Λύση «κομμάτι – κομμάτι» προωθεί η Τουρκία

Οι τουρκικοί σχεδιασμοί και εξαγγελίες σε σχέση με την περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου έχουν χαρακτήρα καθοριστικό σε ό,τι αφορά την εξέλιξη του Κυπριακού προβλήματος, εκτιμά ο τουρκολόγος Νίκος Μούδουρος. Έχοντας στο μικροσκόπιο του την κάθοδο Ερντογάν στα κατεχόμενα, αξιολογεί όλες τις κινήσεις και σημειολογεί ακόμη και την συνοδεία του από τον εταίρο του στον τουρκικό κυβερνητικό σχηματισμό Ντεβλέτ Μπαχτσελί, όπως και τις δύο τάσεις στην τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση και ειδικότερα στο ΡΤΚ, αν και κρίνει ως σημαντικό το μποϊκοτάζ της ομιλίας Ερντογάν στη λεγόμενη Βουλή.

Πώς αξιολογείτε την κάθοδο του Ερντογάν στα κατεχόμενα και οι εξαγγελίες για την Αμμόχωστο πώς επηρεάζουν συνολικά το σκηνικό σε ό,τι αφορά το Κυπριακό;

Η επιρροή των εξαγγελιών αλλά και των συγκεκριμένων εξελίξεων σε ότι αφορά στην περίκλειστη πόλη των Βαρωσίων πλέον έχουν καθοριστικό χαρακτήρα για την εξέλιξη του Κυπριακού ως πολιτικού προβλήματος. Οι σχεδιασμοί της Άγκυρας φαίνεται ότι θα υλοποιούνται σταδιακά, κλιμακωτά και αναλόγως των αντιδράσεων διεθνώς ή και στην Κύπρο. Όμως πέραν από τα πλαίσια και τις δυναμικές που θα δημιουργούνται από δυνάμεις εντός και εκτός Κύπρου, στο επίκεντρο του όλου σχεδιασμού για το Βαρώσι βλέπουμε να προκύπτουν δύο πολύ σημαντικοί ιδεολογικοί άξονες:

Ο πρώτος σχετίζεται με την τάση της κυβέρνησης της Τουρκίας να υιοθετήσει πολιτικές φυσιολογικοποίησης του πολεμικού τοπίου στην Κύπρο. Η περίκλειστη πόλη των Βαρωσίων ήταν μέχρι σήμερα μια «εμβληματική», τραγική υπενθύμιση της βίας του πολέμου και της διχοτόμησης του κυπριακού χώρου. Με το άνοιγμα της, εκτός πλαισίων των αποφάσεων του ΟΗΕ και χωρίς καμιά διασύνδεση με τη συνολική λύση του Κυπριακού, η Άγκυρα προσπαθεί να καταργήσει την όψη της κατοχής και να κανονικοποιήσει επί του εδάφους την «ισορροπία» που δημιούργησε ο Ιούλιος του 1974. Δηλαδή να προσδώσει στην περιοχή μια όψη «ειρηνικής κανονικότητας» με διχοτομικό περιεχόμενο. Με ένα περιεχόμενο που θα παραπέμπει στη συνεργασία όχι των δύο κυπριακών κοινοτήτων, αλλά δύο κρατικών οντοτήτων.

Τη μετάλλαξη του χώρου προοπτικά φαίνεται ότι θα αναλάβει ένα τμήμα της τουρκικής επιχειρηματικής τάξης σε συνεργασία με κρατικές δομές εξουσίας της Τουρκίας. Συνέχεια όλων των πιο πάνω είναι και η προσπάθεια για ενίσχυση της αντίληψης ότι το Κυπριακό μπορεί να επιλυθεί ή να διευθετηθεί «κομμάτι – κομμάτι» και όχι συνολικά. Η μέθοδος αυτή, σύμφωνα με το σκεπτικό της Άγκυρας, μπορεί πιο εύκολα να εμπεδώσει στην κοινωνία την «σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση» και συνεπώς να ανατρέψει τις όποιες προοπτικές υπάρχουν στην υλοποίηση της ιδέας για ένα ομοσπονδιακό κράτος.

Και ο δεύτερος άξονας σε ό,τι αφορά το Κυπριακό;

Ο δεύτερος σημαντικός ιδεολογικός άξονας αφορά στην περιθωριοποίηση του Ελληνοκύπριου ηγέτη στις διαπραγματεύσεις, δηλαδή του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την κλιμακωτή διάνοιξη των Βαρωσίων εκτός των πλαισίων του ΟΗΕ, η Άγκυρα μεταφέρει το δίλημμα απευθείας στους Ελληνοκύπριους παρακάμπτοντας το πολιτικό σύστημα και δημιουργώντας νέες πολώσεις. Υπό αυτή την έννοια, δίπλα από τη γνωστή πτυχή του Κυπριακού που αφορά στην Αμμόχωστο, προσθέτει ακόμα μια που αφορά πλέον εσωτερικά στην ίδια την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Λειτουργική σε αυτή τη διαδικασία θα είναι η οικονομική ενίσχυση της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας που αν επιτευχθεί μέσα από κονδύλια του κρατικού τραπεζικού τομέα της Τουρκίας, τότε θα μπορεί να ενθαρρύνει την κατάθεση αιτήσεων από Ελληνοκύπριους πρόσφυγες. Βεβαίως σε αυτό το σημείο και με αντιφατικό τρόπο, αναμένεται ότι θα δημιουργηθούν νέα ερωτηματικά σε σχέση με τη θέση της Τουρκίας ότι το Βαρώσι αποτελείται κυρίως από βακουφικές περιουσίες.

H επιλογή να κάνει τις εξαγγελίες για Αμμόχωστο ο Τατάρ αντί του Ταγίπ Ερντογάν τι εξήγηση έχει;

Προφανώς η πρώτη προσπάθεια ήταν για να φανεί ότι η πολιτική απόφαση διαθέτει τοπική νομιμοποίηση και δεν είναι αποτέλεσμα επιβολής. Μέσα από αυτή την κίνηση οι Έρντογαν – Τατάρ προσπαθούν να μετρήσουν διεθνείς αντιδράσεις. Όμως παράλληλα θέλουν να δουν και τις τοπικές αντιδράσεις. Τόσο από την τουρκοκυπριακή, όσο και από την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Πέραν τούτων είναι και μια προσπάθεια να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι το ψευδοκράτος έχει όντως αρμοδιότητα αποχαρακτηρισμού στρατιωτικών περιοχών, κάτι όμως που δεν μπορεί να γίνει πιστευτό ούτε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα. Είναι πολύ πρόσφατες οι αντιπαραθέσεις για την κατάργηση του προσωρινού άρθρου 10 του συντάγματος της «ΤΔΒΚ», το οποίο μεταφέρει ολόκληρη την εξουσία για τα σώματα ασφαλείας στο αρχηγείο του τουρκικού στρατού στην Άγκυρα.

Οι εξαγγελίες που αφορούν το ψευδοκράτος, τι δείχνουν; Οι υπό κατοχή περιοχές περνούν υπό τον πλήρη έλεγχο της Τουρκίας; Μετατρέπονται σε «τουρκική επαρχία»;

Παρόλο που όντως οι προσδοκίες που δημιούργησε ο ίδιος ο Έρντογαν σε σχέση με τις διακηρύξεις του για το ψευδοκράτος δεν αντικατοπτρίστηκαν πρακτικά, εντούτοις υπάρχουν σημαντικά σημεία που δείχνουν κάποιες τάσεις. Οι τάσεις αυτές παραπέμπουν στη βούληση της κυβέρνησης Έρντογαν να εμπεδώσει ακόμα περισσότερο μια μορφή διακυβέρνησης «τουρκικού νομού» στα βόρεια της Κύπρου. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι οι σχεδιασμοί για νέα κτήρια «βουλής» και «προεδρίας», συνδυασμένα μάλιστα από την επαναφορά μιας παλιάς οθωμανικής παράδοσης των «εθνικών κήπων». Αυτού του είδους οι υποδομές ήδη πληθαίνουν και στην Τουρκία. Αυτή η εξέλιξη δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως λεπτομέρεια. Η πολιτική επέμβαση στο δημόσιο τοπίο της τουρκοκυπριακής κοινότητας διαμέσου της «νέας» αρχιτεκτονικής, θέλει να επιβάλει ένα νέο περιβάλλον κοινωνικοποίησης. Οι «κήποι του έθνους» ενθαρρύνουν ένα συγκεκριμένο, συντηρητικό τρόπο ζωής και κοινωνικοποίησης που δεν ταιριάζει καθόλου με το αξιακό σύστημα της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Η εξωτερική επέμβαση στο τοπίο των κατεχομένων δεν είναι φυσικά ένα νέο φαινόμενο. Όμως με τους σχεδιασμούς για ένα «προεδρικό μέγαρο» ενταγμένο σε ένα ολόκληρο κτηριακό συγκρότημα τουρκικής έμπνευσης, αποτελεί σημάδι μιας νέας προσπάθειας στο μέτωπο του «πολιτισμικού πολέμου» μεταξύ Τουρκοκυπρίων και Άγκυρας.

Σημασία έχει ακόμη και η συνοδεία του και δεν περιορίζεται μόνο στα του Κυπριακού, αφού ο Τούρκος Πρόεδρος επέλεξε να έχει δίπλα του τον Μπαχτσελί;

Η σύνθεση της συνοδείας του Έρντογαν στην Κύπρο αποδεικνύεται ως μια καθοριστικής σημασίας κίνηση για το μέλλον του συνασπισμού εξουσίας στην Τουρκία, αλλά παράλληλα και για τις προσπάθειες του Έρντογαν να προκαλέσει ρήγματα σε μια ενδεχόμενη συνεργασία της αντιπολίτευσης. Όπως είναι γνωστό ο κυβερνητικός συνασπισμός σήμερα αποτελείται κυρίως από το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης. Στήριξη λαμβάνει και από το Κόμμα Μεγάλης Ενότητας, το οποίο αποτελεί μια παλαιότερη διάσπαση του Εθνικιστικής Δράσης. Η συνοδεία του Έρντογαν συμπεριέλαβε πέραν των αντιπροσώπων των προαναφερθέντων κομμάτων και αντιπρόσωπους από άλλα μικρότερα, αλλά στρατηγικής σημασίας ισλαμικά και εθνικιστικά κινήματα. Η πιο χαρακτηριστική παρουσία ήταν ίσως αυτή του Οούζχαν Ασίλτουρκ, επικεφαλής του Συμβουλευτικού Συμβουλίου του ισλαμικού Κόμματος της Ευδαιμονίας που προς το παρόν είναι αντιπολιτευτικό. Όμως ο βετεράνος ισλαμιστής πολιτικός είναι μια από τις σημαντικές προσωπικότητες που ενθαρρύνει την ενσωμάτωση όλων των τμημάτων και οργανώσεων του πολιτικού Ισλάμ στη συμμαχία της εξουσίας.

Ουσιαστικά θα μπορούσε να υπογραμμιστεί ότι ο Έρντογαν μέσα από την επίσκεψη στα κατεχόμενα διεκδίκησε να ενισχύσει τις προοπτικές διεύρυνσης της πολιτικής του συμμαχίας προς τα δεξιά του πολιτικού χάρτη της Τουρκίας ενόψει των επόμενων εκλογών. Αυτός ο στόχος δεν είναι ανεξάρτητος ούτε με το ιδεολογικό του υπόβαθρο, αλλά ούτε και με τις τακτικές που θέλει να εφαρμόσει. Ο Έρντογαν και το κόμμα του καθοδηγούνται από την αντίληψη ότι η «οργανική πλειοψηφία» της κοινωνίας στην Τουρκία είναι συντηρητική, θρησκευόμενη και εθνικιστική. Πρόκειται για μια ιδεολογική κατασκευή που ερμηνεύει την κοινωνία μέσα από ένα στατικό φακό και με υπογραμμισμένα όλα τα παραδοσιακά στοιχεία που επιβιώνουν στο χρόνο. Η πολιτική πεποίθηση που προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογίας είναι ότι πιθανή επιτυχία στην συνεργασία μιας «μεγάλης Δεξιάς» σημαίνει αυτόματα και μια ευρεία εκλογική πλειοψηφία.

Μια συνεργασία που να στριμώξει την αντιπολίτευση…

Η τακτική πλευρά της προσπάθειας διεύρυνσης της συμμαχίας εξουσίας σχετίζεται με τον «εξαναγκασμό» των κομμάτων της αντιπολίτευσης σε άμεση ή έμμεση συνεργασία με το κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το κουρδικό πολιτικό κίνημα βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο της καταστολής του τουρκικού κράτους και της γενικής προσπάθειας ιδεολογικής δαιμονοποίησης από τους κρατικούς μηχανισμούς, ο Έρντογαν προσπαθεί να ταυτίσει πλήρως ολόκληρη την αντιπολίτευση με αυτό που ο ίδιος καταγράφει ως «προδοσία – τρομοκρατία».

Είναι γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος του Κιλιτσντάρογλου και το Καλό Κόμμα της Άκσενερ αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες ακόμα και στην αποδοχή της ιδέας συνεργασίας με το κουρδικό κίνημα. Το ίδιο, ίσως σε μικρότερη ένταση, μπορεί να ισχύσει και για τα δύο μικρά κόμματα των Νταβούτογλου και Μπαμπατζιάν. Επομένως στο τακτικό επίπεδο, η κυβέρνησης της Τουρκίας θέλει να κλείσει τις προοπτικές μιας εναλλακτικής φωνής από τα δεξιά του πολιτικού χάρτη. Εκείνου του πολιτικού χώρου, τον οποίο το ισλαμικό και εθνικιστικό κίνημα αντιλαμβάνεται ως την «φυσική πλειοψηφία» της κοινωνίας.

ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Οι απειλές κατά της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης προφανώς και επηρεάζουν συνολικά την όλη κατάσταση στα κατεχόμενα, που οδηγεί πού;

Η επιλογή κομμάτων και παραγόντων της αντιπολίτευσης να μποϊκοτάρουν την ομιλία Έρντογαν στη «βουλή», αλλά και τις υπόλοιπες του δραστηριότητες στα κατεχόμενα, έχει πλέον επισημοποιήσει τη βασική αντιπαράθεση που αφορά στις σχέσεις Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων.

Συνεπώς πρέπει να αναμένεται ότι οι παρεμβάσεις της Άγκυρας είτε στην καθημερινή πολιτική εξέλιξη, είτε σε επόμενες ψηφοφορίες, θα έχουν τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού που βιώθηκε στην ανάδειξη για τον Τουρκοκύπριο ηγέτη τον Οκτώβριο του 2020. Η αντιπολίτευση αποτελεί για τον Έρντογαν την πολιτική δύναμη που αμφισβητεί την ιεραρχική σχέση εξουσίας «Μητέρας πατρίδας – μικρής πατρίδας». Και για αυτό ακριβώς τον λόγο παρουσιάζεται ως απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας της Τουρκίας. Από την άλλη πλευρά, για ένα πολύ μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης, η σημερινή τουρκική κυβέρνηση αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη έκφραση οντολογικής απειλής ενάντια στην ύπαρξη της ως αυτόνομη πολιτική οντότητα.

Μέχρι τώρα οι Τ/Κύπριοι ενεργοποιούν την ιδιαίτερη κυπριακή κουλτούρα

Οι Τ/κ για πόσο θα έχουν μια διαφορετική φωνή από όσους συμπορεύονται με την Άγκυρα; Tι να αναμένουμε από εδώ και πέρα από την Τουρκία και το κατοχικό καθεστώς, γιατί προφανώς δεν σταματούν εδώ οι σχεδιασμοί και τα τετελεσμένα;

Η ρευστότητα της κατάστασης στα κατεχόμενα και οι καθημερινές εξελίξεις εμποδίζουν την πρόβλεψη για τις αντοχές των Τουρκοκυπρίων που διαφοροποιούνται από την Άγκυρα. Προσφέρουν όμως την ευκαιρία για την διαπίστωση ορισμένων τάσεων.

Πού είναι αυτές οι τάσεις;

Η πρώτη αφορά στην ιστορικότητα των αντιδράσεων. Η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση σήμερα ενεργοποιεί το πολιτικό της ρεπερτόριο από την προηγούμενη της εμπειρία η οποία ξεκινά ακόμα και στην εποχή του αποκλεισμού των θυλάκων. Το μποϊκοτάρισμα ενάντια στην εξουσία είναι μια μορφή κοινωνικού κινήματος ιδιαίτερα γνωστή στους Τουρκοκύπριους.

Η δεύτερη τάση αφορά στο παρόν και παρουσιάζει τις δυσκολίες αυτού του κοινωνικού κινήματος. Ο πληθυσμός στα κατεχόμενα που είναι γεννημένος μετά το 1974 αυξάνεται. Συνεπώς αυξάνεται το τμήμα του πληθυσμού εκείνου που ζει, δραστηριοποιείται και ωριμάζει σε συνθήκες διχοτόμησης και χωριστών δομών εξουσίας.

Η παρανομία και ο αποκλεισμός των δομών αυτών από το διεθνές δίκαιο δεν ολοκληρώνει τη συνείδηση εξουσίας, όμως δεν εμποδίζει την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης συνείδησης εξουσίας που λόγω της διχοτόμησης δεν συνδέεται καθημερινά με αντίστοιχες συνειδήσεις εξουσίας στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και ο κατακλυσμός της κοινωνίας των κατεχομένων από μια σειρά τουρκικών «προϊόντων». Από τα απλά καταναλωτικά αγαθά, μέχρι τηλεοπτικά κανάλια, διαφημίσεις, νέους τρόπους κοινωνικοποίησης και επιχειρηματική δραστηριότητα, τα πολλά πρόσωπα της Τουρκίας κυριαρχούν. Μέχρι στιγμής απέναντι στον καταναλωτικό κατακλυσμό της Τουρκίας οι Τουρκοκύπριοι ενεργοποιούν την ιδιαίτερη τους κυπριακή κουλτούρα. Όμως η αναπαραγωγή των δομών της κατοχής δημιουργεί ερωτηματικά στο κατά πόσο οι επόμενες γενιές θα μπορούν να συνεχίσουν με την ίδια ένταση αυτή ακριβώς την αναπαραγωγή.

Ο εποικισμός και οι «ταυτότητες» έχουν σχέση με τις τουρκικές εκλογές

Οι υπό κατοχήν περιοχές και ο μεγάλος αριθμός εποίκων που έχουν δικαίωμα ψήφου στις τουρκικές εκλογές, έχουν τη σημασία τους σε ό,τι αφορά το κυβερνητικό μέτωπο υπό τον Ερντογάν;

Εάν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι με την υιοθέτηση του προεδρικού συστήματος η εκτελεστική εξουσία εκλέγεται πλέον με το 50%+1, ο αριθμός των εποίκων που έχουν δικαίωμα ψήφου στην Τουρκία όπως και γενικότερα του τουρκικού πληθυσμού στο εξωτερικό, έχει καθοριστική σημασία. Στις τελευταίες προεδρικές εκλογές της Τουρκίας που πραγματοποιήθηκαν το 2018, στα κατεχόμενα δικαίωμα ψήφου είχαν 106.446 ψηφοφόροι. Όμως καταγράφηκε ιδιαίτερα μειωμένη συμμετοχή που έφτασε μόλις στο 40,2%. Ο Έρντογαν κατάφερε να κερδίσει περίπου 20 χιλιάδες ψήφους, ενώ ο τότε κύριος υποψήφιος της αντιπολίτευσης κέρδισε περίπου 15 χιλιάδες ψήφους. Συνεπώς η κατάσταση παρουσιάζει στοιχεία ρευστότητας.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός της Τουρκίας βρίσκεται ήδη σε εκλογική διάταξη και η παρουσία στα κατεχόμενα παραγόντων της τουρκικής Δεξιάς με τους οποίους ο Έρντογαν θέλει να συμμαχήσει, δεν είναι άσχετη ούτε με τα μηνύματα που θέλει να στείλει εντός Τουρκίας, αλλά ούτε και με αυτά που θέλει να στείλει σε τμήματα της κοινωνίας των εποίκων.

Όμως η σημασία που δίνει η Άγκυρα στην υπόθεση του εποικισμού στην Κύπρο, οι συνεχείς πιέσεις προς τους Τουρκοκύπριους για να παραχωρήσουν ακόμα περισσότερες υπηκοότητες του ψευδοκράτους, δεν είναι εξελίξεις που σχετίζονται μόνο με τις εκλογές. Αντίθετα, ο Έρντογαν τα τελευταία χρόνια δείχνει να επιλέγει πλέον «νέους συνομιλητές» εντός τουρκοκυπριακής κοινότητας. Επιλέγει να αναβαθμίσει την οργανωτική διάσταση τμημάτων των εποίκων και σταδιακά να ανοίξει προοπτικές για την πολιτική και οικονομική τους ενδυνάμωση, κάτι που εμπόδισε με επιτυχία η τουρκοκυπριακή κοινότητα τις προηγούμενες δεκαετίες. Η πιο έντονη δραστηριοποίηση της κομματικής οργάνωσης του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στα κατεχόμενα, η επίσης πιο έντονη δραστηριοποίηση της τουρκικής πρεσβείας και η λειτουργία της ως ένα παράλληλο κέντρο εξουσίας, η παρουσία κόμματος των εποίκων στην «κρατική» δομή, είναι μικρές εξελίξεις που όμως μελλοντικά μπορεί να αποδειχτούν καθοριστικές για τις ισορροπίες στα κατεχόμενα. Σε ένα περιβάλλον συνέχισης της διχοτόμησης, οι προαναφερθείσες εξελίξεις μπορούν υπό προϋποθέσεις να αναδείξουν τμήματα των εποίκων ως νέους πολιτικούς δρώντες. Κάτι που τις προηγούμενες δεκαετίες απουσίαζε από την ίδια την πορεία του Κυπριακού προβλήματος.

Καταγράφουμε την αντίδραση της τ/κ αντιπολίτευσης στις φιέστες του Ερντογάν και τη μη παρουσία στη λεγόμενη βουλή. Ωστόσο, ακόμη στο ΡΤΚ καταγράφονται δύο τάσεις.

Είναι γεγονός ότι όπως και το μπλοκ εξουσίας στα κατεχόμενα, έτσι και η αντιπολίτευση παρουσιάζει εσωτερικές διαφοροποιήσεις. Παράλληλα η ύπαρξη διαφορετικών τάσεων εντός του ιστορικού κόμματος της τουρκοκυπριακής αριστεράς, του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού, όντως έχει εκφραστεί ποικιλοτρόπως τα προηγούμενα χρόνια. Όμως η ιστορικότητα του μποϊκοταρίσματος της ομιλίας Έρντογαν στη «βουλή», καθώς και της εκδήλωσης της 20ής Ιουλίου, θα πρέπει να ερμηνευθούν σε δύο αλληλένδετους με το Κυπριακό άξονες. Ο πρώτος είναι η ιστορική ρίζα της αντίδρασης αυτής που δείχνει ότι εντός πολύ δύσκολων συνθηκών ακόμα επιβιώνει. Ίσως πιο ανοργάνωτη, ίσως με περισσότερες εσωτερικές διασπάσεις, αλλά καταφέρνει ακόμα να εκφράζεται ως μια συνείδηση εξουσίας σε αντιπαράθεση με το καθεστώς. Εδώ εντοπίζεται η αμφισβήτηση του «εθνοσωτήριου ρόλου» της Τουρκίας το 1974.

Με τη δημόσια έκφραση της διαφωνίας ενάντια στον Έρντογαν, αυτή η πλευρά της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης υπενθυμίζει ότι η Τουρκία βρέθηκε στην Κύπρο σε συγκεκριμένες συγκυρίες, όμως το πέρασμα του χρόνου και η κατοχική διάσταση αυτής της παρουσίας πλήττουν πλέον την ίδια την ύπαρξη της κοινότητας ως αυτόνομης κυπριακής πολιτικής οντότητας.

Ο δεύτερος άξονας είναι τα μέχρι στιγμής αναπάντητα ερωτήματα σε σχέση με τις δυνατότητες του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου να συνεχίσει την συνεργασία του πέραν των πλαισίων που δημιούργησε η επίσκεψη Έρντογαν. Δηλαδή εάν θα καταφέρει ή όχι να μετατρέψει την αντίδραση ενάντια στην Άγκυρα σε ένα μαζικό κοινωνικό κίνημα και επομένως να επηρεάζει τις εξελίξεις. Αυτή η πτυχή όμως συνδέεται και με τις εξελίξεις στο τραπέζι του διακοινοτικού διαλόγου. Η ανυπαρξία συνομιλιών σημαίνει και την ανυπαρξία μιας συγκεκριμένης πλατφόρμας πάνω στην οποία η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση θα μπορέσει να συγκροτήσει τις ομοσπονδιακές της θέσεις ως κάτι απτό και συγκεκριμένο. Ως κάτι που μπορεί να παρουσιάσει στην κοινωνία των Τουρκοκυπρίων με τη μορφή του διεξόδου από τα αδιέξοδα.

Συνέντευξη στην Αντρούλα Ταραμουντά, Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος, 25 Ιουλίου 2021.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s