Κεμαλισμός, Ισλαμ, Τουρκοκύπριοι: Δύσκολη σχέση

 

«Το φυσικό αποτέλεσμα της επιχείρησης ειρήνης της 20ης Ιουλίου 1974 ήταν ότι σώσαμε τα δίκαια και την ανεξαρτησία μας και τα καταστήσαμε συγκεκριμένα στο κράτος μας. Το ύψιστο μας καθήκον είναι να προστατεύσουμε το κράτος μας… Το κράτος μας είναι το δώρο της αντίστασης μας»[1]. Με αυτά τα λόγια περιέγραψε κάποτε ο Ραούφ Ντενκτάς τη δημιουργία χωριστών δομών στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η ίδρυση του ντενκτασικού «κράτους», μπορεί να θεωρηθεί ως μια πράξη συνέχειας των δυναμικών που απελευθέρωσαν τόσο οι διακοινοτικές ταραχές της δεκαετίας του 1960, όσο και η εισβολή του 1974. Ως τέτοιες που ήταν οι «νέες» δομές εξουσίας στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, επιδίωξαν ταυτόχρονα να μετατραπούν και σε μια «ιερή» νομιμοποίηση για το δόγμα ενός «χωριστού λαού που χρειάζεται το κράτος του».

Η κυπριακή έκδοση του ακραίου κεμαλισμού

Η «ιδρυτική στιγμή» των δομών του 1983, τέθηκε σε ένα εθνικιστικό πλαίσιο. Ένα πλαίσιο που επιδίωξε να ξαναδημιουργήσει ένα συγκεκριμένο παρελθόν για τους Τουρκοκύπριους. Αυτό το ιστορικό παρελθόν θα ήταν ο καθοδηγητής του μέλλοντος μέσα από την αναπαραγωγή μιας συγκεκριμένης τουρκοκυπριακής μνήμης και συνεπώς μιας πολύ συγκεκριμένης τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Στρατιωτικά μνημεία και ημέρες μνήμης της ελληνοκυπριακής βαρβαρότητας, ήταν δραστηριότητες που οικοδομούσαν και ουσιαστικά επέβαλλαν επιλεκτικά το ιστορικό υπόβαθρο της ύπαρξης των Τουρκοκυπρίων στην Κύπρο. Το «κράτος» και η «κυριαρχία» των Τουρκοκυπρίων ήταν έννοιες οι οποίες υπό την ντεκτασική ηγεμονία έφεραν μαζί τους το «πνεύμα της ΤΜΤ». Επιδίωκαν να κατασκευάσουν μια συγκεκριμένη θεώρηση περί «κρατικής υπόστασης» της ταυτότητας της κοινότητας. Όμως τελικά η ντενκτασικές δομές δεν μετέτρεψαν την εθνο-κοινοτική ταυτότητα των Τουρκοκυπρίων σε κρατική. Αντίθετα την υπονόμευσαν, αφού πρώτα την υποβάθμισαν σε ένα τουρκικό-εθνικιστικό πλαίσιο. Έλεγε ο Ντενκτάς: «Δεν υπάρχει κανένα έθνος της Τ.Δ.Β.Κ. Είμαστε οι Τούρκοι της Τ.Δ.Β.Κ. Είμαστε περήφανοι για την τουρκικότητα μας. Η μητέρα πατρίδα είναι η δική μας μητέρα πατρίδα, είναι το έθνος μας. Είμαστε κομμάτι αυτού του έθνους που ίδρυσε κράτος στην Κύπρο»[2].

Υπό αυτή την έννοια, μετά το 1983, η Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν αναγκασμένη να ζει σε δομές με συγκεκριμένο τουρκικό-ντεκτασικό ιδεολογικό περιεχόμενο. Αυτό το περιεχόμενο λειτουργούσε σε δύο σημαντικούς άξονες: Από τη μια προσπαθούσε να νομιμοποιήσει τους Τουρκοκύπριους ως ένα χωριστό λαό με ιδιαίτερες πολιτισμικές και εθνικές αξίες στα πλαίσια ενός ακραίου κεμαλισμού. Από την άλλη νομιμοποιούσε τον ίδιο τον Ντενκτάς ως τον μοναδικό φορέα και εκπρόσωπο αυτών των αξιών ακόμα και εντός Τουρκίας. Παράλληλα, το εθνικιστικό πλαίσιο των πολιτικών δομών οριοθετήθηκε με στόχο να περιθωριοποίησει όλες τις φυγόκεντρες δυναμικές εντός της κοινότητας. Οριοθετήθηκε με τρόπο που να εμποδίσει την ανάπτυξη των προοδευτικών τμημάτων της κοινότητας και να δημιουργήσει ένα ομοιογενές σύνολο, το οποίο θα καθοριζόταν από ένα κεμαλικού τύπου εκτουρκισμό του πληθυσμού και της οικονομίας. Επομένως αυτές οι δομές αποτέλεσαν τελικά και μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής μηχανικής που στόχευε στην επικράτηση μιας «ιδιαίτερης και μοναδικής» τουρκοκυπριακής ταυτότητας, προσαρμοσμένης στα συγκεκριμένα εθνικιστικά-κεμαλικά πρότυπα της ελίτ.

Η κυπριακή έκδοση του ισλαμικού μετασχηματισμού

Σήμερα ενώπιον μας ξεδιπλώνεται μια άλλη εξίσου συντηρητική κοινωνική μηχανική που επίσης προκαλεί τις αντιδράσεις της κοινότητας. Ο θεμέλιος λίθος για την ανέγερση της Θεολογικής Σχολής Χαλά Σουλτάν, τέθηκε στις 20 Ιουλίου 2012. Η συγκεκριμένη μέρα δεν επιλέγηκε τυχαία. Εάν η ακραία εθνικιστική-ντενκτασική ερμηνεία της 20ης Ιουλίου είχε στόχο να αναπαράγει μια συγκεκριμένη τουρκοκυπριακή ταυτότητα, η βούληση για ανέγερση της Θεολογικής Σχολής τη συγκεκριμένη μέρα, έρχεται σε συμβολικό επίπεδο για να ανατρέψει το παλιό ιδεολογικό πλαίσιο και στη θέση του να οικοδομήσει ένα νέο. Κατά την πρόσφατη εκδήλωση εγκαινίων της Θεολογικής Σχολής στις 27 Σεπτεμβρίου 2013, ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΑΚΡ υπενθυμίζοντας το συμβολισμό του προηγούμενου έτους ανέφερε: «Αυτό το σύμπλεγμα κτιρίων εδώ είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη… Θα γίνει μια από τις σημαντικότερες σφραγίδες σε αυτό το νησί. Θα μετατραπεί σε μια από τις σημαντικότερες ενδείξεις της ύπαρξης των Τούρκων σε αυτό το νησί»[3]. Τα λόγια αυτά είναι χαρακτηριστικά της επιχείρησης «εθνικοποίησης της θρησκείας» και μετατροπής της σε δομικό στοιχείο της Τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Συνεπώς πρόκειται για μια επιχείρηση ανατροπής του προηγούμενου ιδεολογικού πλαισίου, με επίκεντρο μια νέου τύπου κοινωνική μηχανική.

Η κατανόηση αυτής της προσπάθειας του ΑΚΡ, η οποία έχει συγκεκριμένη «πολεοδομική έκφραση», απαιτεί προηγουμένως την αποκωδικοποίηση των ιδεολογικών κινήτρων του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας. Η επιλεκτική αντίληψη του ΑΚΡ για τη δημοκρατία και η εδραίωση του στην εξουσία, έθεσαν στο προσκήνιο την πεποίθησή του ότι αποτελεί φορέα μιας «ιστορικής αποστολής». Το ΑΚΡ αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, ως τον καθοδηγητή της πορείας του έθνους για τη δημιουργία μιας δύναμης παγκόσμιας εμβέλειας. Αυτή η μεγαλοσύνη της Τουρκίας, πρέπει να προκύπτει μέσα από την αναγέννηση του ισλαμικού της πολιτισμού. Πρέπει όμως την ίδια στιγμή να εκφράζεται χωροταξικά και οπτικά. Τα τεράστια έργα υποδομής, το σύγχρονο οδικό δίκτυο και τα γιγάντια εμπορικά κέντρα που θεοποιούν τον καταναλωτισμό, πρέπει να συνοδεύονται απαραίτητα από τα θρησκευτικά μνημεία, τα τζαμιά και τις θεολογικές σχολές.

Η «κυπριακή μετάφραση» του πιο πάνω έχει περίπου ως εξής: Το τζαμί του «πανεπιστημίου Εγγύς Ανατολής», θα είναι το μεγαλύτερο της Κύπρου. Θα φαίνεται ακόμα και από το νότιο μέρος του νησιού. Κατά τα πρότυπα της «σημαίας» στον Πενταδάκτυλο, θα πρέπει να υπενθυμίζει σε Ελληνοκύπριους, αλλά και σε Τουρκοκύπριους, το νέο ιδεολογικό πλαίσιο, όπου το σουννιτικό Ισλάμ μετατρέπεται σε στοιχείο αναπαραγωγής της ύπαρξης ενός χωριστού λαού στην Κύπρο. Το ΑΚΡ επιδιώκει να αποτυπώσει «χωροταξικά και οπτικά» την ιδεολογική του ηγεμονία. Θέλει να ελέγξει, μεταξύ άλλων, ακόμα και την αναμόρφωση του αστικού χώρου με τρόπο που να αναπαράγει τα δικά του ιδεολογικά πρότυπα. Το τεράστιο μέγεθος, η μεγαλοπρέπεια και το μεγάλο χρηματικό κόστος του τζαμιού, αποτελούν τελικά μια «χωροταξική πρόβα» μέσα από την οποία επιδιώκεται να γεννηθεί η «νέα» Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Είναι η οπτική όψη ενός νέου πολιτικού οράματος. Αυτό το πολιτικό όραμα ετοιμάζεται να φανερωθεί συνοδευόμενο από τα τζαμιά του, τους μιναρέδες του και τις θεολογικές του σχολές. Ετοιμάζεται να εξοστρακίσει το προηγούμενο στρατιωτικο-ντεκτασικό πολιτικό όραμα.

…και η κυπριακή έκδοση της αντίστασης

Όμως πέραν των πιο πάνω, οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν επιβεβαιώσει ακόμα μια σημαντική δυναμική που υπάρχει στην ίδια την Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι Τουρκοκύπριοι για μια ακόμη φορά αντέδρασαν έντονα σε αυτή την ιδιότυπη τακτική «εξισλαμισμού» που εισάγεται από την Τουρκία. Ανακοινώσεις συντεχνιών, οργανώσεων και κομμάτων του ευρύτερου προοδευτικού χώρου, υπογράμμισαν τα διαφορετικά στοιχεία της Τουρκοκυπριακής ταυτότητας μέσα στο γενικότερο κυπριακό τους πλαίσιο. Το σημαντικότερο όλων, ήταν η καταγραφή της βούλησης για αλλαγή των υφιστάμενων σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης έντασης.

Σε αυτό το πλαίσιο οι βασικές επικρίσεις ενός μεγάλου μέρους της κοινότητας προσανατολίστηκαν περισσότερο προς την «κυβερνητική» συνεργασία του Ρεπουμλικανικού Τουρκικού Κόμματος και του Δημοκρατικού Κόμματος. Οι πρόσφατη εκλογική διαδικασία όπως ήταν αναμενόμενο καλλιέργησε προσδοκίες για μια πιο συνεπή στάση των ηγεσιών των δύο αυτών κομμάτων απέναντι στην κυβέρνηση Έρντογαν. Το νέο στοιχείο που αναδεικνύεται και το οποίο ενόψει της πρωτοβουλίας στο Κυπριακό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, είναι η ανολοκλήρωτη προσπάθεια των αντιπολιτευτικών ρευμάτων εντός της κοινότητας για ένα εναλλακτικό σχέδιο εκσυγχρονισμού που θα καταργεί το υφιστάμενο «εισαγόμενο» από την Άγκυρα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η αδυναμία σχετίζεται, μεταξύ άλλων, από τη μείωση των προσδοκιών για επιτυχή κατάληξη των συνομιλιών. Επομένως η διατήρηση της ελπίδας για ομοσπονδιακή λύση του Κυπριακού, κατά πολύ συγκεκριμένο και απτό τρόπο στο τραπέζι των συνομιλιών, έχει να προσφέρει πολλά στη δημιουργία ενός κοινού πολιτικού οράματος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων για το κυπριακό κράτος που θα πρέπει να διεκδικήσουν.

 

Νίκος Μούδουρος 

Δημοσιεύθηκε στην εφ. Χαραυγή στις 13 Οκτωβρίου και στη CyprusNews.eu στις 15 Οκτωβρίου 2013.


 

[1] Παρατίθεται στο Σία Αναγνωστοπούλου, Τουρκικός Εκσυγχρονισμός, Αθήνα 2004, σ. 274.

[2] Niyazi Kızılyürek, Milliyetçilik Kıskacında Kıbrıs, İstanbul 2002, s. 295-296.

[3] “Hala Sultan İlahiyat Koleji”, Kıbrıs Postası, 27.9.2013.

Αυξάνονται οι πιέσεις της Άγκυρας για ιδιωτικοποιήσεις

 

 

Σύντομο σχόλιο για τις οικονομικές εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα:

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιδιαίτερα μετά την εκλογική διαδικασία και τους πρώτους τριγμούς στο πολιτικό σύστημα, οι οποίοι προκλήθηκαν από τα εγκαίνια λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής Χαλά Σουλτάν, συνιστούν μια πολύ δύσκολη “εξέταση” για τη συνεργασία του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος με το Δημοκρατικό. Η επικέντρωση του ενδιαφέροντος αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο πως θα χειριστεί η “κυβέρνηση” το καυτό και δύσκολο ζήτημα των ιδιωτικοποιήσεων. Ήδη από την προεκλογική εκστρατεία του περασμένου καλοκαιριού και τα δύο κόμματα εδωσαν την υπόσχεση ότι το πακέτο οικονομικών μέτρων της Άγκυρας θα έπρεπε να αλλάξει ριζικά. Το κυριότερο σημείο του πακέτου που είναι την ίδια στιγμή και ψηλά στην οικονομική ιεράρχηση της Άγκυρας είναι η ολοκλήρωση των ιδιωτικοποιήσεων. Συνεπώς το συγκεκριμένο θέμα έχει στο παρόν στάδιο εγκλωβίσει τα δύο κόμματα, τα οποία από τη μία υποσχέθηκαν αλλαγή του μνημονίου και παρεμποδισμό των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά από την άλλη βρίσκονται τώρα ενώπιον των πιεστικών παρεμβάσεων του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Την ίδια στιγμή τα δύο κόμματα αντιμετωπίζουν και τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, με τις περισσότερες να σημειώνονται στο Ρεπουμπλικανικό. Ο “υπουργός” δημοσιονομικών, προερχόμενος από το Ρεπουμπλικανικό, έχει διαφοροποιηθεί συνολικά από τη θέση για αλλαγή του μνημονίου και δηλώνει ξεκάθαρα ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί ως έχει. Είναι ο μοναδικός “υπουργός” που στηρίζει ξακάθαρα τη σημερινή δομή των οικονομικών σχέσεων της κοινότητας με την Τουρκία.

Στο κεφάλαιο των ιδιωτικοποιήσεων, η βασική θέση της Άγκυρας ξεκινά από τη διεκδίκηση για άμεση πώληση της αρχής ηλεκτρισμού και στη συνέχεια των τηλεπικοινωνιών. Το “υπουργείο” συγκοινωνιών έχει προχωρήσει σε συναντήσεις με παράγοντες της Türk Telekom, όπου και τέθηκε ξεκάθαρα το θέμα της άμεσης ιδιωτικοποίησης των τηλεπικοινωνιών. Αναφορικά με την αρχή ηλεκτρισμού, εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα προβάλλεται η μη βιωσιμότητα των χρεών της, για τα οποία βεβαίως αποκρύπτεται το ότι προέρχονται από άλλους θεσμούς του “κράτους”.

Επομένως ενώπιον της “κυβέρνησης” αυτή τη στιγμή βρίσκεται ένα περιβάλλον το οποίο επικεντρώνεται στη “μη χρησιμότητα” και στη “ζημιογόνα” παρουσία κρατικών επιχειρήσεων όπως η αρχή ηλεκτρισμού και οι τηλεπικοινωνίες. Στο σκηνικό αυτό προστείθεται σταδιακά και ένα άλλο σημαντικό στοιχείο: Καθόλου τυχαία οι τίτλοι των τουρκικών ΜΜΕ προβάλλουν το τελευταίο διάστημα τη διακοπή ρεύματος που εμποδίζει την τέλεση της ισλαμικής προσευχής στα κατεχόμενα. Πρωτοσέλιδοι τίτλοι του τύπου “σίγησε ο εζάν στην Τ.Δ.Β.Κ” εισέρχονται από την Τουρκία στην καθημερινή πολιτική επικαιρότητα των Τουρκοκυπρίων, υπογραμμίζοντας μάλιστα το διαχρονικό προφίλ της κοινότητας, τουλάχιστον έτσι όπως ο Έρντογαν το αντιλαμβάνεται: Οι Τουρκοκύπριοι ποτέ δεν ήταν καλοί Μουσουλμάνοι!

Με λίγα λόγια, τίθεται το εξής κατευθυνόμενο και πολιτικό ερώτημα: ένας “κρατικός” οργανισμός ο οποίος δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του (ανεξαρτήτως από που προέρχονται) και που επιπλέον πρωταγωνιστεί στο να σιγήσει η ιερή φωνή του εζάν από τα τζαμιά, γιατί πρέπει να θεωρείται χρήσιμος;

Ενώπιον τέτοιων μεθοδεύσεων, τα κόμματα που συνεγάζονται στην “κυβέρνηση” στο παρόν στάδιο φαίνονται αποδιοργανωμένα. Δεν έχει καταγραφεί μια οργανωμένη εναλλαχτική πολιτική πρόταση, ιδιαίτερα στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων που φαίνεται να αποτελεί “κριτήριο αξιολόγησης” και για την Άγκυρα. Αυτή η αποδιοργάνωση και η εσωστρέφεια, είναι στοιχεία που κυρίως οφείλονται στις εσωτερικές ιδεολογικές διαφοροποιήσεις του Ρεπουμπλικανικού. Είναι γεγονός ότι στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων θα κυριαρχήσει στην επικαιρότητα και η στάση που θα τηρήσουν τα συνεργαζόμενα κόμματα θα δείξει πολλά και σημαντικά για την πορεία αλλαγών που γνωρίζουν τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις Άγκυρας-Τουρκοκυπρίων.

 

7 Οκτωβρίου 2013

ΠΗΓΗ:turkishcypriotstoday.wordpress.com

 

Οχήματα καταστολής και ένα τουρκοκυπριακό «δίδαγμα»

 

Μια σημαντική εξέλιξη στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα, η οποία ελάχιστα έχει συζητηθεί στην Ελληνοκυπριακή, είναι η επιτυχής ακύρωση της εισαγωγής των ΤΟΜΑ από την Τουρκία στα κατεχόμενα. Κάποια διευκρινιστικά στοιχεία: ΤΟΜΑ είναι τα αρχικά της ονομασίας των οχημάτων «παρέμβασης» σε κοινωνικά γεγονότα που διαθέτει η τουρκική αστυνομία. Πρόσφατα έγιναν ιδιαίτερα γνωστά για τις «επιδόσεις» τους στην βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων στην Τουρκία με αφορμή τα γεγονότα του Γκεζί. Η εταιρεία που κατασκευάζει και εμπορεύεται τα ΤΟΜΑ ανήκει στον πρώην βουλευτή του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), Ισμαήλ Κατμερτζί και τώρα εκτελεστικός διευθυντής της είναι ο γιος του Μεχμέτ. Ένα τέτοιο όχημα στοιχίζει περίπου 340 χιλιάδες δολάρια και η τεχνολογική του «καινοτομία» επικεντρώνεται στην «ικανότητα» του να χρησιμοποιεί μεγάλες ποσότητες νερού και χημικών ενάντια στους διαδηλωτές. Αποτελεί το «καμάρι» των τουρκικών δυνάμεων καταστολής.

Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα το ζήτημα της εισαγωγής τέτοιων οχημάτων στα κατεχόμενα, αποτελούσε ζήτημα σοβαρών αντιπαραθέσεων. Η δράση, αλλά και το ευρύτερο ιδεολογικό φορτίο των οχημάτων αυτών στα γεγονότα του Γκεζί, αποτέλεσαν ικανοποιητικό υλικό για τη δημιουργία μιας ευρύτατης κοινωνικής αντίδρασης στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα. Άλλωστε είναι ακριβώς αυτά τα δύο στοιχεία που κάνουν τη σημασία που είχε η υπόθεση της έλευσης των ΤΟΜΑ στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα να είναι πολύπλοκη. Με λίγα λόγια η επιτυχία ενός μεγάλου τουρκοκυπριακού συνασπισμού αντίστασης στην εισαγωγή των ΤΟΜΑ, είναι μια εξέλιξη ιδιαίτερα χαρακτηριστική των ανακατατάξεων στις σχέσεις της κοινότητας με την Άγκυρα.  

Ποιο είναι όμως το ιδεολογικό υπόστρωμα των οχημάτων καταστολής που στη συγκεκριμένη περίπτωση αναδεικνύει και τη σημασία της ακύρωσης εισαγωγής τους; Μια βαθύτερη ανάλυση της λειτουργίας των ΤΟΜΑ στα γεγονότα Γκεζί, αναδεικνύει την αθέατη και θεατή βία που ενεργοποιήθηκε για να υπερασπιστεί την κυρίαρχη αντίληψη στον ευρύτερο δημόσιο χώρο. Η βίαιη καταστολή των κινητοποιήσεων και ο πρωταγωνιστικός ρόλος των ΤΟΜΑ, έδειξαν τα όρια της κυβέρνησης ΑΚΡ απέναντι στην αμφισβήτηση της ηγεμονίας της από την εναλλακτική αντιπολίτευση στην Τουρκία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πάρκου Γκεζί και της πλατείας Τάξιμ, οι διαδηλωτές διεκδίκησαν τη διατήρηση του ευρύτερου χώρου ως ενός πεδίου κοινωνικής ζωής και δραστηριότητας. Επομένως, έθεσαν εμπόδια στην εμπορευματοποίηση και στην υποταγή του στα ιδεολογικά νάματα του ΑΚΡ.

Η βία επιστρατεύθηκε για να ανατρέψει αυτή την «απειλή», αφού οι μαζικοποίηση των κινητοποιήσεων κτυπούσε την κεντρική φλέβα των ιδεολογικών και οικονομικών επιδιώξεων του πολιτικού Ισλάμ αναφορικά με τον μετασχηματισμό του αστικού χώρου. Η ίδια η αστυνομία και τα «σύγχρονα» της οχήματα μετατράπηκαν έτσι σε θεματοφύλακες του νέου καθεστώτος, σε εγγυητές της συνέχισης της προσπάθειας για να πάρει «πολεοδομική όψη» η νέα Τουρκία του ΑΚΡ. Ο Πρωθυπουργός Έρντογαν κατέγραψε με το δικό του τρόπο το ιδεολογικό υπόβαθρο της καταστολής: Στις 17 Ιουνίου 2013 δήλωσε «Η αστυνομία μας απέναντι από ένα συστηματικό κίνημα βίας επέδειξε δημοκρατική συμπεριφορά και πέρασε τις εξετάσεις της δημοκρατίας με άριστα… Η χρήση δακρυγόνων είναι το πιο φυσικό της δικαίωμα». Ενώ στις 24 Ιουνίου 2013 υποστήριξε ότι «Στα συλλαλητήρια ‘σεβασμού της εθνικής βούλησης’ το έθνος υπερασπίστηκε την αστυνομία του, έδειξε με ειλικρίνεια την εμπιστοσύνη και την αγάπη του προς την αστυνομία. Γιατί αυτή η αστυνομία είναι η αστυνομία του έθνους. Πίσω από αυτή την αστυνομία είναι το ίδιο το έθνος». Υπό αυτή την έννοια εάν κάποτε ο όρος «θεματοφύλακας» αφορούσε κατά αποκλειστικότητα τον τουρκικό στρατό στο ρεπουμπλικανικό-κοσμικό πλαίσιο εξουσίας, τώρα τα οχήματα καταστολής και το αστυνομικό σώμα, μετατράπηκαν σε νέους θεματοφύλακες μιας νέας Τουρκίας: της Τουρκίας του ΑΚΡ,  η οποία σταδιακά κάνει την χωροταξική της εμφάνιση στη νέα πλατεία Τάξιμ.

Η κοινωνική και πολιτική αντίσταση των Τουρκοκυπρίων φανερώνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας διαφωνεί με την «εισαγωγή» και «επιβολή» αυτής της νέας Τουρκίας στην Κύπρο. Η αντίδραση των Τουρκοκυπρίων δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας αναθεωρεί το ρόλο της Τουρκίας σε ολόκληρη την κυπριακή ιστορία. Επομένως διεκδικεί την αλλαγή του ρόλου της Τουρκίας στην ίδια την ιστορική εξέλιξη της κοινότητας. Μάλιστα προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, η τουρκοκυπριακή «αντιπολίτευση» στα ΤΟΜΑ, κατέγραψε αιτήματα και διεκδικήσεις στο δημόσιο χώρο αντίθετα προς τη βούληση του «ηγεμόνα». Τέτοια γεγονότα είναι βεβαίως μικρά σε πολιτικό εκτόπισμα. Σίγουρα δεν επιλύουν τα μεγάλα προβλήματα ύπαρξης της κοινότητας στην Κύπρο, ούτε μπορούν να θεωρηθούν ανατρεπτικά των σχέσεων εξάρτησης που επιβάλλει η Τουρκία. Είναι όμως διαφωτιστικά μιας σημαντικής δυναμικής εντός της Τουρκοκυπριακής κοινότητας που ωριμάζει και διατυπώνει πολιτικά αιτήματα απέναντι στην Άγκυρα σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, το οποίο προκύπτει κυρίως από την αλλαγή στον τρόπο διαχείρισης των κατεχομένων από την Τουρκία.

Νίκος Μούδουρος
26.9.2013
 

Cyprus News

TOMA Kıbrıslılar İçin Bir Ders



Nikos Moudouros

26 EYLÜL 2013
TOMA’ların Kıbrıs Türk toplumu için gelmesi konusunda yaşanan gelişmeler son derece önemli ve karışık.
Kuşkusuz bu olayın öneminin karışık nedeni ile ilgili çok şeyler yazıldı, söylendi. O yüzden bu yazıda zaten kamuoyunun gündemine gelenleri tekrarlamak istemiyorum.
Ama TOMA konusunun sembolizmi içerisinden, gerek Kıbrıslı Türkler gerekse de Kıbrıslı Rumlar için aynı zamanda öğretici de olan olayın bir başka ideolojik hipotezinin mutlaka altının çizilmesi gerekiyor.

Kıbrıslı Türklerin TOMA’ların varlığına karşı toplumsal ve siyasi direnişlerinin etkililiği, toplumun varoluşu ile ilgili temel sorunları çözmeyebilir, ama Ankara ile ilişkilerinde, yeni bir dönüm noktası oluşturur.
Aslında bu konu, özellikle 2013 yazından beri, Türkiye’de TOMA’ların beraberinde taşıdıkları ideolojik yükten ortaya çıkıyor.
TOMA’ların GEZİ olaylarında kullanımının daha derin bir analizi yapılırsa, kamuoyundaki egemen görüşün savunulması için  kullanılan, görünmeyen ve görünen şiddeti kanıtlamaktadır.
Hareketlerin kaba kuvvet kullanılarak bastırılması ve TOMA’ların rolü, AKP hükümetinin Türkiye’deki alternatif muhalefet tarafından egemenliğine karşı kuşku duyulması karşısındaki sınırları  göstermiştir.
Bu anlamda, TOMAlar, bugün Türkiye’de inşa edilmekte olan “yeni” politika, ideoloji ve ekonomik yönetimin “yeni” emanetçilerine dönüşmüştür.
Aşamalı olarak yeni Taksim meydanının bayındırlığını yapan, yeni Türkiye’nin sözcülerinden birine dönüşmüşlerdir.
Sonuçta, Kıbrıslı Türklerin toplumsal ve siyasi direnişi gösteriyor ki, toplumun büyük bir bölümü bu yeni Türkiye’nin Kıbrıs’a “girmesine” ve “bazı şeyleri zorla kabul ettirmesine” karşıdır.
Kıbrıslı Türkler’in direnişi, toplumun büyük bir bölümünün, Türkiye’nin Kıbrıs tarihinin bütünündeki rolünü yeniden gözden geçirdiğini gösteriyor.
Yani, toplumun tarihi gelişiminde Türkiye’nin rolünün değişimini istiyor.
TOMA konusu gibi olaylar, küçük konular olabilir. Fakat Kıbrıs Türk toplumu içinde öneli bir dinamizm için aydınlatıcıdır ki, Kıbrıslı Rumların bunu küçümsememeleri gerekir.
Aksine, Kıbrıslı Rumlar, bu “küçük” olayları ortak bir Kıbrıs’ta Kıbrıslı Türklerle ilişkilerinin demokratik olarak yenilenmesi fırsatı olarak algılamalıdırlar.

Η «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» και οι προεκτάσεις της

Εξελίξεις στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα

 

Η «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» και οι προεκτάσεις της

«Ορκίζομαι στην τιμή και την αξιοπρέπειά μου ότι θα προστατεύσω την ύπαρξη και την ανεξαρτησία του κράτους, την αδιαίρετη ακεραιότητα του λαού και της πατρίδας, την χωρίς όρους και προϋποθέσεις κυριαρχία του λαού, ότι θα παραμείνω αφοσιωμένος στις αρχές του δημοκρατικού, κοσμικού, κοινωνικού κράτους δικαίου και στις αρχές του Ατατούρκ, ότι θα προσπαθήσω για την ευημερία και την ευτυχία του λαού μου, ότι δε θα διαχωριστώ από το ιδανικό ο κάθε άνθρωπος να επωφελείται από τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις βασικές ελευθερίες, ότι δε θα διαχωριστώ από την αφοσίωση προς το Σύνταγμα»[1].

Τα πιο πάνω αποτελούν τον κανονικό-συμβατικό όρκο που καλούνται να εκφωνήσουν οι Τουρκοκύπριοι εκλεγμένοι στη «βουλή». Η παράθεσή του όρκου αυτού είναι ιδιαίτερα σημαντική για να γίνουν πολιτικές και ιδεολογικές συγκρίσεις ιδιαίτερα σε μια περίοδο ρευστότητας αναφορικά με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Η Ντοούς Ντεριά, η 35χρονη φεμινίστρια του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος που το μικρό της όνομα σημαίνει «γέννηση», αποφάσισε με την εκφώνηση του δικού της όρκου στις 12 Αυγούστου 2013 να προκαλέσει ρήξεις στο υφιστάμενο ιδεολογικό καθεστώς, να προκαλέσει τη «γέννηση σε μια νεκρή βουλή» όπως περιέγραψε τον όρκο της η εφημερίδα Αφρίκα στο πρωτοσέλιδο της επομένης. Ενώπιον των συναδέλφων της, η Ντοούς είπε τα εξής:  

«Ορκίζομαι στην ανθρώπινη μου τιμή ότι θα εργαστώ για τον οποιοδήποτε ζει στην Κύπρο με στόχο να μη θυματοποιηθεί εξαιτίας της γλώσσας, της θρησκείας, της φυλής, του τόπου γέννησης, της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ότι θα προσπαθήσω για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δικαιοσύνης και ισότητας όπου η εργασία δε θα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ότι θα επιδιώξω την αντικατάσταση της κουλτούρας της σύγκρουσης και της βίας με τη θεμελίωση των αξιών της ειρήνης και της συναίνεσης, ότι θα μείνω αφοσιωμένη στις αξίες του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ότι δε θα παραιτηθώ από το όραμα της εγκαθίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Κύπρου»[2].

 
Οι διαφορές των δύο όρκων είναι ξεκάθαρες. Έστω και αν για πολλούς η προσπάθεια της Ντοούς περιορίζεται σε ένα συμβολικό επίπεδο, εντούτοις η ρήξη στο ιδεολογικό πλαίσιο δεν μπορεί να υποτιμηθεί γιατί αντικατοπτρίζει βαθύτερες διαδικασίες στην ίδια την τουρκοκυπριακή κοινωνία. Ο εναλλακτικός όρκος επιδίωξε σε ένα συγκεκριμένο βαθμό να καταργήσει ή να διευρύνει τα στενά όρια που επέβαλε το καθεστώς του 1983. Το ακραίο πλαίσιο που επικράτησε τότε στην Τουρκοκυπριακή κοινότητα ήταν δημιούργημα των ευρύτερων συνθηκών που υπήρχαν στην Τουρκία από το πραξικόπημα της 12ηςΣεπτεμβρίου του 1980. Με αυτό τον τρόπο, οι βασικοί ιδεολογικοί άξονες του ντενκτασικού κράτους βασίστηκαν και εν πολλοίς νομιμοποιήθηκαν από το χουντικό πλαίσιο της εποχής στην Τουρκία. Οι δομές του 1983 είχαν υπό αυτή την έννοια την αποστολή να αναπαράξουν την εξουσία του τότε Τουρκοκύπριου ηγέτη ως μια εξουσία ξεκάθαρα τουρκική, ως μια εξουσία αναπόσπαστο κομμάτι του τουρκικού έθνους, ενός ένθους όμως που οριζόταν από τα πιο ακραία εθνικιστικά στοιχεία του στρατού. Ο Ντενκτάς αποτελούσε τον ηγέτη αυτού του τμήματος του τουρκικού έθνους, στο οποίο οι Τουρκοκύπριοι υπήρχαν μόνο όπως ο ίδιος ο ηγέτης επέβαλλε. Κατά τον ίδιο τρόπο, το κράτος του Ντενκτάς ήταν ένας μηχανισμός αναπαραγωγής της ιδέας ενός ομοιογενούς τουρκικού έθνους μέσα στο οποίο συνυπήρχαν αρμονικά οι «έξω Τούρκοι» που στη συγκεκριμένοι περίπτωση ήταν το εκτός της Τουρκίας «εθνικό κομμάτι», οι Τουρκοκύπριοι.
 
Σε αυτό το σημείο, ο όρκος της Ντοούς εκφράζει μια προσπάθεια αμφισβήτησης. Μια ρήξη τόσο με το κοινωνικο-οικονομικό οικοδόμημα «πλιάτσικου» του 1983, όσο και με το ιδεολογικό εποικοδόμημα που ανατράφηκε στους κόλπους της τουρκοκυπριακής Δεξιάς. «Πρώτα ήθελα να μοιραστώ τη φωνή της συνείδησής μου και μετά ορκίστηκα κανονικά»[3], δήλωσε η Ντοούς Ντεριά αμέσως μετά το πρώτο σοκ. Αυτή η ομολογία αποκαλύπτει ότι ένα τουλάχιστον μέρος της τουρκοκυπριακής Αριστεράς υπογραμμίζει με επιμονή ότι το υφιστάμενο καθεστώς και η ιδεολογία του δεν ήταν και δεν πρόκειται να γίνουν προϊόν διεκδίκησης, ούτε καν δημοκρατικής διαπραγμάτευσης. Η διευκρίνηση της ότι δεν απορρίπτει τον κανονικό όρκο, τον οποίο και στη συνέχεια εκφώνησε, αποκαλύπτει ότι οι «κανονικές-συμβατικές» διαδικασίες του ντενκτασικού κράτους παραμένουν αναγκαίες ως ένα βαθμό (για αυτό το κομμάτι της Αριστεράς) εάν επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί, αλλά δεν ξεφεύγουν από το επίπεδο του τυπικού.

Επομένως θα μπορούσε να λεχθεί, ότι η προσπάθεια της Ντοούς καθρεφτίζει την απαξίωση προς ένα καθεστώς κηδεμονίας που δημιουργήθηκε παρά και εναντίον της τουρκοκυπριακής βούλησης. Αντικατοπτρίζει το διαχρονικό αίτημα για ισότητα και εκδημοκρατικοποίηση στις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Δεν αποτελεί προσπάθεια ανατροπής ή κατάργησης χωριστών τουρκοκυπριακών δομών εξουσίας, αλλά σηματοδοτεί για μια ακόμη φορά τη θέληση της προοδευτικής μερίδας της κοινότητας για την κατοχύρωση της αυτοδιοίκησής της μέσα από μια δημοκρατικότερη συνεργασία (ομοσπονδιακή λύση) με την Ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Η ενέργεια της Τουρκοκύπριας φεμινίστριας δε θα έπρεπε να ξαφνιάσει, υπό κανονικές συνθήκες, τουλάχιστον την ίδια την κοινότητα της. Γιατί πέραν όλων των άλλων, αποτελεί την απτή απόδειξη ότι η πολιτική πραγματικότητα στα κατεχόμενα συγκροτείται πλέον (και) από νέους πρωταγωνιστές, οι οποίοι προβάλλουν μέσα από τις κοινωνικές διεργασίες της τελευταίες εικοσαετίας. Η σημερινή σύνθεση της «βουλής» είναι αρκετά ενδεικτική. Από τους κομματικούς παράγοντες των τελευταίων είκοσι χρόνων, μετά την 28ηΙουλίου 2013 στα έδρανα υπάρχουν μόνο εφτά γνωστά πρόσωπα[4]. Η μεγαλύτερη αλλαγή συμβαίνει στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό, αφού από τους 21 εκλεγμένους οι 9 είναι νέα πρόσωπα. Συνεπώς υπάρχουν πιο ξεκάθαρες κάποιες νέες αντιλήψεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν το ευρύτερο ιδεολογικό πλαίσιο.

Ο συνωστισμός νέων προσώπων σηματοδοτεί την σταδιακή και σταθερή απομάκρυνση από την βαριά σκιά του πολιτικού συστήματος που άφησε πίσω της η ΤΜΤ. Σήμερα ένας πολύ μεγάλος αριθμών εκλεγμένων δεν είχε άμεση σχέση με τις διεργασίες οικοδόμησης χωριστών δομών εξουσίας στην κοινότητα από το 1963. Αυτή η ομάδα πολιτικών στελεχών συσπειρώνει μέσα της περισσότερο τα προβλήματα που δημιουργεί η απομόνωση των Τουρκοκυπρίων ακριβώς λόγω της παρανομίας των δομών που τώρα καλούνται να διαχειριστούν. Επομένως στο επίκεντρο της σημερινής κατάστασης βρίσκεται και το εξής δεδομένο: Άνθρωποι όπως η Ντοούς Ντεριά, βρίσκονται σε μια θέση αντιφατικών επιπτώσεων. Από τη μια λόγω της ύπαρξης και λειτουργίας των δομών ενσωματώνονται και διεκδικούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό τη διαχείρισή τους. Από την άλλη όμως τα άλυτα προβλήματα της τουρκικής κηδεμονίας συντηρούν την απονομιμοποίηση, την απαξίωση αυτών των δομών και την απόσταση αντιρρήσεων που έχει τουλάχιστον το προοδευτικό κομμάτι της κοινότητας. Έτσι εάν ο όρκος της Ντοούς αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο των αλλαγών της τελευταίας εικοσαετίας που εκφράστηκαν με συγκεκριμένο τρόπο και στα αποτελέσματα της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης, τότε εύκολα οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η Τουρκοκυπριακή κοινότητα βιώνει αλλαγές προσώπων που μοιραία θα εκφραστούν σύντομα και σε αλλαγές πολιτικών αντιλήψεων στο δημόσιο χώρο.   

Οι προσπάθειες συνεργασιών και η θεωρία του «μεγάλου συνασπισμού» Ρεπουμπλικανικού και Εθνικής Ενότητας

Πάντως, ο όρκος προκάλεσε ρωγμές και στο κομματικό πεδίο. Ρωγμές που αφορούν και στο ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα. Η ενόχληση της τουρκοκυπριακής Δεξιάς ήταν περισσότερο από φανερή και ίσως δεδομένη. Εκφράστηκε με την αποχώρηση από την αίθουσα των στελεχών του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Δημοκρατικού, τη στιγμή που η Ντεριά ήταν ακόμα στο βήμα. Το ίδιο έπραξαν και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντερβίς Έρογλου με τον πρέσβη της Τουρκίας Ιμπραχίμ Άκτσια. Τους ακολούθησε όμως και ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, μια ενέργεια που δεν έμεινε ασχολίαστη από τον πυρήνα του Ρεπουμπλικανικού. Μάλιστα σε μια κίνηση πολλών μηνυμάτων, ο πρώην ηγέτης του κόμματος, Φερντί Σαμπίτ Σογιέρ αποχώρησε τη στιγμή που ορκίζονταν οι του Κόμματος Εθνικής Ενότητας. Η ερμηνεία μπορεί να είναι διπλή: Ο Σογιέρ από τη μια στήριξε τη νεαρή φεμινίστρια. Από την άλλη όμως επιδίωξε να διαφοροποιηθεί από τα μηνύματα και τις πράξεις του Ταλάτ. Άλλωστε οι κόντρες των δύο τα τελευταία χρόνια κατάντησαν κοινό μυστικό.

Ο Ταλάτ το τελευταίο χρονικό διάστημα αναλαμβάνει την επιδιόρθωση των σχέσεων του με την Άγκυρα και το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, με το βλέμμα στις εκλογές για τον Τουρκοκύπριο ηγέτη τον Απρίλιο του 2015. Σε αυτό το πλαίσιο άλλωστε βρίσκονται και οι επίμονες του διακηρύξεις για την αναγκαιότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Εθνικής Ενότητας. Αυτός ο «μεγάλος συνασπισμός» ουσιαστικά πιστοποιεί την ύπαρξη δυνάμεων μέσα στο Ρεπουμπλικανικό, οι οποίες τάσσονται υπέρ του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού έτσι όπως εκφράζεται στο μνημόνιο συνεργασίας με την Άγκυρα. Το δικαιολογητικό για μια τέτοια εξέλιξη βρίσκει πολλούς αντιπάλους μέσα στο κόμμα της κεντροαριστεράς, όμως δεν απομακρύνεται από μια πραγματική βάση: Σύμφωνα με τη θεωρία του Ταλάτ και του κύκλου του, το Κόμμα Εθνικής Ενότητας βρίσκεται σε μια περίοδο ανακατατάξεων και «κάθαρσης» από το εθνικιστικό παρελθόν τύπου ΤΜΤ. Το παραδοσιακό κόμμα της Δεξιάς, ως αποτέλεσμα της πρόσφατης διάσπασης, έχει απομακρυνθεί πλέον από τον έλεγχο του Έρογλου και συνεπώς απομακρύνεται σταδιακά και από τον τρόπο διαχείρισης των δομών του συγκεκριμένου κύκλου εξουσίας[5].

Μάλιστα η ενσωμάτωση των συνεργατών Έρογλου στο Δημοκρατικό Κόμμα του Ντεντάς, σηματοδοτεί την έναρξη διεργασιών σχηματισμού της «νέας Δεξιάς» στο Εθνικής Ενότητας. Επομένως, σύμφωνα με τη θεώρηση Ταλάτ, η όποια συνεργασία με τον Ντενκτάς υπονοεί συμμαχία του Ρεπουμπλικανικού με την πιο ακραία πολιτική εξαιτίας της οποίας για τόσα χρόνια η Αριστερά βρισκόταν στο περιθώριο. Αυτό το στοιχείο δεν αφήνει ασυγκίνητους πολλούς μέσα στο Ρεπουμπλικανικό, ακριβώς λόγω της διαχρονικής περιθωριοποίησης και καταδίωξης από το ντενκτασικό κατεστημένο. Παράλληλα ο Ταλάτ επιμένει ότι η πιθανότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Δημοκρατικό, αφήνει ανοιχτό παράθυρο σταθεροποίησης της παρουσίας του Έρογλου στο πολιτικό σκηνικό με προοπτική μάλιστα ενίσχυσης της εμπλοκής του Τουρκοκύπριου ηγέτη και στην εκτελεστική εξουσία. Με λίγα λόγια το κεντρικό επιχείρημα υπογραμμίζει ότι η «αιώνια αντιπαλότητα» του Ρεπουμπλικανικού με το Εθνικής Ενότητας, δεν έχει πλέον την ιστορική της βάση, αφού αυτή έχει μετακινηθεί στο Δημοκρατικό διαμέσου του συνασπισμού των «Εθνικών Δυνάμεων»[6].

Ανεξαρτήτως της κατάληξης των προσπαθειών για συνεργασία στην «κυβέρνηση», φαίνεται ότι το Ρεπουμπλικανικό θα αναγκαστεί να διαχειριστεί δύο πολύ μεγάλα ζητήματα πέραν του Κυπριακού. Το ένα είναι το μνημόνιο με την Τουρκία για το οποίο υποσχέθηκε ότι θα επιδιώξει αλλαγές. Σε αυτή την περίπτωση μάλλον θα μπορεί να συνεργαστεί καλύτερα με το Δημοκρατικό Κόμμα και το Κόμμα Κοινοτικής Δημοκρατίας συγκεντρώνοντας έτσι 36 έδρες (21+12+3). Το δεύτερο ζήτημα είναι η αλλαγή του συντάγματος, επίσης αίτημα όλων των κομμάτων. Σε αυτή την περίπτωση θα χρειαστεί εκτελεστική εξουσία να συγκεντρώνει τουλάχιστον 35 έδρες και συνεπώς το σενάριο του «μεγάλου συνασπισμού» κρατιέται στην επικαιρότητα ως επιπλέον του σεναρίου συνεργασίας των τριών που προαναφέρθηκαν.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαράθεση που διεξάγεται με φόντο τις κομματικές συνεργασίες αναδεικνύει ακόμα ένα στοιχείο αλλαγών στα κατεχόμενα. Παλαιότερα και ιδιαίτερα μετά το 2000, τα λεγόμενα μεγάλα κόμματα ήταν περίπου δεδομένα – το Ρεπουμπλικανικό και το Εθνικής Ενότητας. Τα λεγόμενα μικρά επίσης ήταν δεδομένα – το Δημοκρατικό και οι διάφορες εκφράσεις του Κοινοτικής Δημοκρατίας. Πλέον τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα με αφορμή τη διάσπαση της Δεξιάς. Το Δημοκρατικό Κόμμα, λόγω της κατακόρυφης αύξησης των ποσοστών του, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται το «μικρό κόμμα». Έχει μόνο δύο έδρες διαφορά από το Εθνικής Ενότητας (14 και 12) και συνεπώς μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερη εκπροσώπηση στην εκτελεστική εξουσία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πληροφορίες αναφέρουν ότι παρά τα προβλήματα η πιθανότητα συνεργασίας του Ρεπουμπλικανικού με το Δημοκρατικό είναι μεγαλύτερη λόγω πιέσεων από την βάση. Η πρόταση του Ντενκτάς που κατέθεσε ενώπιον του Ρεπουμπλικανικού συμπεριλαμβάνει πέντε «υπουργεία», κάτι που αρχικά αντιμετωπίζει τη δυσαρέσκεια της κεντροαριστεράς. Επίσης η αρχική πρόταση του Δημοκρατικού συμπεριλαμβάνει και τη σκέψη δημιουργίας ενός υπουργικού από τεχνοκράτες. Αναφορικά με το Κυπριακό, παρόλο που δεν βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα, τα δύο κόμματα διαφωνούν με τον Σερντάρ Ντενκτάς να προτείνει ότι σε περίπτωση αδιεξόδου της νέας διαδικασίας να ζητηθεί από την τουρκοκυπριακή πλευρά όπως σταματήσουν οριστικά.

Είναι γεγονός ότι το αποτέλεσμα των εκλογών, στο παρόν στάδιο, έχει μετατρέψει τον Ντενκτάς σε κάτι περισσότερο από ρυθμιστή της κατάστασης, κάτι βεβαίως που θα εξαρτηθεί από την σταθερότητα της συνεργασίας του με το μπλόγκ των «Εθνικών Δυνάμεων» που αποχώρησαν από το κόμμα του Κιουτσιούκ. Ακόμα ένα πλεονέκτημα για περισσότερες πιέσεις εκ μέρους του Σερντάρ Ντενκτάς είναι και το δεδομένο της «λαϊκής τιμωρίας» του Κόμματος Εθνικής Ενότητας λόγω της ολοκληρωτικής ταύτισής του με το μνημόνιο της Άγκυρας. Η επαναφορά του Κιουτσιούκ (που δεν εκλέγηκε καν) στο κέντρο της πολιτικής δεν παύει από του να είναι στοιχείο φθοράς για το Ρεπουμπλικανικό.

Ο πληθυσμός: Το «αιώνιο» πρόβλημα

Στις 13 Αυγούστου 2013 η Οργάνωση Κρατικού Σχεδιασμού ανακοίνωσε τα αποτελέσματα του δεύτερου σταδίου της καταμέτρησης πληθυσμού που έγινε το 2011. Υπενθυμίζεται ότι τότε η καταμέτρηση αποτέλεσε στοιχείο πολύ έντονων αντιπαραθέσεων και η ανακοίνωση των νέων αριθμών μάλλον θα μετατραπεί και πάλι σε επίκεντρο πολιτικών εξελίξεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δεύτερου σταδίου που ανακοινώθηκαν ο dejure πληθυσμός ανέρχεται στις 286.257. Η επαρχία της Λευκωσίας έχει πληθυσμό 94.824, η Αμμόχωστο ακολουθεί με 69.741, η Κερύνεια με 69.163, η Μόρφου με 30.037 και το Τρίκωμο με 22.492.

Σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία ο αριθμός των γεννημένων στην Κύπρο που διαμένει μόνιμα στις βόρειες περιοχές είναι 160.207 (56%), ενώ ο αριθμός του πληθυσμού που γεννήθηκε στην Τουρκία είναι 104.641 (36.6%).
 
 
 
 
 
 

[2] “Vicdani Yemin”, Yeni Düzen, 13.8.2013.
[4] “Ne şehit ne gazi. Sadece gadimici”, Afrika, 11.8.2013.
[5] Ozan Ceyhun, “KKTC seçimlerinin ardından sürprizlere gebe”, Haberdar, 29.7.2013.
[6] Şevki Kıralp, “Koalisyona doğru: Alternatifler ve Olasılıklar”, Gaile, Ένθετο Yeni Düzen, τχ. 226, 11.8.2013.

Ένας όρκος, μια φωνή συνείδησης!

Το κείμενο στην τουρκική, το οποίο χρησιμοποίησε η Ντοούς Ντεριά

«Ορκίζομαι στην ανθρώπινη μου τιμή ότι θα εργαστώ για τον οποιοδήποτε ζει στην Κύπρο με στόχο να μη θυματοποιηθεί εξαιτίας της γλώσσας, της θρησκείας, της φυλής, του τόπου γέννησης, της κοινωνικής τάξης, της ηλικίας, της φυσικής ικανότητας, του φύλου ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ότι θα προσπαθήσω για τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δικαιοσύνης και ισότητας όπου η εργασία δε θα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, ότι θα επιδιώξω την αντικατάσταση της κουλτούρας της σύγκρουσης και της βίας με τη θεμελίωση των αξιών της ειρήνης και της συναίνεσης, ότι θα μείνω αφοσιωμένη στις αξίες του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, ότι δε θα παραιτηθώ από το όραμα της εγκαθίδρυσης μιας ομοσπονδιακής Κύπρου».
 
Ότι δεν μπόρεσε κανένας άλλος εκλεγμένος Τουρκοκύπριος παράγοντας να πράξει από το 1983 μέχρι σήμερα, το έκανε η 35χρονη φεμινίστρια Ντοούς Ντεριά. Ο δικός της όρκος, ο οποίος θα μπορούσε να ήταν η φωνή της συνείδησης του κάθε Κύπριου, έχει κορυφώσει πλέον μια αντιπαράθεση που θα είναι δύσκολο να σταματήσει. Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκεται ξεκάθαρα η απόσταση – ιδεολογική και πολιτική – που χωρίζει ένα μέρος της Τουρκοκυπριακής κοινότητας με τις συγκεκριμένες χωριστές δομές «έμπνευσης» του 1983. Κεντρικής σημασίας λοιπόν και η άποψη ότι το επιβαλλόμενο καθεστώς κηδεμονίας – ένα καθεστώς που για να είναι κηδεμονικό χρειάζεται εσωτερική συναίνεση – δεν είναι βιώσιμο και δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες και τις ανησυχίες ενός μέρους των Τουρκοκυπρίων. Αυτό το δεδομένο από μόνο του συγκροτεί ένα νέο περιβάλλον στις σχέσεις της κοινότητας με την Τουρκία. Ή τουλάχιστον επιβεβαιώνει ότι υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη διεκδίκηση για αλλαγή των σχέσεων των Τουρκοκυπρίων με την Άγκυρα.
 
Οι ερμηνείες στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα είναι πολλές και διάφορες. Τα κίνητρα για τις ερμηνείες αυτές επίσης πολλά και διαφορετικά. Εκείνο όμως που θα πρέπει να κρατήσουμε είναι η ανάπτυξη ενός νέου, σαφέστατα πιο δημοκρατικού εθνοκοινοτισμού των Τουρκοκυπρίων, ο οποίος φαίνεται έτοιμος να διεκδικήσει από την Άγκυρα αλλά ανέτοιμος να υποταχθεί σε μια συντηρητική ελληνοκυπριακή ηγεμονία. Ας γίνει αντιληπτός λοιπόν αυτός ο όρκος ως μια πρόκληση για όλους να κατανοήσουμε περισσότερο τις δυναμικές «του άλλου», ανεξάρτητα εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε. Να κατανοήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται αυτές οι δυναμικές και να επιδιώξουμε να βρούμε τα κοινά μας σημεία. Η απαξίωση των αντιπολιτευτικών δραστηριοτήτων της Τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι λανθασμένη ιστορικά, το ίδιο και η επιδίωξη θεοποίησής τους.
 

Το Video του όρκου της Ντοούς Ντεριά

Αρέσει σε %d bloggers: