Η Τουρκία και τα «υπόλοιπα»

«Η Κύπρος είναι εδώ. Μη σε ενδιαφέρει για τα υπόλοιπα». Αυτό ήταν ένα από τα συνθήματα που υποδέχτηκαν τον πρόεδρο της Τουρκίας στις 15 Νοεμβρίου 2020 στο παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου. Λίγα χιλιόμετρα μακριά, στους δρόμους της Λευκωσίας, έκανε την επανεμφάνισή του το ιστορικό πλέον σύνθημα «Αυτή η χώρα είναι δική μας, εμείς θα τη διοικήσουμε». Από τη μία πλευρά ήταν τα τοπικά παραρτήματα των οργανώσεων που συνδέονται με το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ). Από την άλλη, ήταν «τα υπόλοιπα». Αυτά που δεν θα έπρεπε να «ενδιαφέρουν» τον Ερντογάν. Τα «υπόλοιπα» των Τουρκοκύπριων διαδηλωτών, μέλη συντεχνιών και πολιτικών κομμάτων του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς.

Η στιγμή μπορεί να θεωρηθεί αξεπέραστη, τόσο σε ουσία, όσο και σε συμβολισμούς. Εξέφρασε με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο τη βασική ρωγμή που βιώνει η κοινωνία στα Κατεχόμενα με αφορμή τα όσα συνέβησαν με την εκλογή του νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη. Η αντιπαράθεση αν και πολυεπίπεδη, αντικατοπτρίζεται πλέον στην υπόθεση της «ιδιοκτησίας» της Κύπρου. Πίσω από προαναφερθέντα συγκρουσιακά συνθήματα της 15ης Νοεμβρίου κρύβεται μια ανανεωμένη προσπάθεια της Άγκυρας να καταστήσει την τουρκοκυπριακή βούληση για ομοσπονδία ως ένα «υπόλοιπο». Παράλληλα, όμως, κρύβεται και η φωνή αυτού του «υπόλοιπου». Μια φωνή που σε ακόμα πιο δύσκολες συνθήκες φαίνεται να διατηρεί αντανακλαστικά οργάνωσης της άρνησης ολοκληρωτικού εξοβελισμού του από τον δημόσιο χώρο των Κατεχομένων.

Η επιμονή της Άγκυρας για παραγκωνισμό του Μουσταφά Ακιντζί, τα όσα ακολούθησαν σε σχέση με τα Βαρώσια και την αλλαγή της «κυβέρνησης» στα Κατεχόμενα, αλλά πολύ περισσότερο ο τρόπος που οι πιο πάνω εξελίξεις υλοποιήθηκαν, προκαλούν τα εξής ερωτήματα: Ο τρόπος που επιλέγει η Άγκυρα να διαχειριστεί τα Κατεχόμενα είναι αποτέλεσμα συγκυριών; Ή είναι όντως μια περιεκτική αλλαγή παραδείγματος που επηρεάζεται από τις σημερινές συγκυρίες, αλλά διαθέτει μακροπρόθεσμες συνέπειες; Παρόλο που ο τελικός κριτής των προθέσεων της Τουρκίας θα είναι οι συγκεκριμένες θέσεις που θα κατατεθούν στις συνομιλίες για το Κυπριακό, εντούτοις η «σύντομη ιστορία του 2020» στο επίπεδο των σχέσεων Άγκυρας – Τουρκοκυπρίων, οδηγεί σε κάποιους προβληματισμούς.

Με τον τρόπο που ενήργησε η Τουρκία το τελευταίο χρονικό διάστημα φαίνεται να θέλει να αναλάβει άμεσο και απευθείας ρόλο στην καθημερινή οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη της κοινότητας. Δείχνει ότι επιδιώκει την μεταφορά των δομών του τουρκικού κράτους στην Κύπρο, χωρίς να αναζητάει την προηγούμενη συναίνεση ή και τη νομιμοποιητική παρουσία δυνάμεων των Τουρκοκυπρίων. Μήπως τότε στο σημείο αυτό έχουμε αλλαγή του ιστορικού παραδείγματος για την επιρροή της Τουρκίας στην Κύπρο;

Ιστορικά, μία από τις βασικές στοχεύσεις της Τουρκίας ήταν ο περιορισμός της ελληνικής επιρροής στην Κύπρο και η δημιουργία εμποδίων ενάντια στο κίνημα υπέρ της Ένωσης. Ένα από τα κύρια εργαλεία υλοποίησης αυτού του στόχου ήταν η ενίσχυση της τουρκοκυπριακής εθνικιστικής ελίτ και η δημιουργία προϋποθέσεων ενός πολιτικού προγράμματος-αντίβαρου προς την Ένωση. Η θέση περί Διχοτόμησης (Taksim) της Κύπρου, ήταν ουσιαστικά το σύνθημα της διπλής ένωσης.

Όμως μετά το 1974 και ιδιαίτερα σήμερα, η Τουρκία προσανατολίστηκε στην περιθωριοποίηση της τουρκοκυπριακής πολιτικής βούλησης και στην ανάληψη απ’ ευθείας από την ίδια του μετασχηματισμού των Κατεχομένων. Η «μεταβίβαση» των Βαρωσίων υπό την επίβλεψη του Δήμου Ικονίου και της κρατικής Διεύθυνσης Κοινωνικής Κατοικίας της Τουρκίας, αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της διαχείρισης ενός «νομού».

Είναι γεγονός ότι η εμπειρία της Τουρκίας από το 1974 και μετά δείχνει ότι η τουρκοκυπριακή αντιπολίτευση σε γενικές γραμμές «παρέμεινε απειθάρχητη» και σε κρίσιμες συγκυρίες δεν είχε αναλάβει τον ρόλο που της έταξε η «υψηλή εποπτεία» της τουρκικής κυβέρνησης. Ακόμα και στις συνθήκες της πρόσφατης ψηφοφορίας, ο Γιουσούφ Καπλάν –ένας από τους γνωστότερους υποστηριχτές του Ερντογάν στον κύκλο της ισλαμικής διανόησης– ομολογούσε ότι «στην Κύπρο όντως υπάρχουμε στρατιωτικά. Όμως είμαστε εξαφανισμένοι πολιτισμικά. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι με πολιτιστικούς όρους χάσαμε την Κύπρο». Αυτή ήταν μια από τις πολλές προειδοποιήσεις ότι η «ουσιαστική κατάκτηση» του χώρου είναι η περιεκτική αλλαγή της κοσμοαντίληψης της κοινωνίας των Κατεχομένων. Κάτι που ακόμα δεν έχει επιτευχθεί.

Στο σημείο αυτό, λοιπόν, προκύπτουν και οι προβληματισμοί για τα επόμενα βήματα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η σύγχρονη ιστορία της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι και μια ιστορία διεκδίκησης της πολιτικής της ισότητας. Σήμερα αυτή η προσπάθεια συνεχίζεται με δυσκολότερους όρους και αφορά στην πολιτική ισότητα με την Τουρκία του ΑΚΡ. Συνεπώς, το σύνθημα «αυτή η χώρα είναι δική μας, εμείς θα τη διοικήσουμε» ως μια ευθεία αντιπαράθεση με το «Η Κύπρος είναι εδώ. Μη σε ενδιαφέρει για τα υπόλοιπα», δεν είναι μια αποκλειστικά τουρκοκυπριακή υπόθεση. Η βασική ρωγμή για την τελική «ιδιοκτησία» της Κύπρου έχει παγκύπριες διαστάσεις και αφορά άμεσα στις οργανωμένες δυνάμεις των Ελληνοκυπρίων. Διότι η πρακτική υλοποίηση του εκδημοκρατισμού των σχέσεων των Τουρκοκυπρίων με την Τουρκία, περνά μόνο μέσα από την επίλυση του Κυπριακού. Ενώ οι αντοχές του φορέα της διεκδίκησης για τον εκδημοκρατισμό, δηλαδή των «υπολοίπων» της τουρκοκυπριακής αντιπολίτευσης, μπορούν να είναι βιώσιμες μόνο μέσα από συνεργασίες και με την ελληνοκυπριακή κοινότητα.

Νίκος Μούδουρος

Λέκτορας, Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών

Πανεπιστήμιο Κύπρου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 28 Δεκεμβρίου 2020

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s