα έργο που θα δημιουργηθεί παράλληλα με την υποθαλάσσια μεταφορά νερού[3]. Ανάμεσα στις επιτυχίες που καταμετρά η τουρκική κυβέρνηση, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Αντιπροέδρου της, είναι οι ιδιωτικοποιήσεις με κορυφαίο παράδειγμα το αεροδρόμιο Τύμπου, η σταθερή άνοδος του ρυθμού ανάπτυξης στον τουριστικό τομέα με 7% ετησίως, καθώς και η αύξηση των φοιτητών στην ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση από 43 χιλιάδες που ήταν την περίοδο 2009-2010 , σε 55.494 την περίοδο 2012-2013[4].
Βεβαίως πέραν των πιο πάνω, η επίσκεψη των αξιωματούχων της τουρκικής κυβέρνησης επιβεβαίωσε και την αντίληψή τους για τους «εσωτερικούς φορείς» υλοποίησης του μετασχηματισμού που δρομολογείται, πέραν από το πολιτικό σύστημα. Οι αποστολές του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στην Κύπρο συμπεριλαμβάνουν με σταθερό πλέον τρόπο τις ανοιχτές επαφές στην ευρύτερη περιοχή της Αμμοχώστου, μια περιοχή συντριπτικής παρουσίας τουρκικού πληθυσμού. Αυτή η τάση επαναλήφθηκε και με την τελευταία επίσκεψη των Αταλάϊ και Γιλντιρίμ. Η σημαντικότητα αυτών των δραστηριοτήτων δεν περιορίζεται μόνο στη στήριξη που επιδίωξαν να πάρουν από τους Τούρκους κάτοικους της περιοχής προς τον Κιουτσιούκ. Η καθοριστική διάσταση αναδεικνύει ότι αυτός ο πληθυσμός αποτελεί μέρος, πρωταγωνιστικό μάλιστα, του μετασχηματισμού και υπενθυμίζει την στρατηγική διάσταση που έθεσε ο Πρωθυπουργός Έρντογαν κατά την επίσκεψη του το καλοκαίρι του 2011 σε συλλαλητήριο στην Αμμόχωστο όταν απευθυνόμενος στο πλήθος σημείωσε: «Εσείς είσαστε οι συνομιλητές μας στην βόρεια Κύπρο». Ο Αταλάϊ λοιπόν, πραγματοποίησε ανοιχτές συγκεντρώσεις σε καφενέδες της περιοχής, άκουσε τα προβλήματα των κατοίκων και δημοσιοποίησε τα πολιτικά μέτρα που θα ληφθούν, μαζί με τον πρέσβη της Τουρκίας[5]. Ένα σκηνικό συμβολικό και ουσιαστικό, όπου η τουρκοκυπριακή διάσταση είχε περιθωριοποιηθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.
Τα κόμματα καθορίζουν υποψήφιους για τις δημοτικές στη Λευκωσία
Κατά την προηγούμενη εβδομάδα φάνηκαν κάποιες τάσεις συνεργασίας στην ευρύτερη Αριστερά για το δήμο Λευκωσίας. Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα είχε διαβουλεύσεις με το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας του Μεχμέτ Τσιακιτζί, έχοντας όμως προηγουμένως λάβει απόφαση στο επίπεδο της Κεντρικής Επιτροπής ότι η πιο πιθανή υποψηφιότητα θα ήταν η κομματική με τον Καντρί Φελλάχογλου[6]. Η πιο ολοκληρωμένη πρόταση που συζητήθηκε από τις αντιπροσωπείες των δύο κομμάτων προνοούσε για υποψήφιο δήμαρχο από τις τάξεις του Ρεπουμπλικανικού και ψηφοδέλτιο δημοτικών συμβούλων με βαρύτητα σε στελέχη του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα η πρόταση αυτή αφορούσε για 9 υποψηφίους από τις τάξεις του κόμματος του Τσιακιτζί και 5 από τις τάξεις του Ρεπουμπλικανικού. Η πρόταση έκανε λόγο και για συγκεκριμένη δέσμευση με στόχο τη συνέχιση μιας κοινής πορείας στην τοπική αυτοδιοίκηση με φόντο τις εκλογές του επόμενου χρόνου[7]. 
Οι διαπραγματεύσεις των δύο κομμάτων κορυφώθηκαν καθ’ όλη την ημέρα τις 14ηςΦεβρουαρίου, όμως το βράδυ πληροφορίες στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες ανακήρυσσαν την αποτυχία της προσπάθειας. Από πληροφορίες φαίνεται ότι και τα δύο κόμματα διέθεταν έρευνες γνώμης οι οποίες έδειχναν υψηλά ποσοστά προτίμησης προς πιθανή υποψηφιότητα Καντρί Φελλάχογλου από το Ρεπουμπλικανικό[8]. Με βάση αυτό το δεδομένο, φαίνεται ότι το Ρεπουμπλικανικό διεκδίκησε περισσότερα σε σχέση με τους δημοτικούς συμβούλους, κάτι που οδήγησε το κόμμα του Τσιακιτζί να μιλήσει για «επιβολή»[9]. Βεβαίως στη συνέχεια υπήρχαν και άλλες αποκαλύψεις, όπως το ότι το Κόμμα Κοινοτικής Απελευθέρωσης είχε αρχικά προτείνει τριμερή συνεργασία με το Ρεπουμπλικανικό και το Δημοκρατικό Κόμμα του Ντενκτάς, κάτι που απορρίφθηκε[10].
Οι εξελίξεις αυτές τελικά οδηγούν τα δύο κόμματα σε χωριστές υποψηφιότητες και με τη μεγαλύτερη πιθανότητα τελικά να επαναλαμβάνεται η αποτυχία της ευρύτερης Αριστεράς στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα να συνεννοηθεί σε κάποια βασικά θέματα στη συγκεκριμένη συγκυρία. Παράλληλα φαίνεται ότι η θητεία του Ρεπουμπλικανικού στην εξουσία της κοινότητας από το 2003 μέχρι και το 2010, στο πλαίσιο των εξελίξεων στο Κυπριακό, αλλά και στην οικονομική διαχείριση των δομών, άφησε πίσω της εμπειρίες που δυσκολεύουν μέχρι και σήμερα την προοπτική συναντίληψης με συντεχνίες και άλλες πολιτικές οργανώσεις.
Υπό αυτά τα δεδομένα, το Ρεπουμπλικανικό, ενισχυμένο τοπικά στη Λευκωσία, κατέρχεται με τον Καντρί Φελλάχογλου και πλήρες κομματικό ψηφοδέλτιο, ενώ το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας επιλέγει τον Σουπχί Χιουντάογλου, γιατρό στο επάγγελμα και πρώην πρόεδρο της Ένωσης Τουρκοκύπριων Γιατρών[11].
Στο μεταξύ, ο Μουσταφά Αραμπατζίογλου, υποψήφιος Δήμαρχος από τις τάξεις του Δημοκρατικού Κόμματος του Σερντάρ Ντενκτάς, ξεκίνησε αρκετά δυναμικά τη δική του προεκλογική προσπάθεια μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού. Στο παρόν στάδιο ακολούθησε μια συγκεκριμένη τακτική συσπείρωσης δυνάμεων από τη δεξιά και την ακροδεξιά, με στόχο να διασφαλίσει μια γερή εκλογική βάση και μετά να διευρυνθεί. Χαρακτηριστικά, ξεκίνησε τις επαφές του με τους συνδέσμους ΤΜΤ και με διάφορους συνδέσμους αγωνιστών[12], δηλαδή εκείνους τους οργανωμένους κύκλους στους οποίους το Δημοκρατικό Κόμμα μπορεί να έχει στήριξη κυρίως λόγω Ραούφ Ντενκτάς. Είναι όμως γεγονός ότι η συσπείρωση της δεξιάς εκλογικής βάσης γύρω από την υποψηφιότητα Αραμπατζίογλου, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις κινήσεις του Κόμματος Εθνικής Ενότητας.
Η προεκλογική κίνηση στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας αυτή την περίοδο δεν αφορά στις δημοτικές αλλά στο δεύτερο γύρο εκλογών για ανάδειξη του προέδρου του κόμματος. Μάλιστα η εσωτερική αντιπαράθεση έφτασε σε τέτοια επίπεδα που οι διαδικασίες για καθορισμό του υποψηφίου του κόμματος για το δήμο Λευκωσίας θα γίνουν μετά την εκλογή του προέδρου στις 24 Φεβρουαρίου. Στο μεταξύ ο Χασάν Σέρτογλου, πρόεδρος της τουρκοκυπριακής ομοσπονδίας ποδοσφαίρου, ο οποίος προσεγγίστηκε από την ηγεσία του Κόμματος Εθνικής Ενότητας για να είναι υποψήφιος δήμαρχος στη Λευκωσία, απέρριψε την πρόταση[13]. Φαίνεται λοιπόν ότι τα αδιέξοδα που στο παρόν στάδιο αντιμετωπίζει το μεγάλο κόμμα της τουρκοκυπριακής δεξιάς, είναι μεγαλύτερα από αυτά που αντιμετωπίζει η αντιπολίτευση.
Το «παλιό», το «νέο» και οι συνέπειες από μια ιδιωτικοποίηση
Η ιδιωτικοποίηση του αεροδρομίου της Τύμπου είναι ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της διαδικασίας αντικατάστασης του παλαιού καθεστώτος πραγμάτων που επικράτησε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα μετά την εισβολή του 1974, με ένα νέο καθεστώς αυτή τη φορά υπό την κυριαρχία του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Αυτή η συγκεκριμένη ιδιωτικοποίηση από νωρίς απελευθέρωσε πολύ ενδεικτικές δυναμικές. Σταδιακά φαίνεται να βοηθά στην αποσάθρωση μιας πολιτικής οικονομίας και συμφερόντων που επικράτησαν και που είχαν στο επίκεντρό τους τις κρατικές δομές ως τις μοναδικές που μπορούσαν να διαμοιράσουν πηγές κερδοφορίας και προνόμια σε συγκεκριμένους κύκλους. Την ίδια στιγμή μέσα από τέτοιους μηχανισμούς, το «κράτος» μπορούσε να αναπαράγει την εξουσία του και την ηγεμονία του ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους.
Τώρα φαίνεται ότι υπάρχει μετάβαση σε ένα νέο στάδιο. Τα δομημένα επί τόσα χρόνια συμφέροντα αλλάζουν. Για παράδειγμα, όλοι οι ιδιοκτήτες καταστημάτων στο αεροδρόμιο βρέθηκαν ξαφνικά ενώπιον της αύξησης των ενοικίων τους περίπου 10 φορές περισσότερα. Την ίδια στιγμή ο νέος ιδιοκτήτης του αεροδρομίου, η τουρκική εταιρεία Taş Yapı, ζητά με αυστηρό τρόπο την καταβολή όλων των ποσών για την παροχή νερού και ηλεκτρισμού, κάτι που το «κράτος» δεν έπραττε πάντα αναλόγως των πολιτικών εξυπηρετήσεων. Σημαντικό στοιχείο είναι και το γεγονός ότι το 70% των καταστηματαρχών ανανέωσαν τα συμβόλαιά του στο αεροδρόμιο[14]και συνεπώς υπάρχει μια σταδιακή αλλαγή της οικονομίας και των σχέσεων που παράγει γύρω από ένα στρατηγικό τομέα, όπως είναι οι αερομεταφορές.
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε άλλες υπηρεσίες στο αεροδρόμιο. Σύμφωνα με απόφαση του «υπουργικού συμβουλίου» και μετά από πιέσεις της εταιρείας-ιδιοκτήτη, ο φόρος εξόδου από την Τύμπου έχει αυξηθεί περίπου κατά 125%. Με πολύ καθοριστικό τρόπο επηρεάζονται οι φοιτητές, οι οποίοι πλήρωναν 14 τουρκικές λίρες και με τη νέα απόφαση θα επωμίζονται το ποσό των 42 τουρκικών λιρών[15]. Αυξήσεις αναμένονται και στα αεροπορικά εισιτήρια με τους αρμοδίους των αεροπορικών εταιρειών να δηλώνουν ότι σε περίπτωση μείωσης των πελατών τους θα υπάρξει μείωση στους προορισμούς και τη συχνότητα των πτήσεων, παρά οποιαδήποτε μείωση στα αεροπορικά ναύλα. Επίσης τα ταξί είναι μια άλλη σημαντική υπηρεσία που έχει επηρεαστεί αρνητικά. Μέχρι στιγμής υπήρχε ένας συγκεκριμένος αριθμός οδηγών ταξί που εργάζονταν στη μεταφορά από και προς το αεροδρόμιο, των οποίων τώρα τα τέλη έχουν αυξηθεί στις 3 χιλιάδες τουρκικές λίρες ετησίως[16]. Συνεπώς οι μικρομεσαίου μεγέθους εταιρείες ή οι αυτοεργοδοτούμενοι οδηγοί των ταξί, βρίσκονται πλέον ενώπιον νέων δεδομένων, τα οποία αναλόγως και της πορείας της οικονομίας, θα δημιουργήσουν ενώπιον τους νέα εμπόδια.
Φαινομενικά, η νέα περίοδος που έχει αρχίσει με το ιδιωτικό αεροδρόμιο της Τύμπου έχει περιθωριοποιήσει τις «παλιές πελατειακές» σχέσεις, οι οποίες αναπαρήγαγαν μια συγκεκριμένη οικονομική και πολική εξουσία. Στη θέση αυτών των σχέσεων τώρα εισέρχονται νέες, οι οποίες στο παρόν στάδιο δεν καθορίζονται από τουρκοκυπριακές δυνάμεις, αλλά από τους ισχυρότερους τουρκικούς επιχειρηματικούς κύκλους.
Δημοσίευση: Δεύτερη Ανάγνωση, 20.2.2013


[1] Kıbrıs Postası, “Bakanlar Kurulu toplantısı tamamlandı. Yıldırım ve Atalay KKTC’ye geliyor”, 15.2.2013.
[2] Kıbrıs Postası, “Atalay: Ekonomideki gelişmeler daha çok hissedilecek”, 18.2.2013.
[3] Haberdar, “Müdahale değil müjde”, 19.2.1013.
[4] Kıbrıs Postası, “Atalay: Ekonomideki gelişmeler daha çok hissedilecek”, 18.2.2013.
[5] Haberdar, “Maraş’ta vatandaşla buluştular”, 19.2.2013.
[6] Havadis, “CTP ‘Fellahoğlu’ dedi”, 14.2.2013.
[7] Yeni Düzen, “Lefkoşa’da CTP-TDP işbirliğine doğru”, 14.2.2013.
[8]Hüseyin Ekmekçi, “Darmadağın oldu…”, Havadis, 15.2.2013.
[9]Yeni Düzen, “Çakıcı: CTP’nin önerisini kabul edemeyiz bağımsız aday olmazsa kendi adayımız”, 15.2.2013.
[10] Kıbrıs Postası, “CTP-BG: TDP ile yürütülen ittifak arayışı son buldu”, 15.2.2013.
[11] Hüseyin Ekmekçi, “Darmadağın oldu…”, Havadis, 15.2.2013.
[12] Havadis, “Sorunları çözmek için adayım”, 16.2.2013.
[13] Yeni Düzen, “Aday kurultay sonrasına kaldı”, 16.2.2013.
[14]Aysu Basri Akter, “Ercan’da yeni dönem”, Yeni Düzen, 12.2.2013.
[15]Aysu Basri Akter, “Ercan’dan çıkışa %125 zam!”, Yeni Düzen, 15.2.2013.
[16] Kıbrıs, “3 bin TL daha”, 14.2.2013.

Rapprochement in Russia-Turkey Relations and its impact on the Cyprus Question

The Turkish and Middle Eastern Studies Department

invites you to the Postgraduate Seminar:
Rapprochement in Russia-Turkey Relations and its impact on

the Cyprus Question

Speaker:

Muhittin Tolga ÖzsaĞlam

Political Science
 

Thursday, 28 February 2013

7:00 p.m.

Room A008, Old Campus

University of Cyprus


Abstract:

After the collapse of the Soviet Union, Turkish foreign policy makers saw the post-Soviet sphere as an opportunity to increase the influence of Turkey in the framework of the cultural ties with the new post-Soviet states. Therefore, the competition between Russia and Turkey in the post-Soviet sphere (Caucasus and Central Asia) was inevitable. The discourse and practices of Turkish politicians, like Turgut Özal, Süleyman Demirel or Tansu Çiller, were expansionist and created problems in Russian-Turkish relations until the mid-1990s. Later on, Russian foreign policy-makers started to consider the importance of the benefits of a rapprochement in Russian-Turkish relations. The two countries noticed the importance of economic co-operation between them. Eventually, Russia and Turkey developed a complex interdependence on the economic sphere, in various sectors, like those of energy, tourism, trade and agriculture. Therefore, both countries came to treat each other’s vulnerabilities carefully. Although they have different attitudes on issues like Syria, Abkhazia, S. Osetia and Cyprus (their positions on the Cyprus Question are contradictory), they pursue a policy of co-operation, especially in the energy sector, and such differences do not affect negatively their bilateral relations, which follow a path towards a multi-dimensional partnership.

Short CV:

Muhittin Tolga Özsağlam was born in Nicosia in 1974 and after his undergraduate studies (Ba 1997) continued his studies at the Department of International Relations, Hacettepe University-Ankara (Ma 2000). He received his PhD on Russia and Central Asia affairs from the Marmara University-İstanbul in 2006. During his Phd research period, Özsağlam learned the Russian language and made his research at the St.Petersburg State University in St.Petersburg-Russia. He research interests focus on Russia, Caucasus and Central Asia issues. Özsağlam also involves on the activities of the civil society organizations and writing as a columnist about foreign affairs on a daily newspaper. He knows Turkish, English and Russian languages. He also speaks Greek.

 

Thursday, 28 February 2013

7:00 p.m.

Room A008, Old Campus

University of Cyprus

Ε.Ε-Τουρκία-Κύπρος σε μια «νέα» σχέση

 
 
Στις 25 Ιανουαρίου 2013 σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο Έρντογαν αφού σημείωσε ότι η Ε.Ε είναι αρνητική στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας, υπογράμμισε τα εξής: «Όταν αυτή η υπόθεση πάει τόσο αρνητικά, τότε ως Πρωθυπουργός 75 εκατομμυρίων ανθρώπων, θέλεις δε θέλεις, αρχίζεις άλλες αναζητήσεις. Για αυτό και τις προάλλες είπα στον Πούτιν βάλτε μας στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης και εμείς αποχαιρετούμε την Ε.Ε, χωρίζουμε τους δρόμους μας». Η συγκεκριμένη γεωστρατηγική «βόμβα» του Τούρκου Πρωθυπουργού προκάλεσε αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τις τάξεις της δεξιάς φιλελεύθερης διανόησης της Τουρκίας. Κάποιοι ερμήνευσαν αυτές τις δηλώσεις ως μπλόφα έναντι της Ε.Ε, άλλοι ως μια πραγματική πολιτική στροφή του κυβερνώντος ΑΚΡ.

Όμως εκείνο που θα πρέπει να προβληματίσει τη δική μας περίπτωση, ιδιαίτερα όσους ακόμα οραματίζονται ότι η Ε.Ε από μόνη της μπορεί να «γονατίσει» την Τουρκία ενώπιον των όποιων ελληνοκυπριακών διεκδικήσεων, δεν είναι μόνο το κατά πόσο εννοεί αυτά που λέει ο Έρντογαν ή εάν πρόκειται για «επικοινωνιακά τεχνάσματα». Περισσότερο θα πρέπει να προβληματίσει το ότι η λεκτική «αναταραχή» που προκάλεσε ο επικεφαλής της τουρκικής κυβέρνησης, αντικατοπτρίζει ένα τουλάχιστον μέρος της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που βιώνει σήμερα η Τουρκία σε σχέση με την ευρωπαϊκή της προοπτική. Οι κριτικές για τις δηλώσεις Έρντογαν, σε καμιά περίπτωση δεν έμοιαζαν σε ένταση με παρόμοια περιστατικά που συνέβαιναν πριν μια δεκαετία.

Τα τελευταία χρόνια και περισσότερο μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2011, είναι γεγονός ότι οι επικριτικές δηλώσεις του Έρντογαν για την Ε.Ε και άλλους δυτικούς θεσμούς αυξάνονται. Οι κριτικές αυτές απέχουν πολύ από μια προοδευτική κατεύθυνση. Περιορίζονται συνήθως στην ανάδειξη ενός νέου τύπου ανταγωνισμού σε μια διεθνή τάξη πραγμάτων με πολλά κέντρα εξουσίας. Σηματοδοτούν μια αντιπαράθεση συνδεδεμένη κυρίως με τη σχετική αύξηση του μερίσματος που οικειοποιείται ο κόσμος πέραν της Δύσης στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Σε αυτό το σημείο, η Τουρκία του ΑΚΡ επιδιώκει να καθιερωθεί ως μια δύναμη εκπροσώπησης μέρους του ισλαμικού κόσμου όχι σε σύγκρουση με το δυτικό κόσμο, αλλά σε πορεία πλήρους ενσωμάτωσης στις κεντρικές δομές.

Επομένως η ένταση στην υπογράμμιση των παραδοσιακών αξιών της Τουρκίας, η μετατροπή της ισλαμικής θρησκείας σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν τα «αναμενόμενα» αποτελέσματα σε μια προσπάθεια όπως την προαναφερόμενη. Όμως η ισχυρή παρουσία της πολιτισμικής ταυτότητας της Τουρκίας στην εξωτερική πολιτική και μάλιστα σε σημείο που η Ε.Ε να παρουσιάζεται ως «κίνδυνος» αμφισβήτησής της, δημιουργεί επιπλέον αρνητικές δυναμικές αναφορικά με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Προκαλεί σκλήρυνση στην πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης σε σημείο αντικατάστασης «των κριτηρίων της Κοπεγχάγης με τα κριτήρια της Άγκυρας». Μια φράση που σαφώς παραπέμπει σε μια επιθυμία νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού χωρίς τον άξονα της Ε.Ε.

Οι πιο πάνω εξελίξεις δεν υπάρχουν στο κενό. Η μετατόπιση ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή, δημιουργεί ούτως ή άλλως νέους συνειρμούς και αναζητήσεις. Η Κίνα και η Ρωσία δεν αποδέχονται την ύπαρξη ενός μονοπολικού κόσμου και επιδιώκουν να διευρύνουν την επιρροή τους από την Κεντρική Ασία μέχρι και την Αφρική. Η εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα στα ανατολικά του κόσμου ενισχύεται, προκαλώντας το ενδιαφέρον της Άγκυρας και όχι μόνο. Οι στόχοι για ενίσχυση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα του πιο πάνω σκηνικού. Την ίδια στιγμή η Ε.Ε βουλιάζει καθημερινά υπό το βάρος της πολύπλευρης κρίσης. Η κατάσταση αυτή φέρνει στο προσκήνιο φυγόκεντρες δυναμικές, άλλες σε προοδευτική και άλλες σε συντηρητική κατεύθυνση.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ούτως ή άλλως «παγωμένη» ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας δεν κερδίζει την προσοχή των προηγούμενων χρόνων. Αντίθετα, η «μόδα» των ημερών στα τουρκικά πολιτικά στέκια δεν είναι η υπεράσπιση της ενταξιακής διαδικασίας στην Ε.Ε, αλλά η κριτική της. Στο επίκεντρο αυτής της νέας πραγματικότητας στην Άγκυρα βρίσκεται η πεποίθηση ότι μέρος του όποιου εκδημοκρατισμού (π.χ η επιστροφή του στρατού στα στρατόπεδα) μπορεί να είναι υλοποιήσιμος στόχος πέραν και έξω από τις βοήθειες που είχε προσφέρει στο παρελθόν η επίκληση της ενταξιακής διαδικασίας.

Επομένως τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι σκληρά και αξίζουν απάντησης. Σε πιο βαθμό υπάρχει σήμερα η συγκυρία της περιόδου 1999-2003, η οποία χαρακτηρίστηκε από την πρωταγωνιστική θέση της Ε.Ε στον καθορισμό της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής; Σε πιο βαθμό η ελληνοκυπριακή κοινότητα μπορεί να στηρίζει ολοκληρωτικά την τύχη της, αλλά και της Κύπρου, σε μια «ακαθόριστη» ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας με σκαμπανεβάσματα και πισωγυρίσματα; Η πολιτική πραγματικότητα που βρίσκεται τώρα στο προσκήνιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ομοσπονδιακή επίλυση του Κυπριακού, πρέπει πρωτίστως να είναι καθημερινή διεκδίκηση τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική. Έστω και αν υπάρχουν «εξωτερικοί άξονες» και συγκυρίες στις διεθνείς σχέσεις που μπορούν και πρέπει να τυγχάνουν αξιοποίησης, εντούτοις ο εγκλωβισμός του Κυπριακού σε μία και μόνη υπόθεση και μάλιστα «ανοιχτού τέλους» όπως η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε, έχει καταστροφικά αποτελέσματα.

 

Νίκος Μούδουρος

7.2.2013

 

Δημοσίευση: CYPRUSNEWS.EU
http://cyprusnews.eu/nikos-moudouros/929136——lr—-.html

Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα (28.1.2013-6.2.2013)

 

Το Κυπριακό δειλά-δειλά στο προσκήνιο

Η συνάντηση Έρντογαν-Σαμαρά στο Κατάρ και ο τρόπος που μεταδόθηκε από τον τουρκοκυπριακό Τύπο, καθώς και η συνάντηση του Έρογλου με τα μεγαλύτερα τουρκοκυπριακά πολιτικά κόμματα, έβαλαν ξανά στο θολό τοπίο το Κυπριακό πρόβλημα. Δύο είναι οι γενικότεροι άξονες που φαίνεται να απασχολούν τους Τουρκοκύπριους και να τους οδηγούν στις ερμηνείες τους περί νέας κινητικότητας στο Κυπριακό.

Ο πρώτος άξονας είναι η κινητικότητα της τουρκικής κυβέρνησης στο Κουρδικό, ζήτημα που αναμένεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη την Τουρκία και τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστεί και άλλα προβλήματα, όπως το Κυπριακό. Ο δεύτερος άξονας, πιο συγκεκριμένος, είναι οι προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παρόλο που δεν σημειώνεται το ενδιαφέρον των Τουρκοκυπρίων όπως σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, εντούτοις η φιλολογία για μια νέα διαδικασία στο Κυπριακό μετά τον Φεβρουάριο του 2013, ήταν ικανή από μόνη της να φέρει στο προσκήνιο κάποιες τάσεις για την επόμενη μέρα στο Κυπριακό.

Μετά τη συνάντηση των κομμάτων με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη στις 31 Ιανουαρίου 2013, η τουρκοκυπριακή Δεξιά, το Εθνικής Ενότητας και το Δημοκρατικό, αρκέστηκε να δηλώσει την αισιοδοξία της για την έναρξη μιας νέας διαδικασίας και την αναγκαιότητα για μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του νέου Ελληνοκύπριου συνομιλητή. Ο Ιρσέν Κιουτσιούκ μάλιστα δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι τόσο το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, όσο και ο Έρογλου, μελετούν και αξιολογούν επισταμένα όλες τις δηλώσεις και τοποθετήσεις του Αναστασιάδη για το Κυπριακό. Στην ευρύτερη Αριστερά τα πράγματα είναι πιο συγκεκριμένα. Ο Τσιακιτζί, ηγέτης του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας, ανέφερε ότι θα πρέπει αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές να επιβεβαιωθούν οι μέχρι σήμερα συγκλίσεις των συνομιλιών, ενώ εκτίμησε ότι τελικά θα αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για το φυσικό αέριο της Κύπρου, από του να περάσει από την Τουρκία. Μια τέτοια εξέλιξη θα είναι υποβοηθητική γενικότερα, σημείωσε. Ο Γενικός Γραμματέας του Ρεπουμπλικανικού, Ασίμ Ακάνσοϊ, εκτίμησε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα δώσει ούτως ή άλλως μια νέα δυναμική στις διαπραγματεύσεις, η οποία δεν πρέπει να χαθεί. Δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι θα πρέπει να προστατευθεί «η θετική βάση που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια στο τραπέζι των συνομιλιών και να προχωρήσει παραπέρα»[1].

Όμως πιο ουσιαστικά δεδομένα φαίνεται να παρουσιάζονται μέσα από διαρροές στον Τύπο της τελευταίας εβδομάδας, παρά από τις δηλώσεις των Τουρκοκύπριων πολιτικών. Από τις διαρροές αυτές φαίνεται ότι η Άγκυρα και η Τουρκοκυπριακή ηγεσία, πέρα από την κλασσική επιμονή σε ζητήματα όπως η δέσμευση σε χρονοδιάγραμμα, θα θέσουν κατά συγκεκριμένο τρόπο ζητήματα «ευρύτερης συνεργασίας των δύο πλευρών», ίσως υπό τη μορφή Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης με ιδιαίτερη επικέντρωση στην ενέργεια και το εμπόριο στην Ανατολική Μεσόγειο[2].

Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις που καταθέτει δημοσίως ο Κουντρέτ Όζερσαϊ, πρώην αντιπρόσωπος του Έρογλου στις συνομιλίες, προκαλούν κάποια συζήτηση και πρέπει να αξιολογηθούν. Συγκεκριμένα στο επίκεντρο των προτάσεών του βρίσκεται η υιοθέτηση μιας νέας στρατηγικής και μιας «ευέλικτης» διαδικασίας συνομιλιών που να αποτελείται από δύο αλληλοτροφοδοτούμενες προσπάθειες. Από τη μια θα είναι η κλασσική συζήτηση στο τραπέζι των συνομιλιών και από την άλλη μια δεύτερη συζήτηση οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας των δύο πλευρών, η οποία θα βοηθήσει την κατάσταση να ομαλοποιηθεί. Παράλληλα όμως μπαίνει και η «αναγκαιότητα» να επιδειχθεί ευελιξία και στο ζήτημα του πλαισίου της λύσης του Κυπριακού, αφού η διζωνική-δικοινοτική Ομοσπονδία δε φαίνεται πλέον να είναι εφικτή, κατά τον Όζερσαϊ. «Νέες ιδέες και πιο δημιουργικές», «έξω από τα καλούπια του ΟΗΕ» και με την προϋπόθεση ότι γίνονται αποδεχτές από τις δύο πλευρές, είναι το νέο περιεχόμενο που προτείνει ο Κουντρέτ Όζερσαϊ[3]. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει τις νέες συνομιλίες στο Κυπριακό δεν πρέπει να είναι το όνομα της λύσης, αλλά το να είναι αποδεχτή και από τις δύο πλευρές[4].

Συνεπώς θα πρέπει να αναμένεται ότι η ίδια περίπου αντιπαράθεση που υπάρχει στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα αναφορικά με τη λύση του Κυπριακού, θα εμφανιστεί και στην Τουρκοκυπριακή με τις ανάλογες φυσικά ιδιαιτερότητες.

Μια «νέα» πτυχή του Κυπριακού μέσα από το διεθνές πολιτικό Ισλάμ

Ο Χαμζά Άκμπουλουτ, πρόεδρος του Συνδέσμου Εθελοντικών Οργανώσεων Τουρκίας, κατά τη συνάντηση του με τον πρόεδρο της «βουλής» Χασάν Μποζέρ ανάφερε τα εξής χαρακτηριστικά: «Βλέπουμε την Κύπρο όπως ακριβώς την Μάρντιν, Έρζουρουμ, Εντίρνε, Κόνια, Σίβας, δηλαδή σαν ένα νομό της Τουρκίας. Όμως οι άνθρωποι των δύο χωρών δεν γνωρίζονται ικανοποιητικά μεταξύ τους»[5]. Η συνάντηση έγινε στα πλαίσιο της 9η Συνάντησης Νεολαίας που πραγματοποιεί στα κατεχόμενα η Ένωση Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών του Ισλαμικού Κόσμου, μια ομπρέλα 220 οργανώσεων από 53 διαφορετικές χώρες. Η «ομολογία» για το πώς αντιμετωπίζει την Κύπρο το πολιτικό Ισλάμ είναι η μια όψη των δηλώσεων. Η άλλη εξίσου σημαντική, είναι η παρομοίωση της Κύπρου και η μετατροπή του κυπριακού χώρου σε μια συγκεκριμένου τύπου «περιφερειακή περιοχή» της Ανατολίας, η οποία «χρειάζεται» την οικονομική και πολιτισμική συμβολή του «κέντρου». Συνεπώς η Κύπρος, όντας μακριά από την «κεντρική αρχή» πρέπει να αποτελέσει ένα «εργαστήρι» της εξαγωγής του τουρκικού-ισλαμικού μοντέλου εκσυγχρονισμού που επικρατεί επί της διακυβέρνησης ΑΚΡ στην Τουρκία. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις, όπως ήταν αναμενόμενο, «εξόργισαν» τον ευρύτερο προοδευτικό τουρκοκυπριακό χώρο.

Η πραγματοποίηση της 9ης Συνάντησης Νεολαίας στα κατεχόμενα, έχει τη δική της σημασία, αφού σύμφωνα με αναφορές του Γενικού Γραμματέα της Ένωσης Οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών του Ισλαμικού Κόσμου, Αλί Κουρτ, «η ΤΔΒΚ λόγω ιστορικών και πολιτιστικών δεσμών, αλλά και λόγω της κοινωνικο-πολιτιστικής της δομής έχει καθοριστική σημασία στον τουρκικό και ισλαμικό κόσμο». Σε αυτό το πλαίσιο, η σύνοδος ασχολήθηκε με ζητήματα διεθνούς αναβάθμισης των δομών στα κατεχόμενα, αλλά και ενίσχυσης της δουλειάς των «οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών» με τρόπο που να επωφελούνται από το «τουρκικό παράδειγμα» στον τομέα των λόμπι και της προώθησης πολιτικών σε διεθνές επίπεδο[6]. Επιπλέον η σύνοδος ασχολήθηκε και με ζητήματα προώθησης ξένων επενδύσεων στα κατεχόμενα, ιδιαίτερα από τον Ισλαμικό κόσμο, με ιδιαίτερη βαρύτητα στο σχεδιασμό πολιτικών που να δημιουργούν μια νόμιμη βάση ενθάρρυνσης του ξένου κεφαλαίου. Και σε αυτό τον τομέα καταγράφηκε με ιδιαίτερη έμφαση η αναγκαιότητα συντονισμού μεταξύ Τουρκίας και Τουρκοκυπριακής ηγεσίας[7].

Συνεπώς η παρουσία της συγκεκριμένης οργάνωσης στα κατεχόμενα, αλλά πολύ περισσότερο το περιεχόμενο της δραστηριοποίησης και των στόχων της, φαίνεται να επαναφέρουν την καθοριστική σημασία της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου στην υπόθεση της Κύπρου. Καθόλου τυχαία, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντερβίς Έρογλου, επιδιώκοντας να δώσει συνέχεια στην πιο πάνω δυναμική, φυσικά στο δικό του ιδεολογικό πλαίσιο, ανακοίνωσε ότι θα λάβει μέρος στη 12η Σύνοδο Κορυφής της Οργάνωσης Ισλαμικής Συνεργασίας που πραγματοποιείται στο Κάϊρο μέχρι και τις 7 Φεβρουαρίου 2013. Παράλληλα, έστω και σε «εμβρυακή κατάσταση» υπογραμμίζεται ακόμα ένα σημαντικό δεδομένο που λείπει εντελώς από την πολιτική αντιπαράθεση στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα: ότι η Κύπρος και το Κυπριακό πρόβλημα αποχτούν όλο και περισσότερους «δεσμούς» και επιρροές με τις γενικότερες ανακατατάξεις στην περιοχή μας.

Το δόγμα του ισχυρού κράτους διαμέσου της αύξησης του πληθυσμού

Ο «υπουργός εσωτερικών μίλησε ντόμπρα» ήταν ο τίτλος του πρωτοσέλιδου της ΚΙΠΡΙΣ στις 27 Ιανουαρίου 2013, στην είδηση του οποίου ο Ναζίμ Τσιαβούσιογλου αποκαλύπτει ότι σε κάθε συνεδρία του «υπουργικού συμβουλίου» αποφασίζεται η παραχώρηση τριών ή τεσσάρων υπηκοοτήτων. Μάλιστα υπογράμμισε εκ νέου την ανάγκη για περισσότερο πληθυσμό αφού όπως είπε αν δεν υπήρχε (αυτή η ανάγκη) τότε οι 35 χιλιάδες νόμιμοι ξένοι εργάτες δε θα έβρισκαν δουλειά[8].

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι δηλώσεις του Τσιαβούσιογλου προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις επιβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα του πληθυσμού παραμένει ίσως η μεγαλύτερη «ανοιχτή πληγή» για τους Τουρκοκύπριους. Όμως την ίδια στιγμή αυτή η τοποθέτηση ήταν και μια επιβεβαίωση των στοιχείων που κατά καιρούς δημοσιοποιούν οι τουρκοκυπριακές συντεχνίες, καταγγέλλοντας αυτή την πολιτική. Συγκεκριμένα η συμμαχία του Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης, η οποία συναποτελείται από συντεχνίες και κόμματα, σε πρόσφατη ανακοίνωση δημοσιοποιεί ότι από το 2009 μέχρι και τις πρώτες 15 μέρες του 2013, παραχωρήθηκαν συνολικά 5.097 νέες υπηκοότητες. Η ανακοίνωση αναφέρει ότι το 2009, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας παραχώρησε 936 υπηκοότητες, το 2010 635, το 2011 1421, το 2012 1955 και το πρώτο δεκαπενθήμερο του 2013, ακόμα 150 υπηκοότητες[9].

Φαίνεται ότι η πολιτική αύξησης του πληθυσμού ως «μια αναγκαιότητα» εξισορρόπησης της ισχύος με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα που ήταν ένα παραδοσιακό δόγμα της τουρκικής πολιτικής στην Κύπρο, τώρα αποχτά νέες σημαντικές πτυχές όπως είναι η «ανάγκη για ισχυρό κράτος». Ο Οζάν Τζεϊχουν, πρώην Γερμανός ευρωβουλευτής τουρκικής καταγωγής και ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα «φωνής» του Έρντογαν ανάμεσα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, περιγράφει ολοκληρωμένα το νέο ηγεμονικό λόγο αναφορικά με τη σχέση ισχυρού κράτους-μεγάλου πληθυσμού. Υποστηρίζει ότι για να γίνει η «ΤΔΒΚ» βιώσιμη και να σταθεί στα δικά της πόδια, πρέπει να ενισχυθεί με τουλάχιστον ακόμα 100 χιλιάδες άτομα. Κάνει λόγο συγκεκριμένα για την αναγκαιότητα «ειδικευμένου εργατικού δυναμικού» από την Τουρκία που θα πρέπει να έρθει στην Κύπρο ενόψει και της ανάπτυξης στρατηγικών έργων υποδομής όπως η υποθαλάσσια μεταφορά νερού και ηλεκτρισμού. Επιπλέον προτείνει την λήψη τέτοιων μέτρων που θα άρουν τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των «δύο τουρκικών στοιχείων» (της Κύπρου και της Τουρκίας) και θα ενσωματώνουν πιο εύκολα τους νέους ειδικευμένους εργάτες[10].

Προς αυτή την κατεύθυνση, λαμβάνονται σταδιακά και κάποια σημαντικά μέτρα. Συγκεκριμένα το «υπουργικό συμβούλιο» αποφάσισε να τροποποιήσει τη νομοθεσία για τις άδειες εργασίας ξένων εργαζομένων με τρόπο που να διευκολύνονται και να επιταχύνονται οι διαδικασίες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την εν λόγω τροποποίηση νέοι και νέες που συμπληρώνουν το 18ο έτος της ηλικίας τους στην «ΤΔΒΚ» και των οποίων οι γονείς εργάζονται για 15 συναπτά έτη, θα μπορούν να πάρουν άμεσα άδεια εργασίας χωρίς προηγουμένως να χρειάζεται να μεταβούν στο εξωτερικό. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι φοιτητές, οι οποίοι με την αποφοίτησή τους θα μπορούν να πάρουν άμεσα άδεια εργασίας εφόσον θα συνεχίσουν να εργάζονται στο χώρο που ως φοιτητές εργάζονταν part-time[11]. 

Η τουρκοκυπριακή κατανάλωση στην Κυπριακή Δημοκρατία

Παρά τις «εκσυγχρονισμένες» εκστρατείες τύπου «από Τούρκο σε Τούρκο» που κατά καιρούς διοργανώνει η Τουρκοκυπριακή ηγεσία με τη συνδρομή φιλικών ΜΜΕ, εντούτοις φαίνεται πλέον ότι μετά τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων στην καθημερινότητα των Τουρκοκυπρίων υπάρχουν κάποια «κεκτημένα» που δεν αλλάζουν, όπως οι αγορές από τις ελεύθερες περιοχές. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία στον τουρκοκυπριακό Τύπο, από την 1η Ιουλίου 2004 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου 2012, οι συναλλαγές Τουρκοκυπρίων με πιστωτικές κάρτες στην Κυπριακή Δημοκρατία έφτασαν τα 135 εκατομμύρια ευρώ. Μόνο το 2012, οι Τουρκοκύπριοι ξόδεψαν με πιστωτικές κάρτες στις ελεύθερες περιοχές το ποσό των 17.654.264 ευρώ. Εννοείται ότι στα στοιχεία αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται οι αγορές που γίνονται χωρίς τις πιστωτικές κάρτες. Για την ίδια χρονική περίοδο, οι Ελληνοκύπριοι ξόδεψαν στα κατεχόμενα 54 εκατομμύρια ευρώ και στην Τουρκία 23 εκατομμύρια ευρώ[12].  

Πάντως θα ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτική της οικονομικής συνεργασίας και ενσωμάτωσης των δύο κοινοτήτων και ιδιαίτερα των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, η συλλογή όλων των στοιχείων από συναλλαγές οικονομικού περιεχομένου. Για παράδειγμα τα ποσά που αφήνουν οι Τουρκοκύπριοι σε ιδιωτικές σχολές μέσης εκπαίδευσης στις ελεύθερες περιοχές.

Στις 24 Φεβρουαρίου η μάχη στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας

Τελικά το Κόμμα Εθνικής Ενότητας αποφάσισε μετά την σχετική δικαστική απόφαση, όπως ορίσει το δεύτερο γύρο των εκλογών για την ανάδειξη του προέδρου του στις 24 Φεβρουαρίου 2013. Η συγκεκριμένη απόφαση απλά έδωσε συνέχεια στη δημόσια αντιπαράθεση των δύο μεγάλων ομάδων εντός του κόμματος και όπως φαίνεται η νέα εκλογική διαδικασία θα αποτελέσει τη βάση για μια νέα δυναμική τόσο στην τουρκοκυπριακή Δεξιά, όσο και στις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία.

Οι δυνατότητες των δύο υποψηφίων, όπως και οι δυνάμεις που τους στηρίζουν είναι παράγοντες που θα επιδρούν στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας μέχρι και την τελευταία στιγμή της ψηφοφορίας. Υπενθυμίζεται ότι κατά την ψηφοφορία του Οκτωβρίου 2012, από τους 1427 αντιπροσώπους στο συνέδριο ψήφισαν οι 1402 και ο Ιρσέν Κιουτσιούκ έλαβε 704 ψήφους υπέρ, ενώ ο Αχμέτ Κασιήφ πήρε 690[13]. Συνεπώς από τη στιγμή της ανακοίνωσης της ημερομηνίας του 2ου γύρου, κανένας δεν μπορεί αν αισθάνεται βέβαιος για την τελική έκβαση. Τα υψηλά ποσοστά που φαίνεται να κερδίζει ο Κασιήφ – συνεπώς η ομάδα Έρογλου – ανοίγουν νέες προοπτικές στην αντιπαράθεση Τουρκίας-Τουρκοκυπρίων ως εξής: ακόμα και ένα κομμάτι της παραδοσιακής-εθνικιστικής τουρκοκυπριακής δεξιάς, δεν αποδέχεται εύκολα και χωρίς όρους τις παρεμβάσεις της Άγκυρας και ιδιαίτερα εκείνες που αλλάζουν τις ισορροπίες εξουσίας.

Σχέδιο μεταφοράς νερού από την Τουρκία

Σε δημοσίευμά της στις 5 Φεβρουαρίου 2013 η εφημερίδα ΓΚΙΟΥΝΕΣ, εκφραστικό όργανο του Κόμματος Εθνικής Ενότητας, αναφέρεται στο σχέδιο μεταφοράς νερού από την Τουρκία και γράφει ότι σύμφωνα με πληροφορίες ανταποκριτή του τουρκικού πρακτορείου ειδήσεων Ανατολή, που εξασφάλισε από αρμοδίους του Τμήματος Υδάτων της Τουρκίας (DSİ), συνεχίζονται οι εργασίες σχετικά με τον αγωγό μεταφοράς νερού, μήκους 22 χιλιομέτρων, από το φράγμα Αλάκιοπρου στη δεξαμενή ελέγχου ροής του νερού χωρητικότητας 10 χιλιάδων κυβικών μέτρων. Αναφέρεται επίσης ότι εντός του μηνός θα αρχίσουν οι εργασίες για την κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού μήκους 80 χιλιομέτρων. Σημειώνεται ότι έχει ολοκληρωθεί το 60% των εργασιών στο φράγμα στο Αλάκιοπρου στο Αναμούριο της Τουρκίας και ότι έχει επίσης ολοκληρωθεί η κατασκευή τμήματος μήκους 2 χιλιομέτρων του προαναφερόμενου αγωγού μεταφοράς νερού, μήκους 22 χιλιομέτρων, από το φράγμα Αλάκιοπρου στη δεξαμενή έλεγχου ροής νερού. Οι αρμόδιοι σημείωσαν ότι οι εργασίες συνεχίζονται βάσει προγράμματος και ότι δεν θα παρατηρηθεί καθυστέρηση σε αυτές. Αναφέρεται ότι το έργο μεταφοράς νερού από την Τουρκία στο ψευδοκράτος θα ολοκληρωθεί στις 7 Μαρτίου 2014 και ώρα 13:00.

Δημοσιεύτηκε στη Δέφτερη Ανάγνωση
http://www.defterianaynosi.com/article.php?id=539


[1] Haber KKTC, “Saray’da Kıbrıs Zirvesi”, 31.1.2013.
[2] Mete Tümerkan, “Sıfır sorun yaklaşımı”, 31.1.2013.
[3] Kıbrıs Time, “Özersay Brüksel’de konferans verdi”, 22.1.2013.
[4] Mete Tümerkan, “Karagöz olmak istemiyorsak!”, Havadis, 29.1.2013.
[5] Yeni Düzen, “Kıbrıs’ı vilayet olarak görüyoruz”, 31.1.2013.
[6] Kıbrıs Time, “KKTC dünyada hak ettiği yerde değil”, 31.1.2013.
[7] Kıbrıs, “KKTC’yi tanıyorlar”, 31.1.2013.
[8] Kıbrıs, “Dobracı bakan”, 27.1.2013.
[9] Yeni Düzen, “2009 yılından bugüne 5 bin 100 yurttaş!”, 19.1.2013.
[10] Ozan Ceyhun, “KKTC’nin Ekonomisi’nin kalifiye göçmenlere ihtiyacı var”, Haberdar, 21.1.2013.
[11] Havadis, “Yabancı İş Sil Baştan”, 1.2.2013.
[12] Kıbrıs Ekonomi, “Rumları ikiye katladık”, 28.1.2013.
[13] Havadis, “İkinci tur 24 Şubat’ta”, 2.2.2013.

Ισλάμ, Κεφάλαιο και Τουρκοκύπριοι

Στις 25 Ιανουαρίου 2013, υπογράφτηκε το πρωτόκολλο για την ανέγερση του Θεολογικού Κολεγίου Χαλά Σουλτάν στην κατεχόμενη Λευκωσία, με χρηματοδότηση από την Ένωση Επιμελητηρίων Τουρκίας. Η είδηση μέχρι εδώ δεν περιέχει κάτι, πέραν των συνηθισμένων, που να προκαλεί το ενδιαφέρον του ελληνοκυπριακού κοινού. Όμως το γενικότερο ιδεολογικό πλαίσιο της πιο πάνω εξέλιξης και οι αντιδράσεις που αυτή προκάλεσε, αναδεικνύουν σημαντικά πολιτικά στοιχεία για την πορεία του τόπου και τη συνεργασία των δύο κυπριακών κοινοτήτων.

Ο Αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης, Μπεσίρ Αταλάϊ, στην εκδήλωση υπογραφής του συγκεκριμένου πρωτοκόλλου δήλωσε: «Όπως όλοι γνωρίζουμε η Βόρεια Κύπρος είναι ένας χώρος που έχει την ανάγκη θρησκευτικής εκπαίδευσης. Με αυτό το πρωτόκολλο ικανοποιείται αυτή η ανάγκη… Μακάρι να είναι καλορίζικο (το θεολογικό κολέγιο) και να αναθρέψει προκομμένες γενιές. Να αναθρέψει μια γενιά που να δίνει αξία στο μέλλον της Κύπρου και στις σχέσεις με την Τουρκία». Από αυτό το απόσπασμα εξάγεται το πρώτο στοιχείο πολιτικών μηνυμάτων. Καταρχήν εκφράζεται μια παραδοσιακή αντίληψη του πολιτικού Ισλάμ για την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Στα συγκεκριμένα πλαίσια, οι Τουρκοκύπριοι δεν ήταν ποτέ ούτε «αρκετά Μουσουλμάνοι», ούτε και «καλοί Μουσουλμάνοι». Συνεπώς ήταν πάντα «ύποπτοι» για την αστάθεια στις σχέσεις με την Τουρκία.

Παράλληλα όμως, εκφράζεται ξεκάθαρα και η βούληση της κυβέρνησης Έρντογαν για την ανάπτυξη μιας «κοινωνικής μηχανικής» που επιδιώκει να προσαρμόσει το αξιακό πλαίσιο της Τουρκοκυπριακής κοινότητας σε αυτό της Τουρκίας. Η νέα Τουρκία του ΑΚΡ, δεν μπορεί να συμβιώσει – σε ιδεολογικό επίπεδο – με μια κοινότητα ομολογουμένως κοσμική, με μια κοινότητα που διακρίνεται για την φιλελεύθερη ερμηνεία των θρησκευτικών της παραδόσεων. Επομένως η εξαγωγή του σημερινού τουρκικού μοντέλου εκσυγχρονισμού στα κατεχόμενα που στο οικονομικό πεδίο εκφράζεται με τα τρίχρονα πρωτόκολλα, θα πρέπει να επεκταθεί με τρόπο που να νομιμοποιείται πολιτικά και ιδεολογικά. Στο σημείο αυτό, υπογραμμίζεται η ανάγκη για την εμφάνιση αυτής της «νέας γενιάς» που σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Έρντογαν, θα δίνει σημασία στις σχέσεις με την Τουρκία και θα ικανοποιεί την «γνωστή σε όλους» ανάγκη κάλυψης του «θρησκευτικού κενού» των ιθαγενών. 

Ο Πρόεδρος της Ένωσης Επιμελητηρίων Τουρκίας, Ριφάρ Χισαρτζικλίογλου, στη συγκεκριμένη εκδήλωση αφού υπενθύμισε ότι η Κύπρος ήταν ένας από τους πρώτους χώρους εξισλαμισμού και η κατάκτησή της αναγγέλθηκε από τον Προφήτη Μωάμεθ, δήλωσε ότι: «Η Χαλά Σουλτάν πήρε μέρος σε αυτή την κατάκτηση. Εάν η Χαλά Σουλτάν στα 86 της χρόνια θυσιάστηκε σε αυτά τα εδάφη για τη διάδοση της ισλαμικής θρησκείας, τότε το δικό μας καθήκον είναι να αναθρέψουμε γενιές που να ταιριάζουν με αυτά». Από το συγκεκριμένο απόσπασμα εξάγεται το δεύτερο στοιχείο πολιτικών μηνυμάτων. Η Κύπρος ως γεωγραφικός χώρος διατηρεί τη γεωστρατηγική της σημασία, αλλά αυτή η σημασία θα πρέπει να ανανεώσει το ιδεολογικό πλαίσιο αναφοράς. Η Κύπρος παραμένει σημαντική γιατί τελικά είναι καθοριστική στον ίδιο τον ισλαμικό χώρο. Επομένως οι πολιτικές που εφαρμόζονται στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, θα πρέπει να υπηρετούν την προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας τάξης πραγμάτων που να ταιριάζει με τη συγκεκριμένη θέση της Κύπρου.

Σε αυτό το σημείο, η ιδιωτική εκπαίδευση έχει στρατηγικό χαρακτήρα. Μέσα από την ανάπτυξη του λεγόμενου ισλαμικού κεφαλαίου στην εκπαίδευση και τη δημιουργία πανίσχυρων δικτύων ιδιωτικών σχολείων από τα Βαλκάνια μέχρι και την Κεντρική Ασία, το πολιτικό Ισλάμ της Τουρκίας κατάφερε να ενισχυθεί στην παραγωγή στελεχών. Κατάφερε να δημιουργήσει το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο αργότερα θα αναδεικνυόταν πρωταγωνίστρια δύναμη στην εφαρμογή των πολιτικών της σημερινής τουρκικής κυβέρνησης. Αυτός ήταν ένας τομέας που έλειπε από τα κατεχόμενα.

Το τρίτο στοιχείο πολιτικών μηνυμάτων είναι οι τουρκοκυπριακές αντιδράσεις στα πιο πάνω. Οι Τουρκοκύπριοι για μια ακόμη φορά αντέδρασαν έντονα σε αυτή την ιδιότυπη τακτική «εξισλαμισμού» που εισάγεται από την Τουρκία. Ανακοινώσεις συντεχνιών, οργανώσεων και κομμάτων του ευρύτερου προοδευτικού χώρου, υπογράμμισαν τα διαφορετικά στοιχεία της Τουρκοκυπριακής ταυτότητας μέσα στο γενικότερο κυπριακό τους πλαίσιο. Όμως το σημαντικότερο όλων, ήταν η καταγραφή της βούλησης για αλλαγή των υφιστάμενων σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης έντασης.

Η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί ορθά από την Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η αντιπαράθεση που υπάρχει αυτή την στιγμή στα κατεχόμενα παράγει κοινά κυπριακά αιτήματα και διεκδικήσεις, ενώ την ίδια στιγμή ανοίγει τις προοπτικές αναθεώρησης του ρόλου της σημερινής Τουρκίας στην κυπριακή ιστορία. Υπό αυτή την έννοια, αποδεικνύεται ξανά ότι η πλατιά συνεννόηση των προοδευτικών τμημάτων των δύο κοινοτήτων απονομιμοποιούν την κατοχική παρουσία της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, αποδεικνύεται οι ελληνοκυπριακές εθνικιστικές ερμηνείες που μετέτρεπαν συνολικά την Τουρκοκυπριακή κοινότητα σε μια «άβουλη προέκταση» επιθετικότητας της Τουρκίας στην Κύπρο, δεν έχουν κανένα ιστορικό και πρακτικό αντικατοπτρισμό.  

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσιεύθηκε στην Cyprus News, 30.1.2013
http://cyprusnews.eu/nikos-moudouros/904790-2013-01-29-21-43-25.html

Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα, 21-28 Ιανουαρίου 2013

 

Η Καρπασία, ο εποικισμός και το εδαφικό

Την Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013, μια συνεργασία κομμάτων και οργανώσεων που συναποτελούν την πλατφόρμα προστασίας του εθνικού πάρκου της Καρπασίας κινητοποιήθηκε στην περιοχή με στόχο να διαμαρτυρηθεί για την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος που προκαλεί η κατασκευαστική εταιρεία, η οποία ανέλαβε τη διαπλάτυνση του δρόμου μέχρι τον Απόστολο Αντρέα. Μέχρι εδώ όλα φαντάζουν φυσιολογικά. Όμως η κινητοποίηση των οργανώσεων αυτών αντιμετώπισε το «μένος» της αστυνομίας και κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι μάλιστα έφτασαν στο χώρο των διαμαρτυριών των περιβαλλοντιστών μετά από κάλεσμα από το τζαμί! Εντύπωση προκάλεσαν και οι αψιμαχίες… οι περιβαλλοντιστές «κατηγορήθηκαν ως προδότες των Ελληνοκυπρίων»![1]Φαίνεται ότι υπήρξε μια συνειδητή προσπάθεια εκ μέρους των τοπικών παραγόντων του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και της τουρκικής πρεσβείας να παρουσιαστεί το θέμα ως «εναντίωση προς την ανάπτυξη μιας περιοχής στην οποία ζουν Τούρκοι». Άλλωστε είναι γνωστή η σύνθεση του πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Καρπασίας.

Το ευρύτερο πλαίσιο της μικρής κλίμακας αντιπαράθεσης στην Καρπασία, αναδεικνύει δύο πολύ σημαντικά πολιτικά στοιχεία: Πρώτο, υπενθυμίζει ότι οι αψιμαχίες μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Τούρκων που δεν έχουν ενσωματωθεί στο τουρκοκυπριακό πλαίσιο, υποβόσκουν. Μπορεί να μην καταγράφονται στη δημόσια σφαίρα, αλλά οι κοινωνικο-οικονομικές εξελίξεις συμβάλλουν στη διατήρησή τους και ίσως στην εμφάνιση εθνικιστικών εξάρσεων, άγνωστων στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα. Δεύτερο, ενισχύεται η μεταφορά επενδύσεων και ανάπτυξης – πολλές φορές άναρχης – σε περιοχές που στο παρελθόν αποτελούσαν «χαρτιά διαπραγμάτευσης» της τουρκικής πλευράς στο εδαφικό. Τόσο η Καρπασία, όσο και η Μόρφου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συζητήθηκαν για χρόνια ως περιοχές «εδαφικής αναπροσαρμογής». Τα τελευταία δύο χρόνια υπάρχει μια εντατικοποίηση της προσπάθειας οικονομικής ανάπτυξης διαμέσου του τουρκικού κεφαλαίου σε αυτές τις περιοχές, με τις ανάλογες βέβαια προεκτάσεις και στο Κυπριακό. 
Η διαμάχη του παλιού και του νέου ως υπόθεση της Δεξιάς (!)

Μετά την οριστική απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου των κατεχομένων στις 23 Ιανουαρίου 2013 για την εκλογή Προέδρου του Κόμματος Εθνικής Ενότητας, η αντιπαράθεση μεταξύ του Ιρσέν Κιουτσιούκ και της ομάδας Αχμέτ Κασιήφ που στηρίζει ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, εισέρχεται σε μια νέα φάση εξίσου σοβαρή. Η απόφαση του δικαστηρίου υπογραμμίζει ότι στο συνέδριο του Οκτωβρίου 2012 ο νικητής της ψηφοφορίας (Κιουτσιούκ), δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία όπως προνοεί το καταστατικό του κόμματος για την εκλογή του Προέδρου του. Συνεπώς θα πρέπει τελικά να γίνει και δεύτερος γύρος ψηφοφορίας με τους ίδιους κομματικούς αντιπρόσωπους για να κριθεί τελικά ο νικητής, ο οποίος ταυτόχρονα θα είναι και «πρωθυπουργός»[2].
Αυτή η νέα φάση στην εσωτερική αντιπαράθεση της Δεξιάς είναι σημαντική γιατί πυροδότησε συγκεκριμένες δυναμικές που ξεκαθαρίζουν το περιεχόμενο της. Λίγες ώρες πριν τη δικαστική απόφαση, ο Κιουτσιούκ τόνισε τα εξής αποκαλυπτικά: «Ο κύριος Κασιήφ και όλοι, πρέπει να γνωρίζουν ότι οι αλυσίδες του στάτους-κβο της πολιτικής στη χώρα μας θα σπάσουν και το μεγάλο Κόμμα Εθνικής Ενότητας θα αναπτυχθεί σε πείσμα αυτών που θέλουν το χάος και θα συνεχίσει να προασπίζεται τη μεγαλύτερη του υπηρεσία που είναι η σταθερότητα»[3]. Επομένως στη μια πλευρά του νήματος βρίσκεται η βούληση για την ολοκληρωτική αλλαγή του καθεστώτος που οικοδομήθηκε από το 1974.

Στην άλλη πλευρά του νήματος βρίσκονται οι εκπρόσωποι του «παλαιού καθεστώτος» υπό την ηγεσία του Ντερβίς Έρογλου. Δηλαδή οι κύκλοι εξουσίας που ανδρώθηκαν στην κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα που δημιούργησε η εισβολή: Μια κρατική δομή εκτουρκισμού με συγκεκριμένους προσανατολισμούς στην οικονομία, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν κυρίως από την καλλιέργεια εξάρτησης μέσα από τη δημόσια υπηρεσία. Σε αυτό το πλαίσιο η χαρακτηριστικότερη μορφή της διεκδίκησης για συνέχιση του «παλαιού καθεστώτος» είναι ο δικηγόρος του Αχμέτ Κασιήφ, ο Φουάτ Βεζίρογλου. Ιστορική προσωπικότητα του κύκλου Ντενκτάς, υπηρέτησε σε διάφορα «κρατικά» πόστα και δραστηριοποιήθηκε ιδιαίτερα κατά την περίοδο ανακήρυξης και σταθεροποίησης του «Τ/Κ Ομόσπονδου Κράτους» του 1975 και της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου» του 1983. Εδώ και χρόνια αποσπάστηκε στη δικηγορία. Ήταν από τους πρωταγωνιστές της συμμαχίας Ντενκτάς ενάντια στο Σχέδιο Ανάν και φυσικά εναντίον της κυβέρνησης Έρντογαν την κρίσιμη περίοδο 2002-2004. Η παρουσία του στο πλευρό των Κασιήφ-Έρογλου, αποδεικνύει ότι η «επιχείρηση κάθαρσης» του ΑΚΡ, ενάντια στο παλιό εθνικιστικό και αντι-ισλαμικό μπλοκ τύπου Εργκενεκόν στα κατεχόμενα, δεν έχει ολοκληρωθεί έστω και αν σε μεγάλο βαθμό η επικράτηση του πολιτικού Ισλάμ είναι γεγονός.

Φαίνεται όμως ότι οποιαδήποτε και να είναι η κατάληξη του 2ου γύρου εκλογής ηγέτη στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, οι ρήξεις που δημιουργήθηκαν είναι τέτοιες που οδηγούν σε μια διαδικασία σημαντικών αλλαγών σε ολόκληρη την μέχρι σήμερα γνωστή Τουρκοκυπριακή Δεξιά. Το κόμμα αντιμετωπίζει μεγάλης κλίμακας φθορά, ενώ η τουρκική κυβέρνηση δεν κρύβει καθόλου την ενόχλησή της από την έλλειψη πολιτικής σταθερότητας που είναι αναγκαία για την απρόσκοπτη εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος. «Η αντιπαράθεση αυτή πρέπει να λήξει το συντομότερο δυνατό» ήταν η ξεκάθαρη τοποθέτηση του Αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης, Μπεσίρ Αταλάϊ, σε πρόσφατη συνέντευξη του στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Χαβαντίς[4].

 

Μια νέα προεκλογική εκστρατεία αρχίζει…

Στο μέτωπο των πρόωρων δημοτικών εκλογών στη Λευκωσία, υπάρχουν πλέον κάποιες πιο ξεκάθαρες τάσεις, έστω και αν το μεγάλο κόμμα της Δεξιάς, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας, ακόμα δεν τοποθετήθηκε ξεκάθαρα. Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα έχει ξεκαθαρίσει ότι προτεραιότητα του δεν είναι η εξεύρεση κοινά αποδεκτού υποψήφιου Δημάρχου από τις ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις. Παρόλο που δεν έκλεισε οριστικά την πόρτα στο διάλογο με άλλα αριστερά κόμματα και οργανώσεις, εντούτοις παρουσιάζεται αποφασισμένο να κατέλθει με δικό του υποψήφιο στη Λευκωσία. Ο Γενικός Γραμματέας του κόμματος, Ασίμ Ακάνσοϊ, δήλωσε σε τηλεοπτικό πρόγραμμα ότι «υπάρχει μεγάλος ενθουσιασμός και πίεση από τις τοπικές μας οργανώσεις για δικό μας υποψήφιο»[5].

Η στάση του Ρεπουμπλικανικού στο παρόν στάδιο, εξηγείται στη βάση δύο αξόνων: Ο πρώτος είναι η συνεχής αμφισβήτηση που δέχεται ακόμα και ως αντιπολίτευση από την ήττα στις γενικές εκλογές του 2009, αλλά και η εσωστρέφεια που το χαρακτηρίζει όλο αυτό το διάστημα. Έτσι, οι πρόωρες δημοτικές στη Λευκωσία, η σχετικά καλύτερη κινητοποίηση που έδειξε το κόμμα στα συγκεκριμένα προβλήματα του Δήμου και η κατάσταση στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, παρουσιάστηκαν ως ευκαιρία στην ηγεσία του κόμματος για να προβληθεί ως μια ισχυρή εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Άλλωστε το Ρεπουμπλικανικό δεν έκρυψε το στόχο επανόδου στη διακυβέρνηση, έστω και αν ακόμα δεν έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένο πολιτικό πρόγραμμα. Ο δεύτερος άξονας είναι η έλλειψη συνεννόησης του κόμματος με τα υπόλοιπα κόμματα της Αριστεράς και το συνδικαλιστικό κίνημα. Οι πληγές που άφησε στις σχέσεις τους η θητεία του Ρεπουμπλικανικού στη διακυβέρνηση δεν επουλώθηκαν, ενώ φαίνεται να προκύπτουν ιδεολογικές διαφορές σε σχέση με την οικονομία και κυρίως με το περιεχόμενο των σχέσεων της κοινότητας με την Άγκυρα. Στο ίδιο μήκος κύμματος περίπου βρίσκεται και το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας, το οποίο επίσης πιστεύει ότι οι πρόωρες δημοτικές είναι «η δική του ευκαιρία». Το ισχυρότερο χαρτί που έχει να παρουσιάσει μέχρι στιγμής είναι ο Μουσταφά Ακκιντζί, ο οποίος ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει εάν πρόκειται να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική δραστηριότητα.

Σε αντίθεση με τα πιο πάνω, το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος συνεχίζει τις επαφές του με τα συνδικάτα και άλλες οργανώσεις για να διερευνήσει την πιθανότητα δημιουργίας προοδευτικού μετώπου και κοινού υποψηφίου στο Δήμου Λευκωσίας. Μέχρι στιγμής, οι συντεχνίες δασκάλων, καθηγητών και δημοσίων υπαλλήλων (KTAMS) συμφώνησαν με το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος για την αναγκαιότητα μιας τέτοιας εξέλιξης. Μια επιπλέον δυναμική στην προσπάθεια συνεργασίας κομμάτων και συνδικάτων της Αριστεράς, είναι και η αποκάλυψη της πληροφορίας ότι ο ηγέτης της συντεχνίας των δημοτικών υπαλλήλων (BES), Σαβάς Μπόζατ, ενδιαφέρεται να είναι ο κοινός υποψήφιος[6]. Μια τέτοια υποψηφιότητα σε συμβολικό επίπεδο είναι σημαντική, αφού επικεντρώνει την εκλογική διαδικασία στους ουσιαστικούς λόγους της αντιπαράθεσης των τελευταίων μηνών στη Λευκωσία: Την οικονομική κατάρρευση του Δήμου μέσα από τις προνομιακές σχέσεις κεφαλαίου, κατεστημένου και Άγκυρας.
«Το Σχέδιο Ανάν του ποδοσφαίρου»

Με αυτό τον τίτλο επέλεξε να δημοσιεύσει τη συνομιλία του με τον πρόεδρο της τουρκοκυπριακής ομοσπονδίας ποδοσφαίρου, ο αρχισυντάκτης της Γιενί Ντουζέν Τζένκ Μουτλούγιακαλι, στην οποία για μια ακόμα φορά υπογραμμίστηκε η επιθυμία διεθνούς ενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων. Όπως έχει υποστηρίξει ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Χασάν Σέρτογλου, στο παρόν στάδιο δεν τίθεται ζήτημα ενοποίησης των τοπικών πρωταθλημάτων, αλλά αναζητούνται δρόμοι συμμετοχής των τουρκοκυπριακών ομάδων σε διεθνείς συναντήσεις με τη συνεργασία των Ελληνοκυπρίων και της ΚΟΠ και υπό την αιγίδα της ΟΥΕΦΑ και της ΦΙΦΑ[7].

Το σημαντικότερο στοιχείο στην υπόθεση συνεργασίας των δύο κοινοτήτων στο ποδόσφαιρο, είναι η εξέταση των αντανακλαστικών υπέρ της συνεννόησης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ευρύτερα. Στο γενικότερο πλαίσιο των εξελίξεων στα κατεχόμενα, φαίνεται ότι ακόμα και «μικρές» πρωτοβουλίες που άρουν τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της κοινότητας, μετατρέπονται σχεδόν άμεσα σε στοιχεία προοδευτικής δραστηριότητας. Οι δημόσιες αντιδράσεις που σημειώθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση είναι αξιοσημείωτες. Ως απάντηση στον αρνητισμό του Ντερβίς Έρογλου αναφορικά με την πιθανότητα ενοποίησης του κυπριακού ποδοσφαίρου, τουλάχιστον διεθνώς, ήταν οι άμεσες παρεμβάσεις της συντεχνίας των δασκάλων, του Κόμματος Ενωμένης Κύπρου του Ιζζέτ Ιζτζιάν και του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας του Μεχμέτ Τσιακιτζί. Το Ρεπουμπλικανικό παρόλο που υποστήριξε τις συνομιλίες, φάνηκε να κρατά πιο αμυντική στάση κυρίως λόγω της προηγούμενης πολιτικής του Ταλάτ, όταν το 2008 σταμάτησε την τότε πρωτοβουλία.

Πάντως, ο πρόεδρος της τουρκοκυπριακής ομοσπονδίας, Χασάν Σέρτογλου, καταφέρνει να παραμένει στο προσκήνιο της επικαιρότητας και φαίνεται να είναι μια προσωπικότητα που προκαλεί ερωτηματικά για τις προθέσεις του. Σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση της προσπάθειας της ΚΟΠ, ο Τουρκοκύπριος αρθρογράφος Αλί Τεκμάν, υπογράμμισε ότι μεταξύ Σέρτογλου και Έρογλου δεν υπάρχει καμιά διαφορά σε σχέση με την κοσμοαντίληψή τους και σε σχέση με τη μορφή λύσης του Κυπριακού που υποστηρίζουν. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Τεκμάν, ο Σέρτογλου αποτελεί προσωπική πολιτική επένδυση του Τουρκοκύπριου ηγέτη στην προσπάθεια του να κερδίσει νέους «αστέρες» σε δημόσια αξιώματα. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετούνται και οι προσπάθειες του Έρογλου να πείσει τον επικεφαλής του τουρκοκυπριακού ποδοσφαίρου να κατέλθει ως υποψήφιος Δήμαρχος Λευκωσίας. Ο Αλί Τεκμάν δεν κρύβει την ανησυχία του ότι τελικά και ακριβώς λόγω ιδεολογικού υπόβαθρου των εμπλεκομένων από τουρκοκυπριακής πλευράς, οι συνομιλίες στο ποδόσφαιρο δε θα έχουν θετική κατάληξη[8].

 

Δημοσίευση στη Δέφτερη Ανάγνωση
http://www.defterianaynosi.com/article.php?id=530


[1] Yeni Düzen, “Bu da oldu”, 28.1.2013
[2] Kıbrıs Postası, “Mahkeme kararını verdi. İkinci tur kesinleşti”, 23.1.2013.
[3] Yeni Düzen, “Kaşif’e aba altında sopa!”, 23.1.2013.
[4] Hasan Hastürer, “Beşir Atalay’ı hem dinledim hem düşündüm”, Havadis, 21.1.2013.
[5] Kıbrıs Postası, “CTP’nin heyecanı Lefkoşa’yı almaktır”, 22.1.2013.
[6] Yeni Düzen, “Bozat ortak aday mı?”, 23.1.2013.
[7] Cenk Mutluyakalı, “Futbolun Annan Planı”, Yeni Düzen, 24.1.2013.
[8] Ali Tekman, “KOP meselesindeki samimiyet ve statüko gerçeği”, 22.1.2013.

Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή Κοινότητα, 14-21 Ιανουαρίου 2013

 

14-21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2013

 

Προκήρυξη εκλογών στο δήμο Λευκωσίας: Μια άκρως πολιτική υπόθεση

Την Παρασκευή 11.1.2013, ο Δήμαρχος της κατεχόμενης Λευκωσίας παραιτήθηκε από τη θέση του λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης με τα οικονομικά του Δήμου[1]. Στις 15 Ιανουαρίου 2013 τέσσερα μέλη της δημοτικής ομάδας του Κόμματος Εθνικής Ενότητας (ΚΕΕ) ανακοίνωσαν επίσης την παραίτησή τους, εξέλιξη που σε συνδυασμό με τις προηγούμενες παραιτήσεις των δημοτικών ομάδων του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού, Κοινοτικής Δημοκρατίας και Δημοκρατικού Κόμματος, άνοιξε και επίσημα το δρόμο σε πρόωρες δημοτικές εκλογές σε δύο ή τρεις μήνες[2]. Ούτως ή άλλως μετά τη δημοσιοποίηση της παραίτησης του Μπουλούτοουλλαρι, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου ανώτατου συμβουλίου εκλογών, ο Δήμος Λευκωσίας θα πρέπει να προχωρήσει σε εκλογές για τη θέση του δημάρχου τον ερχόμενο Απρίλιο[3].  

Στο φόντο των πιο πάνω εξελίξεων, τα τρία μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης, (Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό, Κοινοτικής Δημοκρατίας και Δημοκρατικό) τοποθετήθηκαν ήδη για την αναγκαιότητα πρόωρων εκλογών τόσο στο δήμο Λευκωσίας, όσο και γενικών[4]. Παράλληλα όμως υπάρχει και η ευρύτερη ζύμωση των διαδικασιών για υποψηφιότητες. Το Κόμμα Ενωμένη Κύπρος πρότεινε τη σύσταση μιας ευρύτερης πλατφόρμας συνεργασίας της Αριστεράς με τις δημοκρατικές δυνάμεις σε μια υποψηφιότητα για το Δήμο Λευκωσίας, ενώ το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό και το Δημοκρατικό ανακοίνωσαν την έναρξη εσωκομματικών διαδικασιών για ανάδειξη υποψηφίου[5]. Στις 21 Ιανουαρίου 2013, το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας ανακοίνωσε επίσης την έναρξη επαφών με προτεραιότητα τη σύναψη ευρύτερης συνεργασίας για το Δήμο, έχοντας βεβαίως υπόψη του και έρευνες γνώμης που δίνουν προβάδισμα σε πιθανή υποψηφιότητα του Μουσταφά Ακκιντζί[6].

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η βαθιά πολιτικοποίηση του θέματος, αφού στο παράδειγμα της οικονομικής κατάρρευσης του κατεχόμενου δήμου Λευκωσίας, αντικατοπτρίζεται πλέον σε όλους η κατάσταση «κατάρρευσης» και μη βιωσιμότητας του «κράτους». Με λίγα λόγια, το θέμα έτσι όπως εξελίσσεται, αγγίζει σχεδόν όλες τις πτυχές του πολιτικού συστήματος και της δομής που οικοδομήθηκε ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους, κάτι που θα επηρεάσει καθοριστικά τις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Η εσωτερική αντιπαράθεση στην Τουρκοκυπριακή Δεξιά με προεκτάσεις στην Άγκυρα

Στο μεταξύ, η αντιπαράθεση εντός του Κόμματος Εθνικής Ενότητας συνεχίζεται. Δημοσιεύματα στον τουρκοκυπριακό Τύπο αποκάλυψαν ότι ο Κιουτσιούκ επιδίωξε συμβιβασμό με την εσωκομματική αντιπολίτευση προτείνοντας το σχηματισμό υπουργικού συμβουλίου με τη συμμετοχή 5 υπουργών από την ομάδα Κασίφ και με αντάλλαγμα την παραμονή του στη θέση του προέδρου του κόμματος και του πρωθυπουργού. Τα ίδια δημοσιεύματα ανέφεραν ότι η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την ομάδα Κασίφ[7].

Η εξέλιξη του θέματος δείχνει ότι η εσωκομματική αντιπαράθεση στο ΚΕΕ δεν πρόκειται να λήξει σύντομα, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί επιφανειακή. Ο Κιουτσιούκ φαίνεται να συγκεντρώνει την υποστήριξη της τουρκικής κυβέρνησης, ενώ από τα τέλη Δεκεμβρίου όταν ενοποιήθηκαν στο ΚΕΕ το Κόμμα Ελευθερίας και Μεταρρύθμισης του Αβτζί και το Κόμμα Δημοκρατίας και Εμπιστοσύνης του Ταζσίν Ερτουρούλογλου, φάνηκε να καταφέρνει την ενοποίηση της «μεγάλης δεξιάς» (εκτός του Δημοκρατικού Κόμματος) και με τις 30 έδρες να σταθεροποιεί την κυβέρνηση[8]. Αυτή η εξέλιξη ήταν σημαντική κυρίως για την υλοποίηση του οικονομικού πρωτοκόλλου που στο παρόν στάδιο είναι η προτεραιότητα της τουρκικής κυβέρνησης.

Όμως η πορεία των εξελίξεων έδειξε ότι η ομάδα της αντιπολίτευσης δε θα παραιτηθεί εύκολα από τους στόχους της. Η ομάδα Κασίφ-Έρογλου παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή ενώ με τη διαδικασία στο δικαστήριο εξασφάλισε τουλάχιστον ότι θα υπάρξει δεύτερος γύρος εκλογών για την ανάδειξη του προέδρου του κόμματος[9], συνεπώς και του «Πρωθυπουργού».

Η αντιπαράθεση αυτή δεν έχει μόνο τα χαρακτηριστικά ενός ανταγωνισμού για την εξουσία, αλλά και το μεγάλο ζήτημα της προσαρμογής της τουρκοκυπριακής δεξιάς σε αυτό που θέλει ο Έρντογαν. Δηλαδή τη δημιουργία μιας τουρκοκυπριακής δύναμης που θα εφαρμόσει το σχέδιο μετασχηματισμού των κατεχομένων, χωρίς να παρουσιάζεται ως πολιτική που επιβάλλεται. Στα πλαίσια αυτού του σχεδιασμού ο Έρογλου και οι αντιλήψεις που εκπροσωπεί δε συμβαδίζουν με το στόχο οικοδόμησης ενός νέου καθεστώτος. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την εποχή του δημοψηφίσματος, αλλά και την διαφωνία που προέκυψε για τη σύσταση της επιτροπής αποζημιώσεων μεταξύ Έρογλου και ΑΚΡ (ο Έρογλου προσέφυγε στο λεγόμενο συνταγματικό δικαστήριο για να ακυρωθεί ο νόμος σύστασης της επιτροπής αποζημιώσεων), οι σχέσεις τους είναι τεταμένες[10]. Βεβαίως, η ρήξη εντός του μεγαλύτερου δεξιού κόμματος των Τουρκοκυπρίων επιβεβαιώνει και την ενίσχυση ενός τουρκοκυπριακού εθνικισμού, ο οποίος παρά την αφοσίωση του στη «μητέρα πατρίδα», εντούτοις προβάλλει και την ανεξάρτητη ύπαρξη ενός τουρκοκυπριακού λαού.

Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετείται και μια άλλη σημαντική εξέλιξη. Στις 14 Ιανουαρίου 2013, ο ιδιοκτήτης του πανεπιστημίου Εγγύς Ανατολής, Σουάτ Γκιουρσέλ, έστειλε επιστολή στον Έρογλου με την οποία τον καλεί να αναλάβει ευθύνη προς την κατεύθυνση ομαλοποίησης της κατάστασης στο Κόμμα Εθνικής Ενότητας, το οποίο «κομματιάζεται μπροστά στα μάτια μας». Παράλληλα σημειώνει στην επιστολή ότι η «ανώτατη αρχή της Τουρκίας είναι ενοχλημένη» από τη γενική κατάσταση στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα και υπενθυμίζει ότι η κρίση πλέον δεν είναι πολιτική, αλλά έχει κοινωνικές διαστάσεις[11].

Η κατανόηση της παρέμβασης αυτής, φαίνεται να αναδεικνύει γενικότερες τάσεις στις σχέσεις Τουρκοκυπρίων-Άγκυρας. Ο συγκεκριμένος μεγαλοεπιχειρηματίας έχει ισχυρές διασυνδέσεις με την τουρκική κυβέρνηση και είναι γνωστός για την προνομιακή μεταχείριση που είχε σε ζητήματα όπως η δημιουργία ιατρικής σχολής στο εν λόγω πανεπιστήμιο. Καθόλου τυχαία μάλιστα στο Εγγύς Ανατολής έχει δημιουργηθεί η πρώτη Θεολογική Σχολή πανεπιστημιακού επιπέδου, ενώ προγραμματίζεται και η οικοδόμηση ενός μεγάλου τζαμιού[12]. Όπως γίνεται αντιληπτό, τα συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα έχουν πολύ σημαντική θέση σε στρατηγικά ζητήματα που προωθεί η τουρκική κυβέρνηση, όπως η εκπαίδευση στα κατεχόμενα. Η παρέμβαση του συνεπώς, η οποία και μεταφέρει ευθύνες για την πολιτική-κοινωνική κρίση στην ομάδα Έρογλου, είναι καθοριστικής σημασίας για τους γενικότερους σχεδιασμούς του ΑΚΡ αναφορικά με τα κατεχόμενα.

Οι κινήσεις της αντιπολίτευσης και τα προβλήματα της Αριστεράς

Η πιο σοβαρή και ολοκληρωμένη ενέργεια από πλευράς τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, για μια ακόμη φορά έγινε από την πλευρά της Συνδικαλιστικής Πλατφόρμας. Στις 15 Ιανουαρίου 2013 αποφασίστηκε η επαναδραστηριοποίηση του Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης με τη συμμετοχή πολιτικών κομμάτων και άλλων οργανώσεων, στη βάση ενός συγκεκριμένου πολιτικού πλαισίου. Το πλαίσιο θέτει κάποια σημαντικά στοιχεία όπως η διεκδίκηση για κατάργηση των πολιτικών του οικονομικού πρωτοκόλλου, αλλά και της φιλοσοφίας του γενικότερα. Υπογραμμίζει ότι συνεχίζεται η διεκδίκηση για ομοσπονδιακή λύση στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ, ενώ γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στην ανάγκη προστασίας της ταυτότητας και της προοπτικής αυτοδιοίκησης των Τουρκοκυπρίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη κινητοποίηση διαμαρτυρίας που αποφάσισε το Κίνημα πραγματοποιείται ενάντια στην πολιτική ανεξέλεγκτης παραχώρησης υπηκοοτήτων σε Τούρκους πολίτες[13]. Θα πρέπει να σημειωθεί παράλληλα, ότι η επαναδραστηριοποίηση του συγκεκριμένου κινήματος, δεν έχει σηματοδοτήσει και την επίλυση των προβλημάτων μεταξύ των διαφόρων τάσεων της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως στο πως γίνεται αντιληπτός ο ρόλος της Τουρκίας στα κατεχόμενα και πιο το περιεχόμενο της πολιτικής που ακολουθεί μέσα από τα πρωτόκολλα.

Όπως έχει προαναφερθεί τα τρία μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης αποφάσισαν να ζητήσουν ξεκάθαρα τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών, λόγω των αδιεξόδων που προκαλεί η «κυβέρνηση». Η σημαντική εξέλιξη στο μέτωπο της αντιπολίτευσης έγκειται στην αναζωογόνηση του διαλόγου για την προοπτική αποχώρησης τους από τη «Βουλή». Μέχρι πρόσφατα το ζήτημα της αποχώρησης αποτελούσε διεκδίκηση του Δημοκρατικού Κόμματος του Ντενκτάς και του Κοινοτικής Δημοκρατίας του Τσιακιτζί. Όμως οι μεταγραφές «βουλευτών» προς το Κόμμα Εθνικής Ενότητας ήταν μια κίνηση που έδειξε ότι η «κυβέρνηση» δεν επιθυμεί στο παρόν στάδιο πρόωρες εκλογές και συνεπώς η παρουσία σε μια «βουλή» που έχει «κλειδώσει» την έγκριση των νομοσχεδίων του τρίχρονου οικονομικού πρωτοκόλλου, δεν έχει πλέον και τόση σημασία. Εξέλιξη που επηρέασε και το Ρεπουμπλικανικό προς την ίδια κατεύθυνση.

Το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό, ακόμα δεν έχει αποφασίσει επίσημα να αποχωρήσει από τη «βουλή», όμως είναι γεγονός ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα κύκλοι φιλικοί προς το κόμμα, αλλά και στελέχη του άρχισαν να διατυπώνουν αυτή την άποψη δημόσια[14]. Η συγκεκριμένη άποψη συζητείται και στις επαρχιακές συγκεντρώσεις που διοργανώνει η ηγεσία του κόμματος τις τελευταίες δύο εβδομάδες.

Όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Ρεπουμπλικανικό συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπο με εσωτερικά προβλήματα, κυρίως ιδεολογικού χαρακτήρα. Η εξαγγελία παρουσίασης του οικονομικού προγράμματος του κόμματος συνοδεύτηκε από ανακοίνωση αναβολής «λόγω των προβλημάτων που προκαλεί το Κόμμα Εθνικής Ενότητας και την προσπάθεια του να αλλάξει την ημερήσια διάταξη»[15]. Όμως η πραγματικότητα βρίσκεται στο ότι το κόμμα δεν κατάφερε ακόμα να έχει μια ενιαία γραμμή σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας όπως οι ιδιωτικοποιήσεις που αναμένεται να κορυφωθούν την επόμενη περίοδο. Προβλήματα συνεχίζει να αντιμετωπίζει και στις σχέσεις του με το συνδικαλιστικό κίνημα, παρά τις προσπάθειες που έγιναν τελευταίως για μια ευρύτερη συνεννόηση.

Ο Έρογλου μονοπωλεί το Κυπριακό

Είναι γεγονός ότι το Κυπριακό δεν αποτελεί ζήτημα έντονων αντιπαραθέσεων στα κατεχόμενα, εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα. Ελάχιστες είναι οι διαφορετικές φωνές που τοποθετούνται πλέον για το ζήτημα. Σχεδόν όλοι αναμένουν το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς ωστόσο να διατυπώνονται αισιόδοξες προβλέψεις. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης δίνει την εντύπωση ότι είναι ο μόνος που ασχολείται με το Κυπριακό. Σε δύο δημόσιες τοποθετήσεις του το τελευταίο χρονικό διάστημα υπενθύμισε τις προϋποθέσεις που θα θέσει για να αρχίσει μια νέα διαδικασία, αλλά και το περιεχόμενο της λύσης που διεκδικεί. Συγκεκριμένα σε συνέντευξη του στο πρακτορείο ΤΑΚ ανέφερε ότι ο οδικός χάρτης της τουρκικής πλευράς είναι η περίληψη χρονοδιαγραμμάτων, η δέσμευση σε διαδικασία πάρε-δώσε και η πολυμερής διάσκεψη[16]. Σημείωσε παράλληλα, ότι η έναρξη μιας νέας διαδικασίας δε σημαίνει αυτόματα και θετικό αποτέλεσμα. Σε επόμενες του δηλώσεις ξεκαθάρισε ότι η λύση δεν μπορεί παρά να κάνει αποδεχτές τις πραγματικότητες των δύο κρατών και δύο λαών, στη βάση των οποίων οι δύο λαοί θα μπορούν «να ζήσουν ειρηνικά, ο ένας δίπλα από τον άλλο»[17].

Στο ίδιο πλαίσιο τοποθετούνται και οι δηλώσεις του Τουρκοκύπριου ηγέτη αναφορικά με τις προσπάθειες ενοποίησης του κυπριακού ποδοσφαίρου. Την Κυπριακή, 20 Ιανουαρίου, προειδοποίησε ότι οι συνομιλίες είναι σωστές όμως θα πρέπει να γίνει αποδεχτή η ύπαρξη της «ΤΔΒΚ»[18]. Με τις δηλώσεις του αυτές επιδίωξε να θέσει πρώτος τα όρια και εάν δεν αντιδράσει άμεσα η προοδευτική αντιπολίτευση, υπάρχει περίπτωση να το πετύχει.
Δημοσίευση στη Δέφτερη Ανάγνωση, 23.1.2013

[1] Kıbrıs Time, “Bulutoğulları’nın istifası YSK’ya ulaştırıldı”, 14.1.2013.
[2] Havadis, “İstifa geldi, LTB çöktü”, 16.1.2012.
[3] Kıbrıs Time, “Nolan: Lefkoşa Belediyesi Haziran’da seçime gidecek”, 14.1.2013.
[4] Havadis, “Siyasiler erken ve genel seçim dedi”, 15.1.2013.
[5] Kıbrıs, “Sandık temizler”, 17.1.2013.
[7] HABER KKTC, “Taçoy: Teklif haberi doğrudur”, 14.1.2013.
[8] Havadis, “Erdoğan’a eli dolu gidiyor”, 31.12.2012.
[9] Hasan Hastürer, “Durum sanıldığından ciddi…”, Havadis, 31.12.2012.
[10] Mert Özdağ, “Derin devlet mi, AKP mi?”, Yeni Düzen, 16.1.2013.
[11] Havadis, “Kurultay kavgasında YDÜ silahı çekildi”, 15.1.2013.
[12] Aysu Basri Akter, “Suat Günsel neden duruma el attı?”, Yeni Düzen, 15.1.2013.
[14] Ünal Fındık, “Erken seçim için ilk adım: Meclis’ten çekilme”, Yeni Düzen, 11.1.2013.
[15] Το κόμμα αρχικά ανακοίνωσε ότι θα δημοσιοποιούσε το οικονομικό του πρόγραμμα στις 10 Ιανουαρίου 2013. Sami Özuslu, “CTP’nin vizyon + 10’u ne?”, Yeni Düzen, 8.1.2013.
[16] Havadis, “Takvımsız olmaz”, 10.1.2013.
[17] Kıbrıs Time, “Eroğlu: Anavatansız bir KKTC, KKTC’siz bir Türkiye olmaz”, 14.1.2013.

Συνέδριο με θέμα "Το Μέλλον της Κυπριακής Εξωτερικής Πολιτικής"

 
 
 

Η προκήρυξη του τουρκοκυπριακού Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης

Το κείμενο της προκήρυξης του τουρκοκυπριακού Κινήματος Κοινοτικής Ύπαρξης, το οποίο μοιράστηκε σήμερα στους δρόμους:

ΚΑΛΕΣΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ ΜΑΣ

Ήρθε η μέρα που οι πλατείες βροντοφώναξαν «αυτή η χώρα είναι δική μας!»…

Ήρθε η μέρα που οι δρόμοι αντιλάλησαν για ισότητα, ελευθερία και δικαιοσύνη…

Ενωθήκαμε για αντίσταση, για την ύπαρξη μας, για να αποκρούσουμε τις επιβολές και να διαλύσουμε αυτή τη σάπια πολιορκία…

Ενωθήκαμε για να εμποδίσουμε κάθε είδους πολιτική διαφθορά…

Ενωθήκαμε για δικαιοσύνη, για μια δίκαιη τάξη, για ενίσχυση της εργασίας, για δημοκρατία, για πολιτική βούληση, για ισότητα, για ελευθερία, για το περιβάλλον, για την παραγωγή, για την ύπαρξη, για την ειρήνη και για μια σύγχρονη χώρα.
ΠΛΕΟΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΕΝΑ ΔΡΟΜΟ ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ!

Για να εναντιωθούμε στην καταπίεση του υποταγμένου Κόμματος Εθνικής Ενότητας,

Για να απορρίψουμε όλες τις επιβολές και τις ιδιωτικοποιήσεις που έρχονται από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και από οπουδήποτε αλλού,

Για να ξαναδημιουργήσουμε τη βούληση για αυτοδιοίκηση της Τουρκοκυπριακής Κοινότητας,

Για να φτάσουμε σε μια μόνιμη ομοσπονδιακή λύση προσαρμοσμένη στις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών,

Για να υπερασπιστούμε την ύπαρξη του λαού μας, για να προστατεύσουμε και να αναπτύξουμε τους όρους ζωής, για να υπερασπιστούμε τη δουλειά μας και την κοινοτική μας ύπαρξη,

Και για να δημιουργήσουμε ένα ευτυχισμένο μέλλον για όλους που ζουν στην Κύπρο,

 

ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΕΤΥΧΟΥΜΕ!

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ!
 

 Κίνημα Κοινοτικής Ύπαρξης
 
 
 
ΠΗΓΗ:

Χριστιανικό κράτος; Άκυρο…

Όπως αποκάλυψε η εφημερίδα Αφρίκα στις 10 Ιανουαρίου 2013, μια ομάδα Τουρκοκυπρίων που ζουν στις ελεύθερες περιοχές ξεκίνησε διαδικασίες δημιουργίας του «Κινήματος Τουρκοκύπριων Δημοκρατικών». Ανεξάρτητα από την μαζικότητα και την αντοχή στο χρόνο του κινήματος αυτού, η εξέλιξη αναδεικνύει αποκαλυπτικές για την Κύπρο, τάσεις και προοπτικές.

Η ονομασία και οι πολιτικοί στόχοι του συγκεκριμένου κινήματος έτσι όπως καταγράφονται στο καταστατικό του, έχουν ιδιαίτερη σημασία πέραν των τυπικών ερμηνειών. Η ελληνική μετάφραση της ονομασίας, εκ πρώτης όψεως δεν ικανοποιεί το περιεχόμενο των όρων που χρησιμοποιούνται και οι οποίοι βεβαίως έχουν πρώτιστα πολιτικο-ιδεολογικό άξονα. Το κίνημα χρησιμοποιεί την τουρκική λέξη «Cumhuriyetçiler», όρος που υπογραμμίζει την υποστήριξη προς το ρεπουμπλικανικό κράτος και όχι την ευρύτερη έννοια του δημοκρατικού ιδανικού. Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται και από το πρώτο άρθρο του καταστατικού του κινήματος, το οποίο αναφέρει ότι στόχος είναι «η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία ιδρύθηκε το 1960 από τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους που ζούσαν αρμονικά στο νησί για πολλούς αιώνες και η οποία αποτελεί το μοναδικό εχέγγυο για την κοινοτική ύπαρξη μας ως Τουρκοκύπριοι».

Επομένως τόσο η ονομασία του κινήματος, όσο και ο πρώτος πολιτικός στόχος του, παραπέμπουν ευθέως στο κράτος του 1960, δηλαδή το δικοινοτικό κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η διευκρίνηση αυτή έχει τη δική της ιστορική σημασία, αφού το υποβόσκων μήνυμα είναι ξεκάθαρο: Η διεκδίκηση δεν αφορά στη δομή του κράτους μας έτσι όπως προέκυψε από τα τραγικά γεγονότα του 1963. Αντίθετα αφορά στα δικαιώματα της κοινότητας (και όχι μειονότητας) που δημιούργησε την Κυπριακή Δημοκρατία του 1960 μαζί με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Πως όμως η υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η διεκδίκηση για αποκατάσταση των δικαιωμάτων της μίας από τις δύο κοινότητες, προκύπτει ως τουρκοκυπριακή διεκδίκηση έστω και σε «εμβρυακή κατάσταση»; Είναι γεγονός ότι η αποκατάσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με την κατάσταση πραγμάτων του 1960, δεν αποτελεί μαζικό, λαϊκό αίτημα της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Οι φωνές που ακούγονται προς αυτή την κατεύθυνση από τις κατεχόμενες περιοχές είναι στο περιθώριο. Όμως το συγκεκριμένο κίνημα και το αίτημα του εμφανίζεται στα εδάφη που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται μια νέα τάση, η οποία σχετίζεται αλλά δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αριθμητική παρουσία Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές.

Έστω και πολύ μικρή, αυτή η δυναμική αντικατοπτρίζει τις συνέπειες του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού που βιώνεται στα κατεχόμενα, καθώς και της μη ομοσπονδιακής επίλυσης του Κυπριακού. Πιο συγκεκριμένα, η τάση πολιτικοποίησης και οργάνωσης Τουρκοκυπρίων μόνιμων κατοίκων των ελεύθερων περιοχών, είναι ένα από τα αποτελέσματα της απειλής που δέχεται η κοινότητα ενάντια στην κυπριακή της ταυτότητα. Παράλληλα, η τάση αυτή επιβεβαιώνει ότι η παρούσα διχοτομική κατάσταση στο Κυπριακό δεν είναι στατική. Αντίθετα, μονιμοποιείται απελευθερώνοντας δυναμικές όπως η «αυθόρμητη» διεκδίκηση αποκατάστασης της δικοινοτικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μισό της έδαφος και η ενίσχυση της «τουρκοποίησης-εξισλαμισμού» του υπόλοιπου εδάφους.

Όσο η υπάρχουσα δομή των κατεχομένων αναπτύσσεται και θεμελιώνεται εις βάρος της κοινοτικής ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων και όσο δε φαίνεται στον ορίζοντα οριστική λύση που να διασφαλίζει την Τουρκοκυπριακή κοινότητα ως ισότιμο μέρος του κυπριακού λαού, τόσο πιο έντονα αυτή θα αναζητά «δρόμο διαφυγής». Ένας από τους οποίους, αλλά όχι ο μοναδικός, είναι η διεκδίκηση μιας Κυπριακής Δημοκρατίας «ως της μοναδικής εγγύησης της κοινοτικής ύπαρξης», αλλά που θα περιορίζεται στα σημερινά εδάφη που ελέγχει. Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη αυτή θα έπρεπε να υπενθυμίσει και σε συγκεκριμένους ελληνοκυπριακούς κύκλους ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι ούτε ελληνοκυπριακό, ούτε ελληνικό, ούτε χριστιανικό κράτος. Θα έπρεπε να υπενθυμίσει ότι οι χρυσαυγίτικου τύπου φωνές περί κλεισίματος των οδοφραγμάτων καθώς και η δημόσια «διαπόμπευση» Τουρκοκυπρίων που εργάζονται στις δομές του κράτους μας, δεν περιορίζουν, αλλά ενισχύουν τέτοιες εξελίξεις.

Συνεπώς, αυτά τα μικρά γεγονότα επαναφέρουν την επικαιρότητα της ανάγκης για λύση του Κυπριακού. Υπενθυμίζουν, ότι μορφές λύσης πέραν της ομοσπονδίας που αναπαράγουν την απειλή ενάντια στις δύο κυπριακές κοινότητες και την εξάρτηση τους, δεν είναι βιώσιμες. Τέτοιες εξελίξεις θέτουν επί τάπητος το αξίωμα ότι στη σημερινή φάση του Κυπριακού η συμβίωση των δύο κοινοτήτων σημαίνει τελικά και την επιβίωσή τους.

 

Νίκος Μούδουρος

Δημοσίευση:

http://cyprusnews.eu/nikosmoudouros/850724-2013-01-12-00-11-44.html

12.1.2013