Ε.Ε-Τουρκία-Κύπρος σε μια «νέα» σχέση

 
 
Στις 25 Ιανουαρίου 2013 σε τηλεοπτική του συνέντευξη, ο Έρντογαν αφού σημείωσε ότι η Ε.Ε είναι αρνητική στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας, υπογράμμισε τα εξής: «Όταν αυτή η υπόθεση πάει τόσο αρνητικά, τότε ως Πρωθυπουργός 75 εκατομμυρίων ανθρώπων, θέλεις δε θέλεις, αρχίζεις άλλες αναζητήσεις. Για αυτό και τις προάλλες είπα στον Πούτιν βάλτε μας στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης και εμείς αποχαιρετούμε την Ε.Ε, χωρίζουμε τους δρόμους μας». Η συγκεκριμένη γεωστρατηγική «βόμβα» του Τούρκου Πρωθυπουργού προκάλεσε αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τις τάξεις της δεξιάς φιλελεύθερης διανόησης της Τουρκίας. Κάποιοι ερμήνευσαν αυτές τις δηλώσεις ως μπλόφα έναντι της Ε.Ε, άλλοι ως μια πραγματική πολιτική στροφή του κυβερνώντος ΑΚΡ.

Όμως εκείνο που θα πρέπει να προβληματίσει τη δική μας περίπτωση, ιδιαίτερα όσους ακόμα οραματίζονται ότι η Ε.Ε από μόνη της μπορεί να «γονατίσει» την Τουρκία ενώπιον των όποιων ελληνοκυπριακών διεκδικήσεων, δεν είναι μόνο το κατά πόσο εννοεί αυτά που λέει ο Έρντογαν ή εάν πρόκειται για «επικοινωνιακά τεχνάσματα». Περισσότερο θα πρέπει να προβληματίσει το ότι η λεκτική «αναταραχή» που προκάλεσε ο επικεφαλής της τουρκικής κυβέρνησης, αντικατοπτρίζει ένα τουλάχιστον μέρος της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που βιώνει σήμερα η Τουρκία σε σχέση με την ευρωπαϊκή της προοπτική. Οι κριτικές για τις δηλώσεις Έρντογαν, σε καμιά περίπτωση δεν έμοιαζαν σε ένταση με παρόμοια περιστατικά που συνέβαιναν πριν μια δεκαετία.

Τα τελευταία χρόνια και περισσότερο μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2011, είναι γεγονός ότι οι επικριτικές δηλώσεις του Έρντογαν για την Ε.Ε και άλλους δυτικούς θεσμούς αυξάνονται. Οι κριτικές αυτές απέχουν πολύ από μια προοδευτική κατεύθυνση. Περιορίζονται συνήθως στην ανάδειξη ενός νέου τύπου ανταγωνισμού σε μια διεθνή τάξη πραγμάτων με πολλά κέντρα εξουσίας. Σηματοδοτούν μια αντιπαράθεση συνδεδεμένη κυρίως με τη σχετική αύξηση του μερίσματος που οικειοποιείται ο κόσμος πέραν της Δύσης στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Σε αυτό το σημείο, η Τουρκία του ΑΚΡ επιδιώκει να καθιερωθεί ως μια δύναμη εκπροσώπησης μέρους του ισλαμικού κόσμου όχι σε σύγκρουση με το δυτικό κόσμο, αλλά σε πορεία πλήρους ενσωμάτωσης στις κεντρικές δομές.

Επομένως η ένταση στην υπογράμμιση των παραδοσιακών αξιών της Τουρκίας, η μετατροπή της ισλαμικής θρησκείας σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, αποτελούν τα «αναμενόμενα» αποτελέσματα σε μια προσπάθεια όπως την προαναφερόμενη. Όμως η ισχυρή παρουσία της πολιτισμικής ταυτότητας της Τουρκίας στην εξωτερική πολιτική και μάλιστα σε σημείο που η Ε.Ε να παρουσιάζεται ως «κίνδυνος» αμφισβήτησής της, δημιουργεί επιπλέον αρνητικές δυναμικές αναφορικά με τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Προκαλεί σκλήρυνση στην πολιτική της τουρκικής κυβέρνησης σε σημείο αντικατάστασης «των κριτηρίων της Κοπεγχάγης με τα κριτήρια της Άγκυρας». Μια φράση που σαφώς παραπέμπει σε μια επιθυμία νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού χωρίς τον άξονα της Ε.Ε.

Οι πιο πάνω εξελίξεις δεν υπάρχουν στο κενό. Η μετατόπιση ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή, δημιουργεί ούτως ή άλλως νέους συνειρμούς και αναζητήσεις. Η Κίνα και η Ρωσία δεν αποδέχονται την ύπαρξη ενός μονοπολικού κόσμου και επιδιώκουν να διευρύνουν την επιρροή τους από την Κεντρική Ασία μέχρι και την Αφρική. Η εμπορική και βιομηχανική δραστηριότητα στα ανατολικά του κόσμου ενισχύεται, προκαλώντας το ενδιαφέρον της Άγκυρας και όχι μόνο. Οι στόχοι για ενίσχυση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα του πιο πάνω σκηνικού. Την ίδια στιγμή η Ε.Ε βουλιάζει καθημερινά υπό το βάρος της πολύπλευρης κρίσης. Η κατάσταση αυτή φέρνει στο προσκήνιο φυγόκεντρες δυναμικές, άλλες σε προοδευτική και άλλες σε συντηρητική κατεύθυνση.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ούτως ή άλλως «παγωμένη» ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας δεν κερδίζει την προσοχή των προηγούμενων χρόνων. Αντίθετα, η «μόδα» των ημερών στα τουρκικά πολιτικά στέκια δεν είναι η υπεράσπιση της ενταξιακής διαδικασίας στην Ε.Ε, αλλά η κριτική της. Στο επίκεντρο αυτής της νέας πραγματικότητας στην Άγκυρα βρίσκεται η πεποίθηση ότι μέρος του όποιου εκδημοκρατισμού (π.χ η επιστροφή του στρατού στα στρατόπεδα) μπορεί να είναι υλοποιήσιμος στόχος πέραν και έξω από τις βοήθειες που είχε προσφέρει στο παρελθόν η επίκληση της ενταξιακής διαδικασίας.

Επομένως τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι σκληρά και αξίζουν απάντησης. Σε πιο βαθμό υπάρχει σήμερα η συγκυρία της περιόδου 1999-2003, η οποία χαρακτηρίστηκε από την πρωταγωνιστική θέση της Ε.Ε στον καθορισμό της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής; Σε πιο βαθμό η ελληνοκυπριακή κοινότητα μπορεί να στηρίζει ολοκληρωτικά την τύχη της, αλλά και της Κύπρου, σε μια «ακαθόριστη» ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας με σκαμπανεβάσματα και πισωγυρίσματα; Η πολιτική πραγματικότητα που βρίσκεται τώρα στο προσκήνιο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ομοσπονδιακή επίλυση του Κυπριακού, πρέπει πρωτίστως να είναι καθημερινή διεκδίκηση τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική. Έστω και αν υπάρχουν «εξωτερικοί άξονες» και συγκυρίες στις διεθνείς σχέσεις που μπορούν και πρέπει να τυγχάνουν αξιοποίησης, εντούτοις ο εγκλωβισμός του Κυπριακού σε μία και μόνη υπόθεση και μάλιστα «ανοιχτού τέλους» όπως η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε, έχει καταστροφικά αποτελέσματα.

 

Νίκος Μούδουρος

7.2.2013

 

Δημοσίευση: CYPRUSNEWS.EU
http://cyprusnews.eu/nikos-moudouros/929136——lr—-.html

Τουρκία – Ε.Ε: Σε νέα φάση;

 

«Η επίδοση της Τουρκίας αποτυπώθηκε σε όλες τις επισκέψεις»

ΣΑΜΠΑΧ, 2.11.2012
Άρθρο Τουλού Γκιουμουστεκίν

Το πιο κάτω άρθρο παρουσιάζει τη «νέα πρόταση» που έθεσε ο Πρωθυπουργός Έρντογαν αναφορικά με την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Συγκεκριμένα στο περιθώριο της επίσκεψής του στη Γερμανία τις προηγούμενες μέρες, ο Έρντογαν ανέφερε ότι η χώρα του δεν ενδιαφέρεται να ενταχθεί στο ευρώ και προτιμά τη δημιουργία μιας διζωνικής/διπεριφερειακής Ε.Ε. Η Τουρκία, κατά τον Πρωθυπουργό, μπορεί να ενταχθεί σε μια τέτοια κοινότητα, έχοντας όμως και το πλεονέκτημα της δημιουργίας ελεύθερων εμπορικών ζωνών στη «δική της γεωγραφία», καθώς και τη δημιουργία μιας ξεχωριστής νομισματικής ένωσης. Μια τέτοια εξέλιξη – σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό – θα οδηγήσει σε μια στρατηγική συνεργασία μεταξύ της Ε.Ε και περιοχών από τα Βαλκάνια μέχρι τη Μέση Ανατολή, διαμέσου Τουρκίας. Ακολουθεί ολοκληρωμένη μετάφραση του άρθρου.

«Η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Ερντογάν στην Γερμανία μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα σημαντικών εξελίξεων. Η πρώτη μου εντύπωση είναι ότι η γερμανική πολιτική ελίτ, φαίνεται να άρχισε πλέον να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως «ίσο εταίρο». Αρχές του έτους, η Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γερμανίας αποφάσισε επισήμως για πρώτη φορά μετά από μια 50ετή διαδικασία, ότι η ‘αναπτυξιακή στήριξη’ που παρείχε στην Τουρκία, έχασε πλέον την σημασία της και ότι η τουρκική οικονομία αποτελεί μια ‘ανεπτυγμένη οικονομία’.

Η επίδοση της τουρκικής οικονομίας και της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής αποτυπώθηκε σε όλες τις επισκέψεις και συναντήσεις… Η ανθρώπινη πολιτική που ακολουθείται στο θέμα της φιλοξενίας πέραν των 100 χιλιάδων προσφύγων από την Συρία, ανέβασε πολύ την εικόνα και το κύρος της Τουρκίας. Ο Ερντογάν, τόσο με τη στήριξη της οικονομικής επίδοσης που παρουσιάζεται, όσο και με την εμπειρία της εξουσίας η οποία σταθεροποιείται σε κάθε εκλογή εδώ και 10 χρόνια, έδειξε ότι έχει γενικά αυτοπεποίθηση και ότι είναι ο κρατικός ηγέτης.

Το άνοιγμα του Ερντογάν

Ένα από τα στοιχεία που ανησυχούν περισσότερο ήταν το ποια θα είναι η στάση του Πρωθυπουργού όσον αφορά το θέμα των σχέσεων με την Ε.Ε. το οποίο δε συζητήθηκε καθόλου στο συνέδριο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Εδώ ο Ερντογάν υπογράμμισε μια ενθαρρυντική και εποικοδομητική όψη της Ε.Ε. η οποία ξάφνιασε ακόμα και τους πιο πιστούς οπαδούς της Ε.Ε.. Ο Πρωθυπουργός επεσήμανε ότι η ενοποίηση της Ε.Ε. κατάφερε εξαιρετικά πράγματα, όπως το μοντέλο της ειρήνης και της ενοποιημένης κοινότητας,προσθέτοντας ότι η Ε.Ε. θα βγει πιο δυνατή από την κρίση του Ευρώ και ότι πρέπει να αναγνωριστεί η ανιδιοτέλεια που επιδεικνύουν οι ηγέτες της Ε.Ε. όσον αφορά στη διαχείριση αυτής της κρίσης. Δήλωσε επίσης ότι το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης έπρεπε να είχε δοθεί στην Ε.Ε. από το στάδιο ακόμα της ενοποίησης της Ανατολικής με τη Δυτική Ευρώπη. Η προσέγγιση αυτή του Πρωθυπουργού, εκτός από το ότι είναι εποικοδομητική και τελείως αντίθετη με την γενική στάση που επικρατεί στα ΜΜΕ της Ε.Ε. η οποία επικρίνει κάθε βήμα γίνεται ενόψει της κρίσης, είναι εκθαμβωτική και έχει δημιουργήσει μια ωραία έκπληξη.
 
Το πραγματικό μήνυμα που έδωσε ο Πρωθυπουργός, συμβόλιζε ένα πολύ σημαντικό άνοιγμα στο οποίο πρέπει να σταθούμε. Ο Ερντογάν με το να πει ότι η Τουρκία δεν είναι υποψήφιο μέλος στην Ευρωζώνη αλλά υποψήφιο μέλος στην Ε.Ε., εξέφρασε μιαν πραγματικότητα την οποία όλοι είχαν σκεφτεί αλλά κανένας δεν μπόρεσε να δηλώσει επίσημα.
 
Στην πράξη δημιουργείται μια διζωνική/διπεριφερειακή Ε.Ε. Η Τουρκία, όπως και η Βρετανία, δεν έχει πρόθεση να εισέλθει στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (Ο.Ν.Ε.) η οποία αποτελεί τον πυρήνα της Ε.Ε. Σκοπεύει να χρησιμοποιήσει αυτό το σταθερό και εύπορο κέντρο της Ε.Ε. με σκοπό την δημιουργία μιας ζώνης Τουρκικής Λίρας ως μέρος μιας αποκλειστικής αγοράς και της Ε.Ε., για να αναπτύξει εμπορικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, την Μέση Ανατολή, τον Καύκασο και τελικά με την κεντρική Ασία, καθώς επίσης για την διάδοση της δημοκρατίας και της ειρήνης.
 
Λόγω του ότι κανείς εντός της Ε.Ε. δεν είναι σίγουρος εάν η Βρετανία επιθυμεί να παραμείνει στην ενιαία αγορά, δεν έγινε ακόμη κατορθωτό να αρχίσουν σοβαρές θεσμικές διεργασίες για αυτό το σχέδιο της «διζωνικής Ε.Ε.».  Όπως και να έχουν τα πράγματα, τις περασμένες βδομάδες, οι δύο «ιδρυτικοί πατέρες» της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, ο  93χρονος πρώην Καγκελάριος, Helmut Schmidt και ο 86χρονος πρώην Πρόεδρος, V. Giscard d´Estaing, σε δηλώσεις τους στο περιοδικό Der Spiegel, είπαν, με την μεγάλη εμπειρία που διαθέτουν, ότι οι δηλώσεις του Ερντογάν περί αρχιτεκτονικής μιας διζωνικής Ε.Ε., είναι η μοναδική διέξοδος.

Δύο κρίσιμες επισκέψεις

Η πρόταση του Πρωθυπουργού θα ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Οι κύκλοι εντός της Ε.Ε. που αντιτίθενται στην ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., υπολόγιζαν ότι σε περίπτωση που η Τουρκία εντασσόταν στην Ε.Ε., τότε θα λάμβανε ισχυρή οικονομική στήριξη. Κάποιοι υπολογισμοί που έχουν γίνει μέχρι σήμερα καταδεικνύουν ότι η Τουρκία θα λαμβάνει ετησίως καθαρά ένα ποσό της τάξης μεταξύ 10 έως και 14 δις ευρώ, από τον προϋπολογισμό. Αντιπαραβάλλοντας το ποσό αυτό με τις εκατοντάδες δις ευρώ που διατέθηκαν για στήριξη των χωρών της Ε.Ε. που έχουν χρεοκοπήσει και τα τραπεζικά δάνεια που διαγράφηκαν με το ίδιο σκεπτικό, τότε η συμβολή αυτή στον προϋπολογισμό χάνει σήμερα τη σημασία της (υποβαθμίζεται). Όποιοι υπολογισμοί και να γίνουν από οικονομικής άποψης, θεωρείται επί τάπητος μια πολύ δυνατή πρόταση, βάσει της οποίας η Τουρκία δημιουργώντας ζώνες ελεύθερου εμπορίου στο έδαφός της, διευρύνει την αγορά της Ε.Ε. και παράλληλα δεν φιλοδοξεί την ένταξή της στο ευρώ, αλλά την απορρίπτει. Ο Πρωθυπουργός είπε ότι και αυτή η πρόταση δεν θα βρίσκεται αιωνίως στο τραπέζι, τονίζοντας ότι το 2023 θα είναι πολύ αργά.
 
Η Merkelσε σχέση με τις προηγούμενες επισκέψεις και δημοσιογραφικές διασκέψεις, χρησιμοποίησε διαφορετικό και πιο θετικό ύφος. Είπε ότι η Γερμανία δεν αλλάζει και δεν θα αλλάξει «την άποψη της περί συνέχισης των διαπραγματεύσεων». Ο τερματισμός της περιόδου διακυβέρνησης του Sarkozy στην Γαλλία, σηματοδότησε την εγκατάλειψη και της ανελέητης αντιπολίτευσης στην Τουρκία. 
 
Αυτή την περίοδο που οι δύο κινητήριες χώρες της Ε.Ε μοντάρουν, υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων εκ νέου την πολιτική τους για την Τουρκία, μπορεί τα τελευταία ανοίγματα του Πρωθυπουργού της Τουρκίας, να θέσουν σε εγρήγορση νέες εξελίξεις. Πιθανόν να μας δοθεί η ευκαιρία να δούμε τα πρώτα βήματα ως απτά αποτελέσματα στις επισκέψεις που αναμένεται να πραγματοποιήσει στην Γαλλία η Merkel το 2013».
Αρέσει σε %d bloggers: