Ποιος (θα) είναι ο «ακρίτας» της Τουρκίας;

Το μήνυμα ενός πρωτοσέλιδου τουρκικής εφημερίδας και η επικείμενη συμπεριφορά των ψηφοφόρων στην τ/κ κοινότητα

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Yeni Şafak στις 10 Σεπτεμβρίου 2020

Του ΝΙΚΟΥ ΜΟΥΔΟΥΡΟΥ

Στις 10 Σεπτεμβρίου 2020, ο πρωτοσέλιδος τίτλος της τουρκικής εφημερίδας Γενί Σιαφάκ (Yeni Şafak) παρουσίασε για πολλοστή φορά τον Μουσταφά Ακιντζί ως ένα πολιτικό φιλο-ελληνοκυπριακών τάσεων. Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκε η φράση «Rumların Akıncısı», η οποία αποδόθηκε στον ελληνοκυπριακό δημόσιο χώρο ως «ο Ακιντζί των Ελληνοκυπρίων». Η απλή μετάφραση του τίτλου όντως κατάφερε να μεταφέρει το γενικό μήνυμα στο ελληνόφωνο κοινό. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική μετάφραση, τοποθετημένη στο αναλυτικό πλαίσιο που θα αποκωδικοποιήσει την ιδεολογία του τίτλου, είναι εφικτό να μας οδηγήσει σε σφαιρικότερα συμπεράσματα για το βλέμμα της Τουρκίας στην τ/κ κοινότητα και την εκλογική της διαδικασία.

Στον βαθμό που ένα πρωτοσέλιδο της συγκεκριμένης φιλοκυβερνητικής εφημερίδας στην Τουρκία μπορεί να διαφωτίσει για τους προσανατολισμούς της εξουσίας Ερντογάν, τότε ο τίτλος της 10ης Σεπτεμβρίου μπορεί να θεωρηθεί ως σημείο καμπής. Η κυριολεκτική μετάφραση της λέξης Ακιντζί στα ελληνικά σημαίνει Ακρίτας. Η πολιτική σημασία του λογοπαίγνιου της εφημερίδας οικοδομείται στο εξής: Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης με τις θέσεις που εκφράζει και την πολιτική που ακολουθεί, λειτουργεί –σύμφωνα με την ιδεολογική πλατφόρμα της εξουσίας στην Άγκυρα– ως ένας «ακρίτας των Ελληνοκυπρίων».

Ιστορικά, το φαντασιακό του τουρκικού εθνικισμού περιέγραφε την τ/κ κοινότητα ως ένα αναπόσπαστο τμήμα του τουρκικού έθνους. Σε ένα τέτοιο φαντασιακό, η πολιτισμική, γλωσσική, κοινωνική, αλλά και πολιτική διαφορετικότητα των Τουρκοκυπρίων δεν μπορούσε να γίνει ανεκτή. Οι ιδιαίτερες κυπριακές πτυχές της κοινοτικής ταυτότητας δεν αναγνωρίζονταν ούτε καν ως «τοπικές». Μάλιστα, στις περιπτώσεις πολιτικοποίησης των κυπριακών πτυχών της ταυτότητας, αυτές γίνονταν άμεσα το αντικείμενο ιδεολογικής δαιμονοποίησης. Για το κεντρικό ρεύμα του τουρκικού εθνικισμού οι Τουρκοκύπριοι ήταν οι «ακρίτες» του τουρκισμού. Αυτοί που τάχθηκαν από τη μοίρα να επιβεβαιώνουν την τουρκικότητα της περιφέρειας απέναντι στον εθνικό εχθρό της «μητέρας πατρίδας», δηλαδή της μητρόπολης. Όμως οι «ακρίτες» της περιφέρειας, γειτνιάζουν με τις «ξένες – εχθρικές» οντότητες. Είναι συνεπώς πάντοτε «ύποπτοι» για προσμίξεις και συνέργειες με τον «εθνικό εχθρό». Η «μητέρα πατρίδα» αναπαράγει τα αντανακλαστικά ενός «γονικού δικαιώματος» που θέλει να προστατεύσει, αλλά πολύ περισσότερο, να πειθαρχήσει τους ύποπτους για εθνική προδοσία ακρίτες.

Σήμερα, η προαναφερθείσα έννοια του τουρκισμού έχει αποκτήσει και το στοιχείο της θρησκείας. Στη βάση αυτής της αλλαγής, οι «ακρίτες» φαίνεται να μην είναι ούτε «καλοί Τούρκοι», αλλά ούτε και «καλοί Μουσουλμάνοι». Στοιχεία που αναπαράγονται από την αντιπολιτευτική στάση του Ακιντζί. Σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο της 10ης Σεπτεμβρίου, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης επιβεβαίωσε την «ιστορική αγωνία» και μεταμορφώθηκε σε «ακρίτα» των συμφερόντων ξένων δυνάμεων. Ποια είναι, όμως, η σημασία αυτής της αντίληψης για την επικείμενη ψηφοφορία στην τ/κ κοινότητα; Τι μπορεί να μας εξηγήσει για την εξελισσόμενη σχέση Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων σε ένα πλαίσιο συνέχισης της διχοτόμησης;

Νέα γεωπολιτική ταυτότητα

Η περίοδος που ακολούθησε την πραξικοπηματική απόπειρα της 15ης Ιουλίου 2016 στην Τουρκία, είναι μια περίοδος έντονων μετασχηματισμών. Ένα από τα πεδία που επηρεάστηκαν καθοριστικά είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο συνασπισμός εξουσίας αντιμετωπίζει το περιφερειακό περιβάλλον. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση Ερντογάν και η συνεργασία της με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης άρχισαν να συγκροτούν ένα συγκεκριμένο δόγμα, στη βάση του οποίου η Τουρκία εξαναγκάζεται να αντιμετωπίσει ποικιλόμορφες απειλές πέρα από τα επίσημα γεωγραφικά της σύνορα. Για το μπλοκ εξουσίας της Τουρκίας, οι εντεινόμενοι ανταγωνισμοί στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου λειτουργούν ως μια «εχθρική περικύκλωση» που στοχεύει στην απομόνωση της χώρας και στον εγκλωβισμό της σε ένα περιβάλλον μόνιμης αστάθειας.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα πρακτικών επιπτώσεων του προαναφερθέντος γεωπολιτικού οράματος είναι η αντιμετώπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μιας «εχθρικής οντότητας», οι πράξεις της οποίας θα πρέπει να αντιμετωπιστούν προληπτικά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εντός της θάλασσας. Ως επέκταση αυτού του σκεπτικού, η δομή της «ΤΔΒΚ» πρέπει να λειτουργεί όχι ως υποδοχέας της πολιτικής ασφάλειας της Τουρκίας, αλλά πολύ περισσότερο ως παροχέας ασφάλειας προς τη «μητρόπολη». Μια τέτοια αλλαγή δεν πρέπει να θεωρηθεί αφηρημένη και εκφρασμένη αποκλειστικά σε ρητορικό επίπεδο. Αντίθετα η πολιτική, οικονομική και κοινωνική μεταμόρφωση των κατεχομένων απαιτεί, σύμφωνα με τους κύκλους εξουσίας στην Άγκυρα, συγκεκριμένες υποδομές και συγκεκριμένους πολιτικούς φορείς υλοποίησης τους.

Αυτή, λοιπόν, η γεωπολιτική ταυτότητα που θέλει να επιβάλει η σημερινή σύνθεση της εξουσίας Ερντογάν, είναι σχεδόν υποχρεωμένη να εξοβελίσει το ιδεολογικό πρόγραμμα που εκφράζει ο κ. Ακιντζί. Η υπογράμμιση του Τ/κ ηγέτη στην ανάγκη εκδημοκρατισμού των σχέσεων Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων, η προώθηση της αυτονομίας του κυπριακού χώρου, η δημόσια επανάληψη της αγωνίας για την απειλή εξαφάνισης της κυπριακότητας των Τουρκοκυπρίων, καθώς και η «επιθετική» έκφραση της τουρκοκυπριακής κοσμικότητας, αποτελούν μερικά από τα στοιχεία που μετέτρεψαν τον Ακιντζί σε «προδότη του έθνους».

Η διεκδίκηση μιας νέας σχέσης

Εάν υπάρχει κάτι που μπορεί να θεωρηθεί νέο στην φετινή εκστρατεία για την εκλογή του Τουρκοκύπριου ηγέτη, πέραν των πρωτόγνωρων συνθηκών της πανδημίας, είναι η αμεσότητα και η ένταση με την οποία τέθηκε το θέμα των σχέσεων Τουρκίας – Τουρκοκυπρίων στη δημόσια θέα. Τις προηγούμενες δεκαετίες το θέμα αυτό ήταν φυσικά κυρίαρχο στην καθημερινή ζωή, ωστόσο οι μορφές έκφρασης του συμπεριλάμβαναν την αντιπαράθεση για το μοντέλο λύσης του Κυπριακού. Η αυτονόμηση από την Τουρκία «κρυβόταν» μέσα στην υποστήριξη της θέσης για ομοσπονδιακή λύση, ενώ η διατήρηση της σημερινής ιεραρχικής ισορροπίας εκφραζόταν μέσα από την υποστήριξη σε συνομοσπονδία. Σήμερα όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η απουσία ουσιαστικής κινητικότητας στο Κυπριακό, οι ανταγωνισμοί στην Ανατολική Μεσόγειο και η νέα φάση της παρεμβατικότητας της Τουρκίας στην καθημερινή ζωή των Τουρκοκυπρίων, μετέτρεψαν το θέμα της αναθεώρησης των σχέσεων με την Άγκυρα σε βασικό, «ξεγυμνωμένο» από κάθε υπονοούμενο, θέμα της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Υπό αυτή την έννοια, η επικείμενη ψηφοφορία θα κρίνει πολλά και για το μέλλον της κοινωνικής δομής των Τ/κ.

Ο κ. Νίκος Μούδουρος είναι λέκτορας στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Δημοσίευση στην εφημερίδα Καθημερινή Κύπρου, 5 Οκτωβρίου 2020.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s