Αναζητώντας το κοινωνικοπολιτικό προφίλ της σύγχρονης Τουρκίας

 

Μέσα από τη σχέση κράτους με Ισλάμ και την κυριαρχία Ερντογάν τα τελευταία χρόνια

Το πολιτικό και κοινωνικό προφίλ της σύγχρονης Τουρκίας, μέσα από πτυχές της πρόσφατης ιστορίας της και διαδρομές, που ανάγονται έναν αιώνα πίσω, επιχείρησαν να προσδιορίσουν οι ομιλητές της ημερίδας με το θέμα «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας», που διοργάνωσε την Τετάρτη στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο ο Σύλλογος Φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης Κομοτηνής. Την εκδήλωση και την ενδιαφέρουσα συζήτηση, που ακολούθησε των εισηγήσεων των ομιλητών, συντόνισε ο Λέκτορας της Νομικής Σχολής του Δ.Π.Θ. Ιωάννης Κτιστάκις.

Γιάννης Γρηγοριάδης «Αντιφατική η σχέση του τουρκικού κράτους με το Ισλάμ»

Με τη σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική στη σύγχρονη Τουρκία καταπιάστηκε στη δική του εισήγηση ο κ. Ιωάννης Γρηγοριάδης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ της Άγκυρας. «Είναι ένα θέμα που άπτεται πολλών κρίσιμων διλημμάτων», παρατήρησε, «τα οποία αντιμετώπισε η τουρκική πολιτική ελίτ ήδη από τα χρόνια ίδρυσης της σύγχρονης Τουρκίας, τη δεκαετία του ‘20». «Πολλά όμως από τα ερωτήματα που τέθηκαν τότε», επισήμανε, «εξακολουθούν να απασχολούν μέχρι και σήμερα το δημόσιο βίο της χώρας. Τα ερωτήματα αυτά έχουν να κάνουν με τις αιτίες της ανόδου του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, που αναζητώνται στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, που συντέλεσαν σε αυτό, αλλά και με την αντιφατική σχέση του τουρκικού κράτους με το Ισλάμ, που από τη μια είναι η προσπάθεια περιορισμού του Ισλάμ στον ιδιωτικό βίο, από την άλλη όμως η βαθμιαία άνοδος του ισλαμικού στοιχείου στην πολιτική πραγματικότητα της Τουρκίας.

Ο κ. Γρηγοριάδης αναφέρθηκε επίσης στους λόγους της επιτυχίας του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας, του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ταγίπ Ερντογάν, το οποίο ξεκίνησε από το περιθώριο του τουρκικού πολιτικού βίου και κατόρθωσε να γίνει ηγεμονική δύναμη μέσα σε πολύ λίγα χρόνια. Όπως παρατήρησε «προσπάθησε να τοποθετήσει κάποια από τα κύρια αιτήματα των συντηρητικών μουσουλμάνων της Τουρκίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής προοπτικής και του εκδημοκρατισμού». «Αυτό ίσχυσε σαφώς κατά την πρώτη και δεύτερη θητεία του κόμματος», επισήμανε, «σήμερα η κατάσταση πιστεύω είναι λίγο διαφορετική».

«Υπάρχει ο κίνδυνος οι διωκόμενοι να γίνουν διώκτες και οι διώκτες διωκόμενοι»

Κλείνοντας υποστήριξε πως «η ένταξη της Τουρκίας και των κοινωνικών και οικονομικών ελίτ της χώρας στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία αποτελεί έναν παράγοντα ανασχετικό για τον πλήρη εξισλαμισμό της χώρας». «Από την άλλη όμως», σημείωσε, «ένα από τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η τουρκική πολιτική σκηνή είναι η ανάδειξη ενός περιβάλλοντος αμοιβαίας ανοχής και σεβασμού της διαφορετικότητας. Κι αυτό είναι ένα ζήτημα δύσκολο, υπάρχει ο κίνδυνος οι διωκόμενοι να γίνουν διώκτες και οι διώκτες διωκόμενοι κι αυτό βεβαίως είναι ένα από τα κρίσιμα στοιχήματα, στα οποία πρέπει να απαντήσει η τουρκική πολιτική κι η τουρκική κοινωνία στην πορεία προς τον εκδημοκρατισμό της».

Χρήστος Τεάζης «Οι ρίζες του κόμματος του Ερντογάν ανάγονται προ ιδρύσεως της τουρκικής δημοκρατίας»

Με τις ρίζες του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσει τους λόγους, που το κατέστησαν κυρίαρχο στην τουρκική πολιτική σκηνή σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από της ιδρύσεώς του, ασχολήθηκε στην ομιλία του και ο Λέκτορας του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας, κ. Χρήστος Τεάζης. «Δεν μπορεί ένα κόμμα μέσα σε ένα χρόνο από την ίδρυσή του», σημείωσε αρχικά, «να γίνει αυτοδύναμο, να κερδίσει τρεις τετραετίες αυξάνοντας τα εκλογικά του ποσοστά, πράγμα το οποίο είναι πρωτοφανές στην τουρκική πολιτική ιστορία». Όπως εκτίμησε ο ίδιος, «οι ρίζες του κόμματος ανάγονται προ ιδρύσεως της τουρκικής δημοκρατίας». «Το 1920 υπήρχε η πρώτη μεγάλη εθνοσυνέλευση», εξήγησε, «και στη μεγάλη αυτή εθνοσυνέλευση υπήρχαν δυο γκρουπ. Ήταν το πρώτο γκρουπ, οι περιβόητοι κεμαλιστές, και το δεύτερο γκρουπ που ήταν η αντιπολίτευση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Η φιλοσοφία αυτή, που υπήρχε το 1920, η αντιπολίτευση στον Μουσταφά Κεμάλ, είναι ακριβώς η ίδια που υπάρχει από το 2002 στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Η ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας ήταν ένα πολιτικό γεγονός, το οποίο δεν είχε και τόσο μεγάλη στήριξη του κόσμου. Ήταν ένας άνωθεν επιβαλλόμενος εκσυγχρονισμός. Γι’ αυτό υπήρχε μια κοινωνική αντιπολίτευση, η οποία ήταν στο παρασκήνιο και εκδηλώθηκε έντονα το 2002».

«Το 2014 ο κ. Ερντογάν θα βάλει μάλλον υποψηφιότητα για πρόεδρος, όχι σε μια προεδρευομένη δημοκρατία, αλλά σε μια προεδρική δημοκρατία»

Μιλώντας για το μέλλον του κόμματος του κ. Ερντογάν, ο κ. Τεάζης προέβλεψε ότι, όπως έχει αρχίσει να συζητιέται τον τελευταίο ενάμισι χρόνο, στην Τουρκία θα δρομολογηθεί η δημιουργία προεδρικού συστήματος. «Αυτό θα σημαίνει ότι το 2014 ο κ. Ερντογάν θα βάλει μάλλον υποψηφιότητα για πρόεδρος», εκτίμησε, «αλλά όχι σε μια προεδρευομένη δημοκρατία, αλλά σε μια προεδρική δημοκρατία». «Γιατί η φιλοσοφία του», επισήμανε, «είναι αντιπολιτευόμενη στη φιλοσοφία της ιδρύσεως της Τουρκικής Δημοκρατίας, άρα δεν μπορεί να συνεχιστεί το ίδιο πολιτειακό καθεστώς. Και από τη στιγμή, που θα γίνει το προεδρικό σύστημα, θα έχουμε δικομματικό. Η μια πτέρυγα θα είναι οι δημοκράτες, που μπορεί να φανεί περίεργο αλλά θα είναι πιο πολύ οι ισλαμιστές, και η άλλη πτέρυγα θα είναι οι συντηρητικοί, εκείνοι οι οποίοι θα προσπαθούν να συντηρήσουν και να διατηρήσουν τις παλαιές κόκκινες γραμμές του καθεστώτος προ του 2002».

Νίκος Μούδουρος «Έχουμε καθήκον να αποκωδικοποιήσουμε τις αλλαγές στην Τουρκία»

Από την πλευρά του ο κ. Νίκος Μούδουρος, Διδάκτωρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, ανέπτυξε ορισμένους προβληματισμούς σχετικά με τις κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές στη σύγχρονη Τουρκία, την Τουρκία του ΑΚΡ, παρατηρώντας πως αυτές έχουν αναδείξει κάποιες δυνάμεις ως ηγεμονικές κι έχουν στείλει στο περιθώριο κάποιες άλλες ως αναχρονιστικές. Αυτές οι εξελίξεις και οι αλλαγές που έχουν επέλθει, θα πρέπει να αναλυθούν, σύμφωνα με τον κ. Μούδουρο, να αναζητηθούν απαντήσεις στα ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης και πώς αυτή διοχετεύεται στην Τουρκία, αλλά και για το πώς οι κοινωνικές δυνάμεις της λεγόμενης ισλαμικής Ανατολίας έχουν ενδυναμωθεί, είτε μέσα από την οικονομία, είτε μέσα από την πολιτική, και σε ποιους πιθανούς προσανατολισμούς οδηγούν τη χώρα αυτή τη στιγμή. «Υπάρχουν πάρα πολλοί όροι και έννοιες, που κυκλοφορούν γύρω από την Τουρκία τα τελευταία χρόνια», σημείωσε, «που εμείς έχουμε καθήκον να τις αποκωδικοποιήσουμε». «Για παράδειγμα, όλοι μιλούν για το νεοοθωμανισμό», συνέχισε, «ενώ οι ίδιοι οι Τούρκοι κυβερνώντες δεν χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο. Άρα εμείς έχουμε καθήκον να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τη συμπεριφορά αυτών των κοινωνικών δυνάμεων και πιο συγκεκριμένα της ισλαμικής τάξης, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό».
21.12.2012

Συντάκτης:Θωμάς Σταμούλης
e-mail: paratiritis.stamoulis@gmail.com

Επιστημονική Ημερίδα: «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας»

Την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012, στις 18:30, ο Σύλλογος Φίλων του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης Κομοτηνής, πραγματοποιεί, στην αίθουσα του Εμπορικού-Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κομοτηνής, επιστημονική ημερίδα με θέμα:

 «Πτυχές και Διαδρομές της Σύγχρονης Τουρκίας»

Εισηγητές της ημερίδας θα είναι:

·       Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης, Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ  της Άγκυρας,

«Θρησκεία και Πολιτική στην Σύγχρονη Τουρκία»

Η εισήγηση αυτή αναφέρεται στις μεταπτώσεις των σχέσεων θρησκείας και πολιτικής στην σύγχρονη Τουρκία, από το 1923 ως σήμερα. Αντιθέτως με τα συνήθως διακηρυττόμενα, η Τουρκία δεν υπήρξε αμιγώς κοσμικό κράτος. Η έννοια της εκκοσμικεύσεως συνδέθηκε συχνά με τις προσπάθειες του τουρκικού κράτους να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο των σουνιτικών θρησκευτικών θεσμών, σε αρμονία με τις αντίστοιχες πρακτικές της οθωμανικής περιόδου. Η προσπάθεια του καθεστώτος Εβρέν να επιτύχει έναν ελεγχόμενο εξισλαμισμό της τουρκικής κοινωνίας θα συμβάλει αποφασιστικά στην επικράτηση του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ. Αυτή θα διευκολυνθεί από σειρά δημογραφικών, οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών που χαρακτηρίζουν την Τουρκία των τελευταίων δύο δεκαετιών

·        Nίκος Μούδουρος, Διδάκτωρ Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου,

«Η Τουρκία του ΑΚΡ,- Κοινωνικές και Πολιτισμικές Αλλαγές»

Οι σημαντικές πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων στην Τουρκία, οδήγησαν στην σχεδόν καθολική άποψη ότι η χώρα αλλάζει. Λαμβανομένων υπόψη των συνεχόμενων εκλογικών επιτυχιών του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), φυσιολογικά η συζήτηση περί της αλλαγής επικεντρώθηκε στην λογική πλέον υπόθεση ότι ένας βασικός εκφραστής, αλλά και αντικατοπτρισμός των αλλαγών είναι το κόμμα του Πρωθυπουργού Έρντογαν. Η διαπίστωση ότι η Τουρκία αλλάζει, από μόνη της δεν είναι αρκετή. Ο επιστημονικός διάλογος θα πρέπει να συμπεριλάβει την αναζήτηση του περιεχομένου αυτής της αλλαγής. Ποιες είναι λοιπόν οι βαθύτερες μετατοπίσεις στην κοινωνία της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια; Πως αντικατοπτρίζονται στο πολιτισμικό και αξιακό πλαίσιο της χώρας; Ιχνηλατώντας την οικονομική και ιδεολογική πραγματικότητα της τελευταίας δεκαετίας, μπορούμε να οδηγηθούμε σε πιο σφαιρικά συμπεράσματα

·       Χρήστος Τεάζης, Λέκτορας του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Άγκυρας,

«Η δεύτερη μεταπολίτευση στην Τουρκία»

Οι μη προνομιούχες δυνάμεις, που είχαν μπει στο περιθώριο από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και μετά εκφράστηκαν μέσω του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της Δεύτερης Μεταπολίτευσης στην Τουρκία.

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτές τις δυνάμεις θα πρέπει να ανατρέξουμε, όχι μόνο στις ρίζες του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά και στην κοινωνικοοικονομική και κοινωνικοπολιτική νοοτροπία. Για να αναγνωρίσουμε τις ρίζες του κόμματος θα πρέπει να ανατρέξουμε στην πρώτη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που διακρίνει την πρώτη εθνοσυνέλευση ήταν το ‘’αντιπολιτευόμενο ρεύμα’’, ενάντια στις ιδέες του Μουσταφά Κεμάλ και κατ’ επέκταση στην ιδρυτική φιλοσοφία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Σχετικά με την κοινωνικοοικονομική νοοτροπία, θα αναφερθούμε, στην περίοδο εμφάνισης και ανάπτυξης του κεφαλαίου της Ανατολίας (Ισλαμικό κεφάλαιο), ενώ για την κοινωνικοπολιτική νοοτροπία, θα επικεντρωθούμε ειδικότερα στις νέες ‘’κόκκινες γραμμές’’ του Τουρκικού κράτους.

Συντονίζει ο Λέκτορας της Νομικής Σχολής του Δ.Π.Θ. Ιωάννης Κτιστάκις,

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΟΜΙΛΗΤΩΝ

Ο Χρήστος Τεάζης είναι απόφοιτος Παντείου Πανεπιστημίου (Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης). Μεταπτυχιακό Δίπλωμα από το Παν/μιο της Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών) με τίτλο: »Το κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (Γκρίζοι Λύκοι) επί αρχηγίας Ντεβλέτ Μπαχτσελί (1997-2001)». Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Άγκυρας (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών-2010) με θέμα »Kόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ): Ο μετασχηματισμός της οικονομίας και της πολιτικής στην Τουρκία». Η διδακτορική διατριβή, εξεδόθη ως βιβλίο με τίτλο »Η Δημοκρατία της Ομάδας των Δεύτερων: Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ)» (κυκλοφορεί η 2ηέκδοση στην Τουρκία). Τον Ιανουάριο του 2013 θα εκδοθεί στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Πατάκη με τίτλο: »Η Δεύτερη Μεταπολίτευση στην Τουρκία». Μιλά τουρκικά, αγγλικά, οθωμανικά και περσικά. 

Ο Νίκος Μούδουρος γεννήθηκε στην Λευκωσία. Είναι πτυχιούχος του Τμήματος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Οι μεταπτυχιακές του σπουδές ολοκληρώθηκαν με έναν μεταπτυχιακό τίτλο από το SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου και με ένα διδακτορικό τίτλο από το Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Εργάζεται ως συνεργάτης του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια, για τουρκικά και τουρκοκυπριακά θέματα. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, καθώς και της Τουρκοκυπριακής κοινότητας. Έχει διδάξει ως ειδικός επιστήμονας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, προσφέροντας μαθήματα γύρω από θέματα όπως το σύγχρονο τουρκικό πολιτικό Ισλάμ, ο κεμαλισμός και η αστική τάξη στην Τουρκία. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ο μετασχηματισμός της Τουρκίας. Από την κεμαλική κυριαρχία στον ‘ισλαμικό’ νεοφιλελευθερισμό». Είναι μέλος του επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Ερευνών Προμηθέας και αρθρογραφεί συχνά τόσο σε ελληνοκυπριακές, όσο και σε τουρκοκυπριακές εφημερίδες.

Ο Δρ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι Επίκουρος Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ  της Άγκυρας και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου διεθνών σχέσεων και πιστοποιητικού εξειδικεύσεως στις μεσανατολικές σπουδές από το Columbia University. Το 2005 ολοκλήρωσε με επιτυχία την διδακτορική του διατριβή στις πολιτικές επιστήμες στο School of Oriental and African Studies, University of London. Έχει εργασθεί ως επιστημονικός συνεργάτης στα πανεπιστήμια  Columbia και Οξφόρδης. Μεταξύ 2004 και 2009 δίδαξε στα πανεπιστήμια Sabanci, Isik και το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες και το τελευταίο του βιβλίο είναι το ΅Θρησκεία και Εθνικισμός σε Ελλάδα και Τουρκία: Μια «Ιερά Σύνθεση».

Η ημερίδα πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ροδόπης οδός Βασ. Γεωργίου 2Β, στην Κομοτηνή.

ΙΔΡΥΜΑ ΘΡΑΚΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ & ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Κτήριο 1 – Οδ. Ανδρούτσου & 12 Αποστόλων, τηλ.: 25410 29282, fax.: 25410 62086
Κτήριο 2 – Καπνεργατών 9, τηλ.:25410 26635, fax.: 25410 84647 Τ.κ. 67 100, Ξάνθη,

Εσωκομματική Αντιπαράθεση Κορυφής στην Τουρκία;

Του Δρ. Ιωάννη Γρηγοριάδη

Ενώ το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) εορτάζει τα δέκα χρόνια από την ίδρυσή του, η μακροβιότητά του και η απήχηση που απολαμβάνει στην τουρκική κοινωνία εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν τους πολιτικούς αναλυτές. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, γίνονται αισθητά τα συμπτώματα μιας αντιπαραθέσεως που μπορεί να οδηγήσει στην πρώτη σοβαρή εσωκομματική κρίση κορυφής.

Αντικείμενο της αντιπαραθέσεως αποτελεί η νέα ισορροπία δυνάμεων στην ηγεσία του κόμματος και της κυβερνήσεως δεδομένης της επιθυμίας του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μεταβεί στον θώκο της προεδρίας της δημοκρατίας το 2014.  Η πρόθεσή του να ελέγξει πλήρως την διαδικασία διαδοχής στην πρωθυπουργία και την ηγεσία του κυβερνώντος κόμματος έχουν δημιουργήσει δυσαρέσκεια σε αρκετά από τα ιδρυτικά του στελέχη. Πρώτος ανάμεσά τους ο πρόεδρος της δημοκρατίας Αμπντουλλάχ Γκιουλ. Οι σχέσεις Ερντογάν-Γκιουλ, αν και όχι πάντοτε ακύμαντες, υπήρξαν καθοριστικές για την υπέρβαση δύο μειζόνων κρίσεων. Το 2002, η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του κ. Ερντογάν οδήγησε στην ανάδειξη Γκιουλ στην πρωθυπουργία. Η ταχεία νομοθετική άρση του κωλύματος και η παράδοση της πρωθυπουργίας στον κ. Ερντογάν ήταν ενδεικτική του πνεύματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο ανδρών. Η κίνηση αυτή ανταποδόθηκε το 2007, όταν ο πρωθυπουργός Ερντογάν υπέδειξε τον τότε υπουργό εξωτερικών Γκιουλ ως υποψήφιο για το αξίωμα του προέδρου της δημοκρατίας και επέμενε στην εκλογή του παρά τις σφοδρές αντιδράσεις στρατού και αντιπολιτεύσεως.

Όλα αυτά μοιάζουν πλέον να ανήκουν στο παρελθόν. Οι διαφοροποιήσεις του προέδρου Γκιουλ από τις επίσημες κυβερνητικές θέσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνέπεια του υπερκομματικού χαρακτήρα του αξιώματός του. Ωστόσο, η μελέτη των ποιοτικών χαρακτηριστικών των κινήσεών του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επιδιώκεται πλέον η αποτύπωση ενός διακριτού πολιτικού στίγματος. Καθοριστικό σημείο αποτελεί το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο αποτέλεσε πρωτεύον στοιχείο της πολιτικής του ηγεμονίας την τελευταία δεκαετία, αλλά δείχνει να έχει παραμερισθεί μετά την τρίτη διαδοχική εκλογική επιτυχία του κόμματος το 2011.

Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως στρατηγικός στόχος της Τουρκίας αναφέρεται σταθερά από τον κ. Γκιουλ στις δημόσιες παρεμβάσεις του, την ώρα που το ζήτημα έχει ουσιαστικά αφαιρεθεί από την πολιτική ατζέντα Ερντογάν. Επιπλέον, η γραμμή Γκιουλ εμφανίζεται να αποφεύγει την πολωτική αντιπαράθεση με το αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και τις κοινωνικές δυνάμεις που αυτό εκπροσωπεί. Ενδεικτική ήταν η αντίθεση Γκιουλ στην απαγόρευση διεξαγωγής ξεχωριστών εορτασμών της αντιπολιτεύσεως ανήμερα της επετείου για την ανακήρυξη της τουρκικής δημοκρατίας. Τέλος, η αναπομπή κρισίμων νομοσχεδίων, όπως αυτό για την πρόωρη διεξαγωγή των δημοτικών εκλογών το φθινόπωρο του 2013, η οποία αποσκοπούσε στην διευκόλυνση της προεκλογικής καμπάνιας Ερντογάν, έχει και αυτή την σημασία της.

Μέχρι πού μπορεί να φθάσει αυτή η αντιπαράθεση; Το ενδεχόμενο παράλληλης υποψηφιότητος Ερντογάν και Γκιουλ στις προσεχείς προεδρικές εκλογές δεν φαντάζει αυτήν την στιγμή ως το πιθανότερο σενάριο, δεν μπορεί όμως να αποκλεισθεί. Η στάση της οργανώσεως του Φετχουλλάχ Γκιουλέν, η οποία και επηρεάζει ικανό τμήμα των στελεχών και της εκλογικής βάσεως του κυβερνώντος κόμματος, θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα στις εξελίξεις. Εδώ και αρκετό καιρό οι εφημερίδες του συγκροτήματος Γκιουλέν ασκούν όλο και δριμύτερη κριτική στις επιλογές της κυβερνήσεως Ερντογάν. Ωστόσο, δεν είναι αυτονόητη ούτε η σύμπλευση Γκιουλέν και Γκιουλ, ούτε η ευθεία αμφισβήτηση Ερντογάν. Δέκα χρόνια μετά την ίδρυση του ΑΚΡ, η μεταφορά των κρισίμων πολιτικών αντιπαραθέσεων από την τουρκική βουλή στις τάξεις του κόμματος είναι ενδεικτική της πολιτικής του ηγεμονίας.

 

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» την 20η Νοεμβρίου 2012) 

Τουρκική πολιτική στη Συρία: Θεωρία, πράξη και αντιφάσεις

Το Θεωρητικό Πλαίσιο

Μιλώντας στη σύνοδο της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΑΚΡ στις 26 Ιουνίου 2012, ο Έρντογαν, υποστήριξε ότι: «Η Τουρκία κατάφερε να ξεπεράσει ένα-ένα τα εικονικά σύνορα και τα ψυχολογικά εμπόδια και να μεταφέρει το μήνυμα της αλληλεγγύης και της συνεργασίας σε κάθε χώρα και λαό που έφτασε…Υπάρχουν κάποιοι που ενοχλούνται από το γεγονός ότι η Τουρκία αγκάλιασε τα αδέλφια της, ενοχλούνται από το ότι έδωσε τέλος σε μια νοσταλγία 100 χρόνων». Με αυτά τα λόγια, ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας συμπυκνώνει το ιδεολογικό περίβλημα μέσα από το οποίο η Άγκυρα προωθεί την εξωτερική της πολιτική. Μια πολιτική που μέσα από την ακύρωση των «εικονικών συνόρων» επιδιώκει την μετατροπή της Τουρκίας σε φορέα ενσωμάτωσης του ισλαμικού κόσμου στον παγκόσμιο καπιταλισμό.
Εξετάζοντας το σημερινό στάδιο αντιπαράθεσης μεταξύ Τουρκίας-Συρίας, είμαστε υποχρεωμένοι να αποκωδικοποιήσουμε το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ολόκληρη η τουρκική εξωτερική πολιτική. Δηλαδή, να αποκωδικοποιήσουμε το πρίσμα μέσα από το οποίο το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ αντιλαμβάνεται τον κόσμο.
Το ΑΚΡ διεκδικεί τη δημιουργία μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων που να αντικατοπτρίζει τις σημερινές παγκόσμιες ισορροπίες. Αυτή η τάξη πραγμάτων βασίζεται σε μια νέα θεώρηση για την παγκόσμια ιστορία στο επίκεντρο της οποίας θα ακυρώνεται ο ρόλος του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης ως των δυναμικών που θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν τις σχέσεις ιστορίας-γεωγραφίας, χώρου-χρόνου, ορθολογισμού-πίστης, ατόμου-κοινωνίας, κέντρου-περιφέρειας. Μια θεώρηση στην οποία ακυρώνεται αυτό που το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ αντιλαμβάνεται ως δυτικο-κεντρική ανάγνωση του κόσμου.
Ο καθηγητής Αχμέτ Νταβούτογλου τον Σεπτέμβριο του 2001, κατέγραψε τη θεωρία για μια παγκοσμιοποίηση που «δεν ξεκινά και τελειώνει» στη Δύση, ως εξής: «Εάν πρόκειται να δημιουργηθεί ένας δίκαιος κόσμος με την παγκοσμιοποίηση, τότε θα πρέπει να διασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των πολιτισμικών δεξαμενών σε αυτή τη δομή. Συνεπώς, η κοινωνιολογία της θρησκείας δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με μια απλή μεταφορά της κοινωνιολογίας της Δύσης πάνω στις άλλες κοινωνίες, αλλά με τις άλλες κοινωνίες να τη διαμορφώνουν για τον εαυτό τους κατόπιν συναίνεσης. Για παράδειγμα, κατά την εποχή της αποικιοκρατίας ήταν ευνόητο ότι σε όλο τον κόσμο η φιλοσοφία, η οικονομική και πολιτική σκέψη άρχιζαν με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, συνέχιζαν με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τον χριστιανισμό και τέλειωναν με την Αναγέννηση και τον μοντερνισμό. Όμως, σήμερα, εάν επιδιώξεις να διαδώσεις αυτή την αντίληψη μέσω βιβλίων για το μάθημα ιστορίας, τότε όλοι οι πολιτισμοί εκτός Δύσης, δηλαδή τα τρία τέταρτα (3/4) του κόσμου, σπρώχνονται εκτός ιστορίας…»[1]

Σύμφωνα με την πιο πάνω προσέγγιση, η κατανόηση της παγκόσμιας ιστορίας και της επιδιωκόμενης τάξης πραγμάτων θα πρέπει να προκύπτει μέσα από την παρουσία της Ανατολής, της Ασίας, συνεπώς και του ισλαμικού πολιτισμού. Ο κόσμος πρέπει να αναλύεται και υπό το πρίσμα μιας νέας «γεωγραφικής φαντασίας» όπου η πρώην περιφέρεια (ισλαμική) διεκδικεί να είναι μέρος του κέντρου (πρώην δυτικού).
Ο Ιμπραχίμ Καλίν, επικεφαλής σύμβουλος του Τούρκου Πρωθυπουργού στην εξωτερική πολιτική, ισχυρίζεται ότι η Τουρκία των απαρχών του 21ου αιώνα, επιβεβαιώνει ακριβώς την αμφισβήτηση της μέχρι τώρα δυτικο-κεντρικής ερμηνείας του κόσμου. Επιβεβαιώνει την αναγέννηση της Ανατολής, του ισλαμικού πολιτισμού. Τώρα, λέει ο Καλίν, υπάρχει μια «νέα τουρκική ιστορία» που θα πρέπει να προωθηθεί, εκπροσωπώντας την περιφέρεια. Στο επίκεντρο αυτής της νέας τουρκικής ιστορίας βρίσκεται η ικανότητα της χώρας να αποφύγει το δίλημμα παγκοσμιοποίηση ή τοπικότητα και να λειτουργήσει στα πλαίσια του καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού κινητοποιώντας τις παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας.
Συνεπώς θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η τουρκική εξωτερική πολιτική στον ισλαμικό κόσμο χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια εγκαθίδρυσης ηγεμονίας στα πρότυπα ανάλυσης του Γκράμσι: Η ηγεμονία χτίζεται εφόσον οι νόρμες και οι αξίες του ισχυρότερου εσωτερικεύονται από τον αδύνατο.
Όμως η εφαρμογή αυτών των αντιλήψεων προϋποθέτει την ακύρωση των «εικονικών συνόρων» κατά την έκφραση Έρντογαν. Στο σημείο αυτό και πάλι ο Ιμπραχίμ Καλίν είναι διαφωτιστικός. «Ο καλύτερος τρόπος για να προστατεύσεις το εθνικό κράτος είναι να δρας λες και δεν υπάρχει, να σέβεσαι τα σύνορα των άλλων και τα δικά σου, αλλά να δραστηριοποιείσαι λες και έχουν εξαφανιστεί». Μια σαφέστατη δήλωση επεκτατισμού, από την οποία εάν αφαιρεθούν οι στρατιωτικές βλέψεις, τότε μένει η επιδίωξη κατάργησης των λεγόμενων οικονομικών και πολιτιστικών συνόρων.
Έτσι το ΑΚΡ επιδιώκει να επανεξετάσει τα πραγματικά, καθώς και τα «φαντασιακά» σύνορα της Τουρκίας προς τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο. Προσθέτει στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση μια γερή δόση πολιτισμικών αναφορών και ξαναδιαβάζει την γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας. Η νέα αυτή «γεωγραφική φαντασίωση» της Τουρκίας, προσθέτει στους υλικούς όρους της γεωγραφίας, όπως τα σύνορα, την εγγύτητα, την περιοχή και νέα συστατικά όπως την ταυτότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση την ισλαμική ταυτότητα.
Ο σχετικός αντικεμαλισμός στην πιο πάνω θεώρηση βρίσκεται στο σημείο που το ΑΚΡ υποστηρίζει ότι ο κεμαλικός εκσυγχρονισμός απέκοψε την Τουρκία από την σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής. Επομένως τώρα η χώρα είναι αναγκασμένη να επιστρέψει στην «οθωμανική πίσω αυλή», να αναγεννήσει το οθωμανικό-ισλαμικό της παρελθόν, αλλά να θέσει αυτές τις διαδικασίες στο εντελώς νέο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Επομένως δεν γίνεται λόγος για ένα μονοδιάστατο νέο-οθωμανισμό, αλλά για μια συγκεκριμένη ηγεμονία στα πλαίσια του καπιταλισμού.
Η Τουρκία λοιπόν διεκδικεί να είναι ο διαμεσολαβητής και ο φορέας των αξιών ενσωμάτωσης του ισλαμικού κόσμου στην παγκόσμια καπιταλιστική δομή. Επιδιώκει να εντάξει ένα τουλάχιστον μέρος αυτού του κόσμου στις παγκόσμιες διαδικασίες ως ένα περιεκτικό πολιτισμικό-ισλαμικό σύνολο και όχι ως έκφραση δημοκρατικής διεύρυνσης.
Η θεωρία στην πράξη και οι αντιφάσεις που προκαλεί

Η πολιτική της Τουρκίας στη Συρία επί διακυβέρνησης του ΑΚΡ, τουλάχιστον μέχρι και το καλοκαίρι του 2011, παρουσίαζε ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά του πιο πάνω θεωρητικού πλαισίου. Η κυβέρνηση Έρντογαν επέλεξε την αναβάθμιση των διμερών σχέσεων σε επίπεδα πρωτοφανούς ενσωμάτωσης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ήταν η ίδρυση του Ανώτερου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας με τις κοινές συνόδους των Υπουργικών Συμβουλίων, η κατάργηση θεωρήσεων βίζας, η αύξηση των οικονομικών και εμπορικών συμφωνιών[2]. Οι δύο χώρες προχώρησαν στην εμβάθυνση των σχέσεων τους σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, με την Άγκυρα να στοχεύει περισσότερο στην ενίσχυση της επιρροής της στο Λίβανο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τον περιορισμό του Ισραήλ, τη διασφάλιση ανοίγματος για το εξαγωγικό της εμπόριο από τη Συρία προς την ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά και την μερική έστω αναβάθμιση του ψευδοκράτους (απευθείας θαλάσσια δρομολόγια Λατάκειας-Αμμοχώστου).
Αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας στόχευε στην προώθηση της ως «ήπιας δύναμης» (soft power). Ουσιαστικά υπογράμμιζε τα οικονομικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά μιας «συντηρητικής-δημοκρατικής» κοινωνίας που θα μπορούσε να γίνει «πηγή έμπνευσης» στην περιφέρεια. Η συμπερίληψη του συνθήματος «μηδενικά προβλήματα», αντικατοπτρίζει ακριβώς την επιδίωξη της Τουρκίας να θέσει στη δική της σφαίρα επιρροής, χώρες όπως η Συρία και να μετατραπεί σε φορέα ενσωμάτωσής τους στην παγκόσμια αγορά. Μάλιστα οι σχέσεις «μοντέλο» που δημιούργησε με τη Συρία, έγιναν σταδιακά ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς του δόγματος που ακολουθούσε η χώρα στην εξωτερική πολιτική[3].
Στο σημερινό στάδιο και κατά ένα «ειρωνικό» τρόπο, η Συρία μετατρέπεται σε σημείο αποκάλυψης του περιεχομένου της πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων» και όχι κατάρρευσης της. Μέσα από τις μεταβολές που προκαλεί η αντιπαράθεση με τη Συρία, η Άγκυρα αντιμετωπίζει νέους ανταγωνισμούς με το Ιράν, κίνδυνο μείωσης της επιρροής της στο Λίβανο, εμπλοκή της στην εσωτερική διαμάχη σουννιτών-σιιτών στο Ιράκ[4], την ενίσχυση του ένοπλου και πολιτικού κουρδικού κινήματος εντός Συρίας και εντός των δικών της εδαφών. Σε όλα αυτά θα μπορούσε να προστεθεί και η ανησυχία που προκαλεί στην Τουρκία η πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφορικά με την ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Μέσα από αυτό το πρίσμα θα μπορούσαμε να χωρίσουμε σε δύο φάσεις την τουρκική πολιτική στη Συρία από το ξέσπασμα της λεγόμενης αραβικής άνοιξης μέχρι σήμερα.
Η πρώτη φάση ξεκινά με τις πρώτες κινητοποιήσεις στη Συρία. Η Τουρκία επέλεξε την καθοδήγηση εσωτερικών πολιτικών μεταρρυθμίσεων, αφού διέβλεπε ότι λόγω καλών σχέσεων θα μπορούσε να προωθήσει το «τουρκικό μοντέλο» εκσυγχρονισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούσε η προσπάθεια της Άγκυρας να πείσει για την αναγκαιότητα περάσματος στο πολυκομματικό σύστημα κατά τα δικά της πρότυπα τη δεκαετία του 1950. Δηλαδή με σαφέστατες βλέψεις προς μια αλλαγή που θα διασφάλιζε την σταδιακή ενίσχυση των συντηρητικών ρευμάτων στη Συρία και την μεταβίβαση της εξουσίας στις «πραγματικές δυνάμεις» της κοινωνίας, στην σουνιτική ισλαμική πλειοψηφία.
Η πολιτική «εσωτερικής αλλαγής» με φορέα τον Άσσαντ (τουλάχιστον στα αρχικά στάδια), κράτησε μέχρι και τον Αύγουστο του 2011, όταν ο Σύριος Πρόεδρος απέρριψε οριστικά τις τουρκικές προτάσεις.
Από το σημείο αυτό αρχίζει η δεύτερη φάσητης τουρκικής πολιτικής στη Συρία. Από τον Αύγουστο του 2011, η κυβέρνηση Έρντογαν υιοθετεί την πολιτική της «εσωτερικής αλλαγής υπό τις τοπικές δυναμικές» και χωρίς τον Άσσαντ. Στο πλαίσιο αυτής της θεωρητικής προσέγγισης, η συριακή αντιπολίτευση εκπροσωπούσε τις τοπικές δυναμικές, την καταπιεσμένη βούληση του (ισλαμικού) έθνους, η οποία με την κινητοποίησή της μπορούσε να ανατρέψει τον Άσσαντ. Η δεύτερη πτυχή της κινητοποίησης «τοπικών δυναμικών» ήταν η συμπερίληψη σε αυτές, της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ, της Οργάνωσης Ισλαμικής Συνεργασίας και του Αραβικού Συνδέσμου. Συνεπώς η Τουρκία επιδίωκε σε συνεργασία με ένα μεγάλο μέρος του περιφερειακού σουνιτικού Ισλάμ να μετατραπεί σε παράγοντα «εσωτερικής αλλαγής» στη Συρία και συνεπώς υπό κάποιες προϋποθέσεις και σε ολόκληρη την περιοχή. Με λίγα λόγια η Άγκυρα προσπάθησε μέσα από την «περιφερειοποίηση» της πολιτικής της να ενισχύσει τη θέση της ως ενδιαφερόμενο μέρος στη συριακή κρίση. Έτσι η συριακή κρίση μετατράπηκε σε εσωτερικό τουρκικό πρόβλημα, το οποίο μάλιστα επηρεάζει με καθοριστικό τρόπο.
Οι επιπτώσεις 

Η εμπλοκή της Άγκυρας στη συριακή κρίση γίνεται πλέον «εντός συριακών εδαφών», λόγω της τουρκικής βοήθειας προς τον λεγόμενο ελεύθερο συριακό στρατό. Η παρουσία μάλιστα ριζοσπαστικών ισλαμικών ομάδων της ένοπλης αντιπολίτευσης σε τουρκικές περιοχές, δημιουργεί κοινωνική πόλωση στην τουρκο-συριακή μεθόριο. Για παράδειγμα, οι Αλεβίτες και οι Κούρδοι αυτών των περιοχών εκφράζουν έντονες ανησυχίες από την ελεύθερη διακίνηση ένοπλων συνδεδεμένων με την Αλ-Κάϊντα στους προσφυγικούς καταυλισμούς της Τουρκίας.
Το γεγονός αυτό ενισχύει περαιτέρω και την αντίληψη ότι η Τουρκία προτιμά την οικοδόμηση ενός σουνιτικού άξονα στην περιφέρεια, ο οποίος συμπεριλαμβάνει τις διάφορες εκδοχές της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, καθώς και τις μοναρχίες της Σαουδικής Αραβίας και του Κατάρ.
Η αντιπαράθεση με τη Συρία και οι γεωπολιτικές μεταβολές που προκαλεί γενικά η λεγόμενη αραβική άνοιξη, έφεραν στο προσκήνιο ακόμα πιο δυναμικά τη λεγόμενη κουρδική άνοιξη. Δηλαδή την αναβαθμισμένη παρουσία του ΡΚΚ σε όλα τα επίπεδα. Το ΡΚΚ αναδεικνύεται ξανά σε μια οργάνωση που μπορεί να αξιοποιεί το πολιτικό κενό, να αναπτύσσει συνεργασίες και να διατηρεί κοινωνική στήριξη. Αυτή τη στιγμή καθόλου τυχαία έχει ενισχυμένη παρουσία τόσο στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας, όσο και στα βόρεια της Συρίας. Συνεπώς αναγεννά τον εφιάλτη της Τουρκίας: την προοπτική εμφάνισης ενός δεύτερου συριακού αυτή τη φορά Κουρδιστάν, δίπλα από το Ιρακινό.
Παράλληλα δε θα πρέπει να υποτιμηθούν οι οικονομικές επιπτώσεις που έχει η Τουρκία. Σχεδόν σε ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία περιοχές όπως το Γκαζίαντεπ, Χατάϊ και Ούρφα, γνώρισαν σημαντικότατη οικονομική ανάπτυξη κυρίως διαμέσου του τουρισμού και του εξαγωγικού εμπορίου βιομηχανικών προϊόντων. Ενδεικτικά, το 2000 επισκέφθηκαν την Τουρκία 122 χιλιάδες τουρίστες και το 2011 αυξήθηκαν στις 924 χιλιάδες. Τους πρώτους πέντε μήνες του 2012 καταγράφεται ήδη μείωση της τάξης του 33.1% σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2011. Οι εξαγωγές από την πόλη Γκαζίαντεπ τον Αύγουστο του 2010 ήταν 10,5 εκατομμύρια δολάρια, ενώ τον Αύγουστο του 2012 μειώθηκαν στα 2.874 εκατομμύρια δολάρια.
Τέλος, μια επίσης σοβαρή επίπτωση είναι η ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Ακριβώς λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών που φέρουν οι συνέπειες της συριακής κρίσης για την Τουρκία, επηρεάζεται συνολικά η περιοχή μας. Για παράδειγμα, τα ερωτήματα σε σχέση με τη μελλοντική ηγεσία της Συρίας, επεκτείνονται και στις σχέσεις που θα αναπτυχθούν (μέσω Τουρκίας) με το ψευδοκράτος. Κρίσιμο σημείο για τη θέση που θα έχουν τα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη στις νέες ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελεί η προοπτική συμβιβασμού δυνάμεων της Δύσης με τον άξονα Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας-Κατάρ σε μια μελλοντική συριακή εξουσία που να φέρει έντονο το στίγμα του σουνιτικού πολιτικού Ισλάμ. Μια τέτοια προοπτική θα αλλάξει σε μεγάλο βαθμό τη θέση της Τουρκίας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Σε αυτό το πλέγμα καθοριστικός θα είναι και ο ρόλος της Αιγύπτου.



Νίκος Μούδουρος
Το κείμενο αυτό βασίζεται σε ομιλία που κατατέθηκε σε εκδήλωση-συζήτηση των Ενθεμάτων της εφημερίδας Αυγή στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2012, με θέμα «Η Τουρκία και οι εξελίξεις στην περιοχή μας».


[1] «Huntington Asla Haklı Çıkmayacak», εφημ. Yeni Şafak, 24 Σεπτεμβρίου 2001.
[2] Sedat Ergin, “Suriye politikasında nerede hata yapıldı? — 1”, Hürriyet, 29.8.2012.
[3] Erol Cebeci, Kadir Üstün, “The Syrian Quagmire: What’s Holding Turkey Back”, Insight Turkey, Vol. 14, No. 2, 2012, σ. 16.
[4] Serhat Erkmen, “Change in Iraqi Politics: From Ethnic-Sectarian Lines to Centralization Question”, Ortadoğu Etütleri, Volume 4, No 1, July 2012, σσ.143–164. Bilgay Duman, “Dışişleri Bakanı Ahmet Davutoğlu’nun Kerkük Ziyareti Üzerinden Türkmen Stratejileri”, ORSAM, 9.8.2012.

Ένα παράδειγμα νεοφιλελεύθερου εθνικισμού: η Τουρκία του Ερντογάν

 
της Σιας Αναγνωστοπούλου

Ένα από τα σημαντικά χτυπήματα που καταφέρει η οικονομική κρίση δεν είναι μόνο ότι στερεί την αξιοπρέπεια και την υπερηφάνεια μιας κοινωνίας, αφήνοντάς την έρμαιο στα χέρια είτε πολιτικών δυνάμεων που διαχειρίζονται ως ιεραπόστολοι την κρίση –για να μην έρθει η κόλαση– είτε φασιστικών μορφωμάτων που επωφελούνται για να παίξουν τον ρόλο του Μπάτμαν. Είναι και ότι την εγκλωβίζει στα προβλήματά της, στερώντας της το δικαίωμα να οραματίζεται τον εαυτό της σε σχέση με τον κόσμο γύρω της. Αυτή η εσωστρέφεια, την οποία υποδαυλίζουν πολιτικές και μιντιακές ελίτ που αναπαράγουν την εξουσία τους μέσα από τον φόβο και τον επαρχιωτισμό («να κάνουμε αυτό, για να είμαστε Ευρωπαίοι») αποκόπτει την κοινωνία από την επαφή με τον κόσμο στον οποίο ανήκει, της στερεί το δικαίωμα να διεκδικεί δυναμικά το μέλλον της. Τη γνώση και το πεπρωμένο της κοινωνίας το αναλαμβάνουν προνομιακά και αδιαφανώς πολιτικές και πνευματικές ελίτ οι οποίες, όπως διαχειρίζονται την οικονομική κρίση, διαχειρίζονται και την ένταξη μιας αποκαμωμένης από τα προβλήματα κοινωνίας στον κόσμο γύρω της: μέσα από μια διαδικασία υποταγής στο όραμα ενός νέου κόσμου που άλλοι ετοίμασαν γιʼ αυτήν.

Στον άμεσο περίγυρό μας διαφαίνεται η σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας. Για να αντιληφθούμε τις πιθανές συνέπειές της, πρέπει να ξανασκεφτούμε τους γείτονές μας και τις αλλαγές που υφίστανται ή προωθούν. Ας ξανασκεφτούμε λοιπόν καταρχάς τον άμεσο γείτονα, την Τουρκία, και μέσα από αυτήν την ευρύτερη γειτονιά μας. «Τα παιδιά των Οθωμανών δεν μπορούν να καταδικαστούν να μένουν στην Άγκυρα» δήλωνε ο Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο του 2010, ενώ τον Ιούνιο του 2011 διαπίστωνε ότι «το Σαράγεβο, η Βαγδάτη, η Καμπούλ, η Δαμασκός, το Κάιρο, η Βεγγάζη και ολόκληρος ο κόσμος έχουν στραμμένα τα μάτια τους στην Κωνσταντινούπολη». Σε αυτά τα λόγια αναδεικνύονται συμβολικά οι μεγάλες αλλαγές στην πολιτική της Τουρκίας. Πρώτον, μετατόπιση του κέντρου βάρους από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολη, μετατόπιση που σηματοδοτεί μια ευθεία και βαθιά ρήξη με τον κεμαλισμό, που είχε επίκεντρο την Άγκυρα. Δεύτερον, μετάβαση από τον ρεπουμπλικανικό, κεμαλικό εθνικισμό σε ένα αυτοκρατορικού τύπου μεγαλείο, το οποίο μόνο μια πάλαι ποτέ αυτοκρατορική πρωτεύουσα μπορεί να ενσαρκώσει. Η επαναφορά της Κωνσταντινούπολης έπειτα από 100 σχεδόν χρόνια ως κέντρου αναφοράς, όχι μόνο της Τουρκίας αλλά κι ενός ευρύτερου χώρου, σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία διεκδικεί ενός νέου τύπου ηγεμονία, σε ένα νέο χώρο. Πρόκειται για σημαντική αλλαγή, η οποία αποκαλείται συνήθως νεο-οθωμανισμός· επί της ουσίας όμως πρόκειται για έναν τουρκικό, νεοφιλελεύθερο εθνικισμό, ο οποίος διεκδικεί ιστορική νομιμοποίηση από το οθωμανικό παρελθόν, για την παραγωγή ενός εν δυνάμει τουρκικού γεωπολιτισμικού, ίσως και γεωπολιτικού χώρου.

Ο τουρκικός νεο-εθνικισμός του μεγαλείου, στον οποίο για πρώτη φορά συνυπάρχουν αρμονικά ο τουρκισμός και ο ισλαμισμός και με τον οποίο εκτουρκίζεται το οθωμανικό παρελθόν, χρονολογείται από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ (δεκαετία 1980), κωδικοποιήθηκε το 2001 με το βιβλίο του Αχμέτ Νταβούτογλου (Στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας) και η εκπλήρωσή του διεκδικείται από το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν (ΑΚΠ). Ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ δεν επιδιώκει την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με όρους παραδοσιακής επεκτατικής πολιτικής· με το συμβολικό και ιστορικό οπλοστάσιο που αυτή προσφέρει, επιδιώκεται η ηγεμονία της Τουρκίας σε μια μεγάλη περιοχή. Με άλλα λόγια, ο νεο-εθνικισμός του ΑΚΠ αποτελεί μεταφορά του νεοφιλελευθερισμού στην τουρκική διάλεκτο. Μέσα από την επανεπινόηση και επικαιροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το ΑΚΠ κατασκευάζει ένα νέο τουρκικό όραμα, στο οποίο εμπερικλείεται το κεμαλικό (αλλά είναι πιο μεγαλειώδες από αυτό), παράγοντας έναν μεγάλο πολιτισμικό και οικονομικό χώρο προς εξάπλωση: έναν παγκόσμιο μουσουλμανικό χώρο, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη. Η μηχανή προώθησης αυτού του οράματος είναι η οικονομία, ενώ ο δίαυλος ηθικής και ιστορικής νομιμοποίησης της ομογενοποίησης του χώρου υπό την ηγεμονία της Τουρκίας είναι το οθωμανικό παρελθόν και το Ισλάμ. Η Τουρκία του Ερντογάν επαναπροσδιορίζει έναν φυσικό, ως εκ της Ιστορίας και της θρησκείας, ιδιαίτερο χώρο, του οποίου διεκδικεί την ένταξη, υπό την ηγεσία της, στην παγκόσμια νεοφιλελεύθερη οικονομία. Σύμφωνα με τον Ερντογάν, «σήμερα η Τουρκία είναι η 17η οικονομία του κόσμου. Λίγα χρόνια πριν ήταν η 26η. Ως μέλος των G20, συμμετέχουμε στο σχεδιασμό του οικονομικού μέλλοντος του πλανήτη». Ως εκ τούτου «είναι μεγάλη χώρα και [γιʼ αυτό] πρέπει να έχουμε μεγάλες ιδέες και υψηλούς στόχους». Προς εκπλήρωση του υψηλού στόχου –της παγκόσμιας οικονομικής δύναμης– το τουρκικό κράτος αναλαμβάνει μια νέα αποστολή: να λειτουργεί ως εμπορικό κράτος, μέρος μιας παγκόσμιας στρατηγικής για την παραγωγή ενός ιδιαίτερου γεωπολιτικού χώρου, του οποίου η Τουρκία εγγυάται την ομογενοποίηση, την ειρήνη και τη σταθερότητα για την απρόσκοπτη εμπορευματοποίησή του.

Στο πλαίσιο των υψηλών στόχων, η τουρκική εξωτερική πολιτική συγκροτείται με άξονα τη νέα αποστολή του τουρκικού έθνους: να συμβάλει ηγεμονικά στον «εκπολιτισμό» του μουσουλμανικού κόσμου, στην πολιτική και πολιτισμική μεταρρύθμισή του. Η Τουρκία λοιπόν, ως προστάτιδα δύναμη των λαών μουσουλμανικού θρησκεύματος, τίθεται στο πλευρό των «καταδυναστευόμενων εναντίον των δυναστών» –κατά τη διατύπωση του Ερντογάν– και ενισχύει την προώθηση στον μουσουλμανικό κόσμο ενός παγκόσμιου, δημοκρατικού και οικονομικού πολιτισμού. Σύμφωνα με αυτή την αποστολή, υπερασπίζεται τα αντικαθεστωτικά κινήματα στη Μέση Ανατολή αλλά και τον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο απέναντι στους «απίστους» — κυρίως το Ισραήλ.

Η ρήξη με το Ισραήλ σηματοδοτεί τη ρήξη του παραδοσιακού «δυτικού άξονα» στη Μέση Ανατολή (Τουρκία-Ισραήλ): η Τουρκία, με όχημα το Ισλάμ και το οθωμανικό παρελθόν, διεκδικεί τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης στην περιοχή, της ήπιας δύναμης (soft power), σʼ έναν κόσμο σε πλήρη μετάβαση και αναταραχή. Ωστόσο, ενώ ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός εμφανίζεται ως φορέας δημοκρατίας, ειρήνης και σταθερότητας υπό την ηγεμονία μιας πολιτικής-οικονομικής δύναμης, για να λειτουργεί ως τέτοιος, πρέπει να εμπεριέχει την έννοια της «σκληρής δύναμης» (hard power). Ας δούμε το παράδειγμα των Κούρδων στην Τουρκία. Στην αρχή αντιμετωπίστηκαν ως μια εθνοτική κοινότητα της Τουρκίας στην οποία αναγνωρίστηκαν ιδιαιτερότητες (γλώσσα) και, μέσω του προγράμματος για την οικονομική ανάπτυξη, επιδιώχθηκε η ένταξή τους στην πλειοψηφία. Όταν ωστόσο τα μέτρα δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, η κυβέρνηση Ερντογάν έκανε χρήση της παλιάς δοκιμασμένης μεθόδου: της «σκληρής δύναμης». Η διαφαινόμενη σύγκρουση Τουρκίας-Συρίας καταδεικνύει ότι η παραγωγή ενός μεγάλου, γεωπολιτισμικού, γεωπολιτικού χώρου δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις. Για να εκπολιτιστεί ο μουσουλμανικός κόσμος υπό την προστάτιδα ηγεσία της Τουρκίας, η τελευταία πρέπει να είναι έτοιμη να δράσει όχι μόνο ως ήπια αλλά και ως σκληρή δύναμη.

Από αυτό το σημείο αρχίζουν τα δύσκολα. Η μεταμοντέρνα αντίληψη περί αυτοκρατοριών, που θεωρεί ότι αποτέλεσαν παράγοντες ειρήνης, σταθερότητας και αρμονικής συνύπαρξης των πληθυσμών, είναι ανιστόρητη. Καμιά αυτοκρατορία δεν επιβλήθηκε ως φορέας ενότητας ενός μεγάλου χώρου χωρίς όπλα, και επομένως την υποταγή των ντόπιων πληθυσμών σε αυτή: είτε πρόκειται για τις παραδοσιακές αυτοκρατορίες είτε για τις αποικιακές. Επομένως, σήμερα, η επανεπινόηση αυτοκρατορικών σχημάτων –πολιτικών, πολιτισμικών ή οικονομικών– δεν συνεπάγεται ειρήνη και σταθερότητα, τον επαναπροσδιορισμό των λαών και της πολιτικής με όρους εθνο-θρησκευτικούς και φυλετικό-πολιτισμικούς, με όρους δηλαδή ενός «εκδημοκρατισμένου» αυταρχισμού. Ο νεοφιλελεύθερος εθνικισμός, όπως αυτός του ΑΚΠ, στον οποίο απαραιτήτως εμπεριέχεται και ο παραδοσιακός, σκληρός εθνικισμός, είναι εκ των πραγμάτων φορέας, εσωτερικού καταρχάς, αυταρχισμού, έστω και μέσα από δημοκρατικά σχήματα. Στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό λοιπόν, όπου η πολιτική αντιμετωπίζεται με αυτοκρατορικούς όρους, ο λαός ορίζεται ως νεο-μιλέτ (κοινότητα με εθνοθρησκευτικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες), που η επιβίωσή του –πολιτική, πολιτισμική, οικονομική– εξαρτάται από τον βαθμό υπακοής και υποταγής.

Η αντίσταση σε αυτό τον κλιμακούμενο νεο-εθνικισμό δεν είναι ο παραδοσιακός εθνικισμός, ο οποίος άλλωστε συμμερίζεται τη φυλετική, εθνοθρησκευτική διάκριση του κόσμου. Αντίσταση σημαίνει μάχη με όρους ταξικής και ιδεολογικής επανοριοθέτησης του έθνους και της εθνικής κυριαρχίας. Η εξέγερση, στη Μέση Ανατολή ή αλλού, η οποία απολήγει σε θρησκευτικών αναφορών πολιτική, μπορεί να οδηγήσει σε ανατροπή του παλαιού αυταρχικού καθεστώτος, αλλά ξαναμπάζει από το παράθυρο, αφού αφήνει ελεύθερο τον δρόμο για άλωση από τον νεοφιλελευθερισμό. Η δημοκρατία, όταν διεκδικείται με θρησκευτικούς ή εθνικιστικούς όρους, στο βάθος δείχνει και πάλι νεοφιλελευθερισμό. Στην αυτοκρατορική λογική του νεοφιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε εθνικιστική ούτε θρησκευτική, αλλά μόνο διεθνιστική. Η διεθνιστική «παραγωγή» χώρων κοσμικής, εθνικής πολιτικής συνιστά, κατά τη γνώμη μου, το μοναδικό όπλο αντίστασης στον νεοφιλελεύθερο εθνικισμό.
Η Σία Αναγνωστοπούλου διδάσκει ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Δημοσίευση: Ενθέματα εφημερίδας Αυγή στις 21 Οκτωβρίου 2012

Ένας ηγέτης, ένα κόμμα, ένα κράτος

Το βήμα από το οποίο ο Έρντογαν κατέθεσε την τελευταία του ομιλία σε συνέδριο του ΑΚΡ ως ο ηγέτης του, «ντύθηκε» με ένα τεράστιο παγκόσμιο άτλαντα υπό το σύνθημα «Μεγάλο Έθνος, Μεγάλη Δύναμη. Στόχος το 2023». Καθόλου τυχαίοι οι συμβολισμοί. Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν για το 4ο τακτικό συνέδριο του ΑΚΡ, όμως το σημαντικότερο που αφήνει πίσω του είναι το ότι ξεπέρασε τα όρια ενός συνηθισμένου κομματικού φόρουμ. Άγγιξε τα όρια «σύναξης» του νέου τουρκικού πολιτικού συστήματος.

Η πρώτη σημαντική διάσταση του συνεδρίου αφορά ακριβώς στην επιβεβαίωση της πολιτικής δύναμης που απέκτησε το κυβερνών κόμμα σε σημείο απόλυτης σχεδόν ταύτισης του με το «νέο» τουρκικό κράτος. Τα τρία χαρακτηριστικά του ιδεολογικού υπόβαθρου, τα οποία πιστοποιήθηκαν με την ομιλία Έρντογαν ήταν ο συντηρητισμός, το Ισλάμ και ο εθνικισμός. Συνεπώς είναι πλέον ξεκάθαρο ότι το ΑΚΡ ως ο κυρίαρχος της πολιτικής πραγματικότητας στην Τουρκία, έχει πετύχει να διευρυνθεί σε βαθμό που να μην αφήσει σχεδόν κανένα πολιτικό κενό για άλλες δυνάμεις της παραδοσιακής Δεξιάς.

Στο σημείο αυτό, ο στόχος για συνέχιση της διακυβέρνησης του ΑΚΡ μέχρι το 2023, περνά μέσα από τη διεύρυνση της κοινωνικής βάσης του πολιτικού Ισλάμ, αλλά και μέσα από την μονιμοποίηση της εξουσίας του στις κρατικές δομές. Το σύνθημα για μια μεγάλη Τουρκία μέχρι και το 2023, αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη η όντως εκπληκτική ικανότητα του ΑΚΡ να ανανεώνει τους στόχους του με τρόπο που να αναπαράγει τη δική του εξουσία, αλλά και να κινητοποιεί τις τεράστιες συντηρητικές μάζες του πληθυσμού προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Εκείνο που διακρίνεται μέσα από το πρόγραμμα διακυβέρνησης του 2023, είναι να γιορταστούν τα 100 χρόνια ίδρυσης της «κεμαλικής» Τουρκίας, μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό ιδεολογικο-πολιτικό πλαίσιο: αυτό μιας νέας «συντηρητικής» Τουρκίας, τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας θα είναι η ενισχυμένη παρουσία των ισλαμικών αξιών, η συγκεντροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας ως διευκόλυνση προς την «ελεύθερη αγορά» και η εξαγωγή αυτού του μοντέλου ως «πηγή έμπνευσης» για την ευρύτερη αραβο-μουσουλμανική γεωγραφία.

Η δεύτερη σημαντική διάσταση του συνεδρίου, προκύπτει μέσα από τις θρησκευτικών προσανατολισμών αναφορές του Έρντογαν στην ομιλία του. Το σουνιτικό ισλαμικό περιεχόμενο, η επίκληση όλων των εκφράσεων του ισλαμικού πολιτισμού της Ανατολίας στην ομιλία του Πρωθυπουργού, σε συνδυασμό με την κυρίαρχη του θέση στο πολιτικό σύστημα, πιστοποίησαν μια σημαντική εξέλιξη: Το κυβερνών κόμμα και ο ιδρυτής του, μπορούν πλέον να καθορίζουν τα όρια του πολιτικού Ισλάμ σύμφωνα με τα λεγόμενα κρατικά συμφέροντα. Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική έκφραση της θρησκείας έτσι όπως το ΑΚΡ την εκφράζει έχει μετατραπεί σε μια «κρατική υπόθεση», σε ένα «κρατικό σχέδιο» κατά τα πρότυπα του κεμαλικού δόγματος των προηγούμενων δεκαετιών. Το περιεχόμενο του συνεδρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια κορυφαία στιγμή στην πορεία ενσωμάτωσης του Ισλάμ στο σύγχρονο τουρκικό κράτος.

«Ο δρόμος μας είναι ο δρόμος του Σουλτάνου Άλπαρσλαν, του Γαζί Οσμάν, του Μεχμέτ του Πορθητή, του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, του Σελίμ. Ο δρόμος μας είναι ο δρόμος του Μουσταφά Κεμάλ, του Μεντερές, του Οζάλ, του Έρμπακαν», είπε ο Έρντογαν δίνοντας με αυτό τον τρόπο το στίγμα της ριζικής αναθεώρησης της τουρκικής ιστοριογραφίας. Η τρίτη διάσταση λοιπόν του συνεδρίου, ήταν ακριβώς η συγκρότηση μιας νέας ανάγνωσης της τουρκικής ιστορίας και η μετατροπή της σε κυρίαρχη. Μια τουρκική ιστορία που θα περιορίζει πλέον την κεμαλική έκδοση αποκοπής της κοινωνίας από το οθωμανικό της παρελθόν και θα την ενώνει αναχρονιστικά με τις ισλαμικές πολιτιστικές της ρίζες.

Τέλος, ο ίδιος ο Έρντογαν ήταν μια άλλη καθοριστική διάσταση του συνεδρίου. Η ικανότητα του να ταυτίζεται με τις μάζες και να επιβάλλει το δικό του «παραμύθι» ως την αφήγηση της ιστορίας των θρησκευόμενων μαζών, αποτελεί ίσως το καθοριστικότερο στοιχείο της κυριαρχίας του κόμματος. Η προβολή του «μοναδικού ηγέτη» στο πρόσωπο του οποίου ταυτίζεται ολόκληρο το έθνος, μπορεί να αποτελεί μια επανάληψη του πατερναλισμού που επικρατεί στην Τουρκία, όμως αυτή τη στιγμή είναι το βήμα πάνω στο οποίο ο Έρντογαν θα επιδιώξει την εκλογή του στο ύπατο αξίωμα του κράτους το καλοκαίρι του 2014. Συνεπώς, το ιδεολογικό περίβλημα μέσα από το οποίο εμφανίστηκε ο Πρωθυπουργός, μπορεί να είναι και η πρώτη του προεκλογική προσπάθεια. Εκτός πολιτικών ή άλλων απροόπτων, η Τουρκία του ΑΚΡ, γίνεται Τουρκία του Έρντογαν.     
 
 
Νίκος Μούδουρος

       Δημοσίευση: Καθημερινή Κύπρου, Cyprus News (http://cyprusnews.eu/), 7.10.2012

 
Αρέσει σε %d bloggers: